Legislator Case Law & Legislation
1042/2012 AI generated

1042/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1042/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Μαΐου 2012, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει μεταξύ: Στο σημείο αυτό, ο πληρεξούσιος των ως άνω αναιρεσιβλήτων, αφού έλαβε το λόγο από τον Πρόεδρο, δήλωσε ότι α) το ορθό όνομα του υπό στοιχείο 4 αναιρεσιβλήτου είναι "Σ." και όχι "Σ." όπως εσφαλμένα αναφέρεται στην αίτηση αναιρέσεως και β) το ορθό όνομα του υπό στοιχείο 24 αναιρεσιβλήτου είναι "Κ." και όχι "Α." όπως εσφαλμένα αναφέρεται στην αίτηση αναιρέσεως.

Legislator headnote

AI generated

1042/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Με όμοιες αποφάσεις, οι ρυθμίσεις της προηγούμενης παραγράφου είναι δυνατόν να επεκτείνονται ενόλω ή η εν μέρει και στο λοιπό προσωπικό του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ) και λοιπών νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου ( Ν.Π.Δ.Δ.), που δεν συμμετείχε στη σύναψη συλλογικών συμφωνιών του άρθρου 13 του ν. 2738/1999 και μέχρι του ποσού των εκατόν εβδομήντα έξι (176) ευρώ. 3.

Keywords

AI generated
unemployment insurance administrative body overtime exceeding statutory hours organizational deficiency labour administration deficit working hours non-governmental organizations
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1042 / 2012 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1042/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Δημήτριο Μουστάκα, Χριστόφορο Κοσμίδη και Ασπασία Καρέλλου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Μαΐου 2012, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, ως ειδικού διαδόχου του αρχικά αναιρεσείοντος Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΥΛΙΚΟΥ Α.Ε." και τον διακριτικό τίτλο "Ο.Δ.Δ.Υ. Α.Ε.", πρώην "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΕΩΣ ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΥΛΙΚΟΥ, (Ο.Δ.Δ.Υ.), Ν.Π.Δ.Δ.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Ευθύμιο Τσάκα, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Δ. Α. του Ε., 2) Ν. Γ. του Α., 3) Π. Δ. του Δ., 4) Σ. Θ. του Ν., 5) Ε. Ι. του Π., 6) Π. Κ.-Τ. του Δ., 7) Σ. Μ. του Κ., 8) Γ. Μ. του Ε., 9) Ι. Μ. του Α., 10) Χ. Μ. του Θ., 11) Σ. Μ. του Ε., 12) Μ. Μ. του Ν., 13) Γ. Ο. του Γ., 14) Σ. Π. του Χ., 15) Κ. Π. του Χ., 16) Π. Π. του Κ., 17) Α. Π.-Μ. του Κ., 18) Α. Π. του Χ., 19) Ζ. Π. του Ι., 20) Α. Π. του Ν., 21) Ν. Σ. του Χ., 22) Α. Σ. του Κ., 23) Ι. Τ. του Ε., 24) Α. Τ. του Ι., 25) Ρ. Χ. του Β., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Φώτιο Κλαουδάτο και κατέθεσαν προτάσεις.

Στο σημείο αυτό, ο πληρεξούσιος των ως άνω αναιρεσιβλήτων, αφού έλαβε το λόγο από τον Πρόεδρο, δήλωσε ότι α) το ορθό όνομα του υπό στοιχείο 4 αναιρεσιβλήτου είναι "Σ." και όχι "Σ." όπως εσφαλμένα αναφέρεται στην αίτηση αναιρέσεως και β) το ορθό όνομα του υπό στοιχείο 24 αναιρεσιβλήτου είναι "Κ." και όχι "Α." όπως εσφαλμένα αναφέρεται στην αίτηση αναιρέσεως.

Ακολούθως, δήλωσε ότι ο υπό στοιχείο 24 αναιρεσίβλητος Κ. Τ. του Ι. απεβίωσε στις 21 Απριλίου 2011 σύμφωνα με την προσκομισθείσα υπ' αριθμό 27/2011 ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιάρχου Δήμου Δεσκάτης Γρεβενών και την παρούσα δίκη συνεχίζουν οι μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι αυτού α) Δ. Τ. του Ι., β) Β. Τ. του Ι., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο ως άνω δικηγόρο και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2/11/2006 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1203/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 951/2010 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 19/4/2010 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ασπασία Καρέλλου ανέγνωσε την από 28/9/2011 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 19/4/2010 αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, με το άρθρο 14 του ν. 3016 72002 " για την εταιρική διακυβέρνηση , θέματα μισθολογίου και άλλες διατάξεις " ορίσθηκαν μεταξύ άλλων και τα εξής: "1. Με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και του κατά περίπτωση αρμόδιου υπουργού ρυθμίζονται τα θέματα των συλλογικών συμφωνιών που συνάπτονται κατ' εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 13 του ν. 2738/1999 και αφορούν θέματα μισθών και αμοιβών, συμπεριλαμβανομένων και αυτών που υπεγράφησαν κατά το έτος 2001. 2.

Με όμοιες αποφάσεις, οι ρυθμίσεις της προηγούμενης παραγράφου είναι δυνατόν να επεκτείνονται ενόλω ή η εν μέρει και στο λοιπό προσωπικό του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ) και λοιπών νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου ( Ν.Π.Δ.Δ.), που δεν συμμετείχε στη σύναψη συλλογικών συμφωνιών του άρθρου 13 του ν. 2738/1999 και μέχρι του ποσού των εκατόν εβδομήντα έξι (176) ευρώ. 3.

Αν καταβάλλονται οποιουδήποτε είδους πρόσθετες μισθολογικές παροχές, που υπολείπονται του ποσού των 176 ευρώ .επιτρέπεται να χορηγείται μόνο η διαφορά μέχρι του ποσού αυτού. Οι ρυθμίσεις αυτές, όσον αφορά το προσωπικό των Ο.Τ.Α. και το προσωπικό των λοιπών Ν.Π.Δ.Δ. περιορίζονται στις υφιστάμενες από τον προϋπολογισμό τους δυνατότητες. 4.

Με τις προβλεπόμενες από τις διατάξεις των παρ. 1 και 2 του άρθρου αυτού κοινές υπουργικές αποφάσεις καθορίζονται ειδικότερα: α) οι δικαιούχοι των παροχών και το ύψος τους, λαμβάνοντας υπόψη για τη χορήγηση ή μη των παροχών αυτών το συνολικό ποσό των καταβαλλομένων μηνιαίων αποδοχών και λοιπών παροχών, επιδομάτων και αποζημιώσεων από οποιαδήποτε πηγή, β) οι όροι, οι προϋποθέσεις και οι περιορισμοί για τη χορήγηση των παροχών αυτών, η διαδικασία και ο χρόνος καταβολής, καθώς και ο τρόπος αντιμετώπισης της σχετικής δαπάνης, γ) κάθε άλλη λεπτομέρεια για τη χορήγηση τους ...

Οι διατάξεις του άρθρου αυτού ισχύουν από 1/1/2002". Δυνάμει της προαναφερθείσας εξουσιοδοτικής διατάξεως και αφού είχαν προηγηθεί ειδικές συλλογικές συμφωνίες του Ελληνικού Δημοσίου με τους αντίστοιχους κλάδους υπαλλήλων .εκδόθηκαν πολλές κοινές υπουργικές αποφάσεις (ΚΥΑ), με τις οποίες χορηγήθηκε η παραπάνω χρηματική παροχή ύψους 88 μηνιαίως για το χρονικό διάστημα από 1/1/2002 και 176 ευρώ από 1/7/2002 ,σε όλους σχεδόν τους επί σχέσει δημοσίου και ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλους του Ελληνικού Δημοσίου, των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ, των οποίων οι αποδοχές διέπονται από τις διατάξεις του ν.2470/1997 "αναμόρφωση μισθολογίου προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης και άλλες συναφείς διατάξεις".

Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι η μισθολογική αυτή παροχή χορηγήθηκε σε όλους τους μονίμους και με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλους των ανωτέρω Υπουργείων, Οργανισμών, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ, των οποίων οι αποδοχές διέπονται από τις διατάξεις του ν. 2470/1997, καθώς και στους αποσπασμένους ή τοποθετούμενους από άλλα Υπουργεία, ΟΤΑ και λοιπά ΝΠΔΔ.

Όλες οι εκδοθείσες ΚΥΑ έχουν ουσιωδώς όμοιο περιεχόμενο. Μνημονεύουν τις διατάξεις των άρθρων 14 του ν. 3016/2002 και 1 του ν. 3029/2002, καθορίζουν το ποσό της ειδικής παροχής σε 88 ευρώ από 1Ι1/2002 και σε 176 ευρώ από 1/7/2002, ορίζουν ότι η καταβολή αυτής εξακολουθεί και κατά το χρονικό διάστημα των θεσμοθετημένων αδειών ( κανονικών, συνδικαλιστικών, εκπαιδευτικών, λοχείας κινήσεως κ.λ.π.), ότι υπόκειται στις συνήθεις κρατήσεις των επιδομάτων και ότι συνεντέλλεται με τις μηνιαίες αποδοχές των δικαιούχων και αναφέρουν ως δικαιούμενους της όλους τους υπαλλήλους της αντίστοιχης υπηρεσίας που αφορά η απόφαση, χωρίς μνεία κάποιου λόγου ή αιτίας που να δικαιολογεί τη χορήγηση της ειδικά στους εν λόγω υπαλλήλους.

Ενώ δηλαδή η χορήγηση της μηνιαίας ειδικής παροχής του άρθρου 14 του ν. 3016/2002 προβλέφθηκε προκειμένου να εξομαλυνθούν οι μισθολογικές διαφορές υπέρ των χαμηλόμισθων υπαλλήλων, οι οποίοι δεν λαμβάνουν πρόσθετες μισθολογικές παροχές, με τις εκδοθείσες ΚΥΑ χορηγήθηκε η ειδική αυτή παροχή χωρίς να γίνεται στις διατάξεις τους η συγκεκριμένη αναφορά ότι δεν λαμβάνουν πράγματι πρόσθετες μισθολογικές παροχές.

Έτσι με τη χορήγηση της αμοιβής αυτής και μάλιστα σε ιδιαίτερα σύντομο χρονικό διάστημα σε μεγάλο αριθμό υπαλλήλων που αφενός μεν δεν πληρούσαν αποδεδειγμένα την εν λόγω προϋπόθεση και αφετέρου ευρίσκονταν σε τελείως διαφορετικές μεταξύ τους εργασιακές συνθήκες, η παροχή αυτή απέκτησε το χαρακτήρα μισθολογικής παροχής που προσαυξάνει, χωρίς άλλη προϋπόθεση, το μισθό όλως ανεξαιρέτως των υπαλλήλων του Δημοσίου, ΟΤΑ και ΝΠΔΔ, που αμείβονται σύμφωνα με τις εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις του μισθολογίου του προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης.

Εξάλλου με το άρθρο 24 παρ. 2 του ν. 3205/2003 "μισθολογική ρύθμιση λειτουργών και υπαλλήλων του Δημοσίου, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ, μονίμων στελεχών των Ενόπλων Δυνάμεων και αντιστοίχων της Ελληνικής Αστυνομίας, του Πυροσβεστικού και Λιμενικού Σώματος και άλλες συναφείς διατάξεις", ορίσθηκε μεταξύ άλλων ότι ποσά που καταβάλλονται μέχρι την έναρξη της ισχύος του παρόντος νόμου, σύμφωνα με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών .Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και του κατά περίπτωση αρμόδιου υπουργού που εκδόθηκαν κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 14 του ν. 3016/2002 ως ειδική παροχή διατηρούνται ως προσωπική διαφορά μειούμενη από οποιαδήποτε μελλοντική χορήγηση νέου επιδόματος, παροχής ή αποζημιώσεως ή από αύξηση του κινήτρου απόδοσης του άρθρου 12 του παρόντος νόμου, από της ενάρξεως δε ισχύος του νόμου αυτού (1/1/2004) οι ανωτέρω ΚΥΑ καταργούνται (βλ.

και άρθρο 28 παρ. 4 του ίδιου νόμου). Επομένως, η διαδοχική χορήγηση της ειδικής παροχής του άρθρου 14 του ν. 3016/2002 σε όλους σχεδόν τους υπαλλήλους του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ που αμείβονται σύμφωνα με τις διατάξεις του μισθολογίου του προσωπικού της Δημόσιας Διοίκηση, αδιακρίτως του φορέα, της φύσεως, του είδους και των συνθηκών εργασίας αυτού, κατέστησε την παροχή αυτή προσαύξηση του μισθού.

Έτσι κάθε υπάλληλος αμειβόμενος σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές δικαιούται, κατ' εφαρμογή της αρχής της ισότητας, να λαμβάνει ως τμήμα του μισθού του την εν λόγω παροχή, την οποία μόνο από 1/1/2004 (έναρξη ισχύος του ν. 3205/2003) και εντεύθεν δεν δικαιούται να λαμβάνει ή λαμβάνει μειωμένη, εφόσον αποδειχθεί ότι ο συγκεκριμένος υπάλληλος λαμβάνει κάποια πρόσθετη μισθολογική παροχή σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 14 του ν. 3016/2002 ή του χορηγήθηκε κάποια νέα παροχή ή αυξήθηκε το κίνητρο απόδοσης (Α.Π. 946/2010, Α.Π. 754/2010, Α.Π 93/2009).

Στην προκείμενη περίπτωση το ως Εφετείο δίκασαν Πολυμελές Πρωτοδικείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε ανελέγκτως τα εξής : Οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι προσλήφθηκαν από ετών ως υπάλληλοι με σχέση εργασίας δημοσίου δικαίου από το Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία " Οργανισμός Διαχείρισης Δημοσίου Υλικού ", που ιδρύθηκε με το ν. 251/1976, το οποίο δυνάμει του π.δ. 413/1998 μετατράπηκε σε Ανώνυμη Εταιρεία με την επωνυμία " Οργανισμός Διαχείρισης Δημοσίου Υλικού Α.Ε.", εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα, λειτουργούσα σύμφωνα με το καταστατικό της και με βάση τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας χάριν του Δημοσίου συμφέροντος .Έτσι από την 28/12/1998 εντάχθηκαν, σε προσωποπαγείς θέσεις ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, που συστήθηκαν με τον προβλεπόμενο κανονισμό εσωτερικής οργάνωσης και λειτουργίας, σύμφωνα με το άρθρο 25 του π.δ. 413 /1998, αμειβόμενοι μέχρι και τη συζήτηση της αγωγής με το εκάστοτε ισχύον μισθολόγιο των δημοσίων υπαλλήλων (ν. 2470/1997 και ν. 3305/2003).

Ειδικότερα οι ενάγοντες από της προσλήψεως τους υπάγονται στο ενιαίο μισθολογικό πλαίσιο που διέπει τον ευρύτερο δημόσιο τομέα του Δημοσίου, τους ΟΤΑ και ΝΠΔΔ, όπως αυτό καθιερώθηκε και ίσχυσε από 1/1/1984 και εντεύθεν με το ν. 1505/1984, από 1/1/1997 και εντεύθεν με το ν. 247/1997 και από 1/1/2004 και εντεύθεν με το ν. 3205/2003, δικαιούμενοι όλες τις προβλεπόμενες και χορηγούμενες από το νόμο παροχές, και την ένδικη παροχή ( των 88 ευρώ από 1/1/2002 και 176 ευρώ από 1/7/2002) που χορηγείται σε συναδέλφους τους του Δημοσίου, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ, εφόσον υπάγονται και αυτοί στο ενιαίο μισθολογικό καθεστώς του ν. 2470/1997 και εν συνεχεία του ν. 3205/2003.

Δηλαδή, εφόσον πληρούν τη μοναδική αυτή προϋπόθεση ,που θέτει το σχετικό κανονιστικό πλαίσιο για την καταβολή της ένδικης παροχής. Δέχεται στη συνέχεια το ως Εφετείο δίκασαν Πολυμελές Πρωτοδικείο, ότι οι ενάγοντες λαμβάνουν, δυνάμει της υπ' αριθμ. 2065240/6952/0022/1990 αποφάσεως του Υπουργού των Οικονομικών μία πρόσθετη παροχή, τη "ΔΙΒΕΕΤ" ( δικαίωμα βεβαίωσης και είσπραξης εσόδων υπέρ τρίτων), η οποία συνιστά ειδική υπερωριακή αποζημίωση για παροχή πρόσθετης εργασίας, πιστοποιούμενη με πράξη του προϊσταμένου στην κατάσταση πληρωμής και καταβαλλόμενη κατά τους ειδικότερους όρους που αναφέρονται, και βαρύνει ειδικό λογαριασμό και όχι τον κρατικό προϋπολογισμό.

Για το λόγο αυτό, το ποσό αυτό δεν είναι συμψηφιστέο με την επίδικη παροχή, καθώς προκύπτει ότι η εν λόγω παροχή είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με το είδος και τις συνθήκες της παρεχόμενης εργασίας και της φύσης των καθηκόντων των εναγόντων και άρα οι δύο παροχές είναι ετεροειδείς και συνεπώς μη δεκτικές αλληλοκάλυψης και συμψηφισμού κατά την έννοια του άρθρου 14 του ν. 3016/2002.

Με βάση τις παραδοχές αυτές το ως Εφετείο δίκασαν Πολυμελές Πρωτοδικείο κατέλεξε ότι οι αναιρεσίβλητοι δικαιούνται, ως αμειβόμενοι σύμφωνα με το ενιαίο δημοσιοϋπαλληλικό μισθολόγιο, την παροχή των 176 ευρώ, η οποία δεν συμψηφίζεται με τη "ΔΙΒΕΕΤ". Μετά απ' αυτά το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών δέχθηκε την έφεση των αναιρεσιβλήτων, και μετ' εξαφάνιση της πρωτόδικης αποφάσεως δέχθηκε κατ' ουσίαν την αγωγή τους.

Με την κρίση του αυτή το ως Εφετείο δίκασαν Πολυμελές Πρωτοδικείο, δεν παρεβίασε τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, καθόσον η χορήγηση σε όλους σχεδόν τους υπαλλήλους του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των λοιπών ΝΠΔΔ, της παροχής του άρθρου 14 του Ν. 3016/2002, αδιακρίτως του φορέα, της φύσεως, του είδους και των συνθηκών εργασίας αυτού, κατέστησε την παροχή αυτή προσαύξηση του μισθού, μοναδική δε προϋπόθεση για την απόληψη αυτής είναι να αμείβεται ο υπάλληλος σύμφωνα με τις διατάξεις του μισθολογίου του προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης, η παροχή δε αυτή δεν μπορεί να συμψηφιστεί με την πρόσθετη παροχή της " βεβαίωσης και είσπραξης εσόδων υπέρ τρίτων ", που συνιστά ειδική υπερωριακή αποζημίωση για παροχή πρόσθετης εργασίας που βαρύνει ειδικό λογαριασμό και όχι τον κρατικό προϋπολογισμό και ως εκ τούτου η ανωτέρω και η επίδικη παροχή είναι ετεροειδείς και μη δεκτικές αλληλοκάλυψης και συμψηφισμού, κατά την έννοια του άρθρου 14 του Ν. 3016/2002.

Ο μη συμψηφισμός της παροχής των 176 ευρώ με την ειδική παροχή "ΔΙΒΕΕΤ" δεν αντίκειται στη συνταγματική αρχή της ισότητας, ούτε στο άρθρο 2 του Ν. 2303/1995 "πληρωμή αποδοχών δημοσίων υπαλλήλων μέσω τραπεζικού συστήματος κ.λ.π.", που ορίζει ότι "1. Στην έννοια του όρου "αποδοχές", των υπαλλήλων του προηγούμενου άρθρου, περιλαμβάνονται ο βασικός μισθός, τα πάγια επιδόματα που συνεντέλλονται με αυτόν, καθώς και οι αποζημιώσεις και παροχές για ειδικές ή πρόσθετες εργασίας τους εντός των κύριων καθηκόντων τους. 2.

Κάθε άλλη αποζημίωση, που χορηγείται στους ανωτέρω για προσφορά εργασίας εκτός των κύριων καθηκόντων τους αποτελεί πρόσθετη παροχή ή απολαβή", καθόσον με τις τελευταίες διατάξεις προσδιορίζεται η έννοια των αποδοχών των δημοσίων υπαλλήλων και όχι το ζήτημα αν οι ως άνω παροχές μπορούν να συμψηφιστούν μεταξύ τους, που ενδιαφέρει στην κρινόμενη περίπτωση.

Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 560 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα αιτιάται το Πολυμελές Πρωτοδικείο που δίκασε ως Εφετείο, για το μη συμψηφισμό της επίδικης παροχής των 176 ευρώ με την ειδική παροχή "ΔΙΒΕΕΤ", είναι αβάσιμος.

Επειδή , κατά τη διάταξη του άρθρου 48 παρ. 3 του ν.δ. 496/1974, περί λογιστικού των ΝΠΔΔ ο χρόνος παραγραφής των κατά του Νομικού Προσώπου αξιώσεων των υπαλλήλων του, που συνδέονται με αυτό με σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου, που αφορούν καθυστερούμενες αποδοχές ή άλλες κάθε φύσεως απολαβές αυτών ή αποζημιώσεις ή βασίζονται στις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού διατάξεις είναι δύο ετών.

Εξάλλου, με το άρθρο 1 του ν.251 /1976, ο συσταθείς με το ν.δ. 183/1946 Κρατικός Οργανισμός Διαχειρίσεως Πλεονάζοντος Συμμαχικού Υλικού (Ο.Δ.Ι.Σ.Υ.) μετονομάσθηκε σε "Οργανισμό Διαχειρίσεως Δημοσίου Υλικού (Ο.Δ.Δ.Υ.), αποτελούσε Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου, που τελούσε υπό την εποπτεία του Υπουργείου Οικονομικών (άρθρο 1 ν. 251/1976 ), είχε εξομοιωθεί προς το Δημόσιο, απολάμβανε όλων των υπέρ του Δημοσίου προνομίων και όλων των δικονομικών και ουσιαστικών προνομίων (άρθρο 4 ν. 25/1976).

Επακολούθησε η μετατροπή του Ο.Δ.Δ.Υ. σε ανώνυμη εταιρεία, με το π.δ. 413/1998, με το άρθρο 23 του οποίου ορίζεται ότι, "1.Η κατόπιν μετατροπής του Οργανισμού Διαχείρισης Δημόσιου Υλικού σε Ανώνυμη Εταιρεία ιδρυόμενη εταιρεία υπεισέρχεται, ως οιονεί καθολικός διάδοχος, στη θέση του μέχρι σήμερα υφιστάμενου Οργανισμού Διαχείρισης Δημόσιου Υλικού. 2.

Όλα τα κάθε είδους, φύσεως και μορφής μέχρι σήμερα υπέρ του Οργανισμού Διαχείρισης Δημόσιου Υλικού ισχύοντα προνόμια, απαλλαγές και ατέλειες, ιδιαιτέρως αυτά που αναφέρονται στο ν. 251/1976, όπως ισχύει μετά τις τροποποιήσεις, καθώς και σε οποιοδήποτε άλλο νόμο, διατηρούνται, αναγνωρίζονται και ισχύουν υπέρ της δια του παρόντος ιδρυόμενης εταιρείας με την επωνυμία "Οργανισμός Διαχείρισης Δημόσιου Υλικού Α.Ε.". 3.

Από τη δημοσίευση του παρόντος, η ιδρυόμενη με αυτό ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Οργανισμός Διαχείρισης Δημόσιου Υλικού Α.Ε., υπεισέρχεται αυτοδικαίως στο σύνολο των δικαιωμάτων, υποχρεώσεων και λοιπών εννόμων σχέσεων του Οργανισμού Διαχείρισης Δημόσιου Υλικού". Περαιτέρω ,κατά το άρθρο 4 παρ. 1 και 2 του Συντάγματος οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου.

Οι Έλληνες και οι Ελληνίδες έχουν ίσα δικαιώματα. Με τη διάταξη αυτή καθιερώνεται όχι μόνον η ισότητα των Ελλήνων πολιτών έναντι του νόμου, αλλά και η ισότητα του νόμου έναντι αυτών, με την έννοια ότι ο νομοθέτης κατά τη ρύθμιση ουσιωδώς ομοίων πραγμάτων, σχέσεων ή καταστάσεων και κατηγοριών προσώπων δεν μπορεί να νομοθετεί κατά διαφορετικό τρόπο, εισάγοντας εξαιρέσεις και κάνοντας διακρίσεις, εκτός αν η διαφορετική ρύθμιση δεν είναι αυθαίρετη, αλλά επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημόσιου συμφέροντος, η συνδρομή των οποίων υπόκειται στον έλεγχο των δικαστηρίων.

Σύμφωνα με το άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος, καθένας έχει δικαίωμα στην παροχή έννομης προστασίας από τα δικαστήρια και μπορεί να αναπτύξει σ' αυτά τις απόψεις του για τα δικαιώματα ή τα συμφέροντα του, όπως ο νόμος ορίζει. Κατά το άρθρο 22 παρ. 1β του Συντάγματος, όλοι οι εργαζόμενοι ανεξάρτητα από φύλλο ή άλλη διάκριση, έχουν δικαίωμα ίσης αμοιβής για παρεχόμενη εργασία ίσης αξίας.

Κατά το άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος, τα δικαιώματα του ανθρώπου, ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου, τελούν υπό την εγγύηση του Κράτους. Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), η οποία έχει κυρωθεί με το ν.δ. 53/1974, "πάν πρόσωπον έχει δικαίωμα όπως η υπόθεση του δικαστεί δικαίως, δημοσία και εντός λογικής προθεσμίας, υπό ανεξαρτήτου και αμερόληπτου δικαστηρίου, νομίμως λειτουργούντος, το οποίο θα αποφασίσει είτε επί των αμφισβητήσεων επί των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων του αστικής φύσεως ...".

Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 14 του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα, που έχει ενσωματωθεί στην Ελληνική έννομη τάξη με το ν. 2462/1997, "όλοι είναι ίσοι ενώπιον των δικαστηρίων. Κάθε πρόσωπο έχει το δικαίωμα η υπόθεση του να δικαστεί δίκαια και δημόσια από αρμόδιο, ανεξάρτητο και αμερόληπτο δικαστήριο ...

για αμφισβητήσεις δικαιωμάτων και υποχρεώσεων αστικού χαρακτήρα". Κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, η αρχή της ισότητας των διαδίκων, που συνιστά ειδική εκδήλωση της αρχής της ισότητας, επιβάλλει την ίση μεταχείριση τους από τους νόμους που προσδιορίζουν τους όρους της δικαστικής προστασίας. Επομένως, διατάξεις νόμων, με τις οποίες αναγνωρίζεται υπέρ ενός διαδίκου ευνοϊκή μεταχείριση ως προς το ανωτέρω δικαίωμα, με αποτέλεσμα να τίθεται αυτός σε θέση πλεονεκτικότερη από εκείνη του αντιδίκου του, είναι ανίσχυρες.

Με βάση τα παραπάνω, η επέκταση των διατάξεων περί διετούς παραγραφής, με το άρθρο 48 παρ. 3 του ν.δ. 496/1974 και στην αναιρεσείουσα "Ο.Δ.Δ.Υ. Α.Ε", αντίκειται στις ως άνω διατάξεις του Συντάγματος, της ΕΣΔΑ και του ΔΣΑΠΔ, χωρίς αυτό να δικαιολογείται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος. Δεν συνιστά τέτοιο λόγο το γεγονός ότι το Ελληνικό Δημόσιο είναι ο μοναδικός μέτοχος της αναιρεσείουσας.

Η κατοχυρωμένη στο Σύνταγμα ισότητα έναντι του νόμου συμπεριλαμβάνει την ισότητα των διαδίκων, που σημαίνει απονομή των ίδιων δικαιωμάτων και υποχρεώσεων σε όλους τους διαδίκους ανεξάρτητα από την ιδιότητα τους. Τα προαναφερόμενα προνόμια δεν είναι νομικά λογικό να εφαρμόζεται υπέρ μιας ανώνυμης εταιρείας, όπως είναι η "Ο.Δ.Δ.Υ.

Α.Ε.".

Συνεπώς η αναιρεσείουσα είναι πλέον νομικά ισότιμη με κάθε άλλη ανώνυμη εταιρεία και λειτουργεί σύμφωνα με τους κανόνες της ελεύθερης οικονομίας (Ολ.Α.Π. 11/2008, Α.Π. 951/2010, Α.Π. 274/2009).

Στην προκείμενη περίπτωση το ως Εφετείο δίκασαν Πολυμελές Πρωτοδικείο, απέρριψε τον αυτοτελή ισχυρισμό της αναιρεσείουσας περί διετούς παραγραφής των αξιώσεων των αναιρεσιβλήτων, διότι η αναιρεσείουσα είναι ανώνυμη εταιρεία, που λειτουργεί κατά τους κανόνες της ελεύθερης οικονομίας και η επέκταση της διετούς παραγραφής του άρθρου 48 παρ. 3 (άλλως του άρθρου 90 παρ. 3 του ν. 2362/1995) δεν δικαιολογείται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος. Κρίνοντας έτσι το δικαστήριο της ουσίας ορθά ερμήνευσε τις παραπάνω ουσιαστικού περιεχομένου διατάξεις, η δε αντίθετη αιτίαση που προβάλλεται με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως, από το άρθρο 560 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δ είναι αβάσιμη.

Επειδή, κατά το άρθρο 1 του Κ.Πολ.Δ, στη δικαιοδοσία των τακτικών πολιτικών δικαστηρίου ανήκουν οι διαφορές του ιδιωτικού δικαίου, εφόσον ο νόμος δεν τις έχει υπαγάγει σε άλλα δικαστήρια. Εξάλλου το ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Οργανισμός Διαχείρισης Δημοσίου Υλικού" με το π.δ. 413/1998 μετατράπηκε στην αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρεία (άρθρο 1 του ως άνω π.δ.) και το προσωπικό της εντάχθηκε σε συσταθείσες, με τον κανονισμό εσωτερικής οργάνωσης και λειτουργίας, σε προσωποπαγείς θέσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου (άρθρο 25 π.δ. 413/1998).

Συνεπώς, η ένδικη διαφορά, από τη μη καταβολή της ως άνω παροχής στους αναιρεσίβλητους από την αναιρεσείουσα είναι διαφορά ιδιωτικού δικαίου και υπάγεται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων (Ολ.Α.Π. 7/2001), ο δε τρίτος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 560 αρ. 3 του Κ.Πολ.Δ. με τον οποίο η αναιρεσείουσα αιτιάται το δικαστήριο της ουσίας για υπέρβαση της δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων, για το λόγο ότι η ένδικη διαφορά υπάγεται στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων, είναι αβάσιμος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 19/4/2010 αίτηση για αναίρεση της 951/2010 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Ιουνίου 2012. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 12 Ιουνίου 2012.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ