Supreme Court dismisses appeal on taxi driver insurance liability, ruling facts were not evidence assessment errors.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Athens Court of Appeal's decision regarding taxi driver social insurance liability. The lower court held the owner was legally responsible for employer contributions unless proven otherwise, rejecting the driver's claim of having paid them personally. The Court ruled that the appeal arguments regarding common sense teachings and evidence evaluation were inadmissible because they pertained to the substantive fact-finding already established by the lower court.
Legislator headnote
AI generatedArt. 33(9) of Law 1759/1988; Art. 25(11) of Law 1846/1951; Art. 561(1) of the Code of Civil Procedure: An appeal based on the violation of common sense teachings is inadmissible if it concerns the substantive evaluation of evidence or the credibility of witnesses rather than the interpretation of legal rules.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1042 / 2007 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1042/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2΄ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο, Ανδρέα Μαρκάκη, Ηλία Γιαννακάκη, Αθανάσιο Θεμέλη, Μάριο-Φώτιο Χατζηπανταζή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Μαρτίου 2007, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ...... , η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κλεομένη Καραντζά.
Του αναιρεσίβλητου: ..... , ο οποίος παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο του Μαρία Βλαδίκα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25/6/2001 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1502/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 9038/2005 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 5/4/2006 αίτησή της και τους από 7/2/2007 πρόσθετους λόγους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Θεμέλης, ανέγνωσε την από 27/2/2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 5/4/2006 αίτησης για αναίρεση της 9038/2005 απόφασης του Εφετείου Αθηνών και την από 27/2/2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των από 7/2/2007 πρόσθετων λόγων της ...... για αναίρεση της 9038/2005 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, η πληρεξούσια του αναιρεσίβλητου την απόρριψή τους και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η διάταξη του άρθρου 33 παρ. 9 του Ν. 1759/1988 "ασφαλιστική κάλυψη ανασφάλιστων ομάδων, βελτίωση της κοινωνικοασφαλιστικής προστασίας και άλλες διατάξεις" ορίζει ότι οι διατάξεις της παραγρ. 3 του άρθρου 8 του ΝΔ 3789/1957, με τις οποίες προστέθηκε εδάφιο στις διατάξεις της παραγρ. 1 του άρθρου 27 του ΑΝ 1846/1951 αντικαθίσταται ως εξής : "3. Οι εργαζόμενοι ως οδηγοί αγοραίων επιβατικών αυτοκινήτων ταξί (με μετρητή ή χωρίς) εφόσον δεν είναι ιδιοκτήτες ή συνιδιοκτήτες τουλάχιστον κατά το μισό του αυτοκινήτου, αδιάφορα από τον τύπο, τη φύση, το κύρος και το είδος της συμβάσεως ή τον τρόπο αμοιβής τους υπάγονται υποχρεωτικά στην ασφάλιση του ΙΚΑ, για όλους τους κλάδους ασφαλίσεως (σύνταξη, ασθένεια ΙΚΑ-ΤΕΑΜ), καθάως επίσης και στους οργανισμούς των οποίων τα έσοδα συνεισπράττονται από το ΙΚΑ. Η εργοδοτική εισφορά για την ασφάλιση των πιο πάνω προσώπων βαρύνει τον ιδιοκτήτη, ο οποίος έχει όλες τις κατά τον παρόντα νόμο ευθύνες του εργοδότη". Με τη διάταξη αυτή σκοπήθηκε η υποχρεωτική υπαγωγή στην ασφάλιση του ΙΚΑ των οδηγών ταξί της παραπάνω κατηγορίας, οι οποίοι ανεξάρτητα από το χαρακτηρισμό της συμβάσεως που τους συνδέει με τον μοναδικό ιδιοκτήτη ή τον συνιδιοκτήτη του ταξί, εργάζονται υπό συνθήκες που προσιδιάζουν σε μισθωτούς.
Εν προκειμένω το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του δέχθηκε ότι η σύμβαση που συνέδεε τον αναιρεσίβλητο οδηγό ταξί με την αναιρεσείουσα ιδιοκτήτρια του ταξί ήταν μίσθωση προσοδοφόρου πράγματος και όχι εξαρτημένης εργασίας, ότι ο αναιρεσίβλητος κατέβαλε ο ίδιος τις αναλογούσες εργοδοτικές εισφορές για το από 15.4.1999 μέχρι 2.5.2001 χρονικό διάστημα, ενώ δεν αποδείχθηκε ότι υπήρξε συμφωνία των διαδίκων για την μεταβολή από τον αναιρεσίβλητο των εισφορών αυτών, που κατά νόμο βάρυνε την αναιρεσείουσα.
Περαιτέρω με επικουρική αιτιολογία το Εφετείο έκρινε ότι και σε περίπτωση που θα υπήρχε τέτοια συμφωνία, αυτή θα ήταν άκυρη και δεν θα απήλλασε την αναιρεσείουσα από την παραπάνω υποχρέωσή της, σύμφωνα με τη ρητή διάταξη του άρθρ. 25 παρ. 11 ΑΝ 1846/1951 που αφορά στην ακυρότητα των συμφωνιών περί μεταθέσεως του ασφαλιστικού βάρους ή την αλλαγή του τρόπου της κατανομής του.
Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, όπως συμπληρώθηκε από τον πρόσθετο λόγο πλήττεται η παραπάνω επικουρική αιτιολογία του Εφετείου με την προβολή της αιτιάσεως της παραβιάσεως της αμέσως παραπάνω διατάξεως την οποία το Εφετείο εφάρμοσε, ενώ δεν ήταν εφαρμοστέα, κατά την άποψη της αναιρεσείουσας, εφόσον έγινε δεκτό ότι η σύμβαση που συνέδεε τους διαδίκους ήταν εκείνη της μισθώσεως προσοδοφόρου πράγματος και ως εκ τούτου ήταν νόμιμη η συμφωνία καταβολής των εργοδοτικών εισφορών από τον οδηγό του ταξί.
Ο λόγος αυτός είναι αλυσιτελής και πρέπει ν΄ απορριφθεί ως αβάσιμος στην ουσία του, καθόσον το διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως στηρίζεται αυτοτελώς στη μη πληττόμενη επιτυχώς κυρία αιτιολογία, δηλαδή ότι η αναιρεσείουσα ως ιδιοκτήτρια του ταξί βαρύνετο κατά νόμο με την εργοδοτική εισφορά, ενώ δεν αποδείχθηκε ότι υπήρξε αντίθετη συμφωνία μεταξύ των διαδίκων.
Η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει λόγο αναιρέσεως, εφόσον τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σ΄ αυτούς πραγματικών γεγονότων. Αντίθετα όταν η επικαλούμενη παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας έγινε κατά την εκτίμηση των αποδείξεων ή για την κρίση περί της αξιοπιστίας των μαρτύρων, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (άρθρ. 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.) και επομένως ο σχετικός λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος.
Εν προκειμένω με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, όπως συμπληρώθηκε με τον λόγο του προσθέτου δικογράφου, προβάλλεται η αιτίαση ότι δεν λήφθηκε υπόψη ο επιβεβαιωθείς και από την κατάθεση του μάρτυρα ισχυρισμός της αναιρεσείουσας περί του ότι σε όλες γενικά τις μισθώσεις ταξί εφαρμόζεται εθιμικά, τι τούτο αποτελεί δίδαγμα της κοινής πείρας, να επιβαρύνεται ο ίδιος ο οδηγός του ταξί με την εργοδοτική εισφορά του ιδιοκτήτη του ταξί. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος και πρέπει να απορριφθεί, αφού το επικαλούμενο ως παραβιασθέν δίδαγμα της κοινής πείρας αφορά στην ουσιαστική κρίση του Εφετείου περί του ότι δεν αποδείχθηκε η επικαλούμενη συμφωνία ότι ο αναιρεσίβλητος οδηγός συμφώνησε να επιβαρύνεται με την εργοδοτική εισφορά της αναιρεσείουσας.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 5.4.2006 αίτηση και τους από 7.2.2007 πρόσθετους λόγους της .... για αναίρεση της 9038/2005 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, που ορίζεται στο ποσό των επτακοσίων εβδομήντα (770) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 3 Μαΐου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 15 Μαΐου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ