Supreme Court allows appeal against second instance verdict due to contradictory reasoning on contributory negligence.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the appellant's appeal against the Athens Court of Appeal's decision regarding a traffic collision. The Court found the lower court's reasoning contradictory regarding the vehicles' paths and the specific points of impact, which directly affected the determination of the appellant's 50% contributory negligence. Consequently, the appeal was granted, the case was remitted for retrial before a different panel, and the appellants were ordered to pay the appellant's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 297, 298, 300, 330, 914 of the Civil Code; Article 559(19) of the Code of Civil Procedure: An appeal based on contradictory reasoning in the second instance judgment regarding a critical issue like contributory negligence is admissible, requiring the case to be remitted for retrial.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1042 / 2006 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1042/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κρητικό, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Βούλγαρη, Δημήτριο Κυριτσάκη, Αχιλλέα Νταφούλη και Αντώνιο Παπαθεοδώρου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Μαρτίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: .... , ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως, με την ιδιότητά του ως δικηγόρος, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔικ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1.... , 2.... , οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Μαράκη και 3. ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία «ΕΘΝΙΚΗ ΑΕΓΑ», που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Φλώρα Τριανταφύλλου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔικ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-10-2001 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος και την από 20-5-2002 αγωγή των ήδη 1ου και 2ης εκ των αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4179/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4526/2004 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 22 Δεκεμβρίου 2004 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αντώνιος Παπαθεοδώρου ανέγνωσε την από 15 Φεβρουαρίου 2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την εν μέρει παραδοχή της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των 1ου και 2ης εκ των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 του ΑΚ σαφώς προκύπτει ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υποχρέου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, το παράνομο της πράξης ή της παράλειψης αυτού και η ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της πράξης ή της παράλειψης και της ζημίας που επήλθε.
Δεν αποκλείεται κατ΄αρχήν η ύπαρξη υπαιτιότητας από το γεγονός ότι στο αποτέλεσμα συνετέλεσε και συνυπαιτιότητα του ζημιωθέντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος. Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ.19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. 'Ελλειψη δε ή ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα της αιτιολογίας, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόστηκε.
Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα: Στις 22-9-2001 και περί ώρα 17.20, ο ενάγων-εναγόμενος και ήδη πρώτος αναιρεσίβλητος ... , οδηγούσε το με αριθμό κυκλοφορίας ..... ΙΧΕ αυτοκίνητο ιδιοκτησίας του που ήταν ασφαλισμένο στην εναγόμενη και ήδη τρίτη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία «ΕΘΝΙΚΗ ΑΕΓΑ» και στο οποίο επέβαινε και η ενάγουσα και ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη σύζυγός του .... .
Ο ως άνω οδηγός εκινείτο επί της οδού .... με κατεύθυνση προς ..... Την ίδια στιγμή επί της οδού ..., καθέτου επί της οδού .... εκινείτο το με αριθμό κυκλοφορίας ....... ΙΧΕ αυτοκίνητο με οδηγό τον εναγόντα-εναγόμενο και ήδη αναιρεσείοντα .... και κατευθύνετο προς την πλατεία ..... . Οι ως άνω οδηγοί όταν έφτασαν στη διασταύρωση των προαναφερόμενων οδών ....
και προς της πορείας τους και για τους δύο υπήρχε απαγορευτική πινακίδα υποχρεωτικής διακοπής αυτής (STOP), δεν σταμάτησαν αλλά προχώρησαν με αποτέλεσμα να συγκρουσθούν στο μέσο περίπου της διασταύρωσης. Συγκεκριμένα προσέκρουσαν το εμπρόσθιο και γωνιαίο αριστερό μέρος του οχήματος του αναιρεσείοντος με το πλάγιο αριστερό μέρος του αυτοκινήτου του πρώτου αναιρεσιβλήτου.
Μετά τη σύγκρουση τα αυτοκίνητα μετακινήθηκαν και σταμάτησαν στη γωνία της καθόδου της οδού .... εφαπτόμενα κατά το εμπρόσθιο αριστερό γωνιαίο μέρος το αυτοκίνητο του πρώτου αναιρεσιβλήτου με το εμπρόσθιο δεξιό μέρος του αναιρεσείοντος. Η σύγκρουση αυτή οφείλεται σε συγκλίνουσα αμέλεια και των δύο οδηγών η οποία συνίσταται στο ότι δεν οδηγούσαν με την επιβαλλόμενη επιμέλεια και προσοχή ούτε ασκούσαν τον έλεγχο και την εποπτεία των οχημάτων τους, αφού εισήλθαν στη διασταύρωση, χωρίς να διακόψουν την πορεία τους αγνοώντας τις απαγορευτικές πινακίδες (STOP) που υπήρχαν και για τους δύο.
Δηλαδή αυτοί παραβίασαν τις διατάξεις των άρθρων 12 παρ.1, 19 παρ.1, 2 και 4 παρ.3 ν.2696/1999. Με βάση τα παραπάνω το ποσοστό συνυπαιτιότητας κάθε οδηγού ανέρχεται σε 50%. Το ισχυριζόμενο από τον ενάγοντα και ήδη αναιρεσείοντα ότι αυτός εκινείτο επί της οδού ..... και ο πρώτος αναιρεσίβλητος κατήρχετο παράνομα επί της ανόδου της οδού ....
προς πλατεία .... και ότι η σύγκρουση έλαβε χώρα κατά τη στιγμή που ο αναιρεσείων επιχειρούσε στη συμβολή των οδών ..... δεξιά στροφή επί της τελευταίας οδού με κατεύθυνση προς την ως άνω πλατεία, δεν ευσταθεί διότι τότε η σύγκρουση θα γινόταν μέσα στη λωρίδα ανόδου της οδού ...., όπου θα ακινητοποιούντο με αντίθετη φορά και όχι όπως συνέβη στη διασταύρωση των ως άνω οδών και με παράλληλη σχεδόν γωνιαία θέση των εμπρόσθιων τμημάτων τους.
Με βάση τις παραδοχές αυτές, δηλαδή και της συνυπαιτιότητας του αναιρεσείοντος οδηγού, το Εφετείο, κατά παραδοχή της έφεσης των αναιρεσιβλήτων, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, που έκρινε τον πρώτο αναιρεσίβλητο αποκλειστικά υπαίτιο της σύγκρουσης, που κατ΄αυτήν έλαβε χώρα στη συμβολή των οδών ...., δεχόμενο, όμως, διαφορετική πορεία των συγκρουσθέντων οχημάτων. 'Ετσι, όμως, που έκρινε το Εφετείο, διέλαβε στην απόφασή του, σχετικά με το κρίσιμο ζήτημα της συνυπαιτιότητας του παθόντος αναιρεσείοντος, αντιφατικές αιτιολογίες όσον αφορά την προ της σύγκρουσης πορεία των αυτοκινήτων σε συνδυασμό με το είδος, το μέγεθος και κυρίως το σημείο των βλαβών αυτών.
Ειδικότερα ενώ δέχεται ότι το αυτοκίνητο του πρώτου αναιρεσιβλήτου, εκινείτο επί της οδού ... με κατεύθυνση προς ... και το αυτοκίνητο του αναιρεσείοντος εκινείτο εξ αριστερών του επί της οδού ...., καθέτου της οδού ... με κατεύθυνση προς την πλατεία .... και ότι η σύγκρουση αυτών έγινε περί το μέσο της διασταύρωσης, στη συνέχεια δέχεται ότι οι συγκρουσθείσες επιφάνειες ήταν το εμπρόσθιο και γωνιαίο αριστερό μέρος του αυτοκινήτου του αναιρεσείοντος και το πλάγιο αριστερό τμήμα του αυτοκινήτου του πρώτου αναιρεσιβλήτου, πράγμα που περιέχει αντίφαση προς την προηγούμενη ανέλεγκτη κρίση του ως προς την πορεία των αυτοκινήτων. 'Ετσι, όμως καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος του ως ανω κρίσιμου ζητήματος της συνυπαιτιότητας που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στο Εφετείο η πλημμέλεια εκ του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος. Κατόπιν όλων αυτών, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς τους συμμετασχόντες στην αναιρετική δίκη διαδίκους και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, η σύνθεση του οποίου είναι δυνατή από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ).
Τέλος, πρέπει να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, ο οποίος κατέθεσε και προτάσεις (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).
Για τους λόγους αυτούς
Αναιρεί την 4526/2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών ως προς τους συμμετασχόντες στην αναιρετική δίκη διαδίκους.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, την οποία ορίζει σε χίλια πεντακόσια (1500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Απριλίου 2006.
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 24 Μαίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ