Supreme Court dismisses appeal against tax court decision due to lack of legal grounds and procedural errors.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against a final tax court decision regarding tax claim priority. The State argued the lower court erred in rejecting its claim for priority status, but the Court found the appeal based on false premises and contradictory reasoning. Consequently, the appeal was rejected as legally unfounded, and no costs were assigned to the State.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 561, 576 of the Code of Civil Procedure; An appeal based on false premises or contradictory reasoning is inadmissible and must be dismissed.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1041 / 2023 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1041/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα, Βρυσηίδα Θωμάτου και Χρυσούλα Πλατιά - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Μαρτίου 2023, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό Οικονομικών, που εδρεύει στην Αθήνα και εν προκειμένω από τον Προϊστάμενο της ΔΟΥ ΦΑΕ Πειραιώς. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Όλγα Παπαχρήστου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσιβλήτου: ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα, εκπροσωπείται νόμιμα και δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-6-2006 ανακοπή του Ελληνικού Δημοσίου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5589/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 14/2012 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 19-1-2015 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο το αναιρεσείον, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Χρυσούλα Πλατιά ανέγνωσε την από 23-2-2023 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
I. Κατά το άρθρο 576 παρ. 2 του ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την υπ` αριθ. ...2022 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Πειραιώς, Θ. Λ., την οποία προσκομίζει και επικαλείται το αναιρεσείον, ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης με την κάτω από αυτήν πράξη ορισμού της αναφερόμενης στην αρχή της παρούσας δικασίμου (13.3.2023) και κλήση προς συζήτηση κατά την δικάσιμο αυτή, επιδόθηκε, με επιμέλεια του αναιρεσείοντος που επισπεύδει τη συζήτηση, νομίμως και εμπροθέσμως στην αναιρεσίβλητη τραπεζική εταιρία (άρθρο 568 παρ. 2, 3 και 4 ΚΠολΔ).
Επομένως, εφόσον η τελευταία δεν εμφανίστηκε κατά την εκφώνηση της προκείμενης υπόθεσης στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, πρέπει να δικασθεί ερήμην, η συζήτηση όμως θα προχωρήσει παρά την απουσία της σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ. ΙI. Με την κρινόμενη από 19.1.2015 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την τακτική διαδικασία, υπ' αριθ. 14/2012 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Πειραιώς, το οποίο δέχθηκε εν μέρει τις αντίθετες εφέσεις των διαδίκων κατά της υπ' αριθ. 5589/2007 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, που είχε κάνει εν μέρει δεκτή την από 29.6.2006 ανακοπή του αναιρεσείοντος Δημοσίου κατά του υπ' αριθ. 9770/1990 πίνακα κατάταξης δανειστών της υπαλλήλου του πλειστηριασμού, συμβολαιογράφου Πειραιώς Β.
Τ.-Τ., εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση και, στη συνέχεια, κρατώντας και δικάζοντας την υπόθεση, έκανε εν μέρει δεκτή την ανακοπή και μεταρρύθμισε τον προσβαλλόμενο πίνακα, κατατάσσοντας οριστικά σ' αυτόν το αναιρεσείον Δημόσιο για το ποσό των 11.100.000 δραχμών με αποβολή της αναιρεσίβλητης κατά το αντίστοιχο ποσό.
Η αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί νομοτύπως (άρθρα 552, 553, 556, 558, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ) και εμπροθέσμως, αφού η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε την 20.1.2012, χωρίς να προκύπτει επίδοση αυτής, ενώ η αίτηση κατατέθηκε την 19.1.2015, ήτοι εντός της καταχρηστικής προθεσμίας των τριών ετών από την έκδοσή της (άρθρο 564 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015).
Επομένως, η αίτηση αυτή είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
ΙΙΙ. Οι νόμοι που ρυθμίζουν τη συνδρομή των δανειστών στη διαδικασία της κατάταξης δεν αφορούν κυρίως τα ίδια τα δικαιώματα, αλλά κανονίζουν τον τρόπο της ενάσκησής τους επί της ομάδας περιουσίας, που υπάρχει σε ορισμένο χρόνο. Επομένως και τα καθιερούμενα από τους νόμους αυτούς προνόμια κρίνονται όχι σύμφωνα με το νόμο που ισχύει κατά τον χρόνο της γένεσης του δικαιώματος ή της έναρξης της αναγκαστικής εκτέλεσης, αλλά σύμφωνα με αυτόν που ισχύει κατά το χρόνο της κατάταξης, αφού η λόγω του προνομίου προτίμηση δεν αποτελεί στοιχείο της απαίτησης, αλλά αφορά τη σχέση των απαιτήσεων μεταξύ τους ως εκ της συνδρομής περισσότερων δανειστών.
Το αντίθετο δεν συνάγεται από τη διάταξη του άρθρου 50 παρ. 1 ΕισΝΚΠολΔ, που ορίζει, ότι οι σχετικές με την αναγκαστική εκτέλεση διατάξεις του ΚΠολΔ εφαρμόζονται στις εκτελέσεις που αρχίζουν από την εισαγωγή του και ότι η αναγκαστική εκτέλεση θεωρείται ότι άρχισε από την επίδοση της επιταγής, γιατί η διάταξη αυτή δεν εισάγει γενικό κανόνα διαχρονικού δικαίου για όλες τις πράξεις της αναγκαστικής εκτέλεσης, αλλά ρυθμίζει ειδικώς την εφαρμογή του ΚΠολΔ σε θέματα αναγκαστικής εκτέλεσης σε σχέση με το προγενέστερο αυτού δικονομικό δίκαιο (ΟλΑΠ 21/1994, ΑΠ 1098/2021, ΑΠ 1056/2020).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 975 παρ. 5 ΚΠολΔ (όπως αυτή ίσχυε κατά τον κρίσιμο, στην προκείμενη περίπτωση, χρόνο σύνταξης του πίνακα κατάταξης, πριν την αναρίθμησή της σε παράγραφο 6 με το άρθρο 4 παρ. 17 του Ν. 2298/1995), κατατάσσονται στην πέμπτη τάξη (της πρώτης σειράς) "οι απαιτήσεις του δημοσίου και των δήμων και κοινοτήτων από φόρους που ορίστηκαν από την αξία της προσόδου ή από το είδος των πραγμάτων που πλειστηριάσθηκαν και που αφορούν το έτος που έγινε ο πλειστηριασμός και το προηγούμενο".
Από τον συνδυασμό της ανωτέρω διάταξης με αυτές των άρθρων 976, 977 παρ. 1 και 1007 παρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι σε περίπτωση πλειστηριασμού κινητού ή ακινήτου πράγματος, εάν συντρέχουν προνομιακές απαιτήσεις προβλεπόμενες από το άρθρο 975 ΚΠολΔ (μεταξύ των οποίων είναι, κατά την παρ. 5 αυτού, και οι προαναφερόμενες απαιτήσεις του Δημοσίου από φόρους), με απαιτήσεις ασφαλισμένες με ενέχυρο ή υποθήκη και το εκπλειστηρίασμα δεν επαρκεί για την ικανοποίηση όλων των δανειστών, ικανοποιούνται οι προνομιακές απαιτήσεις μέχρι το ένα τρίτο (1/3) του πλειστηριάσματος που θα διανεμηθεί στους πιστωτές, τα δε άλλα δύο τρίτα (2/3) διατίθενται δια την ικανοποίηση των δανειστών, των οποίων οι απαιτήσεις είναι ασφαλισμένες με ενέχυρο ή υποθήκη.
Εξάλλου, κατά μεν την παράγραφο 1 του άρθρου 61 του ν.δ. 356/1974 "περί Κώδικος Εισπράξεως Δημοσίων Εσόδων" (ΚΕΔΕ), το Δημόσιο κατατάσσεται σε αναγκαστική εκτέλεση κινητού ή ακινήτου για τις ληξιπρόθεσμες μέχρι την ημέρα του πλειστηριασμού, από κάθε αιτία, απαιτήσεις του μετά των πάσης φύσεως προσαυξήσεων και τόκων στην υπ' αριθ. 5 σειρά του άρθρου 975 ΚΠολΔ, κατά δε την παρ. 2 του ιδίου άρθρου (όπως αυτή ίσχυε κατά τον κρίσιμο, στην προκείμενη περίπτωση, χρόνο σύνταξης του πίνακα κατάταξης και πριν από την κατάργησή της με το άρθρο 24 παρ. 1 του Ν. 2093/1992) εάν το πλειστηριαζόμενο κινητό ή ακίνητο βαρύνεται με υποθήκη ή ενέχυρο, το Δημόσιο κατατάσσεται στην υπ' αριθ. 5 σειρά του άρθρου 975 αλλά μόνο για τις απαιτήσεις του από ληξιπρόθεσμους άμεσους φόρους που βεβαιώθηκαν κατά το έτος που επιβλήθηκε η κατάσχεση και το προηγούμενο αυτού και μέχρι της αναγγελίας, ανεξαρτήτως του οικονομικού έτους στο οποίο ανάγονται, ενώ για τις λοιπές ληξιπρόθεσμες απαιτήσεις του το Δημόσιο κατατάσσεται μετά την ικανοποίηση των ενεχυρούχων ή ενυπόθηκων δανειστών και προ παντός άλλου δανειστού και, τέλος, κατά την παρ. 4 του ιδίου ως άνω άρθρου "Άμεσοι φόροι νοούνται οι υπό του προϋπολογισμού του Κράτους χαρακτηριζόμενοι ως τοιούτοι".
Επίσης, κατά το άρθρο 5 παρ. 1 και 2 του ίδιου ως άνω ν.δ (ΚΕΔΕ), όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 50 του Ν. 1591/1986, "Τα χρέη προς το Δημόσιο που βεβαιώνονται στα δημόσια ταμεία και τα Τελωνεία του Κράτους γίνονται ληξιπρόθεσμα ως εξής: 1. Τα χρέη που καταβάλλονται εφάπαξ την τελευταία εργάσιμη για τις δημόσιες υπηρεσίες ημέρα του επόμενου από τη βεβαίωση μήνα, 2.
Τα χρέη που με βάση το νόμο καταβάλλονται σε δόσεις την τελευταία εργάσιμη για τις δημόσιες υπηρεσίες ημέρα του μήνα, κατά τον οποίο πρέπει να καταβληθεί κάθε δόση σύμφωνα με τις σχετικές φορολογικές ή άλλες διατάξεις. Αν η βεβαίωση γίνει μετά την πάροδο της προθεσμίας πληρωμής της πρώτης ή οποιασδήποτε επόμενης δόσης, την τελευταία εργάσιμη για τις δημόσιες υπηρεσίες ημέρα του μήνα πληρωμής της δόσης, που λήγει μετά τη βεβαίωση".
Κατά δε το άρθρο 89 του ιδίου ν.δ. 356/1974 "αι διατάξεις του Κώδικος Πολιτικής Δικονομίας εφαρμόζονται, εφόσον δεν αντίκεινται εις τας διατάξεις του παρόντος ν.δ.". Από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι α) το Δημόσιο, επί αναγκαστικής εκτέλεσης κινητού ή ακινήτου, για τις ληξιπρόθεσμες μέχρι την ημέρα του πλειστηριασμού απαιτήσεις του από κάθε αιτία μετά των πάσης φύσεως προσαυξήσεων και τόκων, κατατάσσεται προνομιακά στην πέμπτη σειρά του άρθρου 975 ΚΠολΔ και β) εάν το πλειστηριαζόμενο κινητό ή ακίνητο βαρύνεται με ενέχυρο ή υποθήκη, το Δημόσιο, με βάση την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 61 παρ. 2 του ΚΕΔΕ που περιορίζει το γενικό προνόμιο αυτού κατ' αντικείμενο και κατά χρόνο, κατατάσσεται προνομιακά στην πέμπτη σειρά του άρθρου 975 ΚΠολΔ αλλά μόνο για τις απαιτήσεις του από ληξιπρόθεσμους άμεσους φόρους που βεβαιώθηκαν κατά το έτος της επιβληθείσας, από τον επισπεύδοντα τον πλειστηριασμό, κατάσχεσης και το προηγούμενο μέχρι της αναγγελίας.
Για να είναι δυνατή, όμως, η κατάταξη των απαιτήσεων του Δημοσίου στις ανωτέρω περιπτώσεις, δεν αρκεί το γεγονός να είναι αυτές ληξιπρόθεσμες κατά τις διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου, αλλά απαιτείται να έχουν βεβαιωθεί υπό στενή έννοια από το αρμόδιο ταμείο (ταμειακή βεβαίωση κατ' άρθρο 2 παρ. 2 του ΚΕΔΕ) και να έχει παρέλθει η από του άρθρο 5 του ΚΕΔΕ οριζόμενη προθεσμία, μετά την πάροδο της οποίας καθίστανται ληξιπρόθεσμες, δηλαδή εκτελέσιμες με την έννοια ότι μπορούν να εισπραχθούν με διοικητική εκτέλεση.
Τούτο δε γιατί η έννοια του "ληξιπρόθεσμου" του ΚΕΔΕ, η οποία προσδιορίζεται στο άρθρο 5 αυτού, δεν ταυτίζεται με την έννοια του "ληξιπρόθεσμου" του ουσιαστικού δικαίου που αποτελεί προϋπόθεση για την ύπαρξη νόμιμου τίτλου για την απαίτηση κατά το άρθρο 2 ΚΕΔΕ αλλά, αντίθετα, ο όρος "ληξιπρόθεσμο" του ΚΕΔΕ σημαίνει ότι η απαίτηση έχει βεβαιωθεί (με τη στενή έννοια του όρου) και έχει παρέλθει η προθεσμία του άρθρου 5 αυτού, η οποία καθιστά τη βεβαίωση αυτή τελεσίδικη και την απαίτηση ληξιπρόθεσμη, δηλαδή εκτελέσιμη (ΑΕΔ 1/2000, ΟλΑΠ 2/2000, ΑΠ 1531/2022, ΑΠ 1023/2009, ΑΠ 1708/2002, ΑΠ 193/2002, ΣτΕ 622/2007).
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 7/2006).
Με τον ανωτέρω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 1/2022, ΟλΑΠ 3/2020).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.
Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 7/2006).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Δυνάμει των ... εκθέσεων αναγκαστικής κατάσχεσης του Δικ/κού Επ/τή στο Πρωτοδικείο Πειραιώς Η. Σ., οι οποίες συντάχθηκαν ύστερα από σχετική παραγγελία του Προϊσταμένου της ΦΑΕ Πειραιώς, κατασχέθηκε αναγκαστικά το περιγραφόμενο σ' αυτές ακίνητο της οφειλέτιδας εταιρείας "...
Α.Ε.", το οποίο βρίσκεται στον Άγιο Ιωάννη Ρέντη. Στη συνέχεια, βάσει του 1.365/1990 προγράμματος του ως άνω Προϊσταμένου Δ.Ο.Υ. ΦΑΕ Πειραιώς το εν λόγω ακίνητο εκτέθηκε σε αναγκαστικό πλειστηριασμό ενώπιον της Συμ/φου Πειραιώς Β. Τ.-Τ., τελευταίοι δε υπερθεματιστές αναδείχθηκαν οι Α. Κ. και Μ. ή Μ. Α., αντί πλειστηριάσματος 45.001.000 δραχμών.
Στον πλειστηριασμό αυτόν, για τον οποίο συντάχθηκε η .../1990 έκθεση της παραπάνω υπαλλήλου του πλειστηριασμού, αναγγέλθηκαν απαιτήσεις, μεταξύ άλλων, από το ανακόπτον Ελληνικό Δημόσιο δια της Δ.Ο.Υ. ΦΑΕ Πειραιώς και από την καθ' ης η ανακοπή Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος, προκειμένου να ικανοποιηθούν προνομιακά.
Πιο συγκεκριμένα, αναγγέλθηκαν οι ακόλουθες απαιτήσεις: Α) Του Ελληνικού Δημοσίου: (1) 6.305.491 δραχμών από βιοτεχνικό δάνειο (463/25-6-1986 τριπλότυπο βεβαίωσης), (2) 3.179.343 δραχμών για φόρο μισθωτών υπηρεσιών (14/22-2-1990 τριπλότυπο βεβαίωσης), (3) 1.140.000, 205.000, 745.000, 1.500.000 και 1.090.000 δραχμών από πρόστιμα του Ν. 820/78 (161/22-2-1990,
160/22-2-1990, 199/28-2-1990, 252/22-3-1990 τριπλότυπα βεβαιώσεων), (4) 1.516.580 και 7.877.047 δραχμών από φόρο κύκλου εργασιών (158/22-2-1990 τριπλότυπο βεβαίωσης), (5) 3.180 και 9.770 δραχμών για έξοδα διοικητικής εκτέλεσης (100/15-2-1990 και 208/28-2-1990 τριπλότυπα βεβαιώσεων), (6) 1.200.000 δραχμών από πρόστιμα του Κ.Φ.Σ. (203/28-2-1990 τριπλότυπο βεβαίωσης), (7) 12.443.449 δραχμών από τέλη χαρτοσήμου (204/28-2-1990 τριπλότυπο βεβαίωσης), (8) 28.132.903 δραχμών από βιοτεχνικό δάνειο (296/28-3-1990 τριπλότυπο βεβαίωσης), (9) 3.283.000 δραχμών από φόρο του ν. 1.249/1982 (249/22-3-1990 τριπλότυπο βεβαίωσης) και (10) 1.614.988, 310.749, 12.486.284 και 4.987.882 δραχμών από φόρο εισοδήματος (248/29-3-1990 και 248/22-3-1990 τριπλότυπα βεβαιώσεων), δηλαδή απαιτήσεις συνολικού?ύψους 88.030.668 δραχμών πλέον προσαυξήσεων εκπρόθεσμης καταβολής 4.998.171 δραχμών και Β) της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε.: (1) 31.797.552 δραχμών, δυνάμει της με αριθμ. 888/1985 τελεσίδικης διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε με βάση την με αριθμ. 1436/1978 σύμβαση πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο λογαριασμό), (2) 13.189.886 δραχμών, δυνάμει της με αριθμ. 1.123/1985 τελεσίδικης διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε με βάση την με αριθμ. 1.353/1978 σύμβασης πίστωσης με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό, (3) 17.375.491 δραχμών, δυνάμει της με αριθμ. 647/1986 τελεσίδικης διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε με βάση την με αριθμ. 1.230/1977 σύμβαση πίστωσης ανοικτού λογαριασμού και (4) 37.820.696 δραχμών, δυνάμει της με αριθμ. 646/1986 τελεσίδικης διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε με βάση τη με αριθμ. 1.229/1977 σύμβαση ανοικτού λογαριασμού.
Οι ως άνω απαιτήσεις της καθ' ης ήταν, σύμφωνα με το περιεχόμενο της αναγγελίας της, εμπραγμάτως ασφαλισμένες επί του εκπλειστηριασθέντος ακινήτου, ως εξής: Η υπό στοιχείο ένα (1) απαίτηση (σύμβαση 1.436/1978): α) με δικαστική υποθήκη 6.100.000 δραχμών, εγγραφείσα στα βιβλία υποθηκών του Υποθηκοφυλακείου Πειραιώς την 1-4-1986, β) με δικαστική υποθήκη 6.100.000 δραχμών, εγγραφείσα στις 4-4-1986 στα βιβλία υποθηκών του Υποθηκοφυλακείου Αθηνών (λόγω αμφισβήτησης ορίων) και γ) με δικαστική υποθήκη 5.000.000 δραχμών, εγγραφείσα στις 18-3-1987 στα βιβλία υποθηκών του Υποθηκοφυλακείου Αθηνών (λόγω αμφισβήτησης ορίων).
Η υπό στοιχείο δύο (2) απαίτηση (σύμβαση 1353/1978): α) με δικαστική υποθήκη 2.900.000 δραχμών, εγγραφείσα την 1-4-1986 στα βιβλία υποθηκών του Υποθηκοφυλακείου Πειραιώς και την 4-4-1986 στο Υποθηκοφυλακείο Αθηνών (λόγω αμφισβήτησης των ορίων) και β) με προσημείωση υποθήκης 2.250.000 δραχμών, εγγραφείσα την 19-1-1979 στα βιβλία υποθηκών του Υποθηκοφυλακείου Πειραιώς και την 7-3-1986 στο Υποθηκοφυλακείο Αθηνών (λόγω αμφισβήτησης των ορίων), η οποία (προσημείωση) τράπηκε ήδη σε υποθήκη και στα δύο υποθηκοφυλακεία.
Η υπό στοιχείο τρία (3) απαίτηση (σύμβαση 1230/1977) με προσημείωση υποθήκης ποσού 2.250.000 δραχμών, εγγραφείσα στις 29-1-1977 στο υποθηκοφυλακείο Πειραιώς και στις 4-3-1986 στο υποθηκοφυλακείο Αθηνών (λόγω αμφισβήτησης των ορίων), η οποία τράπηκε, ήδη, σε υποθήκη στις 16-7-1986. Η υπό στοιχείο τέσσερα (4) απαίτηση (σύμβαση 1229/1977):
α) με προσημείωση υποθήκης 2.500.000 δραχμών, εγγραφείσα στις 30-6-1977 και στα δύο, ως άνω, υποθηκοφυλακεία (λόγω αμφισβήτησης των ορίων), η οποία τράπηκε σε υποθήκη και β) με υποθήκη 50.000 δραχμών, εγγραφείσα στις 16-9-1977 στο Υποθηκοφυλακείο Πειραιώς... Επιπλέον, σύμφωνα με τα με αριθμ. 12.810/3/19.3.1987 και 149/16-4-1990 πιστοποιητικά των Υποθηκοφυλάκων Αθηνών και Πειραιώς, αντίστοιχα, το δεύτερο από τα οποία έχει προσαρτηθεί στην με αριθμ. 9702/25-4-1990 έκθεση πλειστηριασμού της προαναφερθείσας συμβολαιογράφου, στο ακίνητο που εκπλειστηριάσθηκε υπήρχαν, μεταξύ άλλων, οι κατωτέρω προσημειώσεις και υποθήκες: 1) υπέρ της καθής τράπεζας: (α) προσημείωση 2.250.000 δραχμών, εγγραφείσα στις 29-1-1977 και τραπείσα σε υποθήκη, στις 16-7-1986, (β) προσημείωση υποθήκης 2.500.000 δραχμών, εγγραφείσα στις 30-6-1977 και τραπείσα σε υποθήκη, στις 16-7-1986, (γ) υποθήκη 50.000 δραχμών, εγγραφείσα στις 16-9-1976, (δ) προσημείωση υποθήκης 2.250.000 δραχμών, εγγραφείσα στις 19-1-1979 και τραπείσα σε υποθήκη, στις 19-4-1985,(ε) υποθήκη 6.100.000 δραχμών, εγγραφείσα την 1-4-1986, (στ) υποθήκη 2.900.000 δραχμών, εγγραφείσα την 1-4-1986 και ζ) υποθήκη 5.000.000 δραχμών εγγραφείσα στις 18.3.1987 και 2) υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου: (α) υποθήκη 1.005.218 δραχμών, εγγραφείσα στις 9-12-1982, (β) υποθήκη 410.732 δραχμών, εγγραφείσα στις 10-7-1984 και (γ) υποθήκη 8.110.389 δραχμών, εγγραφείσα στις 7-4-1987.
Περαιτέρω, με τον πληττόμενο πίνακα κατάταξης, που συνέταξε η επί του πλειστηριασμού υπάλληλος, καθορίστηκε ως διανεμητέο ποσό, μετ' αφαίρεση των εξόδων εκτέλεσης, το ποσό των 44.417.383 δραχμών, στο σύνολο του οποίου κατατάχθηκε αποκλειστικά η καθ' ης Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος για τις τρεις από τις αναγγελθείσες ενυπόθηκες απαιτήσεις της και συγκεκριμένα για τις υπό στοιχεία Β2, Β3 και Β4, όπως εκτίθενται παραπάνω, συνολικού ύψους 68.386.073 δραχμών (13.189.886 + 17.375.491 + 37.820.696 = 68.386.073), με την αιτιολογία ότι οι ασφαλίζουσες τις πιο πάνω απαιτήσεις υποθήκες, προηγούνται όλων των λοιπών αναγγελθέντων ενυπόθηκων δανειστών.
Αντίθετα, η υπάλληλος του πλειστηριασμού δεν κατέταξε το Ελληνικό Δημόσιο, ως γενικό προνομιούχο δανειστή στο 1/3 του πλειστηριάσματος, για τις απαιτήσεις του από άμεσους φόρους και τις σχετικές προσαυξήσεις αυτών, με την αιτιολογία ότι δεν πληρούνταν οι προϋποθέσεις του, τότε ισχύοντος, άρθρου 61 § 2 του ΚΕΔΕ.
Ενόψει των ανωτέρω, οι ανακόπτοντες με τον πρώτο λόγο της ανακοπής ζητούν τη μεταρρύθμιση του?πληττόμενου πίνακα κατάταξης, προκειμένου το Ελληνικό Δημόσιο να καταταγεί προνομιακά στο 1/3 του διανεμητέου πλειστηριάσματος, ύψους 14.805.794 δραχμών (44.417.383 : 3 = 14.805.794) για τις έχουσες γενικό προνόμιο, κατά την προαναφερθείσα διάταξη του ΚΕΔΕ, απαιτήσεις του από άμεσους φόρους, ύψους 30.542.246 δραχμών, πλέον προσαυξήσεων.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και απορριπτέος, αφού, όπως προαναφέρθηκε, οι αναγκαστικές κατασχέσεις, βάσει των οποίων διενεργήθηκε ο επίδικος πλειστηριασμός, επιβλήθηκαν κατά τα έτη 1982, 1985 και 1986, ενώ οι αναγγελθείσες απαιτήσεις του Δημοσίου από άμεσους φόρους (εισοδήματος, μισθωτών υπηρεσιών και ακίνητης περιουσίας) βεβαιώθηκαν το έτος 1990 και πριν από την αναγγελία τους..., δεν αποδεικνύεται όμως ότι κατά το χρόνο αυτόν είχαν καταστεί ληξιπρόθεσμες (εκτελέσιμες) κατά την έννοια του άρθρου 5 του ΚΕΔΕ, όπως είχε αντικατασταθεί με το άρθρο 50 § 1 ν. 1591/1986.
Δεν αποδεικνύεται δηλαδή, ούτε άλλωστε από τους ανακόπτοντες προβάλλεται, ότι οι εν λόγω άμεσοι φόροι ήταν καταβλητέοι εφάπαξ ή σε δόσεις και ότι κατά το χρόνο της αναγγελίας είχαν παρέλθει οι προθεσμίες του παραπάνω άρθρου, ώστε να μπορούν να εισπραχθούν σύμφωνα με τις διατάξεις του ΚΕΔΕ... Ορθά συνεπώς, η εκκαλουμένη απέρριψε τον πρώτο λόγο της ανακοπής, οι σχετικές δε αιτιάσεις των ανακοπτόντων-εκκαλούντων, που συγκροτούν τον πρώτο λόγο της εφέσεώς τους, είναι απορριπτέες ως αβάσιμος".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε τον πρώτο λόγο της έφεσης του ανακόπτοντος Ελληνικού Δημοσίου (ήδη αναιρεσείοντος) κατά της υπ' αριθ. 5589/2007 απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς) που είχε κρίνει ομοίως και είχε απορρίψει τον σχετικό πρώτο λόγο της ανακοπής αυτού (Δημοσίου), με τον οποία ζητούσε την μεταρρύθμιση του υπ' αριθ. 9770/1990 πίνακα κατάταξης της συμβολαιογράφου Πειραιώς, Β.
Τ.-Τ., προκειμένου να καταταγεί προνομιακά στο 1/3 του διανεμητέου πλειστηριάσματος, ήτοι στο ποσό των 14.805.794 δραχμών, για τις έχουσες γενικό προνόμιο κατά τη διάταξη του άρθρου 61 παρ. 2 του ΚΕΔΕ, απαιτήσεις του από άμεσους φόρους συνολικού ύψους 30.542.246 δραχμών. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 61 παρ. 2 του ΚΕΔΕ (όπως αυτή ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο σύνταξης του πίνακα κατάταξης και πριν από την κατάργησή της με το άρθρο 24 παρ. 1 του Ν. 2093/1992), την οποία δεν παραβίασε ευθέως, καθόσον, υπό τα ως άνω ανελέγκτως δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, οι αναγγελθείσες απαιτήσεις του αναιρεσείοντος Δημοσίου από άμεσους φόρους, που βεβαιώθηκαν το έτος 1990 και πριν από την αναγγελία τους, δεν αποδείχθηκε ότι, κατά τον χρόνο αυτόν, είχαν καταστεί ληξιπρόθεσμες (εκτελέσιμες) κατά την έννοια του άρθρου 5 του ΚΕΔΕ, δηλαδή δεν αποδείχθηκε ότι οι εν λόγω απαιτήσεις ήταν καταβλητέες εφάπαξ ή σε δόσεις και ότι, κατά τον χρόνο της αναγγελίας, είχαν παρέλθει οι προθεσμίες του ανωτέρω άρθρου 5 του ΚΕΔΕ, με συνέπεια να μην είναι δυνατή η προνομιακή κατάταξή τους κατ' άρθρο 61 παρ. 2 του ΚΕΔΕ, στο 1/3 του διανεμητέου πλειστηριάσματος δεδομένου ότι, όπως εκτέθηκε στη μείζονα πρόταση της παρούσας, για την κατάταξη των απαιτήσεων του Δημοσίου στην ανωτέρω περίπτωση, απαιτείται αυτές να έχουν βεβαιωθεί υπό στενή έννοια από το αρμόδιο δημόσιο ταμείο και να έχει παρέλθει η από του άρθρο 5 του ΚΕΔΕ οριζόμενη προθεσμία, μετά την πάροδο της οποίας καθίστανται ληξιπρόθεσμες κατά τον ΚΕΔΕ, δηλαδή εκτελέσιμες.
Επομένως, ο από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια της ευθείας παραβίασης, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, του προαναφερόμενου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, είναι αβάσιμος.
ΙV. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 περ. β' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης (ΟλΑΠ 2/2022, ΟλΑΠ 22/2005, ΑΠ 50/2020).
Αντιθέτως, δεν αποτελούν "πράγματα" η αιτιολογημένη άρνηση, οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, η επίκληση αποδεικτικών μέσων ή του περιεχομένου τους, καθώς και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 8/2013, ΑΠ 630/2020, ΑΠ 1915/2013).
Εξάλλου, δεν στοιχειοθετείται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 12/1991, ΑΠ 531/2022, ΑΠ 1293/2017), γεγονός που συντρέχει στην τελευταία περίπτωση και όταν το δικαστήριο δέχθηκε ως αποδειχθέντα γεγονότα αντίθετα από εκείνα που συγκροτούν τον ισχυρισμό αυτόν, οπότε τον αντιμετωπίζει και τον απορρίπτει εκ των πραγμάτων κατ' ουσία (ΑΠ 1028/2021).
Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της αίτησής του, το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθ. 8 περ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο απορριπτικό του πρώτου λόγου της έφεσης πόρισμά του, δεν έλαβε υπόψη τον έχοντα ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ισχυρισμό του (τον οποίο πρόβαλε πρωτοδίκως με την ανακοπή του και επανέφερε στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την έφεσή του), ότι η επί μέρους αναγγελθείσα απαίτησή του από φόρο μισθωτών υπηρεσιών (Φ.Μ.Υ), ποσού 3.179.343 δραχμών, ήταν ληξιπρόθεσμη κατά την έννοια του άρθρου 5 του ΚΕΔΕ, αφού είχε βεβαιωθεί δυνάμει της υπ' αριθ. 14/22.2.1990 ταμειακής βεβαίωσης και είχε επιβαρυνθεί με προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής.
Ο λόγος, όμως, αυτός είναι αβάσιμος, καθόσον, όπως προκύπτει από το προαναφερόμενο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασής του, το Εφετείο έλαβε ασφαλώς υπόψη του τον συγκεκριμένο ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, αλλά τον απέρριψε ρητώς αλλά και "εκ των πραγμάτων" ως αβάσιμο, εφόσον δέχτηκε, ως αποδειχθέντα, γεγονότα αντίθετα προς εκείνα που υποστηρίζει το αναιρεσείον και συγκεκριμένα δέχθηκε ότι δεν αποδείχθηκε ότι οι αναγγελθείσες απαιτήσεις του τελευταίου από άμεσους φόρους (στις οποίες περιλαμβάνεται και η προαναφερόμενη) ήταν καταβλητέες εφάπαξ ή σε δόσεις και ότι, κατά τον χρόνο της αναγγελίας, είχαν παρέλθει οι προθεσμίες του άρθρου 5 του ΚΕΔΕ, ώστε να μπορούν να καταταχθούν προνομιακά κατ' άρθρο 61 παρ. 2 του ΚΕΔΕ.
Επομένως, ο από τον αριθ. 8 περ. β' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την ανωτέρω πλημμέλεια, είναι αβάσιμος.
V. Ο λόγος αναίρεσης, που ερείδεται σε εσφαλμένη (ή αναληθή) προϋπόθεση, περίπτωση η οποία συντρέχει όταν με αυτόν υποστηρίζεται ότι η προσβαλλομένη απόφαση δέχθηκε ή δεν δέχθηκε ορισμένα πραγματικά περιστατικά, ενώ από τον έλεγχο αυτής, στο πλαίσιο εφαρμογής του άρθρου 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, προκύπτει το αντίθετο, απορρίπτεται ως αβάσιμος (ΑΠ 268/2021, ΑΠ 1351/2021, ΑΠ 587/2020).
Στην προκείμενη περίπτωση, το αναιρεσείον, με τον από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ τρίτο λόγο της αίτησής του και κατ' εκτίμηση του περιεχομένου του, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι απέρριψε τον πρώτο λόγο της έφεσής του με αντιφατική αιτιολογία, αφού, αν και δέχθηκε ότι οι αναγγελθείσες απαιτήσεις του από άμεσους φόρους ήταν ληξιπρόθεσμες κατά την έννοια του άρθρου 5 του ΚΕΔΕ, στη συνέχεια αποφάνθηκε ότι δεν αποδείχθηκε ότι οι απαιτήσεις αυτές ήταν ληξιπρόθεσμες.
Ο ως άνω λόγος αναίρεσης, ανεξαρτήτως της αοριστίας του αφού δεν καθορίζεται στο αναιρετήριο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε (ΑΠ 357/2018, ΑΠ 1022/2017), είναι αβάσιμος, καθόσον στηρίζεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση, ότι το Εφετείο δέχθηκε ότι οι αναγγελθείσες απαιτήσεις του ήδη αναιρεσείοντος Δημοσίου από άμεσους φόρους ήταν ληξιπρόθεσμες κατά την έννοια του άρθρου 5 του ΚΕΔΕ, πλην, όμως, όπως προκύπτει από τις ανωτέρω παρατιθέμενες παραδοχές της προσβαλλομένης, δεν διαλαμβάνεται σ' αυτήν τέτοιο περιστατικό.
Επομένως, ο από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ τρίτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την ανωτέρω πλημμέλεια, είναι αβάσιμος.
VΙ. Κατ' ακολουθίαν τούτων, μη υπάρχοντος άλλου αναιρετικού λόγου προς έρευνα, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί. Διάταξη για παράβολο δεν διαλαμβάνεται, καθόσον το αναιρεσείον Δημόσιο απαλλάσσεται της καταβολής του (άρθρο 19 παρ. 1 του Διατάγματος της 26.6/10.7.1944 "Περί κώδικος των νόμων περί δικών του Δημοσίου"), ενώ, τέλος, δικαστικά έξοδα δεν επιδικάζονται σε βάρος του λόγω έλλειψης σχετικού αιτήματος της αναιρεσίβλητης που ερημοδίκησε (άρθρα 106 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 19.1.2015 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της υπ'
αριθ. 14/2012 απόφασης του Εφετείου Πειραιώς.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Μαΐου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 3 Ιουλίου 2023.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ