Supreme Court dismisses appeal against bank debt judgment, ruling it was not a mistake but negligence by experienced parties.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by a couple against a lower court judgment ordering them to pay a bank debt arising from an inheritance. The appellants argued the judgment was based on a common misconception that no prudent person would accept an inheritance with liabilities, yet they failed to renounce it. The court rejected this, finding the appellants possessed professional and social experience regarding the debt and that their failure to renounce the inheritance constituted negligence rather than error. Consequently, the appeal was rejected as unfounded, and the costs were allocated to the appellants.
Legislator headnote
AI generatedArticles 1847, 1850, 1857, 1901, 140, 141 of the Civil Code; The Supreme Court held that a judgment based on the common experience that a prudent person would not accept an onerous inheritance without renouncing it is not erroneous if the heirs, possessing relevant experience, negligently failed to exercise the right of renunciation.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1041 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1041/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη και Στέφανο - Σπυρίδωνα Πανταζόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Απριλίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Α. Π. του Α., 2) Ε. χήρας Α. Π., το γένος Φ. Λ., κατοίκων ... Αττικής, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Μόνικα Φρώυντε με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της αρχικά εναγομένης Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΓΕΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε." η οποία δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.
Της προσθέτως παρεμβαίνουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "...", με διακριτικό τίτλο "....", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ζωή Χονδρού με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Στο σημείο αυτό, αναγνώστηκε η από 28/3/2022 δήλωση παραίτησης της ήδη προσθέτως παρεμβαίνουσας από το δικόγραφο της από 27/2/2020 εκούσιας αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης υπέρ της ήδη αναιρεσείουσας για την αναίρεση της 2700/2016 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28/9/2009 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4574/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2700/2016 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 15/11/2018 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Aπό τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ. 2, 498 παρ. 1, 568 παρ. 1 και 2 και 576 παρ. 1-3 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ' αυτή κάποιος διάδικος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και αν τη συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος, κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι.
Στην προκειμένη περίπτωση από την υπ' αριθμ. 2618Γ/23-5-2019 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών Κ. Β., που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι αναιρεσείοντες προκύπτει, ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της από 15-11-2018 αναίρεσης με την πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση για συζήτηση για την αρχική δικάσιμο της 4-5-2022 επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως προς την αναιρεσίβλητη, στη συνέχεια δε ορίστηκε δικάσιμος η 19-4-2021 και η σημερινή δικάσιμος κατ' εφαρμογή του άρθρου 74 παρ. 2 ν. 4690/2020, οι οποίες γνωστοποιήθηκαν με ανάρτησή τους στην πύλη ψηφιακών υπηρεσιών των δικαστηρίων και σε άλλους οριζόμενους από το ως άνω άρθρο φορείς προς ενημέρωση των διαδίκων.
Επομένως, αφού η αναιρεσίβλητη δεν εμφανίσθηκε κατά την παραπάνω δικάσιμο κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του οικείου πινακίου, ούτε κατέθεσε, κατ` άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, δήλωση μη παράστασης κατά τη δικάσιμο αυτή, πρέπει, παρά την απουσία της η συζήτηση της υπόθεσης να προχωρήσει σαν να ήταν και αυτή παρούσα.
Υπόκειται προς κρίση η από 15-11-2018 αίτηση για αναίρεση της εκδοθείσας αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθμ. 2700/2016 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με την προσβαλλόμενη απόφαση έγινε δεκτή η από 25-6-2015 έφεση των εναγόντων και εξαφανίστηκε η υπ' αριθμ. 4574/2014 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία είχε απορρίψει την από 28-9-2009 αγωγή τους λόγω παραγραφής, και αφού κράτησε και δίκασε την υπόθεση ως πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε την ως άνω αγωγή κατ' ουσίαν. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ). Πρέπει, επομένως, η αναίρεση να εξεταστεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 80 ΚΠολΔ αν, σε δίκη που εκκρεμεί μεταξύ άλλων, τρίτος έχει έννομο συμφέρον να νικήσει κάποιος διάδικος, έχει δικαίωμα, μέχρι την έκδοση αμετάκλητης αποφάσεως, να ασκήσει πρόσθετη παρέμβαση για να υποστηρίξει τον διάδικο αυτόν. Από την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 80 ΚΠολΔ προκύπτει σαφώς, ότι πρόσθετη παρέμβαση μπορεί να ασκηθεί και το πρώτον ενώπιον του Αρείου Πάγου.
Το ότι στη διάταξη του άρθρου 573 παρ. 1 ΚΠολΔ, στην οποία απαριθμούνται οι εφαρμοζόμενες και στην αναιρετική διαδικασία άλλες (πλην αυτών του κεφαλαίου περί αναίρεσης) διατάξεις του ΚΠολΔ, δεν μνημονεύεται και το άρθρο 80 ΚΠολΔ δεν αποτελεί επιχείρημα υπέρ της αντίθετης άποψης, διότι οι διατάξεις του πρώτου βιβλίου του ΚΠολΔ, στο οποίο περιλαμβάνεται και το άρθρο 80, εφαρμόζονται σε όλες τις διαδικασίες, συμπεριλαμβανομένης και της διαδικασίας ενώπιον του Αρείου Πάγου.
Εξάλλου, όπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 81 εδ. α' και 215 παρ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ, η πρόσθετη παρέμβαση ασκείται σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν για την αγωγή και κοινοποιείται σε όλους τους διαδίκους δηλ. με την κατάθεση δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου, στο οποίο απευθύνεται και ολοκληρώνεται με την κοινοποίηση ως αναγκαίο στοιχείο της προδικασίας.
Η κοινοποίηση της πρόσθετης παρέμβασης, που ασκείται το πρώτον ενώπιον του Αρείου Πάγου, πρέπει, εφόσον δεν ζητήθηκε και δεν διατάχθηκε σύμφωνα με το άρθρο 150 ΚΠολΔ σύντμηση προθεσμίας, να γίνεται, σύμφωνα με το άρθρο 568 παρ. 4 ΚΠολΔ, σε όλους τους μέχρι της άσκησής της διαδίκους, τουλάχιστον εξήντα ημέρες πριν από τη δικάσιμο, αν όλοι οι διάδικοι που καλούνται διαμένουν στην Ελλάδα.
Εξ άλλου, το άρθρο 144 παρ. 1 ΚΠολΔ ως προς την έναρξη και λήξη της προθεσμίας στις 7 το βράδυ της τελευταίας ημέρας και εάν αυτή είναι κατά νόμο, την ίδια ώρα της επόμενης μη εξαιρετέας ημέρας εξαιρετέα εφαρμόζεται και στις προπαρασκευαστικές προθεσμίες (ΟλΑΠ 266/1985), όπως είναι και η προαναφερθείσα του άρθρου 568 παρ. 4 ΚΠολΔ.
Στην προκειμένη περίπτωση, η ανώνυμη εταιρεία διαχείρισης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις του ν. 5354/2015 με την επωνυμία "..." άσκησε ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού την από 31-1-2022 αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση υπέρ της αναιρεσίβλητης και κατά των αναιρεσειόντων, με την κατάθεση δικογράφου στη γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου, στο οποίο απευθύνεται, ορίστηκε δε δικάσιμος για την εκδίκαση της υπόθεσης από την Πρόεδρο του Α1 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου η σημερινή και προθεσμία κοινοποίησης της πρόσθετης παρέμβασης 60 ημέρες πριν τη δικάσιμο.
Όμως η ως άνω αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση, όπως αποδεικνύεται από τις επικαλούμενες και προσκομιζόμενες υπ' αριθμ. 11546Γ, 11547Γ και 6485Γ/2-2-2022 εκθέσεις επίδοσης των δικαστικών επιμελητών του Εφετείου Αθηνών Π. Π. και Β. Γ. αντίστοιχα, δεν έχει επιδοθεί εμπρόθεσμα εξήντα ημέρες πριν από τη σημερινή δικάσιμο στους αντιδίκους της (αναιρεσείοντες και αναιρεσίβλητη), καθότι η εξηκοστή ημέρα είναι αυτή της δικασίμου, η οποία όμως δεν πρέπει να υπολογιστεί, εν όψει του ότι κατά τα αναφερθέντα στη μείζονα πρόταση, το άρθρο 144 παρ. 1 ΚΠολΔ ως προς τη λήξη της προθεσμίας εφαρμόζεται και στις προπαρασκευαστικές προθεσμίες, όπως είναι και αυτή του άρθρου 568 παρ. 4 ΚΠολΔ, και επειδή η τελευταία ημέρα της προθεσμίας αυτής ήταν η Κυριακή 3-4-2022, αυτή έληγε την επομένη ημέρα της δικασίμου.
Συνεπώς, κατ' αυτεπάγγελτη έρευνα πρέπει ν' απορριφθεί η υπό κρίση πρόσθετη παρέμβαση ως απαράδεκτη.
Επειδή, κατά την διάταξη του άρθρ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006, 4/2005).
Με το λόγο αναίρεσης από το άρθρ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ.
ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 27, 28/1998). Περαιτέρω, κατά το εδ. β' της ως άνω διάταξης ως παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ελέγχεται η παράβαση των διδαγμάτων κοινής πείρας, μόνον εάν αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σ' αυτούς των πραγματικών γεγονότων.
Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης, ο προβλεπόμενος απ' αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται, μόνον όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, δηλ. τις γενικές και αφηρημένες, αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα με την βοήθεια της επιστημονικής έρευνας ή της επαγγελματικής ενασχόλησης και έχουν γίνει κοινό κτήμα, για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας κανόνα δικαίου (ιδίως όταν αυτός περιέχει νομικές έννοιες, δηλ., για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών) ή για την υπαγωγή ή όχι σ' αυτόν των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς και όχι όταν παραβιάζει τα διδάγματα αυτά κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών γεγονότων, δηλ.
της ουσίας της διαφοράς (ΑΠ 1000/2017, 309/2017, 43/2017). Από την διάταξη αυτή σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ.4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι για να είναι ορισμένος ο λόγος από τον αριθμ.1 εδ. β' (για εσφαλμένη. χρησιμοποίηση ή παράλειψη χρησιμοποίησης των διδαγμάτων, της κοινής πείρας) πρέπει στο έγγραφο της αναίρεσης να αναφέρεται αριθμητικά ο συγκεκριμένος κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στην εξειδίκευση του οποίου δεν χρησιμοποιήθηκαν ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα τα διδάγματα της κοινής πείρας, η έννοια που προσέδωσε σ' αυτόν η προσβαλλομένη απόφαση, την οποία ο αναιρεσείων χαρακτηρίζει εσφαλμένη, η ορθή, κατά την άποψή του, έννοια που προκύπτει από τα διδάγματα της κοινής πείρας που επικαλείται, τα οποία το δικαστήριο είτε χρησιμοποίησε λανθασμένα είτε παρέλειψε να χρησιμοποιήσει, τα διδάγματα της κοινής πείρας και ο τρόπος, με τον οποίο παραβιάσθηκαν (ΑΠ. 43/2017, 2164/2014, 929/2014, 1061/2013).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (ΟλΑΠ 1/1999).
Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΑΠ 622/1983). Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 413/1993).
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΟλΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 1547/1997).
Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν αιτιολογία της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του άρθρ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 465/1988).
Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμηση τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1987/2007).
Επειδή από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1847 παρ.1 εδ.α', 1850 εδ.β', 140 και 141 ΑΚ προκύπτει ότι η αποδοχή της κληρονομίας που συνάγεται από την παραμέληση της προθεσμίας αποποίησης της κληρονομίας μπορεί να προσβληθεί από τον κληρονόμο λόγω πλάνης, όταν η αποδοχή που συνάγεται με τον τρόπο αυτό κατά πλάσμα του νόμου, δεν συμφωνεί με τη βούλησή του, όταν αυτή αναφέρεται σε σημείο τόσο σπουδαίο για την αποδοχή της κληρονομίας, ώστε αν ο κληρονόμος γνωρίζει την αληθινή κατάσταση, ως προς το σημείο αυτό, δεν θα άφηνε να παρέλθει άπρακτη η προθεσμία αποποίησης.
Η εσφαλμένη δε γνώση ή άγνοια που δημιουργεί τη μεταξύ της βούλησης και δήλωσης διάσταση, η οποία όταν είναι ουσιώδης θεμελιώνει δικαίωμα προσβολής της δήλωσης λόγω πλάνης, μπορεί να οφείλεται και σε άγνοια ή εσφαλμένη γνώση των νομικών διατάξεων για την αποδοχή της κληρονομίας. Υπάρχει δε πλάνη περί το δίκαιο της αποδοχής της κληρονομίας και όταν ο κληρονόμος τελεί σε άγνοια που συνάγεται α) στο σύστημα της κτήσης της κληρονομίας κατά τον ΑΚ που επέρχεται αμέσως μετά το θάνατο του κληρονομουμένου, οπότε η προθεσμία του άρθρου 1847 ΑΚ δεν αρχίζει γιατί η άγνοια αποκλείει την γνώση της επαγωγής της κληρονομίας και β) σε άγνοια μόνο της ύπαρξης της προθεσμίας του άρθρου 1847 ΑΚ προς αποποίηση ή της κατά το άρθρο 1850 ΑΚ νομικής σημασίας της παρόδου της προθεσμίας αυτής άπρακτης (Ολ.ΑΠ 3/1989, ΑΠ 951/2013, 1211/2008).
Η πλάνη σχετικά με το ενεργητικό ή το παθητικό της κληρονομίας δεν θεωρείται ουσιώδης. Ο κληρονόμος κατά την άνω διάταξη 1847 παρ.1 εδ.α' ΑΚ μπορεί να αποποιηθεί την κληρονομία μέσα σε προθεσμία τεσσάρων μηνών, που αρχίζει από τότε που έμαθε την επαγωγή και τον λόγο της, εφόσον δε ο νόμος δεν διακρίνει (άρθρα 1847 και 1850 ΑΚ) η ως άνω τετράμηνη προθεσμία αποποίησης τρέχει και κατά προσώπων ανικάνων προς δικαιοπραξία.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, αφού εξαφάνισε την υπ' αριθμ. 4574/2014 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποίαν είχε απορριφθεί λόγω παραγραφής η από 28-9-2009 αγωγή των εναγόντων και στη συνέχεια κράτησε και δίκασε την υπόθεση ως πρωτοβάθμιο δικαστήριο κατά το άρθρο 535 παρ. 1 ΚΠολΔ, δέχθηκε τα εξής, όπως προκύπτει από την παραδεκτή κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασής του : "Στις 19-10-2008 απεβίωσε στο ...
ο Α. Π. του Α., πατέρας του πρώτου των εναγόντων και σύζυγος της δεύτερης αυτών, χωρίς να αφήσει διαθήκη και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τους ενάγοντες. Στις 2-6-2009 και 3-6-2009 η ΓΕΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε., οιονεί καθολική διάδοχος της οποίας δια συγχωνεύσεως είναι η ήδη παρασταθείσα ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ (ΦΕ.Κ. 12584/Τ.Α.Ε.&Ε.Π.Ε. /21.11.2014), επέδωσε αντιστοίχως στους ενάγοντες, ως κληρονόμους του Α.
Π., την από 25-2-2009 επιστολή της απευθυνόμενη επίσης στην εταιρία "..." ως πιστούχο και στους Σ. Π., Γ. Π., Κ. Π. ως εγγυητές και αυτοφειλέτες της υπ' αριθμ. .../14-5-1997 σύμβασης πίστωσης με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό και αυξητικές αυτής συμβάσεις, που είχαν καταγγελθεί και είχε εκδοθεί η υπ' αριθμ,. .../2001 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Με την επιστολή αυτή η Τράπεζα ενημέρωσε τους ενάγοντες, ως κληρονόμους του εγγυητή της πίστωσης, Α. Π., ότι η συνολική ληξιπρόθεσμη οφειλή της πιστούχου εταιρίας ανέρχεται, κατά τους περιλαμβανόμενους σε αυτή υπολογισμούς, σε 3.574.468,46 ευρώ εντόκως από 25-2-2009 και τους κάλεσε εντός 10 ημερών να προβούν σε διακανονισμό του χρέους, άλλως, χωρίς νέα ειδοποίηση, θα προχωρήσει στην είσπραξη δικαστικώς της απαίτησης.
Με νεότερη επίδοση στους ενάγοντες αντιγράφου εξ απογράφου του ως άνω εκτελεστού τίτλου στις 18-6-2009, κλήθηκαν με επιταγή προς πληρωμή να καταβάλουν για την ίδια αιτία, για κεφάλαιο, τόκους και έξοδα, συνολικό ποσό 2.532.604,17 ευρώ. Οι ενάγοντες ισχυρίστηκαν με την αγωγή τους, ότι μετά την επίδοση σε αυτούς, στις 2-6-2009, της από 25.2.2009 επιστολής της Τράπεζας, απευθύνθηκαν σε δικηγόρο και ενημερώθηκαν για το ισχύον σύστημα κτήσης κληρονομιάς.
Ότι, ευρισκόμενοι σε ουσιώδη πλάνη ελλείψει σχετικών νομικών γνώσεων, κατέστησαν κληρονόμοι του Α. Π. με την πάροδο τεσσάρων μηνών από το θάνατό του, χωρίς να προβούν σε αποποίηση της κληρονομιάς, καθώς είχαν την πεποίθηση ότι η κτήση της κληρονομιάς προϋποθέτει κάποια θετική πράξη ή ενέργεια από την πλευρά του κληρονόμου, στην οποία δεν προέβησαν, αφού ο θανών δεν είχε περιουσία κατά το θάνατό του.
Ζήτησαν, κατόπιν αυτών να ακυρωθεί η κατά πλάσμα του νόμου αποδοχή κληρονομίας η οποία δεν συμφωνεί από ουσιώδη πλάνη με τη βούλησή τους. Ο ισχυρισμός της αγωγής είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Ειδικότερα, όπως αποδείχθηκε, με την προαναφερόμενη, υπ'αριθμ. .../14-5-1997 σύμβαση πιστώσεως με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό και αυξητικές αυτής συμβάσεις, που υπεγράφησαν από το Σ.
Π., ως νόμιμο εκπρόσωπο της πιστούχου εταιρίας "..." και εγγυητές τον ίδιο και τους αδερφούς του, μεταξύ των οποίων και τον θανόντα Α. Π., η ΓΕΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε. χορήγησε στην εταιρία, που αποτελούσε οικογενειακή επιχείρηση, πίστωση, για την οποία τηρήθηκαν περισσότεροι αλληλόχρεοι λογαριασμοί, οι οποίοι έκλεισαν οριστικά από την Τράπεζα και μετά από αίτησή της εκδόθηκε η υπ' αριθμ. .../2001 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Η διαταγή πληρωμής αυτή, αφού διορθώθηκε με την υπ' αριθμ. 4848/2001 διαταγή πληρωμής, επιδόθηκε σε πρώτο απόγραφο εκτελεστό με επιταγή προς πληρωμή στον Α. Π. στις 25-9-2001. Κατά τη διάρκεια των ετών λειτουργίας της πιστούχου εταιρίας ο πρώτος ενάγων, γεννηθείς το έτος 1967, υιός του ήδη θανόντος Α. Π., είχε άμεση και αποκλειστική απασχόληση τη συμμετοχή του στην εταιρία, ήταν δε από το 2003 και μέλος του Δ.Σ.
αυτής, όπως και ο πατέρας του κι η σύζυγός του, εξετασθείσα μάρτυρας, Μ. Μ. (Φ.Ε.Κ. 9623/Τ.Α.Ε.&Ε.Π.Ε./12.9.2003). Αμέσως μετά το θάνατο του πατέρα του, μάλιστα, ο οποίος ήταν κατά το χρόνο του θανάτου του, Πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος της πιστούχου εταιρίας, το διοικητικό συμβούλιο αυτής ανασυγκροτήθηκε σε σώμα με πρόεδρο και διευθύνοντα σύμβουλο τον πρώτο ενάγοντα (Φ.Ε.Κ 12249/Τ.Α.Ε.&Ε.Π.Ε./13.10.2009).
Όπως αποδείχθηκε, σε συνδυασμό και με τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, και οι δύο ενάγοντες ήταν ενήμεροι για τις οφειλές της οικογενειακής τους επιχείρησης, της πιστούχου εταιρίας, προς τη ΓΕΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ, διέμεναν δε πάντα όλοι μαζί με τον θανόντα Α. Π., στον οποίο και είχε επιδοθεί από το έτος 2001, όπως προεκτέθηκε, η προαναφερόμενη διαταγή πληρωμής και επιταγή προς εκτέλεση για την οφειλή τους.
Τη γνώση δε αυτή τη συνομολογούν, εξάλλου, οι ενάγοντες αλλά και την αναφέρει και η εξετασθείσα πρωτοδίκως στο ακροατήριο μάρτυρας αυτών. Η απαίτηση της Τράπεζας, άλλωστε, αφορούσε όλους τους αδελφούς εγγυητές και την εταιρία τους, πιστούχο, η οποία ως ανώνυμη εταιρία είχε νομική υποστήριξη και ανέθετε σε δικηγόρους την διευθέτηση των νομικών ζητημάτων που ανέκυπταν κατά τη λειτουργία της, όπως η διεκδίκηση της απαίτησης της Τράπεζας.
Το ίδιο, βέβαια, έκαναν και τα φυσικά πρόσωπα, μέλη του Δ.Σ. της εταιρίας, όπως ο πρώτος ενάγων. Από την άλλη πλευρά, ο τελευταίος, εργαζόμενος και απασχολούμενος επί σειρά ετών με τη λειτουργία της οικογενειακής εταιρίας, έχοντας αναπτύξει ενεργό ρόλο στη διοίκηση αυτής (βλ. κατάθεση μάρτυρος εναγόντων), είχε αποκτήσει επαγγελματική και κοινωνική εμπειρία, κινούμενος όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά και στο εξωτερικό (βλ.
και την από 24.6.2009
ανακοπή του άρθρου 933 ΚΠολΔ, που άσκησε ο πρώτος ενάγων κατά της επιταγής προς εκτέλεση της διαταγής πληρωμής, όπου γίνεται λόγος για διαμονή του στις Βρυξέλλες κυρίως για επαγγελματικούς λόγους αλλά και για μετακινήσεις του στο Παρίσι), με συνέπεια να γνωρίζει και να μπορεί να προασπισθεί με τον καλύτερο δυνατό τρόπο τα οποιαδήποτε συμφέροντά του.
Αλλά και η δεύτερη των εναγόντων, σύζυγος του θανόντος, είχε την απαιτούμενη για την περίπτωση κοινωνική και συναλλακτική πείρα, διέμενε με την οικογένειά της και μετά το θάνατο του συζύγου της με τον υιό της (δηλώνουν ίδια διεύθυνση στα δικόγραφα των ένδικων βοηθημάτων που άσκησαν για την απόκρουση της διεκδίκησης της απαίτησης της εναγομένης), επιμελήθηκε δε άμεσα τη συνταξιοδότησή της ως χήρα του θανόντος συζύγου της (βλ.
και κατάθεση μάρτυρος). Ο υιός της είχε την εμπειρία και τις γνώσεις, σε κάθε περίπτωση να την συμβουλεύσει και να την καθοδηγήσει, πολύ περισσότερο όταν και οι δύο γνώριζαν οπωσδήποτε την από το 2001 εκκρεμότητα της εταιρίας τους και του Α. Π. με την οφειλή προς την εναγόμενη Τράπεζα μετά την επίδοση της διαταγή πληρωμής.
Είναι δε πλέον γνωστό στον μέσο συνετό πολίτη, με στοιχειώδη κοινωνική πείρα, εκπαίδευση, πληροφορία και ενημέρωση, μη αποκομμένο από τις συναλλαγές και την κοινωνία (όπως ήταν γνωστό και κατά τον κρίσιμο χρόνο του θανάτου του Α. Π. στις 19-10-2008) ενόψει και της εξέλιξης των διαθέσιμων τρόπων ενημέρωσης και παροχής συμβουλών, ότι με το θάνατο ενός προσώπου χωρίς διαθήκη η άμεση οικογένεια (σύζυγος και τέκνα) καθίσταται κληρονόμος και ότι η κληρονομιά περιλαμβάνει όχι μόνο το ενεργητικό αλλά και το παθητικό της περιουσίας τους, οι δε δανειστές αναζητούν από εκείνους πλέον την πληρωμή των χρεών του θανόντος.
Πολύ περισσότερο οι ενάγοντες, που διέθεταν τα παραπάνω χαρακτηριστικά και είχαν την απαιτούμενη συναλλακτική εμπειρία και νομική υποστήριξη ανά πάσα στιγμή λόγω της εταιρίας τους. Με βάση όλα τα παραπάνω, το Δικαστήριο οδηγείται στην κρίση ότι οι ενάγοντες γνώριζαν τις διατάξεις περί αποδοχής και αποποίησης της κληρονομιάς, καθώς και τις συνέπειες της μη εμπρόθεσμης αποποίησης, πλην όμως δεν έκριναν σκόπιμο, άλλως αμέλησαν, να ρυθμίσουν άμεσα τις οικονομικές τους υποθέσεις και να προβούν σε ρητή αποδοχή ή αποποίηση.
Σε αυτό συνετέλεσε, όπως υποστηρίζουν και δεν αντικρούεται από την εναγόμενη, και το ότι δεν υπήρχε περιουσιακό στοιχείο στην κληρονομιά.
Συνεπώς, η αποδοχή της κληρονομιάς με την άπρακτη πάροδο της τετράμηνης προθεσμίας από το θάνατο του Α. Π. δεν αποδείχθηκε ότι οφείλεται σε πλάνη των εναγόντων και μάλιστα ουσιώδη, όπως αυτή επιχειρείται να θεμελιωθεί με την αγωγή. Δεν συντρέχει, επομένως, λόγος ακύρωσης της αποδοχής της κληρονομιάς, που έλαβε χώρα με την άπρακτη παρέλευση της τετράμηνης προθεσμίας, όπως προαναφέρθηκε ".
Με αυτά, που δέχθηκε, και έτσι, που έκρινε το Εφετείο, και ειδικότερα ότι η μη αποποίηση εκ μέρους των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων της κληρονομίας του πατρός και συζύγου αυτών Α. Π. δεν οφείλεται σε πλάνη και άγνοια σχετικά με τις διατάξεις του νόμου, που διέπουν την προθεσμία αποποίησης της επαχθείσας σε αυτούς κληρονομίας και κατόπιν τούτου απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την ένδικη αγωγή, δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1847, 1850, 1857, 1901, 140 και 141 ΑΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, και δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού, όπως προκύπτει από το προαναπτυχθέν περιεχόμενο αυτής, διέλαβε σ' αυτήν πλήρεις, σαφείς και μη αντιφάσκουσες μεταξύ τους αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς τo ουσιώδες ζήτημα, ότι η μη αποποίηση εκ μέρους των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων της κληρονομίας του ως άνω αποβιώσαντος πατρός και συζύγου αυτών δεν οφείλεται σε πλάνη και άγνοια σχετικά με τις διατάξεις του νόμου, που διέπουν την προθεσμία αποποίησης της επαχθείσας σε αυτόν κληρονομίας, εν όψει του ότι αυτοί διέθεταν επαγγελματική και κοινωνική πείρα, ο πρώτος των οποίων είχε αναμιχθεί στη διοίκηση και στα οικονομικά της πρωτοφειλέτιδας εταιρείας προς την εναγόμενη από την προαναφερθείσα σύμβαση πίστωσης λογαριασμού αυτής και γνώριζαν την προαναφερθείσα οφειλή της προς αυτήν (εναγόμενη) και ότι αμέλησαν να προβούν στην αποποίηση της επαχθείσας σ' αυτούς κληρονομίας, επικαλούμενο (το Εφετείο) και τα διδάγματα της κοινής πείρας ότι με τον θάνατο ενός προσώπου, αυτό κληρονομείται από τους κληρονόμους όχι μόνον ως προς τις απαιτήσεις του αλλά και ως προς τις υποχρεώσεις του προς τρίτους, κρίνον σιωπηρώς ότι δεν συνέτρεχε στην προκειμένη περίπτωση το υποστηριζόμενο από τους αναιρεσείοντες ως δίδαγμα κοινής πείρας ότι κανείς σώφρων άνθρωπος δεν θα αποδεχόταν την επαγωγή μιας κατάχρεης κληρονομίας για την οποίαν θα ευθυνόταν ο ίδιος με την περιουσία του, ενώ προσέτι, κατά τα λοιπά, οι επικαλούμενες αιτιάσεις των αναιρεσειόντων αποτελούν επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων και δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν αιτιολογία της απόφασης, Επομένως, οι από τον αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρώτος και δεύτερος λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι και καθ'ό μέρος πλήττουν επιχειρήματα του δικαστηρίου ως απαράδεκτοι.
Συνεπώς η ένδικη αναίρεση, μη υπάρχοντος άλλου, πλην των ανωτέρω, αναιρετικού λόγου, προς κρίση, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της. Περαιτέρω, πρέπει να διαταχθεί, κατά την παρ. 4 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, η εισαγωγή του παραβόλου των τετρακοσίων πενήντα (450) ευρώ, που καταβλήθηκε από τους αναιρεσείοντες, στο Δημόσιο Ταμείο. Δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης δεν επιδικάζονται, ελλείψει αιτήματος λόγω της ερημοδικίας της, ενώ δικαστικά έξοδα σε βάρος της προσθέτως παρεμβαίνουσας και υπέρ των αναιρεσειόντων ως προς την αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση, δεν θα επιβληθούν, εφόσον δεν προκλήθηκαν τέτοια από την άσκησή της (ΑΠ 21/1985).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αριθμ. 2700/2016 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών και την από 31-1-2022 αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση. Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 9 Μαΐου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 14 Ιουνίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ