Supreme Court dismisses appeal in labor dispute over bank collective agreement renewal and salary reduction.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the First Instance Court's rejection of his labor claim regarding salary reductions. The appellant argued that the 1992 collective agreement expired and was not renewed by the 2013 agreement, while the bank contended the new agreement superseded the old one. The court ruled that the 2013 collective agreement did not renew the expired 1992 terms and thus the appellant's claim for salary differences was unfounded.
Legislator headnote
AI generatedArticles 2 of Presidential Decree 6/2012 and Article 8 of Collective Agreement 14/5/2013; The court held that a new collective agreement does not automatically renew expired previous agreements unless explicitly stated, and thus the appellant's claim based on the non-renewal of the 1992 agreement was rejected.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1041 / 2020 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1041/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πιπιλίγκα, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Θεόδωρο Μαντούβαλο - Εισηγητή και Πελαγία Ακάσογλου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 28 Ιανουαρίου 2020, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ι. Α. του Ε., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αριστείδη Καζάκο, που κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεοφάνη Αρχιμανδρίτη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10/11/2014 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος και άλλου προσώπου που δεν είναι διάδικος στη δίκη αυτή, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 449/2016 του ίδιου Δικαστηρίου και 1972/2018 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 28/2/2019 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 28-2-2019 και με αριθ. κατάθεσης .../1-3-2019 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών υπ' αριθ. 1972/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Με την απόφαση αυτή, το Εφετείο, κατά το μέρος που αφορά την αναιρετική δίκη, δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσία την από 18-5-2016 έφεση της αναιρεσίβλητης -εναγομένης κατά της υπ' αριθ. 449/2016 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και αφού εξαφάνισε αυτή απέρριψε την από 10-11-2014 αγωγή του αναιρεσείοντος -ενάγοντος ως ουσία αβάσιμη, με την οποία, επικαλούμενος σύμβαση εξαρτημένης εργασίας του στην εναγομένη ζήτησε α) να αναγνωριστεί ότι η μονομερής μείωση των αποδοχών του και η μετατροπή μισθολογικών παροχών του σε "οικειοθελείς παροχές ελευθέρως ανακλητές", που έγιναν από την εναγομένη, κατ' επίκληση του άρθρου 2 § 2 της ΠΥΣ 6/2012, συνιστούν μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας του και β) να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει τα αναφερόμενα χρηματικά ποσά ως μισθολογικές διαφορές. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (ΚΠολΔ 552, 553, 556, 558, 564, 566 § 1, 144). Είναι συνεπώς παραδεκτή (ΚΠολΔ 577 § 1) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων της (ΚΠολΔ 577 § 3).
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 2 της Πράξης Υπουργικού Συμβουλίου με αριθμό 6/28.2.2012 "Ρύθμιση θεμάτων για την εφαρμογή της παρ. 6 του άρθρου 1 του Ν. 4046/2012" (ΦΕΚ Α' 38/28.2.2012), η οποία κείται εντός του πλαισίου της χορηγηθείσας εξουσιοδότησης (ΟλΣτΕ 2307/2014, ΑΠ 876/2018): "1. Οι Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας συνάπτονται εφεξής για ορισμένο χρόνο ισχύος, η διάρκεια του οποίου δεν μπορεί να είναι μικρότερη από ένα (1) έτος και δεν μπορεί να υπερβαίνει τα τρία (3) έτη. 2.
Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας που βρίσκονται σε ισχύ, ήδη 24 μήνες μέχρι την 14.2.2012 ή και περισσότερο, λήγουν στις 14.2.2013. 3. Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας που την 14.2.2012 βρίσκονταν σε ισχύ για χρονικό διάστημα μικρότερο των 24 μηνών, λήγουν με τη συμπλήρωση τριών (3) ετών από την ημερομηνία έναρξης ισχύος τους, εκτός και αν καταγγελθούν νωρίτερα κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 12 του ν. 1876/1990 (Α' 27). 4.
Οι κανονιστικοί όροι Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας που θα λήξει ή θα καταγγελθεί, εξακολουθούν να ισχύουν επί ένα τρίμηνο από τη λήξη ή την καταγγελία τους. Κανονιστικοί όροι Συλλογικής Σύμβασης που έχει ήδη λήξει ή καταγγελθεί ισχύουν για ένα τρίμηνο από την ισχύ του ν. 4046/2012. Με την πάροδο του τριμήνου και εφόσον εν τω μεταξύ δεν έχει συναφθεί νέα Συλλογική Σύμβαση Εργασίας, εξακολουθούν να ισχύουν από τους κανονιστικούς αυτούς όρους αποκλειστικώς οι όροι εκείνοι που αφορούν α) τον βασικό μισθό ή το βασικό ημερομίσθιο και β) τα επιδόματα ωρίμανσης, τέκνων, σπουδών και επικινδύνου εργασίας, εφόσον τα επιδόματα αυτά προβλέπονταν στις Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας που έληξαν ή καταγγέλθηκαν, ενώ παύει αμέσως να ισχύει κάθε άλλο προβλεπόμενο σε αυτές επίδομα.
Η προσαρμογή των συμβάσεων στις διατάξεις του προηγούμενου εδαφίου γίνεται χωρίς να απαιτείται προηγούμενη σύμφωνη γνώμη των εργαζομένων. Οι όροι του τρίτου εδαφίου, που διατηρούνται, εξακολουθούν να ισχύουν μέχρις ότου αντικατασταθούν από εκείνους της νέας Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας ή της νέας ή της τροποποιημένης ατομικής σύμβασης. 5.
Οι διατάξεις των παραγράφων 1, 4 και 5 του άρθρου 9 του ν. 1876/1990 (Α' 27) παύουν να ισχύουν. 6. Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου ισχύουν και για τις Διαιτητικές Αποφάσεις". Στόχος των προαναφερομένων ρυθμίσεων είναι να προωθήσουν την προσαρμογή των μισθολογικών και των μη μισθολογικών όρων της σ.σ.ε. στις μεταβαλλόμενες οικονομικές συνθήκες, με απώτερο σκοπό να αυξηθεί με τον τρόπο αυτό η ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων και να μειωθεί η ανεργία.
Με τις ως άνω διατάξεις, αφενός, επιβάλλεται η ex lege λήξη την 14η Φεβρουαρίου 2013 των συλλογικών συμβάσεων εργασίας που βρίσκονται σε ισχύ, ήδη 24 μήνες μέχρι την 14.2.2012 ή και περισσότερο, αφετέρου, ρυθμίζονται οι έννομες συνέπειες της λήξης ή της καταγγελίας μίας σ.σ.ε. Σύμφωνα με το έως το 2012 ισχύον δίκαιο οι κανονιστικοί όροι σ.σ.ε.
που έληξε ή καταγγέλθηκε εξακολουθούσαν να ισχύουν επί ένα εξάμηνο (άρθρ. 9 § 4 Ν. 1876/1990). Μετά την πάροδο του εξαμήνου (παράταση) άρχιζε μία δεύτερη περίοδος πλασματικής επιβίωσης των όρων της συλλογικής σύμβασης εργασίας, η φάση της μετενέργειας, κατά την οποία οι όροι της σ.σ.ε. αποβάλλουν μεν την αναγκαστική (όχι την άμεση) ισχύ τους, εξακολουθούν, όμως, να επηρεάζουν τη σύμβαση εργασίας, μέχρι η σύμβαση να τροποποιηθεί.
Επομένως, κατά τη διάρκεια της μετενέργειας ο εργοδότης δεν είναι δυνατόν να τροποποιήσει μονομερώς τους όρους της σ.σ.ε. που μετενεργεί, αλλά η τροποποίηση μπορεί να γίνει μόνον με τη σύμφωνη γνώμη του εργαζομένου. Με τη νέα διάταξη της προαναφερόμενης Π.Υ.Σ. η παράταση της κανονιστικής ισχύος των όρων της σ.σ.ε.
που έληξε ή καταγγέλθηκε περιορίζεται από 6 σε 3 μήνες. Αν δεν επιτευχθεί η σύναψη νέας σ.σ.ε. κατά το διάστημα του τριμήνου, τότε με τη λήξη του τριμήνου αρχίζει η φάση της μετενέργειας με περιορισμένο εύρος, οπότε ο εργοδότης οφείλει να συνεχίσει να καταβάλλει μόνον το βασικό μισθό και τέσσερα (4) επιδόματα, ωρίμανσης (δηλαδή αρχαιότητας στην υπηρεσία), τέκνων, εκπαίδευσης και επικίνδυνης εργασίας που όριζε η λήξασα ή καταγγελθείσα σ.σ.ε.
Αντιθέτως, ο εργοδότης δεν οφείλει να συνεχίσει να καταβάλλει τα λοιπά επιδόματα και μισθολογικές παροχές που προέβλεπε η σ.σ.ε., όπως π.χ. πρόσθετους μισθούς (π.χ. 15ος και 16ος μισθός), bonus ή πριμ, διορθωτικά επιδόματα, επιδόματα εξομάλυνσης, επιδόματα παρουσίας κ.ο.κ. Επομένως, με τη νέα ρύθμιση τροποποιούνται ουσιαστικά οι διατάξεις του άρθρου 9 §§ 4 & 5 του Ν. 1876/1990 και η μετενέργεια της σ.σ.ε.
εντοπίζεται στον βασικό μισθό και στα τέσσερα, παραπάνω αναφερόμενα, επιδόματα, ενώ δεν καταλαμβάνει πλέον τις λοιπές μισθολογικές παροχές που προέβλεπε η λήξασα ή καταγγελθείσα σ.σ.ε. Οι λοιπές αυτές μισθολογικές παροχές της σ.σ.ε. δεν μετενεργούν, παύουν συνεπώς να επηρεάζουν την ατομική σύμβαση εργασίας, με συνέπεια να έχει ο εργοδότης την ευχέρεια να τις περικόπτει μονομερώς.
Πρόκειται για εκ του νόμου εξάλειψη όρου σ.σ.ε., συνεπώς δεν στοιχειοθετείται περίπτωση παράνομης βλαπτικής μεταβολής. Η ρύθμιση περί μετενέργειας είναι αμφιμερώς αναγκαστικού δικαίου. Στη φάση αυτή της μετενέργειας η σ.σ.ε. δεν ανήκει στην εξουσία διαθέσεως των συλλογικώς συμβαλλομένων. Αν θέλουν οι κοινωνικοί εταίροι να διατηρήσουν ή γενικά να ρυθμίσουν εκ νέου τους όρους που εξαλείφονται, πρέπει να ανανεώσουν την κανονιστική δέσμευση με σύναψη νέας σ.σ.ε.
Τούτο, όμως, πρέπει να το ορίσουν ρητώς και εγγράφως οι κοινωνικοί εταίροι. Ωστόσο, οι ρυθμίσεις περί περιορισμένης μετενέργειας αφορούν σε όρους συλλογικής σύμβασης. Ατομικοί συμβατικοί όροι δεν καταργούνται δυνάμει του άρθρου 2 § 4 της Π.Υ.Σ. 6/2012, αλλά εξακολουθούν να ισχύουν. Περαιτέρω από τις διατάξεις των άρθρων 1 §§ 1 & 2, 2 § 1 και 21 §§ 1 & 2 του Ν. 3239/1955, που ίσχυε πριν από το Ν. 1876/1990, σε συνδυασμό με το άρθρο 22 § 2 του Συντάγματος, προκύπτει ότι περιεχόμενο των συλλογικών συμβάσεων είναι η ρύθμιση των όρων, των συνθηκών και της αμοιβής της εργασίας των εργαζομένων.
Τα θέματα των όρων και συνθηκών εργασίας ανήκουν κατά κανόνα στο νόμιμο περιεχόμενο των κανονισμών εργασίας, χωρίς να αποκλείεται κανονισμοί εργασίας να αποτελούν αυτοτελώς περιεχόμενο συλλογικών συμβάσεων. Στην τελευταία, περίπτωση η ρύθμιση αυτή, δηλαδή, ο περιεχόμενος σε συλλογική σύμβαση κανονισμός, ανήκει στο κανονιστικό μέρος της συλλογικής συμβάσεως και επομένως έχει ισχύ ουσιαστικού νόμου.
Έτσι κανονισμός εργασίας, που έχει αποτελέσει περιεχόμενο ειδικής συλλογικής συμβάσεως εργασίας, η οποία, σύμφωνα με το άρθρο 2 § 2 του πιο πάνω νόμου κατατέθηκε στο Υπουργείο Εργασίας και δημοσιεύθηκε με απόφαση του Υπουργού Εργασίας στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως έχει ισχύ νόμου ουσιαστικού και όχι συμβάσεως.
Οι κανονισμοί εργασίας, που καταρτίσθηκαν κατά τα παραπάνω, σκοπό έχουν να εξασφαλίσουν ενιαία τάξη, ομοιομορφία και ίση μεταχείριση στην εκμετάλλευση, πράγμα, που επιτυγχάνεται με τη ρύθμιση γενικών και αφηρημένων διατάξεων, που έχουν άμεση και αναγκαστική ενέργεια σε όλο το προσωπικό, χωρίς να απαιτείται σχετική συμφωνία των μερών.
Οι ειδικές συλλογικές συμβάσεις, αν και καταρτίσθηκαν υπό την ισχύ του Ν 3239/1955, υπάγονται ως προς τα αποτελέσματα τους και γενικώς την ισχύ τους στις διατάξεις του ισχύοντος ήδη νόμου 1876/1990, που είναι άμεσης εφαρμογής (ΑΠ 1494/2010, ΑΠ 280/2006). Εξάλλου, και από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 2 §§ 1 & 6, 3 § 1γ', 5 & 8 § 3 του τελευταίου αυτού νόμου ως και του άρθρου 12 του Ν. 1767/1988, προκύπτει ότι, και κατά τα νυν ισχύοντα, στο δυνατό περιεχόμενο των συλλογικών συμβάσεων εργασίας ανήκει, πλην άλλων, η ρύθμιση σχετικά με τη σύναψη, τους όρους λειτουργίας και τη λήξη των ατομικών συμβάσεων εργασίας ως και ο κανονισμός εργασίας και ότι επιχειρησιακή συλλογική σύμβαση, που, σημειωτέον, εισήχθη το πρώτον με τον παραπάνω νόμο, είναι η συλλογική σύμβαση, που καταρτίζεται μεταξύ της συνδικαλιστικής οργανώσεως της επιχειρήσεως και του εργοδότη και η ισχύς της οποίας καταλαμβάνει όλους ανεξαιρέτως τους μισθωτούς της επιχειρήσεως.
Αυτές οι επιχειρησιακές συλλογικές συμβάσεις αντιστοιχούν στις ειδικές συλλογικές συμβάσεις του προϊσχύσαντος Ν. 3239/1955 και οι κανονιστικές τους διατάξεις έχουν ισχύ νόμου. Ακόμη, οι όροι εργασίας, που ρυθμίζει ειδική συλλογική σύμβαση, στην οποία περιέχεται κανονισμός που έχει ισχύ νόμου, κατά τα παραπάνω αναφερόμενα, μπορούν να τροποποιηθούν με νεότερη συλλογική σύμβαση του αυτού είδους και πεδίου ισχύος και συγκεκριμένα με επιχειρησιακή συλλογική σύμβαση.
Η νεότερη αυτή επιχειρησιακή συλλογική σύμβαση μπορεί να τροποποιεί τους όρους εργασίας τόσο υπέρ όσο και σε βάρος των εργαζομένων. Και τούτο διότι στη συσχέτιση των συλλογικών συμβάσεων, ήτοι πηγών του αυτού επιπέδου και πεδίου ισχύος, δεν ισχύει η αρχή της προστασίας, η οποία αφορά στη ρύθμιση του αυτού αντικειμένου από περισσότερες πηγές διαφορετικής ιεραρχικής βαθμίδας, οπότε η ιεραρχικά υποδεέστερη πηγή μπορεί να εξειδικεύσει και να τροποποιεί τους όρους εργασίας της ιεραρχικά ανώτερης, μόνον, όμως προς το συμφέρον των εργαζομένων, ούτε η αρχή της εύνοιας, η οποία ρυθμίζει τη σχέση συλλογικής και ατομικής συμβάσεως εργασίας, σύμφωνα με την οποία οι ευνοϊκότεροι όροι της ατομικής συμβάσεως υπερισχύουν των κανονιστικών όρων των συλλογικών συμβάσεων, αλλά ισχύει η αρχή της τάξεως (άρθρα 7, 10 Ν. 1876/1990).
Η αρχή της τάξεως σημαίνει ότι όταν επιχειρείται μία συλλογική σύμβαση των όρων εργασίας, η οποία σημειωτέον αποσκοπεί στην καθιέρωση τάξεως στο χώρο εργασίας, πρέπει να είναι γενική και αφηρημένη, δίκαιη και ενιαία και γι' αυτό εφαρμόζεται η διαδοχή των ρυθμίσεων, σύμφωνα με την οποία η νεότερη συλλογική σύμβαση, κατά το μέρος, που ρυθμίζει διαφορετικά το ίδιο θέμα, καταργεί την προηγούμενη του αυτού είδους και πεδίου ισχύος, έστω και αν περιέχει δυσμενέστερες για τους μισθωτούς διατάξεις.
Οι κανονιστικοί όροι της συλλογικής συμβάσεως επενεργούν έξωθεν επί της ατομικής συμβάσεως, υποκαθιστώντας τους δυσμενέστερους όρους αυτής, για όσο χρόνο ισχύει η συλλογική σύμβαση και μέχρι την αντικατάστασή της με νεότερη συλλογική σύμβαση και δεν ενσωματώνονται σε αυτή, δεν αποτελούν δηλαδή περιεχόμενο της ατομικής συμβάσεως.
Μόνο αν με την ατομική σύμβαση εργασίας έχει γίνει ρητή παραπομπή στους κανονιστικούς όρους ορισμένης σ.σ.ε., τότε οι όροι αυτοί καθίστανται περιεχόμενο της ατομικής σύμβασης και εφόσον είναι ευνοϊκότεροι για το μισθωτό δεν μπορούν να μεταβληθούν με μεταγενέστερη σ.σ.ε., που περιέχει όρους δυσμενέστερους από τους όρους της προηγούμενης που με συμφωνία εργοδότη και μισθωτού κατέστησαν όροι της ατομικής σύμβασης εργασίας.
Για να καταστούν όμως, συγκεκριμένοι όροι σ.σ.ε. και όροι της ατομικής σύμβασης εργασίας πρέπει η παραπομπή να γίνει σε συγκεκριμένη σ.σ.ε. και όχι αορίστως στις εκάστοτε ισχύουσες στις σχέσεις του εργοδότη και μισθωτών σ.σ.ε., διότι στην τελευταία περίπτωση θα ισχύει η νεότερη σ.σ.ε. (διαδοχή τάξεων), έστω και αν περιέχει δυσμενέστερη για τους μισθωτούς διατάξεις, αφού ρητά συμφωνήθηκε με την ατομική σύμβαση εργασίας ότι θα εφαρμοστεί η εκάστοτε ισχύουσα σ.σ.ε. (ΟλομΑΠ 461/1970, ΑΠ 51/2017, ΑΠ 256/2016 ΑΠ 251/2012, ΑΠ 1494/2010, ΑΠ 860/2010, ΑΠ 1437/2006, ΑΠ 488/2006).
Σημειώνεται ότι για την εφαρμογή της αρχής της εύνοιας υπέρ των μισθωτών κατά το συσχετισμό μιας σ.σ.ε. ή άλλης πηγής κανόνων που ρυθμίζουν την εργασιακή σχέση και μιας ατομικής συμβάσεως ή, γενικότερα, κατά το συσχετισμό των διαφόρων κανονιστικών πηγών μεταξύ τους, τα σύνολα των όρων που ρυθμίζουν τις αποδοχές συγκρίνονται ως ενότητα.
Υπό την έννοια αυτή, αν δεν υπάρχει αντίθετη, ειδική ρύθμιση, προκειμένου να εξευρεθούν και να θεωρηθούν εφαρμοστέοι οι ευνοϊκότεροι κανόνες, δεν είναι δυνατή η επιλογή ορισμένων όρων αποδοχών από μία πηγή και ορισμένων από άλλη, διότι δεν επιτρέπεται η σύγχρονη εφαρμογή περισσοτέρων κανονιστικών πηγών, αλλά πρέπει να αναζητηθεί η πηγή που περιέχει τους ευνοϊκότερους όρους ως σύνολο, για το ζήτημα των αποδοχών των εργαζομένων (ΑΠ 228/2014, ΑΠ 809/2008).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.
Με το λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 § 1 ΚΠολΔ (ΟλομΑΠ 1/2016, ΟλομΑΠ 7/2006). Εξάλλου, η διαπίστωση από το δικαστήριο της ουσίας της υπάρξεως κενού ή αμφιβολίας δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.
Παράβαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών, που περιέχονται στα άρθρα 173 και 200 ΑΚ, υφίσταται όταν το δικαστήριο της ουσίας είτε προσέφυγε στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες προς συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, μολονότι κατά την ανέλεγκτη ως προς αυτό κρίση του δέχθηκε ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας είτε παρέλειψε να προσφύγει στους ίδιους ερμηνευτικούς κανόνες, καίτοι ανέλεγκτα, επίσης, διαπίστωσε την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων, οι οποίες έχρηζαν έτσι κατάλληλης συμπλήρωσης ή ερμηνείας με εφαρμογή των διατάξεων των άρθρ. 173 και 200 ΑΚ (ΟλομΑΠ 2/2013, ΑΠ 416/2018).
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις αναγόμενες μόνον στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δε συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνον το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλομΑΠ 1/1999, ΟλομΑΠ 24/1992).
Όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρ. 561 § 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, του περιεχομένου της προσβαλλομένης αποφάσεώς του, το Εφετείο, δέχθηκε τα εξής: "Ο ενάγων, Ι. Α., προσλήφθηκε ως πτυχιούχος της σχολής Μαθηματικών του ΑΠΘ την 18η Απριλίου 1988 από την ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία ...
Α.Ε.' με σύμβαση εξηρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, με συμφωνημένη χρονική διάρκεια έως την συνταξιοδότησή του. Απασχολήθηκε με την ειδικότητα του αναλυτή -προγραμματιστή στη Διεύθυνση Πληροφορικής της προναφερομένης τράπεζας, ενώ από την 4.1.1995 κατείχε τη θέση του Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Μικροϋπολογιστών.
Η προαναφερόμενη τραπεζική εταιρία, η οποία ιδρύθηκε το έτος 1980, τον Ιούνιο του 2000 συγχωνεύθηκε διά απορροφήσεως με την εναγομένη, η συγχώνευση δε αυτή εγκρίθηκε με την αριθμ. πρωτοκ. ....6.2000 απόφαση του Υφυπουργού Ανάπτυξης, η οποία καταχωρήθηκε στο μητρώο ανωνύμων εταιριών, η δε σχετική ανακοίνωση της καταχώρισης και της διαγραφής από το μητρώο δημοσιεύθηκε στο υπ' αριθμ. .../26.6.2000 φύλλο της ΕτΚ (τ.
ΑΕ και ΕΠΕ). Κατόπιν της ως άνω συγχώνευσης η εναγομένη κατέστη διάδοχος εργοδότρια και υποκαταστάθηκε σε όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της απορροφώμενης εταιρίας (...), ο ενάγων δε εξακολούθησε να εργάζεται στην εναγομένη και σήμερα κατέχει το βαθμό του Τμηματάρχη Β' στη Διεύθυνση Πληροφορικής στη Θεσσαλονίκη.
Το έτος 1981 και ενώ ακόμη δεν είχε υπογραφεί μεταξύ των εργαζομένων της τράπεζας και της διοίκησης αυτής ο σχετικός οργανισμός, η Εκτελεστική Επιτροπή της Τράπεζας εξέδωσε την υπ' αριθ. … Σειρά ....1981 εγκύκλιο με την οποία κατένειμε τις μονάδες της Τράπεζας σε κατηγορίες και ειδικότερα σε Α. Διοίκηση και Β.
Καταστήματα, τα οποία κατηγοροποίησε σε 1. Κεντρικό Κατάστημα, 4. ..., οδ. ... και 7. θυρίδες, και αποφάσισε τη χορήγηση επιδομάτων θέσεων ευθύνης σε όσους κατέχουν θέση εποπτείας στις προαναφερόμενες μονάδες, με ρητή αναφορά του ποσού που θα καταβάλλεται ανάλογα της θέσης και της μονάδας στην οποία υπηρετεί έκαστος των υπαλλήλων της, ως έναρξη δε χορήγησης ορίστηκε η 1.7.1981.
Στις 4.6.1982 δημοσιεύθηκε με απόφαση του Υπουργού Εργασίας στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως η από 18.5.1982 σ.σ.ε. 'Οργανισμού Τραπέζης ..., η οποία έχει ισχύ ουσιαστικού νόμου. Ο Οργανισμός αυτός, που καταρτίσθηκε κατά τα παραπάνω, σκοπό είχε να εξασφαλίσει ενιαία τάξη, ομοιομορφία και ίση μεταχείριση στην εκμετάλλευση, πράγμα, που επιτυγχάνεται με τη ρύθμιση γενικών και αφηρημένων διατάξεων, που έχουν άμεση και αναγκαστική ενέργεια σε όλο το προσωπικό, χωρίς να απαιτείται σχετική συμφωνία των μερών.
Στο άρθρο 5 αυτού που φέρει τον τίτλο 'Αποδοχές' ορίζεται ότι: "Ι. Α) Οι κάθε είδους αποδοχές του προσωπικού της Τράπεζας εξομοιώνονται με τις αντίστοιχες αποδοχές του προσωπικού της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδας. Η εξομοίωση αυτή θα είναι διαρκής και στο μέλλον, με την έννοια ότι κάθε μεταβολή των αποδοχών του προσωπικού της ΕΤΕ θα συνεπάγεται αντίστοιχη μεταβολή των αποδοχών του προσωπικού της Τράπεζας.
Δεδομένου ότι σαν βάση καθορισμού των κατά βαθμούς βασικών μισθών και των κάθε είδους λοιπών αποδοχών του προσωπικού της Τράπεζας, λαμβάνεται η αντιστοιχία του προσωπικού αυτού προς τους βαθμούς του προσωπικού της ΕΤΕ, όπως διαμορφώνονται από τους ισχύοντες κάθε φορά Οργανισμούς ή κανονισμούς των δύο Τραπεζών, κάθε μεταβολή προς το καλύτερο της βαθμολογικής καταστάσεως του προσωπικού της ΕΤΕ και κάθε άλλη θεσμικής φύσεως παροχή, αυτόματα έχει εφαρμογή και στο προσωπικό της Τράπεζας.
Για την καταβολή στο προσωπικό των οικονομικών ωφελημάτων που θα προκύπτουν κάθε φορά σύμφωνα με την παραπάνω ρύθμιση, θα εκδίδεται σχετική πράξη του διοικητικού συμβουλίου της Τράπεζας. Τα οικονομικά αποτελέσματα ανατρέχουν στον χρόνο που δημιουργείται η σχετική υποχρέωση στην ΕΤΕ και καταβάλλονται από το χρόνο αυτό στο προσωπικό...".
Σε εκτέλεση της ως άνω ρήτρας εξομοίωσης με τις αποδοχές των υπαλλήλων της ΕΤΕ το ΔΣ της Τράπεζας ... εξέδωσε α. την υπ' αριθμ. … Σειρά ....10.1983 εγκύκλιο με την οποία χορήγησε μία σειρά επιδομάτων μεταξύ των οποίων και το επίδομα βαθμού, ενώ με την υπ' αριθμ. … Σειρά ….12.1987 εγκύκλιο χορήγησε το επίδομα ξένης γλώσσας.
Κατά συνέπεια τα δύο αυτά επιδόματα, ήτοι βαθμού και ξένης γλώσσας, τα οποία ελάμβανε ο ενάγων, χορηγήθηκαν στον τελευταίο βάσει της ως άνω σ.σ.ε., δηλαδή έχουν ως πηγή ρύθμισης το άρθρο 5 του Οργανισμού της προαναφερομένης Τράπεζας, που θεσπίστηκε το 1982, η οποία (σ.σ.ε.), ως προαναφέρθηκε έχει ισχύ νόμου, και όχι βάσει των εγκυκλίων, ως αβασίμως ισχυρίζεται, με συνέπεια να μην συνιστούν όρους της ατομικής του σύμβασης εργασίας αλλά κανονιστικούς όρους της από 18.5.1982 σ.σ.ε.
Στις 18.12.1992 υπεγράφη μεταξύ της πρώην Τράπεζας ... Α.Ε. και του συλλόγου των εργαζομένων της η με ίδια ημερομηνία επιχειρησιακή συλλογική σύμβαση εργασίας, στο άρθρο 3 της οποίας ρητά αναφέρεται ότι: "3... Οι κάθε είδους αποδοχές και λοιπές θεσμικής φύσεως παροχές του προσωπικού θα αποτελούν αντικείμενο ελεύθερων συλλογικών διαπραγματεύσεων...
Οι αποδοχές αυτές δεν θα συνδέονται εφεξής με το σύστημα που ισχύει για το προσωπικό της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος. Οι αμοιβές και τα επιδόματα που καταβάλλονται και παρέχονται σήμερα στο προσωπικό εξακολουθούν να ισχύουν και είναι τα καταγραφόμενα στο προσυπογραφόμενο παράρτημα 1. Τυχόν άλλες μισθολογικές παροχές που καταβάλλονται σήμερα στο προσωπικό και δεν αναφέρονται στο παράρτημα αυτό δεν θίγονται και εξακολουθούν να ισχύουν..." Στο παράρτημα δε αυτό αναφέρονται μεταξύ των άλλων και τα επιδόματα ξένης γλώσσας, βαθμού και θέσεως ευθύνης.
Με την τελευταία αυτή επιχειρησιακή σ.σ.ε. δηλαδή αποσυνδέθηκαν οι αμοιβές των υπαλλήλων της τράπεζας με αυτές που δίνονταν στους υπαλλήλους της ΕΤΕ και όλα τα μέχρι τότε χορηγούμενα επιδόματα σε εκτέλεση της σ.σ.ε. της ΕΤΕ, μεταξύ των οποίων και το επίδομα βαθμού και επίδομα ξένης γλώσσας, τα οποία είχαν χορηγηθεί με τις προαναφερόμενες εγκυκλίους σε εκτέλεση του οργανισμού της τράπεζας, μνημονεύθηκαν σε αυτή για την πληρότητα της από τη συλλογική αυτή σύμβαση πρόβλεψης των αποδοχών των μισθωτών της τράπεζας αυτής, ενώ και το επίδομα θέσης ευθύνης, το οποίο, ως προαναφέρθηκε, είχε χορηγηθεί στους κατέχοντες θέση ευθύνης με την εγκύκλιο του έτους 1981 καθόσον τότε δεν υπήρχε Οργανισμός της Τράπεζας που, όπως προαναφέρθηκε, είχε ιδρυθεί μόλις το έτος 1980, κατέστη κανονιστικός όρος της σύμβασης αυτής, αφού ρητά αναφέρεται και συμπεριελήφθη στο παράρτημα αυτής, το οποίο ενσωματώθηκε σε αυτή, ενώ τυχόν άλλες μισθολογικές παροχές που καταβάλλονταν και δεν συμπεριελήφθησαν στο παράρτημα της ως άνω επιχειρησιακής σ.σ.ε.
ορίστηκε ότι δεν θίγονται με συνέπεια να εξακολουθεί να υφίσταται ο γενεσιουργός λόγος ύπαρξής τους και να μην καθίστανται κανονιστικοί όροι της σύμβασης. Την 4.1.1995, ημερομηνία κατά την οποία ο ενάγων ανέλαβε τη θέση του Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Μικροϋπολογιστών, το ως άνω επίδομα θέσης ευθύνης, το οποίο απέρρεε από νόμο δηλαδή από κανονιστική διάταξη, χορηγήθηκε στον ενάγοντα δυνάμει της προαναφερόμενης επιχειρησιακής σ.σ.ε.
της 18.12.1992, με συνέπεια το επίδομα αυτό να μην αποτελεί ατομικό συμβατικό όρο της σύμβασης εργασίας του... Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι στον ενάγοντα χορηγούνταν μηνιαία μέχρι και τον Ιούνιο του 2013 και δύο παροχές με την ονομασία 'επιχειρησιακή συλλογική σύμβαση 2006' και 'συμβατική διαφορά αποδοχών συμψηφιζόμενη'.
Ως προς την πρώτη, αυτή προέρχεται από τη διαφορά της ευνοϊκότερης επιχειρησιακής σ.σ.ε. του έτους 2006 έναντι της κλαδικής σ.σ.ε. της Ο.Τ.Ο.Ε. του 2006 και ειδικότερα με την επιχειρησιακή σ.σ.ε. του προσωπικού της εναγομένης για το 2006, που συνήφθη μεταξύ της εναγομένης και του Συλλόγου Εργαζομένων Τράπεζας Πειραιώς, ορίσθηκε ότι από 1.1.2006 αυξάνεται κατά 5% το σύνολο των συμβατικών αποδοχών των εργαζομένων της εναγομένης και ότι το ποσοστό αυτό θα συμψηφισθεί με την ανάλογη αύξηση (κατά μέρος ή στο σύνολό του) που θα χορηγηθεί από την ενδεχόμενη κλαδική σ.σ.ε.
Ο.Τ.Ο.Ε. - τραπεζών του έτους 2006. Η αύξηση, ωστόσο, που χορηγήθηκε με την κλαδική σ.σ.ε. του πιο πάνω έτους (2006) ήταν μικρότερη του 5% που χορηγήθηκε στους εργαζομένους της εναγομένης με την προαναφερόμενη επιχειρησιακή σ.σ.ε.
Συνεπώς απέμεινε ένα μέρος της διαφοράς αυτής μεταξύ της αύξησης της κλαδικής σ.σ.ε. του 2006 και της αύξησης της επιχειρησιακής σ.σ.ε. του ίδιου έτους, που χορηγούνταν στους εργαζομένους ως αυτοτελής παροχή με τίτλο 'επιχειρησιακή συλλογική σύμβαση 2006' και έχει κανονιστική νομική φύση, εφόσον προβλέπεται σε όρο συλλογικής σύμβασης εργασίας.
Ως προς την δεύτερη παροχή με την ονομασία 'συμβατική διαφορά αποδοχών συμψηφιζόμενη' αυτή έχει, ομοίως, κανονιστική νομική φύση εφόσον προβλέπεται σε όρους συλλογικών συμβάσεων εργασίας. Ειδικότερα, η εν λόγω παροχή ενσωματώνει διαφορές που προέκυψαν από αυξήσεις που δόθηκαν με τις επιχειρησιακές σ.σ.ε.
των ετών 2001, 2002 και 2003 με ρήτρα συμψηφισμού με τις αυξήσεις των κλαδικών σ.σ.ε. της Ο.Τ.Ο.Ε. των ετών 2001 και 2002-2003. Δηλαδή, η παροχή αυτή προέρχεται από τις προαναφερόμενες επιχειρησιακές σ.σ.ε. που είναι ευνοϊκότερες των κλαδικών σ.σ.ε. των αντίστοιχων ετών και αποτελούν τη διαφορά που προέκυψε υπέρ των εργαζομένων μετά το συμψηφισμό μέρους των αυξήσεων των επιχειρησιακών σ.σ.ε.
με τις (μικρότερες) αυξήσεις των αντίστοιχων κλαδικών σ.σ.ε..... Με βάση τα ως άνω αποδειχθέντα και δεδομένου ότι με την παρ. 4 του άρθρου 2 της 6/2012 ΠΥΣ οι κανονιστικοί όροι Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας που θα λήξει ή θα καταγγελθεί, εξακολουθούν να ισχύουν επί ένα τρίμηνο από τη λήξη ή την καταγγελία τους και ότι οι κανονιστικοί όροι Συλλογικής Σύμβασης που έχει ήδη λήξει ή καταγγελθεί ισχύουν για ένα τρίμηνο από την ισχύ του ν. 4046/2012, μετά δε την πάροδο του τριμήνου και εφόσον εν τω μεταξύ δεν έχει συναφθεί νέα Συλλογική Σύμβαση Εργασίας, εξακολουθούν να ισχύουν από τους κανονιστικούς αυτούς όρους αποκλειστικώς οι όροι εκείνοι που αφορούν α) τον βασικό μισθό ή το βασικό ημερομίσθιο και β) τα επιδόματα ωρίμανσης, τέκνων, σπουδών και επικινδύνου εργασίας, εφόσον τα επιδόματα αυτά προβλέπονταν στις Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας που έληξαν ή καταγγέλθηκαν, ενώ παύει αμέσως να ισχύει κάθε άλλο προβλεπόμενο σε αυτές επίδομα, χωρίς να απαιτείται προηγούμενη σύμφωνη γνώμη των εργαζομένων, η εν μέρει περικοπή των μισθολογικών παροχών με την ονομασία 'επίδομα βαθμού', 'επιχειρησιακή συλλογική σύμβαση 2006' και 'συμβατική διαφορά αποδοχών συμψηφιζόμενη' και η αντικατάστασή τους από άλλη παροχή που χαρακτηρίσθηκε από την εναγομένη ως 'οικειοθελής παροχή ελευθέρως ανακλητή', καθώς και ο χαρακτηρισμός των μισθολογικών παροχών με την ονομασία 'επίδομα βαθμού' και 'επίδομα ξένης γλώσσας' ως 'οικειοθελής παροχή ελευθέρως ανακλητή', δεν συνιστούν μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας του ενάγοντος.
Και τούτο διότι, ως προαναφέρθηκε, όλες οι προαναφερόμενες μισθολογικές παροχές έχουν κανονιστικό χαρακτήρα, όπως αναφέρθηκε παραπάνω, πηγάζουσες από τις προαναφερόμενες ε.σ.σ.ε. που η ισχύς τους έληξε μετά και την τρίμηνη παράταση, την 14η Μαΐου 2013, ενώ αυτές δεν εντάσσονται στο περιορισμένο εύρος της μετενέργειας των συλλογικών αυτών συμβάσεων".
Και με τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο έκρινε ότι η εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη είχε το δικαίωμα, βάσει των διατάξεων του άρθρου 2 της ΠΥΣ 6/2012, α. να περικόψει μονομερώς τις μισθολογικές παροχές με την ονομασία 'επίδομα βαθμού', 'επιχειρησιακή συλλογική σύμβαση 2006' και 'συμβατική διαφορά αποδοχών συμψηφιζόμενη' που προέβλεπαν οι αντίστοιχες σ.σ.ε.
και να τις αντικαταστήσει από άλλη παροχή που την χαρακτήρισε ως 'οικειοθελής παροχή ελευθέρως ανακλητή', και β. να χαρακτηρίσει τις μισθολογικές παροχές με την ονομασία 'επίδομα βαθμού' και 'επίδομα ξένης γλώσσας' ως 'οικειοθελής παροχή ελευθέρως ανακλητή', αφού μετά την δημοσίευση της 6/2012 ΠΥΣ εξακολούθησαν να ισχύουν οι κανονιστικοί όροι που αφορούν α) τον βασικό μισθό ή το βασικό ημερομίσθιο και β) τα επιδόματα ωρίμανσης, τέκνων, σπουδών και επικινδύνου εργασίας υπό την προϋπόθεση ότι προβλέπονταν στις συλλογικές συμβάσεις εργασίας που έληξαν, ενώ έπαυσε αμέσως να ισχύει κάθε άλλο προβλεπόμενο σε αυτές επίδομα, όπως το επίδομα ευθύνης, το επίδομα βαθμού, επίδομα ξένης γλώσσας, 'επιχειρησιακή συλλογική σύμβαση 2006' και 'συμβατική διαφορά αποδοχών συμψηφιζόμενη' και επομένως ορθά χαρακτηρίστηκαν από την εναγομένη οι ως άνω παροχές κανονιστικής φύσεως ως οικειοθελείς, με διατύπωση εκ μέρους της ρητής επιφύλαξης για αυτές, εφόσον δεν υφίσταται για αυτήν, μετά το προαναφερόμενο νέο νομοθετικό πλαίσιο, δέσμευση από το νόμο ή τη σύμβαση, και απέρριψε την αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος ως ουσία αβάσιμη.
Το Εφετείο, με το να οδηγηθεί στην προαναφερθείσα κρίση δεν παραβίασε, ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου τις ανωτέρω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, καθώς και των άρθρων 648, 649, 653 ΑΚ, του άρθρου 7 ν. 2112/1920, και τις διατάξεις του άρθρου 5 του Κανονισμού (Οργανισμού) της Τράπεζας ... ΑΕ, που καταρτίστηκε με την από 18-5-1982 σσε, η οποία δημοσιεύθηκε στις 4-6-1982 με απόφαση του Υπουργού Εργασίας στο ΦΕΚ και έχει ισχύ ουσιαστικού νόμου, της από 18-12-1992 εσσε που υπεγράφη μεταξύ της ως άνω Τράπεζας και των εργαζομένων της, της επιχειρησιακής σσε της αναιρεσίβλητης και της κλαδικής σσε της ΟΤΟΕ έτους 2006 και των εσσε της αναιρεσίβλητης και των κλαδικών σσε της ΟΤΟΕ των ετών 2001-2003.
Ειδικότερα, το Εφετείο, κατ' ορθή ερμηνεία και εφαρμογή των ως άνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου, υπήγαγε σ' αυτούς τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ανέλεγκτα ότι αποδείχθηκαν, κρίνοντας ότι οι πρόσθετες παροχές βαθμού, ξένης γλώσσας, ευθύνης, επιχειρησιακής συλλογικής σύμβασης 2006 και συμβατικής διαφοράς αποδοχών συμψηφιζόμενης, τα οποία ελάμβανε ο αναιρεσείων, προβλέπονταν σε ειδικές (επιχειρησιακές) σσε που η ισχύς τους έληξε δυνάμει του άρθρου 2 της ΠΥΣ 6/2012 την 14η Μαΐου 2013 και έκτοτε η αναιρεσίβλητη είχε δικαίωμα α) να περικόψει μονομερώς αυτές με την ονομασία επίδομα βαθμού, επιχειρησιακή συλλογική σύμβαση 2006 και συμβατική διαφορά αποδοχών συμψηφιζόμενη και να τις αντικαταστήσει από άλλη παροχή που τη χαρακτήρισε ως 'οικειοθελής παροχή ελευθέρως ανακλητή' και β) να χαρακτηρίσει τις μισθολογικές παροχές με την ονομασία επίδομα βαθμού και επίδομα ξένης γλώσσας ως 'οικειοθελής παροχή ελευθέρως ανακλητή'.
Περαιτέρω, διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά αιτιολογίες, ως προς τα ζητήματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ως άνω διατάξεων και συνεπώς δεν στερείται νόμιμης βάσης.
Ειδικότερα, α) ως προς τις πρόσθετες παροχές (επιδόματα) βαθμού και ξένης γλώσσας προσδιορίζει κατά τον άνω επαρκή τρόπο ότι αυτές χορηγήθηκαν στον αναιρεσείοντα βάσει της από 18-5-1982 σσε, δηλαδή έχουν ως πηγή ρύθμισης το άρθρο 5 του ως άνω Κανονισμού (Οργανισμού) της Τράπεζας ... ΑΕ που έχει ισχύ νόμου, κατά τους όρους της οποίας, η εργοδότριά του (ΤΜΘ) είχε συμβατική (κανονιστική) υποχρέωση συμμόρφωσης να εκδώσει τις σχετικές εγκυκλίους και δεν εξέδιδε αυτές με ελεύθερη βούληση ώστε να καταστούν ατομικοί του αναιρεσείοντος συμβατικοί όροι.
Οι κανονιστικοί δε όροι της συλλογικής συμβάσεως αυτής επενεργούν έξωθεν επί της ατομικής συμβάσεως, υποκαθιστώντας τους δυσμενέστερους όρους αυτής, για όσο χρόνο ισχύει η συλλογική σύμβαση και μέχρι την αντικατάστασή της με νεότερη συλλογική σύμβαση και δεν ενσωματώνονται σε αυτή, δεν αποτελούν δηλαδή περιεχόμενο της ατομικής συμβάσεως.
β) Ως προς το επίδομα θέσεως ευθύνης προσδιορίζει κατά τον άνω επαρκή τρόπο ότι χορηγήθηκε στον αναιρεσείοντα στις 4-1-1995, ημερομηνία κατά την οποία ο αναιρεσείων ανέλαβε τη θέση του προϊσταμένου της Υπηρεσίας Μικροϋπολογιστών, δυνάμει της από 18-12-1992 εσσε (Παράρτημα 1 στο οποίο το επίδομα αυτό ρητά αναφέρεται), με την οποία κατέστη κανονιστικός όρος αυτής, απέρρεε δηλαδή από κανονιστική διάταξη και όχι από ατομικό συμβατικό όρο της σύμβασης εργασίας του.
Και γ) ως προς τις πρόσθετες παροχές επιχειρησιακής συλλογικής σύμβασης 2006 και συμβατικής διαφοράς αποδοχών συμψηφιζόμενης, προσδιορίζει, επίσης, κατά τον άνω επαρκή τρόπο ότι πρόκειται για αυτοτελείς παροχές που έχουν κανονιστική νομική φύση, εφόσον προβλέπονται σε όρους συλλογικών συμβάσεων εργασίας και συγκεκριμένα στις ευνοϊκότερες επιχειρησιακές σσε έναντι των κλαδικών σσε της ΟΤΟΕ των ετών 2006 και 2001-2003 και δεν αποτελούν προσαύξηση του βασικού μισθού.
Περαιτέρω, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, δεν διαπίστωσε, έστω και εμμέσως, την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας στις δηλώσεις βουλήσεως των συμβαλλομένων στις από 18-5-1982 και 18-12-1992 εσσε, ώστε να χρειαστεί να προσφύγει και να εφαρμόσει τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ.
Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τους τρεις πρώτους λόγους του αναιρετηρίου, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τους αριθ. 1 εδ. α' & 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κρίνονται αβάσιμα και πρέπει να απορριφθούν, τα δε λοιπά υποστηριζόμενα από τον αναιρεσείοντα με τους λόγους αυτούς αναίρεσης πλήττουν την ουσία της υπόθεσης, που είναι αναιρετικά ανέλεγκτη.
Με το άρθρο 8 'τελικές διατάξεις' της από 14-5-2013 κλαδικής σ.σ.ε. Τραπεζών-ΟΤΟΕ για τα έτη 2013-2015 ορίζονται τα εξής: "Όλες οι προηγούμενες συλλογικές συμβάσεις εργασίας και διαιτητικές αποφάσεις του κλάδου, με οποιονδήποτε τρόπο κι αν θεσπίστηκαν και τέθηκαν σε ισχύ ακόμη και αν τυχόν έληξαν, επαναφέρονται σε ισχύ και εφόσον δεν τροποποιούνται ρητά με τις διατάξεις της παρούσας, αποτελούν αναπόσπαστο σύνολο και εξακολουθούν να ισχύουν παράλληλα με αυτές.
Ευνοϊκότεροι όροι και συνθήκες εργασίας, ρυθμίσεις μισθολογικές και πάσης φύσεως θεσμικές ή λοιπές παροχές που έχουν θεσπιστεί με διατάξεις νόμων, Ε.Γ.Σ.Σ.Ε., καθώς και για τους τραπεζοϋπαλλήλους με διατάξεις Σ.Σ.Ε., Δ.Α., Κανονισμών, Οργανισμών Προσωπικού Τραπεζών, Πρακτικών Συμφωνίας, Αποφάσεων Διοικητικών Συμβουλίων και Πράξεων Διοικήσεώς τους ή με έθιμο ή με επιχειρησιακή συνήθεια, δεν θίγονται από την παρούσα, αλλά εξακολουθούν να ισχύουν και να εφαρμόζονται στο προσωπικό των Τραπεζών".
Με τη διάταξη αυτή της εν λόγω κλαδικής σσε οι κοινωνικοί εταίροι δεν διατήρησαν τους όρους των επιχειρησιακών σσε, που έληξε αναγκαστικά η ισχύς τους δυνάμει του άρθρου 2 της ΠΥΣ 6/2012, αλλά η ρύθμιση επαναφέρει σε ισχύ, αποκλειστικά τις προηγούμενες ρυθμίσεις του κλάδου, δηλαδή τις προγενέστερες κλαδικές σσε και διαιτητικές αποφάσεις με συμβαλλόμενα μέρη τις Τράπεζες και την ΟΤΟΕ.
Με τη δεύτερη δε παράγραφο, διευκρινίζεται ότι οι διατάξεις της εν λόγω ρυθμίσεως δεν θίγουν άλλες νομοθετικές ή συλλογικές ρυθμίσεις που ισχύουν στο χώρο των Τραπεζών. Άλλωστε, για την ανανέωση της κανονιστικής δέσμευσης επιχειρησιακών σσε, των οποίων η ισχύς έληξε αναγκαστικά δυνάμει του άρθρου 2 της ΠΥΣ 6/2012 δεν αρκούσε η γενική και αόριστη παραπομπή σε σσε, όπως γίνεται με την προαναφερόμενη διάταξη (άρθ. 8 § 2) της από 14-5-2013 κλαδικής σσε.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης, ο αναιρεσείων αιτιάται την εφετειακή απόφαση για πλημμέλεια εκ του αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της παραπάνω διατάξεως του άρθρου 8 της από 14-5-2013 κλαδικής σσε μεταξύ τραπεζών και ΟΤΟΕ και του άρθρου 2 §§ 2 & 4 της ΠΥΣ 6/2012, έκρινε ότι έληξαν και δεν ανανεώθηκαν η από 18-12-1992 εσσε, καθώς και οι λοιπές επιχειρησιακές σσε της αναιρεσίβλητης. Σύμφωνα με την προηγούμενη σκέψη, το Εφετείο με το να οδηγηθεί στην κρίση ότι η επίμαχη από 18-12-1992 εσσε έληξε την 14η-5-2013 και η διάταξη του άρθρου 8 της από 14-5-2013 κλαδικής σ.σ.ε. Τραπεζών-ΟΤΟΕ δεν ασκεί έννομη επιρροή σ' αυτή (δεν την ανανέωσε), ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ανωτέρω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου και επομένως, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Μετά από όλα αυτά και μη προβαλλομένου ετέρου λόγου αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων λόγω της ήττας του στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, η οποία κατέθεσε προτάσεις και αιτείται την καταδίκη αυτή (ΚΠολΔ 176, 183, 189 § 1, 191 § 2), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 28-2-2019 και με αριθ. κατάθεσης .../1-3-2019 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1972/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 10 Ιουνίου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Οκτωβρίου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ