Legislator Case Law & Legislation
1041/2018 AI generated

1041/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1041/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12/5/2009 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3299/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4934/2015 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 10/3/2016 αίτησή της.

Legislator headnote

AI generated

1041/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα.

Keywords

AI generated
private bank banking policy banking secrecy private asset management commercial bank central bank
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1041 / 2018 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1041/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Πέππα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεράσιμου Φουρλάνου), Γεώργιο Λέκκα, Αθανάσιο Καγκάνη, Ιωάννη Μπαλιτσάρη και Θωμά Γκατζογιάννη-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 3 Απριλίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "....", που εδρεύει στην …και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Παπαχρήστο και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Κ. Γ. του Α., 2) Ι. Γ. του Α., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Βασαλάκη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12/5/2009 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3299/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4934/2015 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 10/3/2016 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία 4934/2015 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία απέρριψε και κατ' ουσία την έφεση που είχε ασκήσει η αναιρεσείουσα κατά της 3299/2014 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή η από 12.5.2009 αγωγή των αναιρεσίβλητων για καταβολή αποζημίωσης, καθώς επίσης δέχθηκε κατ' ουσίαν την από 29.10.2014 παρεμπίπτουσα αγωγή αυτών. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα (άρθρα 495 και 564 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα.

Η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 4/2014). Ο λόγος αυτός ιδρύεται και όταν η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου αφορά τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, γενικούς ή ειδικούς, με τους οποίους αίρονται οι ασάφειες ή καλύπτονται τα κενά που διαπιστώνονται στις δικαιοπρακτικές δηλώσεις βουλήσεως των μερών.

Ειδικότερα, παράβαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών, που περιέχονται στα άρθρα 173 και 200 ΑΚ, και αφορούν την αναζήτηση, κατά την ερμηνεία των δικαιοπραξιών, της αληθινής βουλήσεως των μερών χωρίς προσήλωση στις λέξεις και την ερμηνεία των συμβάσεων όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη, υφίσταται στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο της ουσίας, ενώ διαπιστώνει ρητώς ή εμμέσως, κατά τη μη υποκείμενη σε αναιρετικό έλεγχο κρίση του, την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στη δικαιοπραξία ως προς την έννοια της δήλωσης βουλήσεως, παραλείπει να προσφύγει στις γενικές ερμηνευτικές αρχές των άρθρων 173 και 200 Α.Κ.

προς διακρίβωση του νοήματος της δηλώσεως βουλήσεως ή να παραθέσει στην απόφασή του τα πραγματικά εκείνα στοιχεία από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή των κανόνων αυτών, είτε προσέφυγε στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες προς συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, μολονότι κατά την ανέλεγκτη ως προς αυτό κρίση του δέχθηκε ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας με την προσφυγή στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ (ΑΠ 426/2010), είτε προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών του διαπιστώσεων στους εν λόγω κανόνες και ιδίως στα αξιολογικά κριτήρια της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών και το πόρισμά του δεν είναι σύμφωνο με τις ως άνω αρχές (ΟλΑΠ 7/2006, ΑΠ 603/2017).

Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να γίνεται επίκληση στο αναιρετήριο ότι το δικαστήριο διαπίστωσε, ρητά ή έμμεσα, κενό ή αμφιβολία στις δηλώσεις των συμβαλλομένων και ότι παρά τη διαπίστωση αυτή παρέλειψε να προσφύγει στις ερμηνευτικές αρχές των άρθρων 173 και 200 του Α.Κ. ή ότι προσέφυγε μεν, αλλά εσφαλμένα υπήγαγε σ' αυτές τις πραγματικές διαπιστώσεις του (ΑΠ 628/2012, ΑΠ 1285/2011).

Στην προκείμενη περίπτωση με τον πρώτο από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ λόγο του αναιρετηρίου, προβάλλεται, κατά το πρώτο μέρος του, η αιτίαση ότι το Εφετείο, εντελώς εσφαλμένα και χωρίς να προσφύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών και χωρίς να μνημονεύει ρητά ότι υπήρχε βούληση των μερών για σύναψη τέτοιας σύμβασης, έκρινε ότι καταρτίστηκε άτυπη σύμβαση παροχής επενδυτικών συμβουλών, και με βάση αυτή τη σύμβαση προσάπτει στην αναιρεσείουσα πλημμελή εκπλήρωση των υποχρεώσεών της για διαφώτιση των αντιδίκων της και ανταπόκρισης στην εύλογα προσδοκώμενη ασφάλεια, μολονότι η σύμβαση που καταρτίστηκε μεταξύ της αναιρεσείουσας και των αντιδίκων της ήταν εκείνη της "σύμβασης εντολής για την εκτέλεση τραπεζικών πράξεων", όπως τιτλοφορείτο.

Ο λόγος αυτός είναι αόριστος και συνεπώς απαράδεκτος, διότι δεν γίνεται επίκληση στο αναιρετήριο ότι το Εφετείο διαπίστωσε ρητά ή έμμεσα κενό ή αμφιβολία ως προς την έννοια της δικαιοπρακτικής δήλωσης βουλήσεως των συμβαλλομένων στις συμβάσεις ώστε να έχει υποχρέωση προσφυγής στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 του Α.Κ.

και με την παράλειψη του να παραβιάζει ευθέως τις διατάξεις αυτές ώστε να ιδρύεται η εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ πλημμέλεια.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 15 παρ. 1 ν. 3632/1928 χρηματιστηριακές συναλλαγές είναι οι δικαιοπραξίες που συνάπτονται χρηματιστηριακώς και έχουν αντικείμενο χρηματιστηριακά πράγματα, ενώ με το άρθρο 16 του ίδιου νόμου καθορίζονται αποκλειστικά οι χρηματιστηριακές συναλλαγές (η αγορά και πώληση τοις μετρητοίς κ.λ.π.), μεταξύ των οποίων και κάθε παρεπόμενη δικαιοπραξία σχετιζόμενη με την ενέργεια και την εκτέλεση των κύριων χρηματιστηριακών συμβάσεων.

Στη συνέχεια με το άρθρο 20 παρ.1 ν. 1806/1988 αντικαταστάθηκε το άρθρο 16 ν. 3632/ 1928 και ορίστηκε ότι χρηματιστηριακές συναλλαγές θεωρούνται μόνο: α) η πώληση τοις μετρητοίς, η οποία καταρτίζεται σύμφωνα με τα προβλεπόμενα από τη σχετική νομοθεσία περί χρηματιστηρίων, β) η πώληση με ειδικές συμφωνίες, όπως ενδεικτικά η παράδοση των αξιών μετά την πάροδο ορισμένης προθεσμίας και γ) κάθε δικαιοπραξία συναφής με τη διενέργεια και την εκτέλεση των ανωτέρω συμβάσεων.

Στον όρο "πώληση" του άρθρου αυτού νοείται και η αγορά, καθόσον ο νομοθέτης ακολουθεί πλέον ορολογία του Αστικού Κώδικα. Στην κατηγορία γ' του άρθρου 20 παρ.1 ν. 1806/1988, δηλαδή των συναφών με τη διενέργεια και την εκτέλεση κυρίων χρηματιστηριακών συμβάσεων δικαιοπραξιών ή άλλως των παρεπόμενων των κυρίων χρηματιστηριακών συμβάσεων δικαιοπραξιών υπάγεται και η σύμβαση παραγγελίας χρηματιστηριακής αγοραπωλησίας.

Περαιτέρω κατά το άρθρο 15 παρ.6 ν. 3632/1928 κάθε αξίωση που πηγάζει από χρηματιστηριακή συναλλαγή παραγράφεται μετά πάροδο έτους από τη λήξη του έτους κατά το οποίο συνήφθη η συναλλαγή. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών, που καταργήθηκαν από 1.11.2007 με το άρθρο 85 του ν. 3606/2007, εφαρμόζονται όμως στην παρούσα υπόθεση, εφόσον οι ένδικες αξιώσεις ανάγονται σε προηγούμενο χρονικό διάστημα, και εν όψει της γενικότητας στη διατύπωση της διάταξης του άρθρου 15 παρ. 6 ν. 3236/1928, που δεν διακρίνει σε κύρια ή παρεπόμενη χρηματιστηριακή συναλλαγή, προκύπτει ότι η καθιερούμενη ενιαύσια παραγραφή ισχύει αποκλειστικά για τις αξιώσεις από συμβάσεις χρηματιστηριακών συναλλαγών κατά την προεκτεθείσα έννοια και συγκεκριμένα τόσο από τις κύριες χρηματιστηριακές συμβάσεις όσο και από τις παρεπόμενες ή συναφείς αυτών (ΟλΑΠ 16/2008, ΑΠ 725/2017), όχι, όμως, και στις αξιώσεις από άλλης μορφής συμβάσεις ούτε εκείνες που στηρίζονται σε αδικοπραξία, ανεξάρτητα αν αφορμή της τέλεσής της ήταν χρηματιστηριακή σύμβαση (ΑΠ 725/2017, ΑΠ 1376/2011).

Στην προκείμενη περίπτωση η αναιρεσείουσα με τον πρώτο, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγο της αίτησης αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 15 παρ. 1 και 6, 17 παρ. 1 του ν. 3632/1928, 20 παρ. 1 ν. 1806/1988, 24 παρ. 1 στοιχ.

ζ-ιδ ν. 2076/1992 και ν. 2396/1996, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τους, καθόσον ενώ με τους αναιρεσίβλητους είχε καταρτίσει συμβάσεις διαχείρισης του χαρτοφυλακίου τους, δηλαδή δικαιοπραξίες σχετιζόμενες με την ενέργεια και εκτέλεση χρηματιστηριακών πράξεων και συνεπώς συναφών προς τη σύμβαση χρηματιστηριακής παραγγελίας, επί των οποίων εφαρμόζεται αναλογικά η ενιαύσια παραγραφή του άρθρου 15 παρ. 1 και 6 ν. 3632/1928, το δικαστήριο απέρριψε την ένσταση αυτή θεωρώντας ότι οι επίμαχες συμβάσεις δεν είναι συναφείς προς αυτές για τις οποίες ισχύει η ενιαύσια ως άνω παραγραφή.

Ωστόσο, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο, με τις ουσιαστικές παραδοχές της, δέχτηκε, ότι οι ένδικες αξιώσεις των αναιρεσίβλητων και της χρηματιστηριακής εταιρείας προκύπτουν από καταρτισθείσες μεταξύ αυτών συμβάσεις παροχής επενδυτικών συμβουλών, αυτοτελείς και αυτόνομες, τόσο ως προς τη μετέπειτα εντολή αυτών προς την αναιρεσείουσα για αγορά του επίδικου τίτλου, με την οποία καταρτίζεται άλλη σύμβαση (χρηματιστηριακής παραγγελίας), όσο και με την κύρια χρηματιστηριακή συναλλαγή (αγορά του τίτλου), δηλαδή από ενδοσυμβατική ευθύνη από σύμβαση η οποία δεν ανήκει στις, κατά το άρθρο 20 παρ.1 ν. 1806/1988, χρηματιστηριακές συναλλαγές, και δεν είναι ούτε παρεπόμενη ούτε συναφής με τις συμβάσεις χρηματιστηριακών συναλλαγών, αλλά και λόγω αδικοπραξίας (εξωσυμβατική ευθύνη) λόγω αδικοπρακτικής συμπεριφοράς, ήτοι υπαίτιας και παράνομης, καθόσον παραβιάζει τις παρατιθέμενες διατάξεις του Κ.Δ.Ε.Π.Ε.Υ.

και έρχεται σε αντίθεση με τις αρχές της καλής πίστης και των συναλλακτικών και χρηστών ηθών. Με βάση δε αυτές τις παραδοχές έκρινε ότι για τις ένδικες αξιώσεις των αναιρεσίβλητων δεν ισχύει η ενιαύσια παραγραφή του άρθρου 15 παρ. 6 του ν. 3632/1928 και απέρριψε στη συνέχεια το σχετικό λόγο της έφεσης της αναιρεσείουσας, με τον οποίο παραπονείτο για την απόρριψη από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που είχε δεχθεί τα ίδια, της ένστασής της περί παραγραφής των ένδικων αξιώσεων.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τις ως άνω διατάξεις περί της ενιαύσιας παραγραφής, τις οποίες ορθά δεν εφάρμοσε, αφού με τις άνω παραδοχές του δεν είχαν εφαρμογή, και ο άνω λόγος της αίτησης αναίρεσης με το προαναφερόμενο περιεχόμενο, ερειδόμενος επί αναληθούς προϋποθέσεως, είναι αβάσιμος. Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει συνεπώς εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα, έτσι, να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 1/1999).

Δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται μόνον, όταν η πλημμέλεια αφορά παράβαση κανόνων ουσιαστικής φύσης και όχι δικονομικών διατάξεων, που ρυθμίζουν τη διαδικασία. Αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά, που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας, έτσι, την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ ΑΠ 15/2006).

Δηλαδή δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 166/2016). Συνακόλουθα τα επιχειρήματα ή οι κρίσεις του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και επομένως αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους, όπως και τους αρνητικούς της αγωγής ισχυρισμούς, οι οποίοι δεν συνιστούν "ζήτημα", που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. (ΑΠ 1266/2011).

Σε κάθε περίπτωση, ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι ορισμένος, εφόσον στο αναιρετήριο αναφέρεται, σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντιφατικότητα των αιτιολογιών της απόφασης, δηλαδή, εφόσον προσδιορίζεται, ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις σε σχέση με νόμιμο ισχυρισμό, που παραδεκτά προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε από το ίδιο το αναιρετήριο να προκύπτει η αποδιδόμενη στην απόφαση νομική πλημμέλεια (ΟλΑΠ 20/2005).

Με το δεύτερο λόγο της αίτησης, η αναιρεσείουσα αιτιάται ότι το Εφετείο εσφαλμένα δέχθηκε ότι μεταξύ αυτής και των αναιρεσίβλητων καταρτίστηκε σύμβαση παροχής επενδυτικών συμβουλών με υποχρέωση αυτής για διαφώτιση των αντιδίκων της, η δε προσβαλλόμενη απόφαση στερείται νόμιμης βάσης, καθόσον στην παραδοχή αυτή κατέληξε με ανύπαρκτες, αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες, αφού δεν μνημονεύει ρητά εάν υπήρχε βούληση των μερών για σύναψη τέτοιας σύμβασης, δεν αναφέρει και δεν αιτιολογεί από πού συνάγει τέτοια βούληση για κατάρτιση προφορικά αυτής της σύμβασης, πέραν της εγγράφως καταρτισθείσας σύμβασης εντολής για εκτέλεση τραπεζικών πράξεων, καθόσον δεν αρκεί προς τούτο μόνο το γεγονός καταγραφής του επενδυτικού προφίλ των αναιρεσίβλητων για τη στήριξη αυτού.

Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι το Εφετείο δέχθηκε, ως προς την ουσία της υπόθεσης, και ως προς το ενδιαφέρον για τον ερευνώμενο αναιρετικό λόγο μέρος, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα: "Στις 24.1.2005 ο πρώτος ενάγων, ως οικονομολόγος, και ο δεύτερος ως μηχανολόγος-μηχανικός, αποφάσισαν να συνεργαστούν με την εναγομένη, για να επενδύσουν συγκεκριμένα κεφάλαια σε χρηματοπιστωτικά προϊόντα.

Έτσι, κατάρτισαν με την εναγομένη τις υπ' αριθμ. ...-ΙΚ και ...-2Κ συμβάσεις παροχής επενδυτικών υπηρεσιών με τις οποίες η τελευταία ανέλαβε την υποχρέωση να καταρτίζει συναλλαγές στο χαρτοφυλάκιο των εναγόντων επενδυτών, σύμφωνα με τις εντολές που θα λάμβανε κάθε φορά από αυτούς επί όλων των χρηματοπιστωτικών μέσων της παραγράφου 1 (α) του άρθρου 2 ν. 2396/1996.

Ειδικότερα, η εναγόμενη ανέλαβε την υποχρέωση να παρέχει τις υπηρεσίες της στους ενάγοντες-επενδυτές, μέσω του private banking, στον τομέα των επενδύσεων σε επιλεγμένα χρηματοοικονομικά προϊόντα και θα χαρακτηρίζονταν από απόλυτη εχεμύθεια. Επίσης, συμφωνήθηκε οι ενάγοντες να δίνουν εντολές προς την εναγόμενη εταιρία για την παροχή επενδυτικών υπηρεσιών και τη διεκπεραίωση παρεπομένων πράξεων, όπως επίσης να προβαίνει σε αγορά ή πώληση τίτλων του χαρτοφυλακίου τους ύστερα από σχετική εντολή τους προς αυτήν.

Οι κάθε είδους εντολές των εναγόντων έπρεπε να ε"/αι σαφείς και να περιγράφουν με τη μεγαλύτερη δυνατή ακρίβεια το αντικείμενο τους. Για την εξυπηρέτηση των ως άνω συμβάσεων οι ενάγοντες άνοιξαν τους υπ' αριθμ. ...17-545 και ...30-312 κοινούς λογαριασμούς, και έδωσαν στην εναγομένη την ανέκκλητη εντολή να αναλαμβάνει ή να καταθέτει τα αντίστοιχα σε κάθε ιδιαίτερη συναλλαγή ποσά και να πραγματοποιεί τις σχετικές χρεοπιστώσεις.

Περαιτέρω, η εναγόμενη δεν θα αμειβόταν για τη διαχείριση του χαρτοφυλακίου, αλλά για την παροχή των επενδυτικών υπηρεσιών της, ανάλογα με το είδος της εκάστοτε εντολής (πχ. πώληση ή αγορά τίτλων) που θα λάμβανε από τους ενάγοντες (άρθρο 6 της σύμβασης σε συνδυασμό με το παράρτημα της σύμβασης) και σε συγκεκριμένο ποσοστό ανάλογα με το αντικείμενο της επένδυσης.

Επομένως, αποδεικνύεται ότι μεταξύ των διαδίκων δεν καταρτίστηκε ιδιόμορφη σύμβαση εκτελεστικής διαχείρισης χαρτοφυλακίου, όπως ισχυρίζεται η εναγόμενη, κατά την οποία ο επενδυτής εξουσιοδοτεί την ΕΠΕΥ ή την τράπεζα να προβαίνει η ίδια κατά την ελεύθερη κρίση της, στο πλαίσιο των γενικότερων κατευθυντήριων οδηγιών που της παρέχει ο επενδυτής, στη διοίκηση και διαχείριση του χαρτοφυλακίου του (π.χ.

αγορά ή πώληση τίτλων που περιλαμβάνονται σ' αυτό) στο όνομα και για λογαριασμό του, χωρίς να ζητά αυτή (η τράπεζα ή η ΕΠΕΥ), τη γνώμη του πριν τη διενέργεια των σχετικών επιμέρους συναλλαγών. Η τελική επενδυτική απόφαση ανήκε, μετά την πλήρη διαφώτιση και την πρόταση μιας επενδυτικής επιλογής από τον επενδυτικό σύμβουλο, στους ίδιους τους ενάγοντες και όχι στην εναγόμενη, η οποία δεν ήταν εξουσιοδοτημένη να λαμβάνει επενδυτικές αποφάσεις και να προβαίνει σε περιουσιακές διαθέσεις στο όνομα και για λογαριασμό των εναγόντων, δίχως την προηγούμενη ενημέρωση αυτών σχετικά με το αντικείμενο της επένδυσης.

Συνεπώς, η ανωτέρω σύμβαση δεν εμπίπτει στην έννοια του άρθρου 2 παρ. 1 περ. γ ν. 2396/1996. Ούτε αποδεικνύεται ότι συμφωνήθηκε μεταξύ των διαδίκων να παρέχει η εναγόμενη τράπεζα στους ενάγοντες ειδικές συμβουλές ενεργούς διαχείρισης των κεφαλαίων τους, δηλ. να συμβουλεύει τους ενάγοντες και κατά τη διάρκεια της επένδυσής τους, σχετικά με τους επωφελέστερους για αυτούς τρόπους διαχείρισης, ώστε να μπορούν οι ίδιοι να επιλέγουν κάθε φορά συγκεκριμένες ενέργειες (συμβουλευτική διαχείριση).

Αντίθετα, η ένδικη ως άνω σύμβαση αποτελεί σύμβαση παραγγελίας, στην οποίαν εφαρμόζονται οι διατάξεις για την εντολή και συμπληρωματικά για τη σύμβαση έργου, εφόσον οι εναγόμενες ανέλαβαν την υποχρέωση να εκτελούν τις εντολές των εναγόντων (execution only) στα πλαίσια του private banking. Απαιτούνταν δηλ. : α) η εντολή από τους ενάγοντες αγοράς ή πώλησης χρηματοπιστωτικών προϊόντων, β) η προς εκτέλεση της εντολής κατάρτιση της υποσχετικής δικαιοπραξίας με τον αντισυμβαλλόμενο στο όνομα και για λογαριασμό των εναγόντων και γ) η εκ μέρους της τράπεζας εκτέλεση της υποχρέωσής της έναντι του αντισυμβαλλομένου (π.χ επί αγοράς τίτλων, η καταβολή του τιμήματος), ενώ τη φύλαξη και διαχείριση των τίτλων θα αναλάμβανε η εναγόμενη ως θεματοφύλακας του εκάστοτε διαμορφούμενου χαρτοφυλακίου (άρθρο 9 της σύμβασης).

Τα ανωτέρω επιρρωνύονται από την προσκομιζόμενη από την εναγομένη εντολή ανοίγματος επενδυτικού χαρτοφυλακίου, όπου αυτή έχει επιλέξει μηδενική αμοιβή διαχείρισης, αναλαμβάνοντας την υποχρέωση να εκτελεί τις εντολές των εναγόντων. Δεν αποδείχθηκε ότι μεταξύ των διαδίκων συμφωνήθηκε ότι οποιαδήποτε εντολή που θα έδιναν οι ενάγοντες στην εναγομένη είναι απόρροια της ελεύθερης επιλογής τους, χωρίς δηλ.

να εξαρτάται αυτή από προηγούμενες επενδυτικές συστάσεις ή συμβουλές των επενδυτικών συμβούλων της εναγομένης. Για την υλοποίηση των ως άνω συμβάσεων, η εναγόμενη προέβη την ίδια ημέρα (24-1-2005), δια του ε¬πενδυτικού της συμβούλου Ι. Έ. και μαζί με τους ενάγοντες σε συμπλήρωση ερωτηματολογίου σχετικά με το επενδυτικό προφίλ των εναγόντων.

Οι ενάγοντες ενημέρωσαν τον πιο πάνω επενδυτικό σύμβουλο ότι επιθυμούν να προχωρήσουν σε επενδύσεις που να αποφέρουν καλύτερη μέση ετήσια απόδοση από τα προϊόντα της χρηματαγοράς και ότι αποδέχονται μόνο μικρές, βραχυπρόθεσμες διακυμάνσεις στην τρέχουσα αξία του χαρτοφυλακίου τους, με επενδυτικό ορίζοντα από 1 έως 3 έτη.

Το γεγονός αυτό, σε συνδυασμό με την προηγούμενη επενδυτική εμπειρία των εναγόντων, η οποία σχετιζόταν με μετοχές ΧΑΑ και εξωτερικού, ομόλογα (διεθνή και ελληνικά), συνάλλαγμα και αμοιβαία κεφάλαια, κατέτασσαν τους ενάγοντες στην κατηγορία των επενδυτών με συντηρητικό επενδυτικό προφίλ, γεγονός το οποίο κατέγραψε ο Ι.

Έ., τόσο στο σχετικό έντυπο ερωτηματολόγιο, όσο και στην εντολή ανοίγματος του ανωτέρω υπ' αριθμ. ...30-312 επενδυτικού λογαριασμού, όπου καταγράφονται τα χαρακτηριστικά του χαρτοφυλακίου, και στο οποίο η εναγόμενη έχει επιλέξει να ακολουθήσει συντηρητική επενδυτική στρατηγική. Επομένως, κατά το χρόνο των ανωτέρω συμβάσεων οι ενάγοντες είχαν ενημερώσει την εναγόμενη ότι ενδιαφέρονται να επενδύσουν σε προϊόντα τα οποία θα προστάτευαν κατ' αρχήν το επενδυθέν κεφάλαιο τους και εν συνεχεία θα μπορούσαν να τους προσφέρουν καλύτερες αποδόσεις, συγκριτικά με αυτές που τους προσέφερε έως τότε η τοποθέτηση των χρημάτων τους σε προθεσμιακούς τραπεζικούς λογαριασμούς.

Έτσι, αποδεικνύεται ότι η καταρτισθείσας σύμβαση μεταξύ των διαδίκων ήταν αυτή της παροχής επενδυτικών συμβουλών, η οποία είναι αυτοτελής και αυτόνομη, τόσο ως προς την μετέπειτα χρονικά εντολή των εναγόντων προς την εναγόμενη να εκτελέσει την αγορά του εν λόγω τίτλου, με την οποία καταρτίζεται άλλη σύμβαση μεταξύ των διαδίκων (παραγγελίας χρηματιστηριακής παραγγελίας), όσο και με την κύρια χρηματιστηριακή συναλλαγή (αγορά του τίτλου).

Η σύμβαση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών είναι κατ' άρθρο 4 παρ. 1 περ. ε ν. 3606/2007 ανεξάρτητη κύρια επενδυτική υπηρεσία και δραστηριότητα, διαφοροποιείται πλήρως από τη λήψη, διαβίβαση και εκτέλεση εντολών των πελατών της Ε.Π.Ε.Υ. και της διαχείρισης χαρτοφυλακίου, δεν συνάπτεται εξ αιτίας ή αφορμής άλλης σύμβασης χρηματιστηριακού δικαίου και συνεπώς δεν είναι παρακολούθημα τέτοιου είδους σύμβασης.

Επομένως, ο ισχυρισμός της εναγομένης περί εφαρμογής της ειδικής ενιαύσιας παραγραφής του άρθρου 15 παρ. 6 ν. 3632/1928 στην ένδικη αξίωση των εναγόντων αλυσιτελώς προβάλλεται με τον πρώτο λόγο έφεσης και πρέπει να απορριφθεί, εφόσον η ετήσια παραγραφή ισχύει μόνον για τις κύριες ή παρεπόμενες χρηματιστηριακές συναλλαγές.

Το Φεβρουάριο του 2005, ο- προαναφερθείς επενδυτικός σύμβουλος της εναγομένης πρότεινε στους ενάγοντες να αγοράσουν ένα χρηματοοικονομικό προϊόν το οποίο τους παρουσίασε ως ομόλογο, έκδοσης της εταιρίας ... με ημερομηνία λήξης το έτος 2049. Ειδικότερα, τους διαβεβαίωσε ότι επρόκειτο για ένα ομόλογο, το οποίο, χωρίς να κινδυνεύει το κεφάλαιο της επένδυσης τους, θα τους αποφέρει σημαντικά κέρδη, αφού δεν θα χρειαζόταν να αναμένουν μέχρι το έτος 2049 για να αναλάβουν το επενδυθέν κεφάλαιο τους, καθώς μετά τα πέντε πρώτα έτη, στα οποία θα λάμβαναν τόκους ίσους με το 6% της αρχικής ονομαστικής του αξίας, θα μπορούσαν να το πωλήσουν ανά πάσα στιγμή στην αρχική ονομαστική του αξία.

Παράλληλα, παρουσίασε το ως ένα ομόλογο ως υψηλής διαπραγμάτευσης και με πολύ καλές προοπτικές απόδοσης. Ταυτόχρονα, τους απέστειλε με fax ένα έγγραφο στο οποίο αποτυπώνονταν επιγραμματικά και κωδικοποιημένα τα χαρακτηριστικά του ανωτέρω "ομολόγου" στην αγγλική γλώσσα, δίχως μετάφραση στην ελληνική γλώσσα, με βάση το οποίο οι ενάγοντες, σε κάθε περίπτωση, μη έχοντας ειδικές γνώσεις στην ανάγνωση και ανάλυση των κωδικών και των λοιπών αριθμητικών χρηματοοικονομικών στοιχείων αδυνατούσαν να κατανοήσουν την ειδικότερη φύση, το είδος και τη λειτουργία του ανωτέρω προϊόντος, με αποτέλεσμα να πιστέψουν στις ανωτέρω διαβεβαιώσεις του επενδυτικούς τους συμβούλου, και να θεωρήσουν ότι επρόκειτο για ένα ομόλογο, με τα γνωστά κοινά χαρακτηριστικά και ιδιότητες που διέπουν την έκδοση και τη λειτουργία αυτού.

Στο έγγραφο αυτό εμφανιζόταν η εκδότρια του τίτλου, η χώρα έκδοσής (Jersey), το νόμισμα (ευρώ) και η φράση "εγγυημένη τράπεζα" (BANK GUARANTEED). Με βάση τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά και το ότι ο ως άνω υπάλληλος της εναγομένης γνώριζε το συντηρητικό τους επενδυτικό προφίλ, οι ενάγοντες αγόρασαν στις 18.2.2005 το ανωτέρω "ομόλογο" ύστερα από σχετική εντολή που έδωσαν στον πρώτο, καταβάλλοντας το ποσό των 300.000 ευρώ και των 200.00 ευρώ και συνολικά 500.000 ευρώ.

Κατά την παρουσίαση του επίδικου "ομολόγου" ως την κατάλληλη επενδυτική επιλογή, καταρτίστηκε σιωπηρά μεταξύ των διαδίκων άτυπη σύμβαση παροχής επενδυτικών συμβουλών, εφόσον οι ενάγοντες στήριζαν τις επενδυτικές τους επιλογές στην ενημέρωση που θα τους παρείχε ο ως άνωprivate banker που διέθετε εξειδικευμένες γνώσεις ως προς τα χρηματοπιστωτικά μέσα".

Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, δεν στέρησε την απόφαση του νόμιμης βάσης, ως προς το παραπάνω κρίσιμο ζήτημα της μορφής της καταρτισθείσας σύμβασης, αφού διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο και δικαιολογούν ότι η καταρτισθείσα σύμβαση ήταν εκείνη της παροχής επενδυτικών συμβουλών.

Ειδικότερα, δικαιολογούν το πόρισμα αυτό του Εφετείου, οι περιεχόμενες στην προσβαλλόμενη απόφαση αιτιολογίες του ότι οι αναιρεσίβλητοι, μαζί με τον επενδυτικό σύμβουλο της αναιρεσείουσας συμπλήρωσαν ερωτηματολόγιο σχετικά με το επενδυτικό προφίλ αυτών, με βάση το οποίο κατετάγησαν στην κατηγορία επενδυτών με συντηρητικό επενδυτικό προφίλ, και έτσι κατέγραψε αυτούς ο επενδυτικός σύμβουλος στο ερωτηματολόγιο και στην εντολή ανοίγματος του επενδυτικού λογαριασμού, ενημέρωσαν τον επενδυτικό σύμβουλο ότι επιθυμούν να επενδύσουν σε προϊόντα τα οποία προστάτευαν κατ' αρχήν το επενδυθέν κεφάλαιό τους και στη συνέχεια θα μπορούσαν να τους προσφέρουν καλύτερες αποδόσεις συγκριτικά με αυτές που τους προσέφερε η έως τότε τοποθέτηση των χρημάτων τους σε προθεσμιακές καταθέσεις, να προχωρήσουν σε επενδύσεις που να αποφέρουν καλύτερη μέση ετήσια απόδοση από τα προϊόντα της χρηματαγοράς αποδεχόμενοι μόνο μικρές βραχυπρόθεσμες διακυμάνσεις στην τρέχουσα αξία του χαρτοφυλακίου τους, με επενδυτικό ορίζοντα από 1 έως 3 έτη, ότι στα πλαίσια αυτής της σύμβασης ο επενδυτικός σύμβουλος τους πρότεινε να αγοράσουν την επίδικη άληκτη υβριδική ομολογία την οποία είχε εκδώσει η "..." μέσω θυγατρικής της εταιρίας με έδρα τη νήσο/κράτος Jersey και το οποίο ανήκε στα λεγόμενα "ομόλογα ατελεύτητης διάρκειας", άλλως "διηνεκή" ή "αιώνια" ή "αόριστης διάρκειας ομόλογα" (perpetual bonds), επειδή στήριζαν τις επενδυτικές τους επιλογές στην ενημέρωση που θα τους παρείχε ο επενδυτικός σύμβουλος που διέθετε εξειδικευμένες γνώσεις ως προς τα χρηματοπιστωτικά μέσα.

Η προσβαλλόμενη ρητά αναφέρεται στην παραδοχή της περί κατάρτισης σύμβασης επενδυτικών συμβουλών και ότι συνάγει την κρίση της από τα προσκομισθέντα με επίκληση και αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να είναι αναγκαίο να προσδιορίσει σε ποιο συγκεκριμένα στήριξε την παραδοχή της αυτή, ούτε έπρεπε να αιτιολογήσει γιατί τα μέρη κατάρτισαν εκτός από τη γραπτή σύμβαση εντολής για την εκτέλεση τραπεζικών πράξεων και προφορικά σύμβαση παροχής επενδυτικών συμβουλών.

Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ως προς την απόδοση της πλημμέλειας περί ανυπαρξίας άλλως ανεπάρκειας αιτιολογιών, είναι αβάσιμος, ως προς την επίκληση δε αντιφατικών αιτιολογιών είναι αόριστος, καθόσον δεν αναφέρει σε τι συνίσταται η αντιφατικότητα των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης.

Κατ' ακολουθία, πρέπει να απορριφθεί η από 10.3.2016 αίτηση για αναίρεση της 4934/2015 απόφασης του Εφετείου Αθηνών και να διαταχθεί, κατά την παρ. 4 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, που προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 του ν. 4055/2012, η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο των παραβόλων που κατατέθηκαν από την αναιρεσείουσα υπέρ του Δημοσίου και του ΤΑ.Χ.ΔΙ.Κ., κατά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και επισυνάφθηκαν στη σχετική 153/29.3.2016 έκθεση κατάθεσης της Γραμματέα του Εφετείου Αθηνών.

Εξάλλου, η αναιρεσείουσα που νικήθηκε πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, κατά το σχετικό αίτημα αυτών (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 10.3.2016 αίτηση της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "..." για αναίρεση της 4934/2015 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο των παραβόλων υπέρ του Δημοσίου και υπέρ του ΤΑ.Χ.ΔΙ.Κ. που κατατέθηκαν κατά την άσκηση της αναίρεσης.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Μαΐου 2018.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και νυν Πρόεδρος Αρείου Πάγου

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 5 Ιουνίου 2018.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ