1041/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Μαρτίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1041/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 562§2 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.
Full text
Απόφαση 1041 / 2017 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1041/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Σακκά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίστηκε με την υπ’ αριθμ. 64/2017 Πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, κωλυομένης της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Δήμητρας Παπαντωνοπούλου, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Γεώργιο Κοντό, Αβροκόμη Θούα και Γεώργιο Αποστολάκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Μαρτίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ν. Σ. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κυριάκο Παραβάντη.
Του αναιρεσιβλήτου: Ν. Π. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Βρέλλο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13-5-2005 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5941/2008 του ίδιου Δικαστηρίου και 7260/2009 του Εφετείου Αθηνών.
Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκε αναίρεση και εκδόθηκε η 72/2013 απόφαση του Α1 Τμήματος του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την 7260/2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές.
Στη συνέχεια εκδόθηκε η 1008/2015 του Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 30-5-2016 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.- Επί της αγωγής του αναιρεσείοντος περί αποζημιώσεως από αδικοπραξία, την οποία απηύθυνε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά του αναιρεσίβλητου, εκδόθηκε η υπ’ αριθ. 5941/2008 οριστική απόφαση που την έκανε εν μέρει δεκτή. Ακολούθως, κατόπιν εφέσεως του εναγομένου εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων η υπ’ αριθ. 7260/2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που την έκανε δεκτή, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και δέχθηκε την αγωγή κατά ένα μέρος, απορρίπτοντας ως αβάσιμη από ουσιαστική άποψη την ένσταση παραγραφής που ο εκκαλών-εναγόμενος είχε προβάλλει. Η απόφαση αυτή, μετά από αίτηση του εναγομένου, αναιρέθηκε με την υπ’ αριθ. 72/2013 απόφαση του Αρείου Πάγου ως προς το κεφάλαιο του λόγου έφεσης που αναφερόταν στην ένσταση παραγραφής. Εν τέλει εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων η υπ’ αριθ. 1008/2015 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία έγινε δεκτός ο ανωτέρω λόγος της έφεσης και, αφού εξαφανίσθηκε η πρωτόδικη απόφαση, απορρίφθηκε η αγωγή. Κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως ο εφεσίβλητος-ενάγων άσκησε την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, η οποία είναι παραδεκτή (άρθρα 577§1 ΚΠολΔ) διότι ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 ΚΠολΔ).
2.- Κατά το άρθρο 70 ΚΠολΔ, αναγνωριστική αγωγή δύναται να εγείρει όποιος έχει έννομο συμφέρον για τη δικαστική αναγνώριση της ύπαρξης ή μη κάποιας έννομης σχέσης. Γίνεται δεκτό ότι ναι μεν η αναγνωριστική αγωγή δεν υπόκειται σε παραγραφή, πλην όμως δεν συντρέχει έννομο συμφέρον για την άσκησή της, όταν η αξίωση της οποίας ζητείται η αναγνώρισα έχει ήδη υποκύψει σε παραγραφή ή αποκλειστική προθεσμία ή γενικά έχει αποσβεσθεί (ΑΠ 72/2013).
Εξάλλου, το άρθρο 937 ΑΚ ορίζει ότι "η απαίτηση από αδικοπραξία παραγράφεται μετά πενταετία αφότου ο παθών έμαθε τη ζημιά και τον υπόχρεο προς αποζημίωση, σε κάθε περίπτωση όμως η απαίτηση παραγράφεται μετά την πάροδο είκοσι ετών από την πράξη. Αν η αδικοπραξία αποτελεί συνάμα κολάσιμη πράξη, που κατά τον ποινικό νόμο υπόκειται σε μακρότερη παραγραφή, αυτή ισχύει και για την απαίτηση αποζημίωσης".
Η δεύτερη παράγραφος της παραπάνω διατάξεως υπαγορεύθηκε από το λόγο ότι δεν θα ήταν δικαιολογημένη η κατάλυση μέσω της παραγραφής της προς αποζημίωση αστικής απαιτήσεως, ενόσω ο δράστης της αδικοπραξίας θα ήταν ακόμη εκτεθειμένος στην βαρύτερα πλήττουσα αυτόν ποινική δίωξη και στη συνέχεια καταδίκη.
Για την εφαρμογή της παρ. 2 του παραπάνω άρθρου πρέπει να συντρέχουν οι παρακάτω προϋποθέσεις: 1) η αδικοπραξία πρέπει να αποτελεί συνάμα κολάσιμη κατά τον ποινικό νόμο πράξη. Δεν αποτελεί όμως προϋπόθεση η προηγούμενη άσκηση ποινικής διώξεως και η τιμωρία του δράστη. Αν δεν έχει προηγηθεί άσκηση ποινικής διώξεως, το πολιτικό δικαστήριο που κρίνει την αγωγή αποζημιώσεως ερευνά τη συνδρομή των υποκειμενικών και αντικειμενικών προϋποθέσεων της κολάσιμης πράξεως και 2) η ποινική αξίωση της πολιτείας για την τιμώρηση της αξιόποινης πράξεως πρέπει να υπόκειται σε μακρότερη παραγραφή.
Για τη διαπίστωση αν η ποινική παραγραφή της καλύπτουσας την αδικοπραξία κολάσιμης πράξεως είναι ή όχι μακρότερη από την αστική παραγραφή της απαιτήσεως από την αδικοπραξία θα ληφθεί υπόψη ο χαρακτηρισμός της κολάσιμης πράξεως ως κακουργήματος, πλημμελήματος ή πταίσματος και η προβλεπόμενη στον ποινικό νομό, αναλόγως, ποινική παραγραφή, όπως αυτή ως προς τη διάρκειά της καθαρίζεται στο άρθρο 111 του Π.Κ.
ή σε διάταξη άλλου, ειδικού, ποινικού νόμου, η οποία προκειμένου περί πλημμελημάτων ανέρχεται σε πέντε (5) έτη, ενώ προκειμένου περί κακουργημάτων, για τα οποία δεν προβλέπεται ποινή θανάτου ή ισόβιας κάθειρξης, ανέρχεται σε δεκαπέντε (15) έτη και σύμφωνα με το άρθρο 17 του ΠΚ αρχίζει από το χρόνο κατά τον οποίο ο υπαίτιος ενήργησε ή όφειλε να ενεργήσει, δηλαδή η αφετηρία της ποινικής παραγραφής μπορεί να είναι διαφορετική από την αφετηρία της αστικής από αδικοπραξία απαιτήσεως, όπως αυτή προβλέπεται στην παρ. 1 του άρθρου 937 ΑΚ.
Εξάλλου, για τη διακρίβωση αν, προκειμένου περί πλημμελημάτων ή κακουργημάτων, είναι ή όχι μακρότερη η ποινική παραγραφή σε σύγκριση με την αστική παραγραφή, δεν συνυπολογίζεται το οριζόμενο από την παρ. 3 του άρθρου 113 Π.Κ. μέγιστο διάστημα της αναστολής, κατά το οποίο διαρκεί η κύρια διαδικασία και εωσότου γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση και το οποίο ανέρχεται σε τρία (3) έτη για τα πλημμελήματα και πέντε (5) έτη για τα κακουργήματα (ΟλομΑΠ 21/2003, ΑΠ 415/2015).
Τη μακρότερη παραγραφή της κολάσιμης πράξης και το χαρακτηρισμό της πράξης ως κακούργημα επικαλείται και αποδεικνύει με αντένσταση ο ενάγων έναντι της ενστάσεως της πενταετούς παραγραφής που προτείνεται από τον εναγόμενο (για το χαρακτήρα του ισχυρισμού ως αντενστάσεως βλ. ΑΠ 415/2015). Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 386 ΠΚ, όπως είχε κατά τον ενδιαφέροντα εν προκειμένω χρόνο (Ιούλιος 1995), δηλαδή προτού η παρ. 3 αυτού τροποποιηθεί με το άρθρο 1 παρ. 11 ν. 2408/1996: "1.
Όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη, ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν η ζημιά που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. 2. ... 3.
Επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών: α) αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ’ επάγγελμα ή κατά συνήθεια και β) αν οι περιστάσεις υπό τις οποίες έγινε η πράξη μαρτυρούν ότι ο υπαίτιος είναι ιδιαίτερα επικίνδυνος". Επομένως, κατά τον ανωτέρω χρόνο για το χαρακτηρισμό απάτης, που συνιστά τη ζημιογόνο άδικη πράξη, ως κακούργημα και την εξ αυτού του λόγου εφαρμογή της μακρότερης παραγραφής της αξιώσεως προς αποζημίωση του απατηθέντος, πρέπει ο τελευταίος να επικαλεσθεί και να αποδείξει ότι συντρέχει μία από τις δύο ως άνω επιβαρυντικές περιστάσεις.
Και ναι μεν μεταγενέστερα προστέθηκε και άλλη επιβαρυντική περίσταση, που καθιστά αυτοτελώς την απάτη κακούργημα και συγκεκριμένα αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά αρχικά το ποσό των 73.000 ευρώ και στη συνέχεια των 120.000 ευρώ (όπως η παρ. 3 αντικαταστάθηκε από το άρθρο 14 παρ.4 του Ν. 2721/1999, τα δε χρηματικά ποσά αναπροσαρμόσθηκαν με το άρθρο 25 παρ. 1ιδ’ και παρ. 2δ’ του Ν 4055/2012), πλην όμως η ρύθμιση αυτή δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη και να καταστήσει αναδρομικά την αρχικά πλημμεληματική απάτη κακούργημα, διότι η καθιερούμενη στο άρθρο 7 παρ.1 Συντάγματος και 1 ΠΚ αρχή "nullum crimen nulla poena sine lege" απαιτεί η πράξη να τιμωρείται βάσει του νόμου που ίσχυε κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης και γι’ αυτό δεν μπορεί να τύχει αναδρομικής εφαρμογής οποιοσδήποτε μεταγενέστερος ουσιαστικός κανόνας δικαίου που συνεπάγεται δυσμενέστερα αποτελέσματα για το δράστη (ΑΠ 297/2007).
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 562§2 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.
Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.
Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης είχε προταθεί στο δικαστήριο το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και μάλιστα ότι είχε προταθεί νόμιμα. Όπως δε προκύπτει από τη διάταξη αυτή, το καθιερούμενο απαράδεκτο αναφέρεται σε όλους τους προβλεπόμενους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ λόγους αναίρεσης (ΑΠ 30/2006).
Εν προκειμένω, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο, αφού πρώτα δέχθηκε ότι ο εναγόμενος με τις -λεπτομερώς περιγραφόμενες- κατ’ εξακολούθηση τρεις πράξεις απάτης, που έλαβαν χώρα κατά το διάστημα από αρχές Δεκεμβρίου 1994 μέχρι 31.1.1995, προκάλεσε στον ενάγοντα συνολικά ζημία ύψους 49.703.743 δρχ. (21.903.743+14.600.000+13.300.000) ή 145.865,70 ευρώ, εν τέλει δεχόμενο την παραδεκτώς προβληθείσα στο δεύτερο βαθμό ένσταση του εναγομένου περί παραγραφής της αξιώσεως αποζημιώσεως λόγω παρελεύσεως διαστήματος μεγαλύτερου των πέντε ετών από το τέλος Ιουνίου 1995, που έκρινε ως χρόνο γνώσεως της ζημίας και του προς αποζημίωση υπόχρεου, δέχθηκε το σχετικό λόγο της εφέσεως του εναγομένου, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και απέρριψε την -με αναγνωριστικό αίτημα- αγωγή για έλλειψη έννομου συμφέροντος, αφού η προς αναγνώριση φερόμενη αξίωση είχε παραγραφεί.
Προηγουμένως, είχε απορρίψει ως αβάσιμη την αντένσταση του ενάγοντος περί διακοπής της παραγραφής αφενός λόγω ασκήσεως άλλης προηγούμενης αγωγής και αφετέρου λόγω αναγνωρίσεως της ένδικης οφειλής από τον εναγόμενο. Με το μοναδικό λόγο της υπό κρίση αιτήσεως ο ενάγων και εφεσίβλητος αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ισχυριζόμενος ότι, αν και από το σύνολο των παραδοχών της προσβαλλόμενης προκύπτει ότι η πράξη της απάτης που διέπραξε σε βάρος του ο εναγόμενος ήταν κολάσιμη και είχε χαρακτήρα κακουργήματος, εν τούτοις το Εφετείο λόγω εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 937 παρ. 2 ΑΚ και 386 ΠΚ έκρινε ότι ο χρόνος παραγραφής της ένδικης αξιώσεως ήταν πενταετής και όχι δεκαπενταετής και άρα δεν είχε υποκύψει σε παραγραφή μέχρι την άσκηση της αγωγής, με αποτέλεσμα (αντί να την απορρίψει) να κάνει δεκτή την ένσταση του εναγομένου που οδήγησε στην απόρριψη της αγωγής του.
Ωστόσο, ο λόγος αυτός της αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως αόριστος, αφού ο αναιρεσείων δεν αναφέρει ότι ο -περί μακρότερης παραγραφής της κολάσιμης πράξης που συνιστά κακούργημα- ισχυρισμός του, στον οποίο στηρίζεται ο λόγος αναίρεσης και κατά τα προαναφερόμενα αποτελεί αντένσταση κατά της ένστασης (πενταετούς) παραγραφής του εναγομένου, είχε προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας, ούτε αναφέρει το χρόνο και τρόπο πρότασής του, ώστε να μπορεί να κριθεί αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος, δεδομένου ότι δεν εμπίπτει σε κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Σε κάθε δε περίπτωση πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι από την επισκόπηση των από 2.10.2014 προτάσεων του αναιρεσείοντος ενώπιον του Εφετείου προκύπτει ότι δεν πρόβαλε τέτοια αντένσταση, ενώ περαιτέρω ο ισχυρισμός του ότι από το σύνολο των παραδοχών του Εφετείου προκύπτει ότι η πράξη της απάτης που διέπραξε σε βάρος του ο εναγόμενος ήταν κολάσιμη με χαρακτήρα κακουργήματος, στηρίζεται σε αναληθή προϋπόθεση διότι από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως συνάγεται μεν ότι η τελεσθείσα απάτη ήταν ποινικά κολάσιμη κατά το άρθρο 386 παρ. 1 ΠΚ, όχι όμως και ότι αυτή είχε (κατά τον κρίσιμο εν προκειμένω χρόνο της τελέσεως της πράξεως, δηλαδή αρχές Δεκεμβρίου 1994 μέχρι 31.1.1995) χαρακτήρα κακουργήματος, αφού ουδόλως διαλαμβάνονται παραδοχές, θεμελιωτικές των προϋποθέσεων χαρακτηρισμού της απάτης ως κακουργήματος, δηλαδή ότι ο εναγόμενος διέπραττε απάτες κατ’ επάγγελμα ή κατά συνήθεια ή ότι οι περιστάσεις υπό τις οποίες έγινε η πράξη μαρτυρούσαν ότι είναι ιδιαίτερα επικίνδυνος.
Μόνη η παραδοχή ότι η προξενηθείσα ζημία ανέρχεται σε 145.865,70 ευρώ, υπερβαίνει δηλαδή συνολικά το ποσό των 73.000 αλλά και των 120.000 ευρώ, δεν μπορεί να καταστήσει αναδρομικά την ένδικη απάτη κακούργημα, δεδομένου ότι, όπως προαναφέρθηκε, η επιβαρυντική αυτή περίπτωση προβλέφθηκε για πρώτη φορά με το άρθρο 14 παρ. 4 του Ν. 2721/1999 που ισχύει από 3.6.1999.
Επομένως, δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη και να καταστήσει αναδρομικά την αρχικά πλημμεληματική απάτη κακούργημα, αφού η καθιερούμενη στο άρθρο 7 παρ.1 Συντάγματος και 1 ΠΚ αρχή "nullum crimen nulla poena sine lege" απαιτεί η πράξη να τιμωρείται βάσει το νόμου που ίσχυε κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης και γι’ αυτό δεν μπορεί να τύχει αναδρομικής εφαρμογής οποιοσδήποτε μεταγενέστερος ουσιαστικός κανόνας δικαίου που συνεπάγεται δυσμενέστερα αποτελέσματα για το δράστη.
3.- Κατόπιν τούτων, η ένδικη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις σε βάρος του αναιρεσείοντος λόγω της ήττας του, όπως στο ειδικότερα διατακτικό αναφέρεται (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος για την άσκηση της αίτησης αναιρέσεως παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 30.5.2016 αίτηση για αναίρεση της υπ’ αριθ. 1008/2015 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία προσδιορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναιρέσεως, παραβόλου.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Ιουνίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 16 Ιουνίου 2017.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ