Legislator Case Law & Legislation
1041/2015 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against inheritance acceptance ruling due to lack of evidence for legal error.

Case Number 1041/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against a lower court's decision regarding the acceptance of an inheritance. The State argued the court erred by accepting facts without proof and failed to provide sufficient reasoning for rejecting the statute of limitations defense. The court rejected these claims because the lower court explicitly relied on witness testimony and documents presented by the parties to establish the defendants' mistaken legal knowledge.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(10)(a) and 559(10) of the Code of Civil Procedure; An appeal is admissible only if the court accepted facts without evidence or failed to base its decision on proven evidence, but is dismissed if the decision rests on a comprehensive evaluation of all submitted proof.

Keywords

AI generated
Code of Civil Procedure statute of limitations inheritance acceptance lack of evidence legal error appeal court reasoning costs of appeal

Cited Legislation

AI generated
Article 559(10)(a) of the Code of Civil Procedure
Article 559(10) of the Code of Civil Procedure
Article 1847(1)(a) of the Civil Code
Article 1850(b) of the Civil Code
Article 1857 of the Civil Code
Article 140 of the Code of Civil Procedure
Article 141 of the Code of Civil Procedure
Article 576(2) of the Code of Civil Procedure
Article 242(2) of the Code of Civil Procedure
Article 573(1) of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 22(1) of Law 3699/1957
Article 22(3) of Law 3699/1957
Article 52a(18) of the Judicial Organization Law
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1041 / 2015 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1041 /2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Μπιχάκη Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ιωάννη Σίδερη), Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Μαρία Βαρελά και Ασπασία Μαγιάκου, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 22 Απριλίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό Οικονομικών που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του Διονύσιο Χειμώνα, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1)Θ. - Δ. Κ. του Κ., κατοίκου ..., 2)Α. Κ. του Π., 3)Θ. Κ. του Π., κατοίκων ..., και 4)Μ. Κ. του Μ., κατοίκου .... Η 1η παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χρήστο Κρανιδιώτη, οι 2ος και 3η εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο τους και η 4η δεν παραστάθηκε ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6/7/2007 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6579/2008 του ίδιου Δικαστηρίου και 5374/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο με την από 11/10/2013 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Διονυσοπούλου ανέγνωσε την από 9/4/2015 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου τους στη δικαστική δαπάνη τους

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από την ...2-2-2015 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών Μ. Ν., με τις προσαρτημένες σ’ αυτήν απόδειξη παράδοσης αντιγράφου της αίτησης αναίρεσης στο αστυνομικό τμήμα και βεβαίωσης tαχυδρόμησης ειδοποίησης, προκύπτει ότι η τέταρτη των αναιρεσιβλήτων κλητεύθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα για να παραστεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της αποφάσεως από το αναιρεσείον, που επισπεύδει τη συζήτηση αυτής. Επομένως αφού η τελευταία δεν εμφανίσθηκε κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του πινακίου στην παραπάνω δικάσιμο, ούτε κατέθεσε δήλωση ότι δε θα παραστεί κατά την εκφώνησή της σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της υπόθεσης παρά την απουσία της (άρθρο 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.).

Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1847 παρ. 1 εδα, 1850 εδβ, 1857, 140 και 141 ΑΚ προκύπτει ότι η αποδοχή της κληρονομίας που συνάγεται από την παραμέληση της προθεσμίας αποποίησης της κληρονομίας μπορεί να προσβληθεί από τον κληρονόμο λόγω πλάνης, όταν η αποδοχή που συνάγεται με τον τρόπο αυτό κατά πλάσμα του νόμου, δε συμφωνεί με την βούλησή του, όταν αυτή αναφέρεται σε σημείο τόσο σπουδαίο για την αποδοχή της κληρονομίας, ώστε αν ο κληρονόμος γνώριζε την αληθινή κατάσταση, ως προς το σημείο αυτό, δε θα άφηνε να παρέλθει άπρακτη η προθεσμία αποποίησης.

Η εσφαλμένη δε γνώση ή άγνοια που δημιουργεί τη μεταξύ της βουλήσεως και δηλώσεως διάσταση, η οποία όταν είναι ουσιώδης θεμελιώνει δικαίωμα προσβολής της δηλώσεως λόγω πλάνης, μπορεί να οφείλεται σε άγνοια ή εσφαλμένη γνώση των νομικών διατάξεων για την αποδοχή της κληρονομίας. Υπάρχει δε πλάνη περί το δίκαιο της αποδοχής της κληρονομίας και όταν ο κληρονόμος τελεί σε άγνοια που ανάγεται α) στο σύστημα της κτήσεως της κληρονομίας κατά το ΑΚ, που επέρχεται αμέσως μετά το θάνατο του κληρονομουμένου, οπότε η προθεσμία του άρθρου 1847 ΑΚ δεν αρχίζει γιατί η άγνοια αποκλείει τη γνώση της επαγωγής της κληρονομίας και β) σε άγνοια μόνο της ύπαρξης της προθεσμίας του άρθρου 1847 ΑΚ προς αποποίηση ή της κατά το άρθρο 1850 ΑΚ νομικής σημασίας της παρόδου άπρακτης της προθεσμίας αυτής (ΟλΑΠ 3/1989).

Έτσι ο κληρονόμος κατά την παραπάνω διάταξη 1847 παρ 1 εδα ΑΚ μπορεί να αποποιηθεί την κληρονομία μέσα σε προθεσμία τεσσάρων μηνών, που αρχίζει από τότε που έμαθε την επαγωγή και το λόγο της. Περαιτέρω από τις διατάξεις των άρθρων 157 και 1857 παρ. 1 ΑΚ προκύπτει ότι η αγωγή για την ακύρωση της αποδοχής της κληρονομίας που οφείλεται σε εξακολουθητική πλάνη δηλαδή σε πλάνη που εξακολούθησε και μετά την αποδοχή παραγράφεται μετά ένα εξάμηνο, το οποίο αρχίζει από τότε που παρήλθε η κατάσταση αυτή, από την άρση δηλαδή της πλάνης, με προθεσμία ανώτατου ορίου την εικοσαετία.

Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.19 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται σύμφωνα με το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε, ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε, αναγόμενες μόνον στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δε συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνον το ότι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.

Περαιτέρω, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με συνεκτίμηση των αποδείξεων, δε συνιστούν παραδοχές με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αρ.19 Κ.Πολ.Δ. να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δε δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης, ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα, των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος.

Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι με αυτήν το Εφετείο δέχθηκε μετά από εκτίμηση των αποδείξεων κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο αποβιώσας στις 9-9-2001 Μ. Κ. του Ν. ο οποίος κατά το θάνατο του δεν άφησε κανένα περιουσιακό στοιχείο αλλά αντιθέτως όφειλε προς το Ελληνικό Δημόσιο (ΔΟΥ Ναυπλίου) το ποσό των 438.054,41 Ευρώ, πλέον 155.064,69 Ευρώ προσαυξήσεων/ από εργασία του στο Ναύπλιο, κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τους δεύτερο και τρίτη των εναγόντων τέκνα του προαποβιώσαντος, κατά το έτος 2000 αδερφού του Π.

Κ., κατά το 1/6 από τον καθένα και από τον αδελφό του Κ., ο οποίος απεβίωσε το έτος 2002 και κληρονομήθηκε από την κόρη του και τη σύζυγο του, πρώτη και τέταρτη των εναγόντων, κατά τα 3/12 και 1/12 αντιστοίχως. Οι ανωτέρω κατά πλάσμα του νόμου θεωρήθηκαν ότι αποδέχθηκαν την κληρονομιά αυτή διότι δεν την αποποιήθηκαν εντός της νόμιμης προθεσμίας των τεσσάρων μηνών (άρθρα 1846, 1847 παρ.1 ΑΚ).

Πλην όμως αποδείχθηκε ότι αυτοί δεν είχαν γνώση της υποχρεώσεως τους αυτής και της τετράμηνης αποσβεστικής .προθεσμίας για τη σχετική δήλωση αποποιήσεως, μη έχοντες για πολλά χρόνια επαφή με τον αποβιώσαντα και μη διαθέτοντες νομική κατάρτιση, ιδία δε οι δεύτερος και τρίτη εξ αυτών είχαν γεννηθεί στο Βούπερταλ της Γερμανίας ευρισκόμενοι στην Ελλάδα από διετίας, ενώ της ιδιότητας των πρώτης και τετάρτης των εναγόντων ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων είχε προηγηθεί η τοιαύτη του αδελφού του αποβιώσαντος Κ., πατέρα και εν διαστάσει συζύγου αυτών αντιστοίχως, ο οποίος είχε αποχωρήσει από τη συζυγική στέγη.

Η άγνοια τους αυτή συνεχίστηκε μέχρις ότου η ΔΟΥ Ναυπλίου κοινοποίησε προς αυτούς ως εξ αδιαθέτου κληρονόμους του αποβιώσαντος οφειλέτη της Μ. Κ. τις υπ’ αρ. ...3.3.2006, ...3.3.2006, ...3.3.2006 και ...30.3.2006 ατομικές ειδοποιήσεις ληξιπροθέσμων χρεών. Τότε οι ενάγοντες από εσφαλμένη γνώση των νομικών κανόνων περί αποποιήσεως και αποδοχής, με τις υπ’ αρ. ...30.3.2006, ...22.3.2006, ...22.3.2006 και ...10.4.2006 εκθέσεις προέβησαν έκαστος αντιστοίχως σε αποποίηση της κληρονομίας, Η αληθινή βούληση αυτών ήταν να αποξενωθούν από ευθύνη με τη δικής τους ατομική περιουσία για τα χρέη της κληρονομίας και πεπλανημένα υπολάμβαναν ότι τούτο θα επετυγχάνετο με την αποποίηση ταύτης-την οποία ωστόσο (κληρονομία) είχαν αποδεχθεί (λόγω της εκπρόθεσμης αποποιήσεως)- πλάνη που διήρκεσε μέχρις ότου πληροφορήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο τις συνέπειες από την παραμέληση της νόμιμης προθεσμίας αποποιήσεων, προβαίνοντας άμεσα στην έγκριση της κρινόμενης αγωγής.

Η πλάνη αυτή περί της σημασίας της προθεσμίας αποποιήσεως αποκλείει την έναρξη της προθεσμίας ταύτης, η οποία δεδομένου ότι όπως προαναφέρθηκε συνεχίστηκε μέχρι την έγερση της ένδικης αγωγής, αρχίζει από την τελεσιδικία της αποφάσεως περί ακυρώσεων ης αποδοχής. Ακολούθως εφ’ όσον η παρέλευση της πλάνης των εναγόντων συμπίπτει χρονικά με τον χρόνο άσκησης της αγωγής αυτής η κατ’ άρθρο 1857 ΑΚ υποβαλλόμενη ένσταση παραγραφής του εναγομένου είναι απορριπτέα ως αβάσιμη" Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε ως κατ’ ουσίαν βάσιμη την αγωγή των αναιρεσιβλήτων κατά του αναιρεσείοντος, για την ακύρωση πλασματικής αποδοχής κληρονομιάς δηλαδή αποδοχής που θεωρήθηκε ότι έγινε επειδή παρήλθε άπρακτη η προθεσμία αποποίησης αυτής, λόγω πλάνης ως προς την προθεσμία της αποποίησης και τις έννομες συνέπειες της παραμέλησής της απορρίπτοντας τον ισχυρισμό του τελευταίου περί παραγραφής της αγωγικής αξίωσης, ως ουσιαστικά αβάσιμο, τον οποίο είχε νομοτύπως, προβάλλει, αμυνόμενος κατά της αγωγής πρωτοδίκως και επανέφερε με σχετικό λόγο έφεσης και ακολούθως απέρριψε κατ’ ουσίαν την έφεσή του (αναιρεσείοντος), επικυρώνοντας την πρωτοβάθμια απόφαση, που είχε δεχθεί τα ίδια τις αιτολογίες της οποίας αντικατέστησε κατά ένα μέρος.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεχόμενο ειδικότερα κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του ότι η μη αποποίηση της κληρονομίας από τους αναιρεσιβλήτους, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων του αποβιώσαντος θείου τους Μ. Κ., μέσα στη νόμιμη προθεσμία οφειλόταν από τις αναφερόμενες σ’ αυτήν συνθήκες, στην άγνοια των διατάξεων για την προθεσμία της αποποίησης και τις έννομες συνέπειες που απορρέουν από την άπρακτη παρέλευσή της μέχρι την 3-3-2006, που επιδόθηκαν σ’ αυτούς ατομικές ειδοποιήσεις της Δ.Ο.Υ.

Ναυπλίου για τις ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις του κληρονομηθέντος, η δε πλάνη αυτή που ήταν ουσιώδης, λόγω των συνεπειών της, να βαρύνονται δηλαδή με τα χρέη της κληρονομίας, εξακολούθησε έκτοτε μέχρι την άσκηση της αγωγής από την εσφαλμένη γνώση τους των ίδιων νομικών διατάξεων, οπότε και παρήλθε η κατάσταση της πλάνης, έτσι ώστε δικαιούνται να ζητήσουν την ακύρωση της αποδοχής της κληρονομίας αξίωση, που δεν έχει παραγραφεί, δε στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού διέλαβε σ’ αυτήν επαρκείς και μη αντιφατικές αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή των παραπάνω ουσιαστικών διατάξεων που εφαρμόσθηκαν, εκθέτοντας με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν.

Συνεπώς ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αρ. 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. της έλλειψης νόμιμης βάσης λόγω ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών ως προς το ουσιώδες ζήτημα της ύπαρξης εξακολουθητικής πλάνης των αναιρεσειόντων, που συναρτάται με την παραγραφή της αγωγικής αξίωσης είναι αβάσιμος. Οι περαιτέρω διαλαμβανόμενες αιτιάσεις είναι απαράδεκτες, καθ’ όσον αφορούν ελλείψεις αναγόμενες στην ανεπάρκεια αιτιολόγησης του αποδεικτικού πορίσματος και σε απλά επιχειρήματα του αναιρεσείοντος προς στήριξη των απόψεών του περί παραγραφής της αγωγικής αξίωσης.

Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 περ. α’ του Κ.Πολ.Δ., που ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά στοιχεία άντλησε την απόδειξη γι’ αυτά.

Με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αρ. 10 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο οδηγήθηκε στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι οι αναιρεσίβλητοι-ενάγοντες είχαν εσφαλμένη γνώση των νομικών κανόνων περί αποποιήσεως και αποδοχής της κληρονομίας, γεγονός που συναρτάται με την ένσταση του αναιρεσείοντος περί παραγραφής της αγωγικής αξίωσης την οποία και απέρριψε κατ’ ουσίαν, χωρίς απόδειξη.

Όπως όμως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση το Εφετείο στην παραδοχή του για την ουσιαστική αβασιμότητα της περί παραγραφής ένστασης κατέληξε ύστερα από εκτίμηση, όπως βεβαιώνει, όλων των αποδεικτικών μέσων δηλαδή της κατάθεσης του μάρτυρα των εναγόντων και των εγγράφων, τα οποία με επίκληση προσκόμισαν οι διάδικοι.

Έτσι στην παραδοχή του αυτή το Εφετείο δεν κατέληξε χωρίς απόδειξη και ο σχετικός λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι αβάσιμος. Κατ’ ακολουθίαν τούτων πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί το αναιρεσείον στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, που παραστάθηκαν (άρθρα 176, 183, Κ.Πολ.Δ.) μειωμένη κατά τα άρθρα 22 παρ. 1,3 του Ν.3699/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52α, 18 ΕισΝ Κ.

Πολ.Δ., 51 παρ. 12 του Ν.1738/1987 και της Υ.Α. Οικονομικών και Δικαιοσύνης 134423/1992

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 11-10-2013 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου περί αναιρέσεως της 5374/2010 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει το αναιρεσείον στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, που παραστάθηκαν, την οποία ορίζει στο ποσόν των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Μαΐου 2015.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Ιουλίου 2015.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ