1041/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 1 Απριλίου 2011, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5/11/2004 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και προσώπου που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 749/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 408/2008 του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 17/12/2008 αίτησή του και τους από 16/10/2009 πρόσθετους λόγους αυτής, επί των οποίων εκδόθηκε η 121/2010 απόφαση του Αρείου Πάγου που κήρυξε την συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επανέφεραν προς συζήτηση οι αναιρεσίβλητοι με την από 18/2/2010 κλήση τους.
Legislator headnote
AI generated1041/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στη συγκεκριμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης και τον τρίτο του δικογράφου των προσθέτων λόγων προτείνεται η αιτίαση ότι από την προσβαλλόμενη απόφαση δεν προκύπτει αδιστάκτως ότι λήφθηκαν υπόψη το αναφερόμενο στην αίτηση αποδεικτικό μέσο και ειδικότερα ότι ανακύπτουν αμφιβολίες αν έλαβε υπόψη την 499/2006 απόφαση του Β' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ηρακλείου.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1041 / 2011 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1041/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Γεωργία Λαλούση, Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Δημητρούλα Υφαντή και Βασίλειο Λαμπρόπουλο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 1 Απριλίου 2011, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος - καθ' ου η κλήση: Γ. Δ. Χ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Κανελλόπουλο και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων - καλούντων: 1) Ε. συζύγου Ι. Σ., το γένος Σ. Τ., κατοίκου ..., 2) Μ. συζύγου Π. Σ., το γένος Σ. Τ., κατοίκου ..., 3) Μ. συζύγου Π. Σ., το γένος Σ. Τ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Θεοφιλόπουλο και δεν κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5/11/2004 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και προσώπου που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 749/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 408/2008 του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 17/12/2008 αίτησή του και τους από 16/10/2009 πρόσθετους λόγους αυτής, επί των οποίων εκδόθηκε η 121/2010 απόφαση του Αρείου Πάγου που κήρυξε την συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επανέφεραν προς συζήτηση οι αναιρεσίβλητοι με την από 18/2/2010 κλήση τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Γεωργία Λαλούση ανέγνωσε την από 9/11/2009 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων της αναίρεσης, καθώς και αυτούς του δικογράφου των προσθέτων λόγων.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αρ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Εξάλλου, κατά την έννοια του πιο πάνω εδαφίου για την ίδρυση του λόγου αυτού αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 341 και 346 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 2/2008).
Στη συγκεκριμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης και τον τρίτο του δικογράφου των προσθέτων λόγων προτείνεται η αιτίαση ότι από την προσβαλλόμενη απόφαση δεν προκύπτει αδιστάκτως ότι λήφθηκαν υπόψη το αναφερόμενο στην αίτηση αποδεικτικό μέσο και ειδικότερα ότι ανακύπτουν αμφιβολίες αν έλαβε υπόψη την 499/2006 απόφαση του Β' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ηρακλείου.
Από τη βεβαίωση, όμως, του Δικαστηρίου αλλά και το εν γένει περιεχόμενο της απόφασης προκύπτει με βεβαιότητα ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα έγγραφα που προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι και συνεπώς και το ανωτέρω έγγραφο. Ο πρώτος λόγος της αναίρεσης καθώς και ο τρίτος του δικογράφου των προσθέτων λόγων, συνεπώς, που προσάπτουν στην απόφαση την ανωτέρω από τον αριθμό 11 περ γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.
ΙΙ. Κατά το άρθρο 131 ΑΚ, όπως ίσχυε κατά το χρόνο κατάρτισης των ένδικων δικαιοπραξιών (11-10-1999 και 30-4-2001), ήτοι μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 16 Ν 2447/1996, "η δήλωση βούλησης είναι άκυρη αν κατά τον χρόνο που έγινε το πρόσωπο δεν είχε συνείδηση των πράξεών του ή βρισκόταν σε ψυχική ή διανοητική διαταραχή που περιόριζε αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησής του", ενώ πριν την ως άνω νομοθετική μεταβολή το δεύτερο εδάφιο της διάταξης διατυπώνονταν ως "η δήλωση βούλησης είναι άκυρη, αν κατά το χρόνο που έγινε, το πρόσωπο ...
δεν είχε τη χρήση του λογικού επειδή έπασχε από πνευματική ασθένεια". Στην ανωτέρω λεκτική μεταβολή, ο νομοθέτης προέβη (όπως και στην αντίστοιχη νέα διάταξη του άρθρου 1666 ΑΚ για τη δικαστική συμπαράσταση) με το σκοπό χρήσης της ορθής ορολογίας "ψυχική ή διανοητική διαταραχή", αντί της πνευματικής ασθενείας" και "περιόριζε αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησής του", αντί της "δεν είχε τη χρήση του λογικού", έτσι ώστε να είναι κατανοητό το κείμενο του νόμου από τους μη ειδικούς, συγχρόνως όμως να εκφράζουν οι νέοι όροι όλες τις καταστάσεις που στο προϊσχύον δίκαιο αποδίδονταν με τους ανωτέρω όρους.
Από τη διάταξη αυτή του άρθρου 131 ΑΚ συνάγεται ότι η δήλωση είναι άκυρη, αν κατά το χρόνο που έγινε, ο δηλών από τις άνω αιτίες δεν είχε έλλογη κρίση, που να επιτρέπει τον ελεύθερο προσδιορισμό της βούλησης με λογικούς υπολογισμούς και αδυνατεί να διαγνώσει το περιεχόμενο και την ουσία της δικαιοπραξίας που επιχειρεί και τις συνέπειες που θα προκύψουν από αυτή.
Η ρύθμιση αναφέρεται στην ανικανότητα κατά τη στιγμή της δήλωσης βούλησης για τη συγκεκριμένη δικαιοπραξία που προσβάλλεται (ΑΠ 48/2009, 12/2005). Περαιτέρω, ο αναιρετικός έλεγχος της απόφασης από τον λόγο του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ασκείται με βάση τον κανόνα που ίσχυε κατά το χρόνο σύστασης της ένδικης σχέσης.
Προς εξεύρεση της παραβίασης ελέγχεται ο δικανικός συλλογισμός που διατυπώνεται στην προσβαλλόμενη απόφαση και ο αναιρετικός λόγος απορρίπτεται, αν, με βάση τις πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας, επέρχεται η έννομη συνέπεια που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας, κατ' εφαρμογή του προσήκοντος στη σχέση κανόνα δικαίου.
Η παράβαση, εξάλλου, των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς. Κατά τη διάταξη δε του άρθρου 559 αρ 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από τη διάταξη αυτή που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν επαρκώς από τις παραδοχές της τα περιστατικά που είναι αναγκαία, στη συγκεκριμένη περίπτωση, για την κρίση του δικαστηρίου περί της συνδρομής των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόστηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, η οποία αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με το χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε τα ακόλουθα, κρίσιμα για την τύχη της αναίρεσης, πραγματικά περιστατικά: "Δυνάμει του από 29-12-1988 ιδιωτικού συμφωνητικού μίσθωσης, που καταρτίστηκε μεταξύ του Σ. Τ., δικαιοπαρόχου των εναγουσών και του εναγομένου, ο πρώτος εκμίσθωσε στο δεύτερο και για χρονικό διάστημα τεσσάρων (4) ετών, ένα ισόγειο κατάστημα, εμβαδού 40 τμ , με συνεχόμενη αυλή προς βορρά, έκτασης 60 τμ περίπου, που βρίσκεται επί της οδού ..., στην πόλη του …, προκειμένου να χρησιμοποιηθεί αυτό ως οπορωπαντοπωλείο, αντί του μηνιαίου μισθώματος των 50.000 δραχμών για τα δύο πρώτα έτη της μίσθωσης και των 60.000 δραχμών για τα επόμενα δύο έτη.
Στη συνέχεια, και μετά το θάνατο του ως άνω εκμισθωτή, που συνέβη την 7-2-1994, υπεισήλθαν στα δικαιώματα και υποχρεώσεις αυτού (εκμισθωτή), ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του οι ενάγουσες, κόρες του και κατά ποσοστό 18,75% εξ αδιαιρέτου καθεμία, η επίσης κόρη του Ό. Τ. (μη διάδικος και με το ίδιο ποσοστό εξ αδιαιρέτου, καθώς και η σύζυγός του Α.
Τ. (ως προς την οποία έγινε παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής) και κατά το ποσοστό 25% εξ αδιαιρέτου, οι οποίες και αποδέχθηκαν την κληρονομία του ως άνω κληρονομούμενου. Στη συνέχεια η ως άνω Α. Τ. δυνάμει του υπ' αρ .../4-1-1995 συμβολαίου γονικής παροχής της συμβ/φου Ηρακλείου Ελένης Βαρβεράκη νόμιμα μεταγραφέντος, μεταβίβασε ισομερώς τη ψιλή κυριότητα του παραπάνω ποσοστού της επί της κληρονομίας στις ως άνω τέσσερες (4) κόρες της δηλ.
τις ενάγουσες και την Ό. Τ., παρακρατήσασα η ίδια την επικαρπία του ποσοστού της. Την δε ως άνω Ό. Τ., θανούσα την 12-6-2003, κληρονόμησαν εξ αδιαθέτου ο σύζυγός της Ι. Β. και τα τέκνα της Α. και Ν. Β. (μη διάδικοι). Επίσης αποδείχθηκε ότι η ως άνω Α. Τ. στις 11-10-1999 προέβη σε κατάρτιση (νέου) ιδιωτικού συμφωνητικού με τον εναγόμενο, δυνάμει του οποίου η πρώτη εκμίσθωσε προς το δεύτερο το μίσθιο κατάστημα αντί του μηνιαίου μισθώματος των 130.000 δρχ για το πρώτο έτος της μίσθωσης που θα αναπροσαρμόζεται κάθε έτος με την προβλεπόμενη από τον νόμο αύξηση επί του μισθώματος του αμέσως προηγούμενου έτους και με χρόνο διάρκειας πέντε (5) ετών αρχής γενομένης από τις 21-7-1999.
Στη συνέχεια η ως άνω Α. Τ. στις 30-4-2001, προέβη στην κατάρτιση και νέου ιδιωτικού συμφωνητικού με τον εναγόμενο, δυνάμει του οποίου η διάρκεια της μίσθωσης του επίδικου καταστήματος ορίστηκε εικοσαετής, ενώ το μίσθωμα συμφωνήθηκε σε 150.000 δραχμές, αναπροσαρμοζόμενο κατ' έτος (σημειώνεται ότι το δεύτερο ως άνω μισθωτήριο δεν προσκομίζεται).
Περαιτέρω, από την από 12-4-2005 ιατρική βεβαίωση του Πανεπιστημιακού Γενικού Νοσοκομείου Ηρακλείου προκύπτει ότι κατά την εξέταση της ως άνω Α. Τ. από τον Π. Μ., επίκουρο καθηγητή της ψυχιατρικής κλινικής του ΠΑΓΝΗ αυτή "πάσχει από βαρειά και προχωρημένη άνοια τύπου Alzheimer (MMSE10/30) με σαφέστατη έκπτωση της μνήμης και της κρίσης της, διαταραχές της συμπεριφοράς και της κινητικότητας.
Η παραπάνω έκπτωση είναι διαρκής, χωρίς φωτεινά διαλλείματα και προϊούσα συνεχώς επιδεινούμενη και σαφώς ... έχει το ακαταλόγιστο των πράξεών της. Το 2003 (6-10-2003) που ετέθη η επίσημη διάγνωση για πρώτη φορά είχε ήδη προχωρημένη άνοια (ΜΜS:10/30) και ιστορικό εμφάνισης προβλημάτων από τη μνήμη και την κρίση της πάνω από 3 χρόνια.
Επομένως η χρονολογία έναρξης των έκδηλων συμπτωμάτων της νόσου τοποθετείται πριν από το 2000, ενώ σύμφωνα με τη βιβλιογραφία η ανοϊκή διεργασία πρέπει να είχε αρχίσει πολύ καιρό πριν". Τα παραπάνω δεν αναιρούνται από την από τον εναγόμενο προσκομιζόμενη έγγραφη απάντηση του ως άνω ιατρού, σε επιστολή σταλείσα σ' αυτόν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του εναγομένου, στην οποία αναφέρονται τα εξής "μπορώ να δηλώσω ότι με βάση τα διαπιστωμένα σοβαρή έκπτωση της ασθενούς στις 6-10-2003 και τη γνωστή επιστημονική βιβλιογραφία πάνω στη νόσο του Alzheimer είναι λογικά αναμενόμενο η ασθενής να βρισκόταν σε αρχικά στάδια της νόσου με έκδηλα αν και ίσως όχι θορυβώδη συμπτώματα (δηλαδή συμπτώματα εύλογα αντιληπτά από τον ανυποψίαστο και ανειδίκευτο παρατηρητή) τρία χρόνια πριν την πρώτη της εξέταση από εμένα, δηλαδή τουλάχιστον από τον Οκτώβριο του 2000/Δεν μπορώ όμως αναδρομικά να δηλώσω με βεβαιότητα και κατά τη γνώμη μου δεν νομίζω να μπορεί και κανείς άλλος, εάν και κατά πόσον είχε περιορισθεί αποφασιστικά η βουλητική λειτουργία της ασθενούς την κρίσιμη ημερομηνία της 30-4-2001".
Μετά ταύτα αποδεικνύεται ότι η ως άνω φερομένη εκμισθώτρια Α. Τ., κατά το χρόνο που υπέγραψε τα δύο επίμαχα μισθωτήρια (11-10-1999 και 30-4-2001) βρισκόταν, συνεπεία της ως άνω κατάστασης της υγείας της, ενόψει και του προχωρημένου της ηλικίας της, γεννηθείσα το 1916, σε διανοητική διαταραχή που δεν της επέτρεπε τον ελεύθερο προσδιορισμό της βούλησής της με λογικούς υπολογισμούς, κατ' άρθρο 131 του ΑΚ, αδυνατούσα να αντιληφθεί τις έννομες συνέπειες της πράξης της, γεγονός που ενισχύεται και από το ότι αυτή προέβη στην κατάρτιση του δευτέρου ως άνω συμβολαίου μίσθωσης, ενάμιση περίπου έτος μετά την κατάρτιση του πρώτου τέτοιου και τρία και πλέον έτη πριν από τη λήξη του, χωρίς να μπορεί να δικαιολογηθεί και η σπουδή αυτή για τη σύναψη του συμφωνητικού αυτού (δεύτερου), ενώ ας τονιστεί ούτε και ο εναγόμενος προβάλλει και κάποιο λόγο, για τον οποίο καταρτίστηκε το δεύτερο συμφωνητικό, διαρκούντος δηλ του πρώτου τέτοιου.
Εξάλλου στα ως άνω λεχθέντα συνηγορεί και το γεγονός ότι η νέα ως άνω μίσθωση ήταν διάρκειας όχι μικρής, όπως θα ανεμένετο, ενόψει και της ηλικίας της Α. Τ., και συνηθίζεται στις συναλλαγές αλλά, αντίθετα η διάρκεια της μίσθωσης αυτής συμφωνήθηκε για 20 έτη και δη με όχι ιδιαίτερα μεγάλο μίσθωμα, ώστε να θεωρηθεί, τυχόν ότι ωφελούσε και την ως άνω εκμισθώτρια".
Μετά τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε το σχετικό λόγο της έφεσης του εκκαλούντος-εναγομένου με τον οποίο έπληττε την πρωτόδικη απόφαση επειδή είχε απορρίψει ένστασή του για σύναψη νέας μισθωτικής σύμβασης με την επικαρπώτρια κατά τα ανωτέρω Α. Τ., κατ' αποδοχή της αντένστασης για ακυρότητα αυτής σύμφωνα με το άρθρο 131 ΑΚ.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, αφού δέχεται ότι κατά το κρίσιμο χρόνο της σύναψης των επίμαχων μισθωτηρίων βρισκόταν σε διανοητική διαταραχή που δεν της επέτρεπε τον ελεύθερο προσδιορισμό της βούλησής της με λογικούς υπολογισμούς, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε την προαναφερόμενη διάταξη ουσιαστικού δικαίου, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού περιέχει σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες για το ανωτέρω κρίσιμο ζήτημα.
Περαιτέρω, το Εφετείο δεν παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την ερμηνεία της προαναφερόμενης διάταξης ουσιαστικού δικαίου ή κατά την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων στον κανόνα αυτό. Με τον δεύτερο λόγο της αναίρεσης, καθώς και με τον πρώτο και δεύτερο του δικογράφου των προσθέτων λόγων προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Οι ανωτέρω λόγοι, κατά τα αναφερόμενα παραπάνω και όσα αναπτύσσονται στη μείζονα σκέψη, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.
ΙΙΙ. Κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη ή για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση ή για παράβαση που δεν μπορούσε να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας. Στη συγκεκριμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο παραβίασε τις διατάξεις 574, 158 ΑΚ διότι δεν έλαβε υπόψη του ισχυρισμό του για σιωπηρή παράταση της μίσθωσης. Ο λόγος αυτός, ανεξάρτητα από την αοριστία του, αφού δεν προσδιορίζεται το σφάλμα του δικαστηρίου, είναι απαράδεκτος, διότι από την επισκόπηση των προτάσεων που υπέβαλε αυτός ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και του δικογράφου της έφεσής του προκύπτει ότι δεν υπέβαλε ισχυρισμό με τέτοιο περιεχόμενο. Ο ίδιος λόγος κατά το μέρος που αποδίδει στην απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ ότι δηλαδή το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του την υπ' αριθμ.499/2006 απόφαση του Β' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ηρακλείου που επικαλέστηκε και προσκόμισε ο αναιρεσείων προς απόδειξη του ως άνω ισχυρισμού, είναι επίσης απαράδεκτος, καθότι το δικαστήριο δεν ασχολήθηκε κατ' ουσίαν με ισχυρισμό που δεν είχε υποβληθεί.
IV. Κατά τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Στην προκείμενη περίπτωση οι ενάγουσες, επικαλούμενες λήξη της επίδικης μίσθωσης με βάση τις διατάξεις του Π.Δ. 34/1995 και μετατροπή αυτής σε αόριστης διάρκειας, κατήγγειλαν αυτή και ζήτησαν την απόδοση του μισθίου ακινήτου. Ο εναγόμενος αναιρεσείων επικαλέστηκε σύναψη νέων μισθωτηρίων συμφωνητικών με την επικαρπώτρια του μισθίου, μητέρα των εναγουσών, και, ισχυριζόμενος ύπαρξη ενεργού μίσθωσης μεταξύ τους, ζήτησε την απόρριψη της αγωγής. Οι ενάγουσες, αμυνόμενες κατά του ισχυρισμού αυτού του εναγομένου αντέτειναν ότι η μητέρα τους κατά το χρόνο σύνταξης και υπογραφής των επικαλούμενων συμφωνητικών μίσθωσης βρισκόταν σε διανοητική διαταραχή που περιόριζε αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησής της και έτσι η δήλωση της βούλησής της ήταν άκυρη, ισχυρισμός που έγινε δεκτός τόσο από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, όσο και από το δευτεροβάθμιο και απορρίφθηκε η έφεση του αναιρεσείοντος. Ο ισχυρισμός αποτελούσε αντένσταση, που προβλήθηκε για την αντίκρουση της ένστασης του αναιρεσείοντος για σύναψη νέας μίσθωσης και όχι ανεπίτρεπτη μεταβολή της βάσης της αγωγής.
Συνεπώς ο τέταρτος από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων προσάπτει στην απόφαση την πλημμέλεια της μη κήρυξης απαραδέκτου της επικαλούμενης μεταβολής της βάσης της αγωγής είναι αβάσιμος και απορριπτέος, ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση.
V. Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθμός 20 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε σε διαγνωστικό σφάλμα, αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση του εγγράφου με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά διέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό. Πράγματι, στην τελευταία περίπτωση πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο. Πάντως για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει συνεκτιμήσει απλώς μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (ΟλΑΠ 2/2008).
Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τον πέμπτο λόγο της αναίρεσης, καθώς και με τον τέταρτο λόγο του δικογράφου των προσθέτων λόγων, προβάλλει την ανωτέρω πλημμέλεια από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο της από 23-11-2005 διευκρινιστικής ιατρικής γνωμάτευσης του επίκουρου καθηγητή της ψυχιατρικής του ΠΕ.ΠΑ.Γ.Ν.Η. Ο λόγος της αναίρεσης, όπως και ο ταυτόσημος του δικογράφου των προσθέτων λόγων, είναι αβάσιμος και απορριπτέος, διότι το Εφετείο δεν υπέπεσε σε σφάλμα αναγόμενο στην ανάγνωση του ανωτέρω εγγράφου, αλλά αφού το ανέγνωσε σωστά, το συνεκτίμησε με τα άλλα αποδεικτικά μέσα και κατέληξε σε διαφορετικό πόρισμα από αυτό που η αναιρεσείουσα θεωρεί ορθό. Τέλος και ο τέταρτος λόγος της αναίρεσης είναι επίσης απορριπτέος και κατά το μέρος που αποδίδει την πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αφού τα αναφερόμενα σ' αυτόν δεν συνιστούν αυτοτελή ισχυρισμό αλλά εκτιμήσεις και επιχειρήματα που εξάγει ο ίδιος ο αναιρεσείων.
VI. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω η αναίρεση πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αναίρεση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, ως ηττηθείς, στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 17 Δεκεμβρίου 2008 αίτηση και τους προσθέτους επ' αυτής λόγους, για αναίρεση της 408/2008 απόφασης του Εφετείου Κρήτης.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 27 Μαΐου 2011.
Δημοσιεύτηκε σε έκτακτη δημόσια στο ακροατήριο συνεδρίαση στις 22 Ιουνίου 2011.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ