Legislator Case Law & Legislation
1041/2010 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds regarding court costs calculation and non-mandatory law application.

Case Number 1041/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by ACS S.A. against the Athens Court of Appeal's decision rejecting its claim for €20.4 million. The appellant argued that the lower court erred in calculating legal fees and failed to apply Article 179 of the Code of Civil Procedure regarding cost offsetting. The court ruled that the fee calculation was correct based on the claim's value and that the non-application of the cost offsetting provision did not constitute a ground for appeal.

Legislator headnote

AI generated

Articles 176, 178, 179, 183, 559 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that errors in calculating legal fees based on the claim's value are not grounds for appeal, and the non-application of a cost offsetting provision is inadmissible if not mandatory for the appellate court.

Keywords

AI generated
Code of Civil Procedure legal fees calculation cost offsetting provision appeal admissibility court costs award mandatory law application legal representation fees

Cited Legislation

AI generated
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 178 of the Code of Civil Procedure
Article 179 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 106 of the Lawyers Code
Article 107 of the Lawyers Code
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1041 / 2010 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1041/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Ρήγα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη,( κωλυομένου του Αντιπροέδρου Ιωάννη Παπανικολάου ), Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή και Γεώργιο Γεωργέλλη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 16 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ACS - ΔΙΕΘΝΕΙΣ ΜΕΤΑΦΟΡΕΣ ΚΑΙ ΔΙΕΥΚΟΛΥΝΣΕΙΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και τον διακριτικό τίτλο "ACS S.A.", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, την οποία εκπροσώπησε o πληρεξούσιος δικηγόρος της Αντώνιος Τσαβδαρίδης.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. Της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΓΕΝΙΚΗ ΤΑΧΥΔΡΟΜΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΤΑΧΥΜΕΤΑΦΟΡΩΝ", που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Γρηγορία Αναστασοπούλου - Κρανιά 2.Της ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "...

ΟΕ", που εδρεύει στην ..., και εκπροσωπείται νόμιμα. 3.Της ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "... Ο.Ε.", που έδρευε, στην ..., και εκπροσωπείται νόμιμα. 4.Της ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "... Ο.Ε.", που εδρεύει στην ..., και εκπροσωπείται νόμιμα. 5.Της ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "... Ο.Ε.", που εδρεύει στην ..., και εκπροσωπείται νόμιμα. 6.

Της ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "... Ο.Ε.", που έδρευε, στην ..., και εκπροσωπείται νόμιμα. 7. Της ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "... Ο.Ε.", που εδρεύει στην ..., και εκπροσωπείται νόμιμα. 8. Της ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "...Ο.Ε.", που εδρεύει στην ..., και εκπροσωπείται νόμιμα. 9. Της ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην ..., και εκπροσωπείται νόμιμα. 10.Της ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "...

Ο.Ε.", που εδρεύει στην ..., και εκπροσωπείται νόμιμα. 11.Της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΑΦΟΙ Ν. ΜΟΙΡΑΛΗ ΑΕ", που εδρεύει στην ..., και εκπροσωπείται νόμιμα. 12.Της ..... 13.Της ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "... Ο.Ε.", που εδρεύει στην ..., και εκπροσωπείται νόμιμα. 14.Του .... 15.Του .... 16.Της ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "...ΟΕ", που εδρεύει στη ..., και εκπροσωπείται νόμιμα. 17.Της ετερόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στο ..., και εκπροσωπείται νόμιμα. 18.Του .... 19.Της ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "...

ΟΕ", που εδρεύει στην ..., και εκπροσωπείται νόμιμα. 20.Της ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "... ΟΕ", που εδρεύει στο ..., και εκπροσωπείται νόμιμα. 21.Της ετερόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "... ΕΕ", που εδρεύει στην ..., και εκπροσωπείται νόμιμα. 22.Της ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "... ΟΕ", που εδρεύει στους ..., και εκπροσωπείται νόμιμα 23.Της ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "...

ΟΕ", που εδρεύει στη ..., και εκπροσωπείται νόμιμα. 24.Της ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "... ΟΕ", που εδρεύει στη ..., και εκπροσωπείται νόμιμα 25.Του .... 26.Της ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "... ΟΕ", που εδρεύει στο ..., και εκπροσωπείται νόμιμα 27.Της ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "... ΟΕ", που εδρεύει στην ..., και εκπροσωπείται νόμιμα 28.Της ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "...

ΟΕ", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα. 29. Της ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "... ΟΕ", που εδρεύει στη ..., και εκπροσωπείται νόμιμα 30.Της ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "...ΟΕ", που εδρεύει στην ..., και εκπροσωπείται νόμιμα. 31. Της ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "... ΟΕ", που εδρεύει στην ..., και εκπροσωπείται νόμιμα. 32.

Της ετερόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "... ΕΕ", που εδρεύει στο ..., και εκπροσωπείται νόμιμα. 33.Της ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "... ΟΕ", που εδρεύει στην ..., και εκπροσωπείται νόμιμα. 34.Της ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "... ΟΕ", που εδρεύει στην ..., και εκπροσωπείται νόμιμα. 35. Της ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "...

ΟΕ", που εδρεύει στην ..., και εκπροσωπείται νόμιμα 36. του ..., υπό την ιδιότητα του ως νομίμου εκπροσώπου της 1ης εναγομένης, ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΓΕΝΙΚΗ ΤΑΧΥΔΡΟΜΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ

ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΤΑΧΥΜΕΤΑΦΟΡΩΝ", που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο του Γρηγορία Αναστασοπούλου- Κρανιά. Οι, τρίτη, ένατη, δέκατη, δέκατη τρίτη, εικοστή πρώτη, εικοστή έβδομη, και τριακοστή δεν παραστάθηκαν ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, οι λοιποί εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξουσίους δικηγόρους των Αλεξάνδρα Μικρουλέα και Δημήτριο Τσικρικά.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19 Ιανουαρίου 2005 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2411/2006 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 7143/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 13 Δεκεμβρίου 2007 αίτησή της και του από 13 Οκτωβρίου 2008 δικογράφου προσθέτων λόγων. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Χρυσικός, ανέγνωσε την από 6 Νοεμβρίου 2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 13-12-2007 αίτησης αναίρεσης και του από 13-10-2008 δικογράφου προσθέτων λόγων αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των πρόσθέτων αυτής λόγων, οι πληρεξούσιοι των παραστάντων αναιρεσιβλήτων την απόρριψή των, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στην δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Από τις προσκομιζόμενες και επικαλούμενες από την αναιρεσείουσα υπ' αριθ. 1/1106/22-5-2008, 2) 1559/15-10-2008, 3) 1098/21-5-2008, 4) 3309/15-10-2008, 5) 1114/26-5-2008, 6) 1546/14-10-2008, 7) 2504/27-6-2008, 8) 3291/14-4-2008, 9) 1110/23-5-2008, 10) 1548/14-10-2008, 11) 1109/22-5-2008, 12) 1563/15-10-2008, 13) 1115/20-5-2008, και 14) 1545/14-10-2008 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών ..., (πλην) της τετάρτης της δικαστικής επιμελήτριας στο πρωτοδικείο Αθηνών ...

και εβδόμης και ογδόης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Κατερίνης ..., προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της ένδικης αίτησης αναίρεσης και του από 13-10-2008 δικογράφου προσθέτων λόγων αναίρεσης με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς εμφάνιση κατά την αρχικά προσδιορισμένη δικάσιμο της 17-11-2008, κατά την οποία η συζήτηση της υπόθεσης αναβλήθηκε "οίκοθεν" για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, στο πινάκιο της οποίας μεταφέρθηκε προσηκόντως και εγγράφηκε, επιδόθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα στους εκ των αναιρεσιβλήτων Τρίτη, ενάτη, δεκάτη, δεκάτη Τρίτη, εικοστή πρώτη, εικοστή εβδόμη και τριακοστή αντίστοιχα: 1) ομόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία "...

Ο.Ε.", 2) Ομόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία "... Ο.Ε.", 3) Ομόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία "... Ο.Ε.", 4) Ομόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία "... Ο.Ε.", 5) Ετερόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία "... Ε.Ε.", 6) Ομόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία "... Ο.Ε." και 7) Ομόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία "... Ο.Ε.". Όπως όμως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά, οι προαναφερθείσες επτά (7) αναιρεσίβλητες δεν εμφανίστηκαν, ούτε κατέθεσαν έγγραφες δηλώσεις κατά το άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., κατά την παραπάνω συνεδρίαση όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε κατά τη σειρά του πινακίου.

Επομένως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία των πιο πάνω επτά (7) αναιρεσιβλήτων (άρθ. 226 παρ. 4 εδ. δ',576 παρ. 2 του ΚΠολΔ).

ΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρ. 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και να εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (Ολ.ΑΠ 1/1999).

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΑΠ 622/1983). Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 413/1993).

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ. ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 1547/1997).

Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος.

Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμηση τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία αϊτό τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1987/2007).

Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 1 του Ν 146/1914 "Περί Αθέμιτου Ανταγωνισμού" θεσπίζεται γενική ρήτρα, σύμφωνα με την οποία απαγορεύεται στις εμπορικές, βιομηχανικές ή γεωργικές συναλλαγές, κάθε πράξη, που είναι αντίθετη στα χρηστά ήθη, ως κριτήριο των οποίων χρησιμεύουν οι περί ηθικής ιδέες του κοινωνικού ανθρώπου, που σκέπτεται με χρηστότητα και φρόνηση κατά την εκάστοτε περί τούτου γενική αντίληψη και γίνεται προς τον σκοπό ανταγωνισμού, δηλαδή με πρόθεση ενίσχυσης των πελατειακών σχέσεων σε βάρος άλλων ανταγωνιστών, χωρίς να απαιτείται πρόθεση για πρόκληση ζημίας στους άλλους ανταγωνιστές.

Τέτοια πράξη, η οποία εμπίπτει στην πιο πάνω γενική ρήτρα, μπορεί να θεωρηθεί και η απόσπαση πελατείας, με τη συνδρομή όμως ειδικών συνθηκών, που την καθιστούν αθέμιτη, καθ' όσον κατ' αρχήν, η απόσπαση πελατών είναι σύμφωνη με την υγιή λειτουργία του ανταγωνισμού. Η παρότρυνση, όμως, πελάτη από τρίτον ανταγωνιστή να αθετήσει τις συμβατικές του υποχρεώσεις, να αποστεί από αυτές ή καταγγείλει τη σύμβαση, για να συνάψει σύμβαση με αυτόν, προσφέροντας για την υποκίνηση αυτή και την επίτευξη του ανταγωνιστικού σκοπού, μεγαλύτερο αντάλλαγμα, με σκοπό ανταγωνισμού, είναι πάντοτε αθέμιτη ανταγωνιστική ενέργεια.

Αντίθετα, η εκμετάλλευση από ένα τρίτο ανταγωνιστή μιας ήδη αθετηθείσας σύμβασης, με την κατάρτιση σύμβασης με αυτόν, μετά την αθέτηση της, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι είναι καθεαυτή αθέμιτη. Μπορεί, όμως, να κριθεί, ότι αντιτίθεται στα χρηστά ήθη, μόνο αν συντρέχουν και άλλες περιστάσεις με βάση, τις οποίες προσδίδεται αυτός ο χαρακτήρας στην κατάρτιση της νέας σύμβασης.

Σύμφωνα με τα παραπάνω, αν γίνει καταγγελία της σύμβασης αποκλειστικής συνεργασίας από το ένα συμβατικά δεσμευμένο μέρος δεν είναι αθέμιτο τρίτος ανταγωνιστής, να συνάψει νέα σύμβαση με τον καταγγείλαντα, επειδή, γνώριζε την ύπαρξη της σύμβασης αποκλειστικότητας. Επίσης, δεν απαιτείται να γίνει πρώτα ασφαλές, ότι ο καταγγείλας είναι πραγματικά ελεύθερος από τις συμβατικές του υποχρεώσεις.

Αντίθετα, μάλιστα, εάν υπήρχε τέτοιος αποκλεισμός, θα ήταν τελικά αντίθετος με την ουσία του ανταγωνισμού, καθόσον εκ των πραγμάτων θα υποχρεωνόταν, καθένας, να μην καταγγείλει τη σύμβαση, ανεξάρτητα από τους λόγους, που συντρέχουν, αφού δεν θα είχε τη δυνατότητα να συνάψει νέα σύμβαση, μέχρι τότε που θα γίνει ασφαλές, πως η καταγγελία του ήταν έγκυρη, (εφόσον αμφισβητηθεί αυτό από τον αντισυμβαλλόμενο), πράγμα που μπορεί να καθυστερήσει για σημαντικό χρονικό διάστημα.

Αποκτά, όμως, αθέμιτη συμπεριφορά η εκμετάλλευση της καταγγελίας της σύμβασης, εάν ο ανταγωνιστής γνωρίζει, πέρα από τη δέσμευση του καταγγείλαντος, με σύμβαση αποκλειστικής συνεργασίας, ότι η καταγγελία είναι τυχόν άκυρη, έγινε με σκοπό μόνο την κατάρτιση της νέας σύμβασης, με περισσότερα ανταλλάγματα, χωρίς να συντρέχει άλλος λόγος που να δικαιολογεί την καταγγελία και, συγχρόνως, συντρέχουν κα, άλλα στοιχεία, όπως η τυχόν υποβολή του αντισυμβαλλόμενου σε μεγάλες δαπάνες για την εκπλήρωση των υποχρεώσεών του από τη συγκεκριμένη σύμβαση, την πρόκληση σπουδαίας βλάβης στον αντισυμβαλλόμενο, η οποία δεν μπορεί να αποκατασταθεί με την καταβολή αποζημίωσης ή την περιέλευση αυτού σε κατάσταση, που συνεπάγεται, τη διάλυση της επιχείρησης.

Εξάλλου, κατ' άρθρο 2 εδ. 3 του β.δ/τος 2/14.5.1835 "περί αρμοδιότητος των εμποροδικείων" και η επιχείρηση πρακτορείας είναι εμπορική. Ανήκε, δε αυτή με την επιχείρηση παραγγελίας και τις μεσιτικές εργασίες στις υπό στενότερη έννοια μεσολαβητικές δραστηριότητες. Η δραστηριότητά της αυτή συνίσταται, στην παροχή πάσης φύσεως μεσολαβητικών εξυπηρετήσεων προς το κοινό.

Ειδικότερα, η επιχείρηση πρακτορείας συνίσταται, στην υπό μη δημοσίου προσώπου, έναντι, αμοιβής, διαχείριση (ήτοι ενέργεια, διεύθυνση ή διεκπεραίωση) αλλότριων υποθέσεων, οιανδήποτε μορφή και αν έχουν αυτές, είτε πρόκειται περί εμπορικών ή περί αστικών υποθέσεων. Καθίστανται οι πράξεις πρακτορείας εμπορικές μόνον αν ασκούνται υπό μορφή ενέχουσα την έννοια της επιχείρησης.

Ο ταχυδρομικός πράκτορας είναι το φυσικό ή το νομικό πρόσωπο το οποίο διαμεσολαβεί για την προώθηση των συμφερόντων της ταχυδρομικής επιχείρησης, κυρίως με τη σύναψη συμβάσεων στο όνομα και για λογαριασμό αυτής καθώς και με την παροχή εν γένει ταχυδρομικών υπηρεσιών στο κοινό (χρήστες ταχυδρομικών υπηρεσιών).

Ως ταχυδρομικές υπηρεσίες νοούνται οι βασικές ταχυδρομικές υπηρεσίες, ήτοι η περισυλλογή, η διαλογή, η μεταφορά και η διανομή των ταχυδρομικών αντικειμένων και όσες ταχυδρομικές υπηρεσίες δεν ανήκουν στις βασικές και έχουν σχέση, κυρίως με ειδικής επείγουσας διαβίβασης αντικείμενα, παρακολουθούμενα από ειδικό σύστημα παρακολούθησης και εντοπισμού, με διαφημιστικά αντικείμενα χωρίς διεύθυνση, με την προετοιμασία των ταχυδρομικών αντικειμένων και την ανταλλαγή εγγράφων (λοιπές ταχυδρομικές υπηρεσίες).

Ο ταχυδρομικός πράκτορας ασκεί κατ' επάγγελμα εργασίες που αφορούν την παροχή ταχυδρομικών υπηρεσιών. Δεν αποτελεί όμως υπάλληλο της ταχυδρομικής επιχείρησης ο οποίος αμείβεται με μισθό. Είναι ανεξάρτητος επαγγελματίας (ή επιχείρηση) και αποτελεί βοηθητικό πρόσωπο της ταχυδρομικής επιχείρησης. Συνήθως δε παρέχει τις υπηρεσίες του για λογαριασμό της ταχυδρομικής επιχείρησης σε ορισμένη γεωγραφική περιοχή.

Μπορεί μάλιστα να συμφωνηθεί στη σύμβαση πρακτορείας ότι ο πράκτορας έχει τη δυνατότητα δημιουργίας καταστημάτων στην (γεωγραφική) περιοχή ευθύνης του. Ο καθορισμός δε της αμοιβής και ο χρόνος καταβολής αφήνεται στην διακριτική ευχέρεια των συμβαλλομένων μερών και συνήθως συνίσταται σε ποσοστό επί της παραγωγής του πράκτορα και καταβάλλεται σε μηνιαία βάση.

Περαιτέρω, διαρκείς συμβάσεις είναι οι συμβάσεις που έχουν ως αντικείμενο και χαρακτηριστικό γνώρισμα διαρκείς παροχές, όπως είναι και η σύμβαση ταχυδρομικής πρακτορείας. Οι διαρκείς συμβάσεις, είτε αορίστου, είτε ορισμένου χρόνου, λύονται, εκτός των άλλων, και με καταγγελία για σπουδαίο λόγο, κατά τη γενική αρχή του δικαίου, που συνάγεται από τις διατάξεις των άρθρων 281, 288, 588, 672 και 766 ΑΚ.

Κανόνα δε στις συμβάσεις ταχυδρομικής πρακτορείας αποτελεί η αποκλειστική δραστηριότητα του ταχυδρομικού πράκτορα για λογαριασμό της αντισυμβαλλομένης ταχυδρομικής επιχείρησης, ενώ έγκυρα μπορούν τα συμβαλλόμενα μέρη να συμφωνήσουν ότι η απαγόρευση ανταγωνισμού επεκτείνεται και μετά την λήξη της σύμβασης.

Ειδικότερα η συμφωνία αυτή (μη ανταγωνισμού), που συνάπτεται μέσα στα πλαίσια της διαγραφόμενης από το άρθρο 361 του ΑΚ αρχής της ελευθερίας των συμβάσεων, σε συνδυασμό και με την αναλόγως, λόγω της ταυτότητας των ουσιαστικών προϋποθέσεων (ΑΠ 139/2006 για τους διανομείς), εφαρμοζόμενη ρύθμιση του άρθ. 10 παρ. 1 του ΠΔ/τος 219/1991 για τους εμπορικούς αντιπροσώπους (οδηγία 86/653 Ε.Ο.Κ.), δεν αντίκειται στις διατάξεις των άρθρων 5 παρ. 1 και 22 παρ. 1 του ισχύοντος Συντάγματος, με τις οποίες κατοχυρώνονται η ατομική ελευθερία της συμμετοχής στην κοινωνική και οικονομική ζωή της Χώρας και το δικαίωμα στην εργασία, εφ' όσον η συνταγματική αυτή κατοχύρωση των πιο πάνω ατομικών ελευθεριών και δικαιωμάτων των εργαζομένων ή απασχολουμένων με οποιαδήποτε αμοιβή πολιτών δεν αποκλείει την από τους ίδιους αποδοχή συμβατικών ανάλογων περιορισμών τους, με την προϋπόθεση όμως ότι πρόκειται για έγκυρη συμφωνία, που δεν έρχεται σε αντίθετη προς το νόμο, και ιδιαίτερα προς τις διατάξεις των άρθρων 178 και 179 του Α.Κ.

με τις οποίες απαγορεύεται η υπέρμετρη δέσμευση της ελευθερίας του προσώπου. Το κύρος της ρήτρας αυτής για την αποφυγή μελλοντικού ανταγωνισμού υπό το πρίσμα της αντίθεσής της στα χρηστά ήθη εξαρτάται από τη διάρκειά της μετά τη λήξη της σύμβασης που αφορά, την τοπική έκτασή της και της μελλοντικής δραστηριότητας που απαγορεύθηκε (ΑΠ 1591/2002).

Η ίδια όμως ρήτρα δεσμεύει υπέρμετρα την ελευθερία του πράκτορα και καθίσταται άκυρη γιατί αντιβαίνει στα χρηστά ήθη κατά τις διατάξεις των άρθρων 178 και 179 του Α.Κ. όταν σωρευτικό ο απασχολούμενος στην προκειμένη περίπτωση ταχυδρομικός πράκτορας συνέβαλε με την προσωπική του απασχόληση κατά μεγάλο μέρος στη δημιουργία και επαύξηση της τοπικής πελατείας της αντισυμβαλλόμενης του στη σύμβαση πρακτορείας ταχυδρομικής επιχείρησης, χωρίς να προβλέπεται συμβατικά οποιαδήποτε αποζημίωση γι' αυτόν (ταχυδρομικό πράκτορα) για τη συμβολή αυτή στην περίπτωση λύσης της σύμβασης, αλλά ούτε και οποιοδήποτε εύλογο αντάλλαγμα για τον τελευταίο όταν υποχρεωθεί σε απραξία μετά τη λύση της σύμβασης πρακτορείας (ΑΠ 1591/2002) και β) όταν η λύση αυτή της σύμβασης πρακτορείας οφείλεται σε εξαναγκασμένη καταγγελία της εκ μέρους του ταχυδρομικού πράκτορα, που συνδέεται αιτιωδώς με προηγηθείσα αντισυμβατική συμπεριφορά της αντισυμβαλλομένης επιχείρησης, που συνιστά για τον καταγγέλοντα πράκτορα σπουδαίο λόγο, γιατί στην περίπτωση αυτή η ακώλυτη ισχύς της αντίστοιχης συμβατικής δέσμευσης της μη απασχόλησης, θα οδηγούσε τον πράκτορα σε υπέρμετρη δέσμευση της ελευθερίας του προσώπου του, στην οποία περιλαμβάνεται και το δικαίωμα καταγγελίας της σύμβασης πρακτορείας, με την έννοια ότι είτε υποκύπτοντας στην πίεση της ισχύος της ίδιας ρήτρας απραξίας θα ανεχόταν εκ των πραγμάτων την αντισυμβατική συμπεριφορά της αντισυμβαλλομένης τους επιχείρησης και τις εντεύθεν ζημιογόνες συνέπειες, και δεν θα προχωρούσε στην καταγγελία που εδικαιούτο, είτε καταγγέλοντας την ίδια σύμβαση, θα υφίστατο, καίτοι αναίτιος, ως κύρια συνέπεια, την επαγγελματική του απραξία της ίδιας ρήτρας μη απασχόλησης, χωρίς καμία αντίστοιχη αντισυμβατική αντιπαροχή ή θυσία εκ χέρους της αντισυμβαλλομένης του επιχείρησης, καίτοι η τελευταία προκάλεσε με τη συμπεριφορά της το σπουδαίο λόγο, που οδήγησε στην καταγγελία εκ μέρους του ταχυδρομικού πράκτορα.

Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 7143/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών έγιναν δεκτά τα ακόλουθα κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας εκτίμηση των αποδείξεων που αφορούν τους εδώ ερευνώμενους αναιρετικούς λόγους: "Η ενάγουσα έχει ως αντικείμενο της επιχειρηματικής της δραστηριότητας την παροχή υπηρεσιών ταχυμεταφοράς (courier) πανελλαδικά και διεθνώς.

Προς τον σκοπό αυτό έχει οργανώσει δίκτυο γραφείων σε όλη την Ελλάδα, στα οποία συγκεντρώνονται τα προς αποστολή αντικείμενα και στη συνέχεια αποστέλλονται στον προορισμό τους. Τα με τα διακριτικά γνωρίσματα της ενάγουσας λειτουργούντα γραφεία δεν είναι υποκαταστήματά της, αλλά σε αυτά εργάζονταν οι πράκτορες ως ανεξάρτητοι επιχειρηματίες, με τους οποίους η ενάγουσα είχε συνάψει πανομοιότυπες συμβάσεις πρακτορείας ταχυμεταφορών, αμοιβαίας αποκλειστικής συνεργασίας, έναντι ορισμένου ποσοστού προμήθειας.

Το Δεκέμβριο 1999 πωλήθηκε το 66% του πλειοψηφικού πακέτου των μετοχών από τους αρχικούς και μόνο μετόχους της ενάγουσας στην εταιρεία με την επωνυμία ERGODATA, θυγατρική του ομίλου infoquest, στον οποίο ανήκει και η εταιρεία κινητής τηλεφωνίας Quest Telecom. Αμέσως μετά την απόκτηση του πλειοψηφικού πακέτου της ενάγουσας, εκδηλώθηκε από την πλειοψηφία των μετόχων η πρόθεση εισόδου της ενάγουσας στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών, στόχος που τελικά δεν επιτεύχθηκε.

Η νέα πλειοψηφική ομάδα απαίτησε τη σύναψη νέων, επαχθέστερων για τους πράκτορες συμβάσεων στις οποίες προβλέπονταν δυσμενέστεροι από τους προηγούμενους όροι. Οι πράκτορες, λόγω της απόλυτης εξάρτησης από την ενάγουσα, εξαναγκάστηκαν να ενδώσουν και να υπογράψουν τις νέες συμβάσεις πρακτόρευσης, με τις οποίες αποφασίστηκε να προωθηθούν τα προϊόντα της INFOQUEST.

Συγκεκριμένα, η ενάγουσα προσπάθησε να εκμεταλλευτεί το δίκτυο των πρακτόρων της από το έτος 2002, προκειμένου να αναπτύξει δίκτυο πωλήσεων κινητής τηλεφωνίας, απαιτώντας από αυτούς, με την απειλή διακοπής της συνεργασίας, να υπογράψουν παραρτήματα στις συμβάσεις με αντικείμενο την πώληση υπηρεσιών κινητής τηλεφωνίας και να αποκτήσουν με δικά τους έξοδα την απαραίτητη υλικοτεχνική και ανθρώπινη υποδομή για την εξυπηρέτηση του σκοπού της.

Επίσης, τους υποχρέωσε να ασχοληθούν με πωλήσεις και άλλων προϊόντων του ομίλου QUEST, εντελώς άσχετων με το αντικείμενο των ταχυμεταφορών (πωλήσεις δορυφορικών συστημάτων UNITEL και υπηρεσιών διαδικτύου HOL). Οι παραπάνω δυσμενείς για τη βιωσιμότητα των επιχειρήσεων των εναγομένων εξελίξεις τους ανάγκασαν, ήδη από το Φθινόπωρο του 2003, να διατυπώσουνε επανειλημμένως τα παράπονα τους.

Προς εξυπηρέτηση δε των επαγγελματικών τους συμφερόντων δημιουργήσανε τον Οκτώβριο 2003 όλοι οι πράκτορες συνεταιρισμό με ουσιαστικό σκοπό τη διασφάλιση του μέλλοντος τους μέσα στο δίκτυο της ενάγουσας (βλ προσκομιζόμενο και επικαλούμενο από τις εναγόμενες από 19-10-2003 καταστατικό του συνεταιρισμού). Ο ίδιος δε ο πρόεδρος του ΔΣ της ενάγουσας ...

συναντήθηκε με το προεδρείο του Συνεταιρισμού. Συγκεκριμένα, έγιναν δύο συναντήσεις στο ξενοδοχείο ... (βλ. προσαγόμενο με επίκληση από τους εναγόμενους e - mail από 25-11-2003) και μία σε καφέ της ... (βλ. κατάθεση μάρτυρα εναγομένων ..., πρακτ-σελ.64). Θέμα της συζήτησης σε όλες της συναντήσεις ήταν οι ανησυχίες των πρακτόρων για την παραπάνω διαμορφωμένη κατάσταση.

Σ' αυτές δε τις συναντήσεις δηλώθηκε ρητώς στον Πρόεδρο της ενάγουσας ότι οι πράκτορες θα αποχωρήσουνε, αν δεν αλλάξει το δυσμενές γι' αυτούς εργασιακό καθεστώς. Στην πράξη, όμως, η ενάγουσα, ενώ συζητούσε την εξεύρεση λύσεων, όπως εκ των υστέρων αποδείχτηκε, οργάνωνε και την αντικατάσταση των εναγομένων πρακτόρων της και την αυτόνομη δραστηριοποίηση της στις συμβατικές αποκλειστικές περιοχές τους.

Αιφνιδιαστικά δε τις παραμονές των Χριστουγέννων 2003 κατάγγειλε την σύμβαση του προέδρου του ως άνω συνεταιρισμού .... Ουσιαστικός λόγος της καταγγελίας ήταν η συμμετοχή του στον συνεταιρισμό (βλ. προσαγόμενο με επίκληση από τους εναγόμενους αντίγραφο της καταγγελίας με ημερομηνία 19-12-2003). Στο έγγραφο της καταγγελίας η ενάγουσα αποκαλούσε τους πράκτορες της, που ήταν μέλη του Συνεταιρισμού (δηλ.

σχεδόν το σύνολο των πρακτόρων της) ανταγωνιστές της. Ήδη δε πριν από τις 20/12/2003 είχε συσταθεί η εταιρία "... ΟΕ", η οποία έγινε αντιπρόσωπος της ενάγουσας, αμέσως μετά την παύση του προέδρου του συνεταιρισμού ..., στην ίδια περιοχή (βλ. προσκομιζόμενο και επικαλούμενο από τους εναγόμενους καταστατικό της εταιρίας αυτής με ημερομηνία 15-12-2003).

Ακολούθως η ενάγουσα έκρινε ότι ήταν συμφερότερο γι' αυτήν να ιδρύσει υποκαταστήματα, που θα συγκέντρωναν στην περιοχή του κάθε πράκτορα όλους τους πελάτες της, έτσι ώστε το κάθε υποκατάστημά της θα έκανε μόνο του και χωρίς τη μεσολάβηση των εναγομένων τις ταχυμεταφορές στην περιοχή του κάθε πράκτορα και θα επικάλυπτε τις εργασίες τους, Έτσι στις 31/12/2003 η ενάγουσα απηύθυνε πρόσκληση στα μέλη του Δ.Σ.

της, με ημερομηνία συνεδρίασης την 5/1/2004 και θέμα την ίδρυση υποκαταστημάτων της. Το κείμενο της πρόσκλησης, με τον χαρακτηρισμό "κατεπείγον" ήταν. Κατά λέξη το ακόλουθο: "Σας προσκαλώ να παραστείτε στη συνεδρίαση του Διοικητικού Συμβουλίου της Εταιρείας που θα γίνει την Δευτέρα 05 Ιανουαρίου και ώρα 15:30 μμ στα γραφεία της Εταιρείας στο ..., με θέμα ημερήσιας διάταξης:

ΘΕΜΑ: Απόφαση για νέα Υποκαταστήματα, Αντικατάσταση Απολεσθέντων Προσω-ρινών τίτλων της εταιρείας". Τα παραπάνω σχεδιάζονταν από την ενάγουσα παρά την ύπαρξη του άρθρου (6 παρ. 10 της ανάμεσα στον καθένα από τους εναγόμενους και στην ενάγουσα σύμβασης πρακτορείας (πανομοιότυπης για όλους τους πράκτορες και μη διαπραγματεύσιμης), στο οποίο αναφέρονταν ότι στην προκαθορισμένη για τον καθένα συμβατική περιοχή αυτοί και μόνο αποκλειστικά θα παρείχανε υπηρεσίες ταχυμεταφορών (βλ.

προσκομιζόμενα και επικαλούμενα από τους εναγόμενους αντίγραφα των σχετικών συμβάσεων, που ήσαν πανομοιότυπα για όλους). Ακολούθως, (συνεχίζει το Εφετείο), στις 5/1/2004 το ΔΣ της ενάγουσας, στη συνεδρίαση του No 270, αποφάσισε την ίδρυση υποκαταστημάτων της στους Δήμους και Νομούς ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ... και ....

Η ενάγουσα δηλ. αποφάσισε την ίδρυση υποκαταστημάτων σε περιοχές που κάλυπταν όλο τον άξονα της χώρας και συγκέντρωναν το 80 % της κίνησης της αγοράς, ενώ με την παραπάνω απόφαση εξουσιοδοτήθηκε ο διευθύνων σύμβουλος της ... να φροντίσει να προβεί στις απαραίτητες ενέργειες για την ανεύρεση κατάλληλων καταστημάτων, τη δήλωση ενάρξεως επιτηδεύματος κλπ.

Το πρακτικό συνεδρίασης Διοικητικού Συμβουλίου της ενάγουσας (βλ προσκομιζόμενο και επικαλούμενο από τους εναγόμενους αντίγραφο) αναγράφει σχετικά: "Επί του δευτέρου θέματος ο Διευθύνων Σύμβουλος προτείνει όπως το Διοικητικό Συμβούλιο, προκειμένου να εξασφαλισθεί η απρόσκοπτη λειτουργία της εταιρίας αποφασίσει την ίδρυση υποκαταστημάτων.

Ειδικότερα., προτείνει να ιδρυθούν υποκαταστήματα στους δήμους: ..., ..., ..., ..., Θεσσαλονίκης και στις περιοχές του νομού ... ..., ... και ..., καθώς και στο ... και στα ..., στην ... και στη .... Το Διοικητικό Συμβούλιό μετά από διαλογική συζήτηση και ανταλλαγή απόψεων με ψήφους πέντε (5) υπέρ και δύο (2) κατά (των κκ. ... και ...) αποφασίζει να ιδρύσει η εταιρία υποκαταστήματα στις ανωτέρω πόλεις και περιοχές, τα οποία θα λειτουργήσουν μέσα στα πλαίσια του σκοπού της εταιρίας.

Εξουσιοδοτεί δε με την ίδια πλειοψηφία τον Διευθύνοντα Σύμβουλο ..., όπως φροντίσει και προβεί στις απαραίτητες ενέργειες για την ανεύρεση καταλλήλων καταστημάτων, τη μίσθωση αυτών και τη διεκπεραίωση οποιασδήποτε άλλης ενέργειας..." Μετά από την απόφαση αυτή, η ενάγουσα προώθησε ανακοίνωση στον ημερήσιο τύπο, η οποία δημοσιεύτηκε στις 7/1/2004, με την οποία καθιστούσε δημόσια γνωστή την υλοποίηση της αναδιάρθρωσης του δικτύου.

Ειδικότερα, η ανακοίνωση έγραφε: "Η μεγαλύτερη εταιρία ταχυμεταφορών στην Ελλάδα ανακοινώνει την έναρξη δυναμικής επέκτασης και δράσης της. Στα πλαίσια αυτά και για την καλύτερη εξυπηρέτηση των πελατών της εταιρίας, υλοποιείται μερική αναδιάρθρωση του δικτύου των αντιπροσώπων της... ... 7 Ιανουαρίου 2004" (βλ.

προσαγόμενο με επίκληση από τους εναγόμενους αντίγραφο της δημοσιευμένης ανακοίνωσης). Μετά την επισημοποίηση της απόφασης της ενάγουσας αμέσως επακολούθησαν από τις 7 έως τις12-1 -2004, οι χωρίς την τήρηση προθεσμίας καταγγελίες των συμβάσεων πρακτορείας των εναγομένων λόγω της ύπαρξης σπουδαίου λόγου, όπως αυτός εξειδικεύτηκε στην μείζονα σκέψη (βλ.

ανωτέρω), κατ' αρθ 8 παρ 2 των συμβάσεών τους, που ήταν αυτός της ίδρυσης των υποκαταστημάτων της ενάγουσας στους χώρους επαγγελματικής έως τότε δραστηριότητας των εναγομένων πρακτόρων σε συνδυασμό με την προαναφερθείσα πρόσθετη υποχρέωση πώλησης ειδών κινητής τηλεφωνίας, γεγονός, που έθετε σε διακινδύνευση το εργασιακό μέλλον των εναγομένων.

Από την ημερομηνία αυτή, αρχίζει και ο χρόνος της εξάμηνης παραγραφής του αρθ 19 Ν. 146/1914 για τις ένδικες αξιώσεις της ενάγουσας και όχι από τον Νοέμβριο του 2003, που άρχισαν να κυκλοφορούν οι φήμες περί ιδρύσεως υποκαταστημάτων από την ενάγουσα.

Συνεπώς οι αξιώσεις της ενάγουσας δεν έχουν υποπέσει στην ως άνω παραγραφή, αφού από τις 7-1-2004 μέχρι τις 7-7-2004, που ασκήθηκε η αγωγή, όπως συνομολογείται από τους διαδίκους (βλ προτάσεις 1ης εφεσίβλητης σελ.72), δεν έχει παρέλθει διάστημα μεγαλύτερο των 6 μηνών, απορριπτόμενου ως αβασίμου του νομίμως προταθέντως και σιωπηρά με την εκκαλουμένη απορριφθέντος πρωτοδίκως ισχυρισμού των εναγομένων περί παραγραφής των ενδίκων αξιώσεων, τον οποίο παραδεκτά επαναφέρουν με τις προτάσεις τους οι εφεσίβλητοι.

Οι καταγγελίες αυτές, που ασκήθηκαν με μονομερείς απευθυντέες δηλώσεις των εναγομένων πρακτόρων προς την ενάγουσα είχαν ως έννομη συνέπεια την λύση των συμβάσεων (για την παύση της ρήτρας αποκλειστικότητας, που περιέχονταν στις συμβάσεις αυτές βλ. κατωτέρω). Κατόπιν αυτών ο 3ος λόγος της έφεσης, με τον οποίο η εκκαλούσα ισχυρίζεται ότι δεν υπήρχε σπουδαίος λόγος για την καταγγελία των ενδίκων συμβάσεων εκ μέρους των εναγομένων κρίνεται απορριπτέος ως κατ' ουσίαν αβάσιμος.

Συνεχίζει δε το Εφετείο ότι οι διαμορφωμένες συνθήκες της ταχυδρομικής αγοράς (μεγάλο και σταθερό κόστος λειτουργίας, ανάγκη διαρκούς συνεργασίας με επιχειρήσεις αερομεταφορών, θαλάσσιων και χερσαίων μεταφορών) επιτρέπουν την πρόσβαση μόνο σε μεγάλου κεφαλαίου επιχειρήσεις. Κατά συνέπεια, η ιδίω ονόματι αυτόνομη δραστηριοποίηση του κάθε εναγομένου πράκτορος ήταν αποκλεισμένη ουσιαστικά εξ αρχής λόγω του μικρού μεγέθους των επιχειρήσεών τους.

Κατά συνέπεια, ήταν απαραίτητη η ένταξή τους σε δίκτυο άλλης επιχείρησης που κάλυπτε την ελληνική επικράτεια. Στην ταχυδρομική αγορά ελάχιστες είναι οι επιχειρήσεις αυτές. Οι ταχυδρομικές επιχειρήσεις που παρείχαν υπηρεσίες σε ολόκληρη την επικράτεια, κατέχοντας εθνική άδεια, ήταν, εκτός από την ενάγουσα, μόνο οι εταιρίες DHL, SPEEDEX και η 1η εναγομένη ΓΕΝΙΚΗ ΤΑΧΥΔΡΟΜΙΚΗ.

Από αυτές, η 1η λειτουργούσε με υποκαταστήματα και όχι με πράκτορες, η 2η είχε ήδη πλήρες δίκτυο, που κάλυπτε όλη την επικράτεια, ενώ η Γενική Ταχυδρομική είχε ελλιπές. Έτσι, οι εναγόμενοι πράκτορες απευθυνθήκανε στην 1 εναγομένη και άρχισαν την συνεργασία τους. Η "Γενική Ταχυδρομική" όχι μόνο ήταν γνωστή από προηγούμενη συνεργασία της με την ενάγουσα, αλλά επιπλέον διατηρούσε ελλιπές δίκτυο και είχε ανάγκη και πρόθεση επέκτασής του.

Την διαπραγμάτευση με τη "Γενική Ταχυδρομική" έκανε ο ...ς, Πρόεδρος του Συν/σμού. Αυτός, ήδη μετά την παύση του από την ενάγουσα, είχε γίνει πράκτορας της "Γενικής Ταχυδρομικής" στην περιοχή της .... Έθεσε δε ως όρο στη "Γενική Ταχυδρομική" ότι θα έπρεπε να δεχτεί όλους τους καταγγείλαντες πρώην πράκτορες της ACS, ο οποίος μετά από σκληρές διαπραγματεύσεις έγινε δεκτός.

Ακολούθως δεν αποδείχτηκε ότι η πρώτη εναγομένη υποκίνησε τις καταγγελίες των συμβάσεων των εναγομένων πρακτόρων της προκειμένου, μετά την απόσπασή τους απ' αυτήν, να ενταχθούν στο δίκτυο της, αποσκοπώντας στην εκμετάλλευση των εμπορικών της απορρήτων και της τεχνογνωσίας της, στην υφαρπαγή πελατείας της και στην καταστροφή της επιχειρήσεώς της.

Οι ίδιοι οι εναγόμενοι πράκτορες προέβησαν στην καταγγελία αυτή εξαιτίας του προαναφερθέντος σπουδαίου λόγου. Ακολούθως, μετά από διαπραγματεύσεις με την πρώτη εναγομένη απαίτησαν, την πρόσληψη όλων όσων αποχώρησαν και επιθυμούσαν την ένταξή τους στο δίκτυό της, χωρίς η ίδια να έχει την ευχέρεια επιλογής των ικανότερων εξ αυτών, που χρειαζόταν για την επέκταση του υφισταμένου ήδη δικτύου της, αλλά αντιθέτως, αναγκάστηκε να τους προσλάβει όλους και να διακόψει τη συνεργασία της με πράκτορές της, που δραστηριοποιούνταν στις ίδιες περιοχές.

Υπό τα ως άνω δε αποδειχθέντα ο 1ος και ο 5ος λόγοι της έφεσης με τους οποίους η εκκαλούσα ισχυρίζεται ότι εκτιμώντας εσφαλμένα τις αποδείξεις το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δέχτηκε ότι δεν υπήρξε οργανωμένη υποκίνηση της 1ης εναγομένης προς καταγγελία των ενδίκων συμβάσεων των εναγομένων πρακτόρων, προκειμένου με αυτή την ενέργεια να βλαβούν τα συμφέροντα της ενάγουσας και να οφεληθεί η 1η εναγομένη, με την αθέμιτη εκμετάλλευση της οργάνωσης της ενάγουσας, κρίνονται απορριπτέοι ως κατ' ουσίαν αβάσιμοι.

Στη συνεχεία δέχεται το Εφετείο ότι η ενάγουσα συμφώνησε με τους εναγόμενους πράκτορες κατά την κατάρτιση των νέων συμβάσεων πρακτορείας την απαγόρευση ανταγωνισμού για ένα έτος μετά την λήξη των συμβάσεών τους. Η περιλαμβανομένη όμως στις ως άνω συμβάσεις πρακτορείας ρήτρα απαγόρευσης ανταγωνισμού (άρθ. 10), που προβλέπει ότι, σε κάθε περίπτωση λήξης της συμβάσεως, ο πράκτορας αναλαμβάνει την υποχρέωση να μην ασκήσει επιχείρηση συναφή μ' αυτή της ενάγουσας, ούτε να προσφέρει τις υπηρεσίες του στον ίδιο ή συναφή κλάδο, εντός των ορίων της συμβατικής του περιοχής ή σε μία άμεσα συνορεύουσα περιοχή για ένα (1) χρόνο από τη λύση των συμβάσεων, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στην μείζονα σκέψη είναι άκυρη.

Και αυτό γιατί δεν είχε συμφωνηθεί ταυτόχρονα αντάλλαγμα, ως αντιστάθμισμα της μεγάλης αυτής δεσμεύσεως των πρακτόρων σε περίπτωση διακοπής της συνεργασίας τους με την ενάγουσα, αν και στην προσωπική συμβολή των πρακτόρων οφείλεται, κατά μεγάλο μέρος, η δημιουργία και η επαύξηση της τοπικής πελατείας της ενάγουσας.

Η απαγόρευση δε αυτή άσκησης δραστηριότητας εκτείνεται σε μεγάλη περιφέρεια με συνέπεια αυτοί να είναι αναγκασμένοι επί ένα έτος είτε να παραμένουν άνεργοι, είτε να μεταβούν σε άλλη πόλη για να εργαστούν, με δυσμενείς συνέπειες γι' αυτούς. Επιπλέον έρχεται σε αντίθεση με τις διατάξεις των άρθρων 178 και 179 Α.Κ., διότι περιέχει υπέρμετρη δέσμευση της ελευθερίας τους και αντίκειται γενικώς στα χρηστά ήθη, αφού τους καταδικάζει σε αναγκαστική ανεργία και επαγγελματική απραξία για ένα έτος, χωρίς μάλιστα να έχει προβλεφθεί κάποια αποζημίωση για τον υπέρμετρο αυτόν περιορισμό.

Έτσι, σύμφωνα και με όσα αναφέρθηκαν αναλυτικά στην μείζονα σκέψη η μη συνομολόγηση παροχής ευλόγου ανταλλάγματος σε συνδυασμό με την υπέρμετρη δέσμευση της ελευθερίας προσδιορισμού του εργασιακού μέλλοντος των εναγομένων, που τους υποχρεώνει σε επαγγελματική απραξία μετά την λύση της σύμβασης καθιστά την τεθείσα εκ μέρους της ενάγουσας ρήτρα παράλειψης ανταγωνισμού άκυρη κατ' αρθ.178,179 ΑΚ, γιατί βρίσκεται σε αντίθεση με τα χρηστά ήθη (βλ.

προσκομιζόμενη και επικαλούμενη από τους εναγόμενους γνωμοδότηση Ν-Ρόκα).

Συνεπώς, όσα αντίθετα ισχυρίζεται η εκκαλούσα με τους 2ο και 6° λόγους της έφεσης, της περί εσφαλμένης εφαρμογής από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο των διατάξεων των αρθ 178, 179 ΑΚ επί της ανωτέρω ρήτρας απαγόρευσης ανταγωνισμού, όπως το περιεχόμενο της προσδιορίστηκε πιο πάνω, κρίνονται απορριπτέα ως κατ' ουσίαν αβάσιμα.

Ακολούθως αποδείχτηκε ότι η καινούρια συνεργασία των εναγομένων πρακτόρων με την α' εναγομένη μετά την καταγγελία των συμβάσεων τους είχε ως επακόλουθο και το γεγονός ότι κάποιοι από τους παλαιούς πελάτες της ενάγουσας, που συνεργάζονταν με τους αποχωρήσαντες πράκτορες, συνεβλήθησαν για την διεκπεραίωση των μεταφορών τους με την πρώτη εναγομένη.

Μόνο, όμως, το γεγονός αυτό δεν συνιστά αθέμιτη συμπεριφορά της τελευταίας, και των εναγομένων πρακτόρων. Αθέμιτη θα ήταν η απόσπαση, μόνο αν σκοπός της πρώτης εναγομένης ήταν, μέσω των αποσπάσεων, να πληγεί η θέση της ενάγουσας στην αγορά προς ίδιο όφελος, πρόθεση όμως, που δεν συντρέχει στην προκειμένη περίπτωση, διότι η πρώτη εναγομένη με την πρόσληψη των πρακτόρων επεδίωξε απλώς τη στελέχωση της επιχείρησης της.

Σύμφωνα δε με όσα αναλυτικά εκτέθηκαν στην μείζονα σκέψη, δεν αποδείχτηκαν τέτοια πραγματικά περιστατικά, ώστε να θεωρηθεί αυτή η απόσπαση πελατείας με την συνακόλουθη αύξηση του μεριδίου αγοράς της 1ης εναγομένης και την μείωση του μεριδίου της ενάγουσας αθέμιτη. Ήτοι, ότι οι εναγόμενοι παρότρυναν πελάτες της ενάγουσας να αθετήσουν τις συμβατικές τους υποχρεώσεις ή να αποστούν από αυτές ή να καταγγείλουν τις συμβάσεις τους, για να συνάψουν συμβάσεις με την 1η εναγομένη προσφέροντας για την υποκίνηση αυτή και την επίτευξη του ανταγωνιστικού σκοπού, μεγαλύτερο αντάλλαγμα, με σκοπό ανταγωνισμού.

Εξάλλου, η πρώτη εναγομένη, ανεξαρτήτως του αν γνώριζε ή όχι τη σχετική ρήτρα απαγόρευσης ανταγωνισμού, που συμπεριλαμβάνονταν στις συμβάσεις πρακτορείας των αποσπασθέντων πρακτόρων, δεν ενήργησε αθέμιτα, συνάπτοντας συμβάσεις πρακτορείας μ' αυτούς, διότι η ρήτρα δεν ήταν έγκυρη και δεσμευτική. Ακόμη, όμως, κι αν η ρήτρα ήταν δεσμευτική, μόνο το γεγονός της γνώσης της ρήτρας δεν αρκεί για να χαρακτηρίσει την πρόσληψη των απασχολουμένων από ανταγωνίστρια επιχείρηση αθέμιτη, αλλά το στοιχείο αυτό απλώς συνεκτιμάται με τυχόν άλλα επιβαρυντικά περιστατικά σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, τα οποία δεν συντρέχουν στην προκειμένη περίπτωση.

Ακολούθως αποδείχτηκε ότι τα περισσότερα καταστήματα, στα οποία λειτουργούσαν οι εναγόμενοι πράκτορες, τα είχε μισθώσει η ενάγουσα και στην συνέχεια τα υπεκμίσθωσε στους εναγόμενους πράκτορες, που με την σειρά τους κατέβαλαν το συμφωνημένο μίσθωμα στην ενάγουσα, προκειμένου αυτή εν συνεχεία να το καταβάλει στους εκμισθωτές.

Δέχεται περαιτέρω το Εφετείο ότι μετά την καταγγελία των συμβάσεων τους οι αποχωρήσαντες από την ενάγουσα πράκτορες παρέμειναν για χρονικό διάστημα στα υπεκμισθωθέντα καταστήματα, δραστηριοποιούμενοι σ' αυτά ως πράκτορες της πρώτης εναγομένης, αφού αντικατέστησαν τα διακριτικά της ενάγουσας, μ' αυτά της πρώτης εναγομένης, προκειμένου να μην δημιουργηθεί σύγχυση στο καταναλωτικό κοινό για την ταυτότητα του φορέα των προσφερομένων υπηρεσιών.

Το γεγονός αυτό, ότι οι αποχωρήσαντες εναγόμενοι πράκτορες λειτούργησαν για ένα χρονικό διάστημα στα υπεκμισθωθέντα από την ενάγουσα καταστήματα, ως πράκτορες πλέον της πρώτης εναγομένης, δεν αποτελεί επιβαρυντικό στοιχείο, ικανό να χαρακτηρίσει τη συμπεριφορά τους ως αθέμιτη πράξη ανταγωνισμού, γιατί το αν το κατάστημα είχε μισθωθεί από τους ίδιους τους πράκτορες ή από την ενάγουσα, για λογαριασμό τους, δεν έχει σημασία, εφόσον η ενάγουσα δεν ήθελε τα μίσθια για δική της χρήση, αλλά τα μίσθωσε με μοναδικό σκοπό να τα υπεκμισθώσει περαιτέρω στους εναγόμενους πράκτορες.

Έτσι, και στις δύο περιπτώσεις η μισθωτική σχέση αφορά τελικά τους πράκτορες, οι οποίοι και κατέβαλαν το μίσθωμα, ενώ η ενάγουσα, ως διαμεσολαβούσα, κατέβαλε στους εκμισθωτές το μίσθωμα, που εισέπραττε από τους πράκτορες. Επιβαρυντική περίσταση θα αποτελούσε, αν η ενάγουσα είχε παραχωρήσει στους πράκτορες, χωρίς αντάλλαγμα, δικά της καταστήματα ή αν οι πράκτορες δεν άλλαζαν τα διακριτικά, γεγονός, που δεν συνέβη εν προκειμένω.

Στο σημείο αυτό θα πρέπει να αναφερθεί ότι ακόμα και για κάποιους από τους πράκτορες, που παρέμειναν στα μίσθια καταστήματα για χρονικό διάστημα, που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως μη εύλογο, όπως για την 32η εναγομένη "... ε.ε", που παρέμεινε στο μίσθιο κατάστημα μέχρι τις 10-4-04, οπότε για το μετέπειτα διάστημα απαγορεύτηκε η συνέχιση της χρήσης του δυνάμει της υπ' αριθμ 2327/2004 απόφασης του Μον.

Πρωτ. Αθην. (ασφ. μετρ.), η συμπεριφορά τους αυτή δεν συνιστά πράξη αθέμιτου ανταγωνισμού, αφού μετά την καταγγελία χρειάζονταν αρκετό χρόνο, προκειμένου να εξεύρουν νέα, ισοδύναμη εμπορικά με την προηγούμενη, επαγγελματική στέγη, στην οποία έπρεπε να μεταστεγαστούν. Πρέπει ακόμα να ληφθεί δε υπόψιν ότι πολλοί από τους εναγόμενους είχαν υποβληθεί σε μεγάλες δαπάνες για την διαμόρφωση των καταστημάτων τους, όπως η ως άνω 32η εναγομένη, που κατέβαλε για τον λόγο αυτό 34.613.902 δρχ., σύμφωνα με τις προσκομιζόμενες και επικαλούμενες από αυτή αποδείξεις.

Όμως οι επενδύσεις αυτές έγιναν, γιατί απέβλεπαν σε μακροχρόνια συνεργασία με την ενάγουσα, ίση με την διάρκεια της μίσθωσης (12 έτη) και όχι στην απότομη διακοπή της. Όσον αφορά τις κατά τους ισχυρισμούς της ενάγουσας, δυσφημιστικές σε βάρος της διαδόσεις εκ μέρους των εναγομένων πρακτόρων, που επιβεβαιώνονται και από τις περιεχόμενες στον πιν. 3 της αγωγής ανακοινώσεις των εναγομένων, αυτές αφορούν ενημερώσεις των εναγομένων πρακτόρων για την διακοπή της συνεργασίας τους με την ενάγουσα και την έναρξη της συνεργασίας τους με την 1η εναγομένη, χωρίς να περιέχουν τα στοιχεία, που αναφέρθηκαν αναλυτικά στην μείζονα σκέψη, ώστε να τις καθιστά δυσφημιστικές ως προς την ενάγουσα και ως εκ τούτου να μπορούν να θεωρηθούν ως πράξη ανταγωνισμού.

Εν όψει δε του γεγονότος ότι όλες οι υπηρεσίες ταχυμεταφορών χρησιμοποιούν όμοια ηλεκτρονική τεχνογνωσία ισχύει το ίδιο μηχανογραφικό σύστημα, που αφορά ένα απλό σύστημα παρακολούθησης των αποστολών και συνεπώς δεν υπεκλάπησαν επιχειρηματικά μυστικά της ενάγουσας (βλ. κατάθεση του μάρτυρα των εναγομένων ...

πρωτοδίκως, σελ. 68 πρακτικών). Ειδικότερα, η αγορά των ταχυδρομικών υπηρεσιών έχει την ιδιαιτερότητα, κανένας ασχολούμενος με αυτή να μην παρουσιάζει και αναπτύσσει τεχνογνωσία ούτε ιδιαίτερο τρόπο δουλειάς και οργάνωσης. Το μηχανογραφικό σύστημα είναι σύστημα εντοπισμού και παρακολούθησης των ταχυδρομικών αντικειμένων, στο οποίο καταχωρούνται τα στοιχεία κάθε αποστολής (αριθμός παραστατικού, αποστολέας, παραλήπτης, χρόνος παραλαβής και παράδοσης).

Αυτό, όμως, δεν είναι δημιούργημα της ενάγουσας και ως εκ τούτου επιχειρηματικό μυστικό, αφού ο ίδιος ο Ν. 2668/1998 που αφορά τον τομέα παροχής ταχυδρομικών υπηρεσιών, επιβάλλει στις επιχειρήσεις που ασχολούνται με τις ταχυμεταφορές να διαθέτουν αυτή τη μηχανοργάνωση Αποτελεί, μάλιστα, προϋπόθεση χορήγησης της νόμιμης άδειας παροχής ταχυδρομικών υπηρεσιών, με την οποία είναι εφοδιασμένες όλες οι επιχειρήσεις ταχυμεταφορών.

Το ίδιο ακριβώς σύστημα διέθεταν και διαθέτουν όλες οι επιχειρήσεις που ασχολούνται με τις ταχυμεταφορές. Άλλωστε, με τη διακοπή της συνεργασίας των εναγομένων πρακτόρων, μετά την εκ μέρους τους καταγγελία, διακόπηκε η σύνδεση και με αυτό το σύστημα. Εξ' άλλου ούτε η οργάνωση της ενάγουσας υπήρξε πρωτότυπη ούτε σε καμιά επιχείρηση αποδείχτηκε ότι τη γνωστοποίησε κάποιος από τους εναγόμενους.

Τα τοπικά γραφεία, οι διανομείς, το δίκτυο, τα μέσα μεταφοράς, ο τρόπος παραλαβής και παράδοσης των αποστολών, ο διαχωρισμός των παρεχόμενων υπηρεσιών σε συγκεκριμένες κατηγορίες, είναι κοινά για όλες τις ταχυδρομικές επιχειρήσεις. Το δε συνοδευτικό δελτίο ταχυμεταφοράς, που εκδίδεται για κάθε ταχυμεταφορά και το περιεχόμενο του, επίσης επιβάλλονται από τον Ν. 2668/1998, όπως αυτός ισχύει σήμερα.

Συνεπώς οι εναγόμενοι πράκτορες δεν έχουν θέσει στην υπηρεσία της 2ης εναγομένης κάποιο απόρρητο στοιχείο, που να ανήκει στην ενάγουσα, ώστε να μπορεί να στοιχειοθετηθεί πράξη αθέμιτου ανταγωνισμού εις βάρος της από τους εναγόμενους Το Εφετείο δέχεται περαιτέρω όσον αφορά τις αποφάσεις της Εθνικής Επιτροπής Τηλεπικοινωνιών και Ταχυδρομείων τα εξής: Η υπ' αρ. πρωτ. 352.133/3Ο-5-2ΟΟ5 απόφαση της ΕΕΤΤ, εξεδόθη μόνον κατά της 1ης εναγομένης Γενικής Ταχυδρομικής, επιβάλλουσα κατ' αυτής πρόστιμο ύψους 60.000 ευρώ για μη έγκαιρη γνωστοποίηση του δικτύου της στην ΕΕΤΤ. Εναντίον των 11ης, 8ης, 37ης, 36ης, 2ης, 6ης, 10ης, 34ης, 19ης, 7ης, 20ου, 13ης, 6ης, 21ης και 17ης από τους εναγόμενους εξεδόθησαν οι επικαλούμενες και προσκομιζόμενες από τους διαδίκους υπ' αρ. 332/147/18-10-2004, 332/147/18-10-2004, 332/140/18- 10-2004,

338/110/22-12-2004,

332/149/18-10-2004, 332/141/18-10-2004, 345/157/4-3-2005, 332/144/18-10-342/79/4-2-2005, 342/77/4-2-2005, 345/160/4-3-345/158/4-3-2005, 342/74/4-2-2005, 332/143/18-10-2004, 342/78/4-2-2005 και 332/146/18-10-2004, 339/54/30-12-2004 αποφάσεις της ΕΕΤΤ, η οποία τους επέβαλε ως διοικητική κύρωση, κατ' αρθρ. 25 ν.2668/98, πρόστιμο ύψους δέκα έξι χιλιάδων (16.000) ευρώ, με το σκεπτικό ότι οι ως άνω εναγόμενοι πράκτορες παραβίασαν το άρθρο 3 παρ. 2 του ν. 2668/1998, το άρθρο 12 παρ. 5 του ν.2668/1998 (όπως ισχύει σήμερα) και το άρθρο 4 παρ. 3 ΑΠ ΕΕΤΤ 296/93/2003, "αφού από την 7-1 2004 (ημερομηνία καταγγελίας της σύμβασής της με την ACS), παρείχαν ταχυδρομικές υπηρεσίες χωρίς Γενική Άδεια και χωρίς να είναι ενταγμένο, σε δίκτυο Επιχείρησης με Γενική Άδεια και με την μη παράδοση όλων των ταχυδρομικών αντικειμένων που είχαν στην κατοχή τους την ημέρα της καταγγελίας της σύμβασης τους με την εταιρεία ACS προκάλεσαν απώλειες ταχυδρομικών αντικειμένων, υπερβολικές καθυστερήσεις στην επίδοση των ταχυδρομικών αντικειμένων, αναστάτωση στην εύρυθμη λειτουργία της ταχυδρομικής αγοράς, για την οποία μεριμνά η ΕΕΤΤ, και ζημία στους χρήστες υπηρεσιών μεταφοράς".

Οι παραπάνω αποφάσεις όμως δεν έχουν καταστεί αμετάκλητες, αφού έχουν προσβληθεί με αιτήσεις ακυρώσεως από τους ως άνω θιγομένους (βλ. προσκομιζόμενα και επικαλούμενα αντίγραφα των αιτήσεων ακυρώσεως ενώπιον του ΣτΕ από τους εφεσίβλητους) και σε καμία περίπτωση, δεν μπορούν να θεωρηθούν ότι σχετίζονται με πράξεις αθέμιτου ανταγωνισμού εκ μέρους των εναγομένων.

Αλλά και στην περίπτωση ακόμα που το περιεχόμενο των αποφάσεων αυτών θεωρηθεί αληθινό, πρόκειται μόνο για αντισυμβατική συμπεριφορά των εναγομένων πρακτόρων σε βάρος της ενάγουσας και των πελατών της. Κατέληξε δε το Εφετείο ότι υπό τα ως άνω αποδειχθέντα, όσα αντίθετα ισχυρίζεται η ενάγουσα με τους 4°, 7°, 8° και 9° λόγους της έφεσης (αποκάλυψη επαγγελματικών μυστικών και τεχνογνωσίας εκ μέρους των εναγομένων, υφαρπαγή πελατείας της ενάγουσας μετά την καταγγελία των συμβάσεων, δυσφημιστικές διαδόσεις εις βάρος της ενάγουσας, χρήση μισθίων καταστημάτων και μετά την καταγγελία των συμβάσεων, γεγονότα που κατά τους ισχυρισμούς της εκκαλούσας επιβεβαιώνονται και από τις ως άνω καταδικαστικές αποφάσεις της ΕΕΤΤ) κρίνονται απορριπτέα ως κατ' ουσίαν-αβάσιμα και επομένως η εκκαλούμενη απόφαση που απέρριψε την αγωγή της και καταδίκασε την αναιρεσείουσα λόγω της ήττας της στην πληρωμή της δικαστικής δαπάνης των αναιρεσιβλήτων ορθά εφάρμοσε τον νόμο και δεν έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και πρέπει να απορριφθεί η έφεση στο σύνολό της".

Α) Το Εφετείο με το να απορρίψει με τις ανωτέρω σκέψεις τους αντίστοιχους λόγους της έφεσης της αναιρεσείουσας, κατά της ομοίως κρίνασης πρωτόδικης απόφασης, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή της που είχε ασκήσει για την παροχή έννομης προστασίας από τις διατάξεις για τον αθέμιτο ανταγωνισμό σε βάρος της εκ μέρους των πρώην συνεργατών της ταχυδρομικών πρακτόρων, λοιπών πλην της πρώτης αναιρεσίβλητης, με τη συνδρομή της τελευταίας, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και, δεν παραβίασε τις εφαρμοσθείσες ως άνω διατάξεις του άρθρου 1 του Ν. 146/1914, των άρθρων 178 και 179 Α Κ.

και 10 του π.δ/τος 219/1991, καθόσον από τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά "περιστατικά" ότι: "η μη άμεση παράδοση των ταχυδρομικών αντικειμένων που είχαν στην κατοχή τους οι αναιρεσίβλητες πράκτορες κατά το χρόνο της καταγγελίας και η αναστάτωση στην ταχυδρομική αγορά που προκλήθηκε από τη μη έγκαιρη επίδοση των ταχυδρομικών αντικειμένων, κατά το στάδιο της διακοπής της συνεργασίας με την αναιρεσείουσα δεν συνιστά πράξη αθέμιτου ανταγωνισμού και αντίθετη προς τα χρηστά ήθη αλλά απλώς αντισυμβατική συμπεριφορά των υπαιτίων απέναντι στην αναιρεσείουσα" σε συνδυασμό με τις λοιπές επί της ουσίας ανέλεγκτες παραδοχές δεν πληρούν το πραγματικό συμπεριφοράς των αναιρεσιβλήτων αθέμιτης ανταγωνιστικής σε βάρος της αναιρεσείουσας ως αντίθετης προς τη νομική έννοια "των χρηστών ηθών".

Εξ' άλλου, από τα ανελέγκτως επίσης πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά εκ μέρους του Εφετείου, ότι: 1) συνέτρεξε πράγματι σπουδαίος λόγος στο πρόσωπο των αναιρεσιβλήτων πρακτόρων, στηριζόμενος σε προηγηθείσα αντισυμβατική και αντιδεοντολογική συμπεριφορά σε βάρος τους από την πλευρά της αναιρεσείουσας ταχυδρομικής επιχείρησης, και 2) σε συνδυασμό με τις λοιπές επί της ουσίας συναφείς παραδοχές ότι: "Η περιλαμβανομένη στις συμβάσεις πρακτορείας ρήτρα απαγόρευσης ανταγωνισμού (αρθ 10), που προβλέπει ότι, σε κάθε περίπτωση (δηλαδή και για σπουδαίο λόγο) λήξης της συμβάσεως, ο πράκτορας αναλαμβάνει την υποχρέωση να μην ασκήσει επιχείρηση συναφή μ' αυτή της ενάγουσας, ούτε να προσφέρει τις υπηρεσίες του στον ίδιο ή συναφή κλάδο, εντός των ορίων της συμβατικής του περιοχής ή σε μία άμεσα συνορεύουσα περιοχή για ένα (1) χρόνο από τη λύση των συμβάσεων, είναι άκυρη, γιατί δεν είχε συμφωνηθεί ταυτόχρονα αντάλλαγμα, ως αντιστάθμισμα της μεγάλης αυτής δεσμεύσεως των πρακτόρων σε περίπτωση διακοπής της συνεργασίας τους με την ενάγουσα, αν και στην προσωπική συμβολή των πρακτόρων οφείλεται, κατά μεγάλο μέρος, η δημιουργία και η επαύξηση της τοπικής πελατείας της ενάγουσας, η δε απαγόρευση άσκησης δραστηριότητας που εκτείνεται σε μεγάλη περιφέρεια με συνέπεια αυτοί να είναι αναγκασμένοι επί ένα έτος είτε να παραμένουν άνεργοι, είτε να μεταβούν σε άλλη πόλη για να εργαστούν, με δυσμενείς συνέπειες γι' αυτούς, περιέχει υπέρμετρη δέσμευση της ελευθερίας τους και αντίκειται γενικώς στα χρηστά ήθη, αφού τους καταδικάζει σε αναγκαστική ανεργία και επαγγελματική, απραξία για ένα έτος, χωρίς μάλιστα να έχει προβλεφθεί κάποια αποζημίωση για τον υπέρμετρο αυτόν περιορισμό", δικαιολογείται η ακυρότητα της αντίστοιχης συμβατικής ρήτρας ως αντικειμένης στη νομική έννοια "των χρηστών ηθών", γιατί ενέχει η εφαρμογή της υπέρμετρη δέσμευση της ελευθερίας των αναιρεσιβλήτων" πρακτόρων και η απόρριψη των αντίστοιχων λόγων της έφεσης και της αγωγής της αναιρεσείουσας.

Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου κατά το δεύτερο μέρος του και το δεύτερο λόγο του δικογράφου των προσθέτων λόγων με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και οι αντίστοιχοι λόγοι αναίρεσης.

Εξάλλου, ο ίδιος πρώτος λόγος αναίρεσης κατά το ίδιο δεύτερο μέρος του και κατά το σημείο του εκείνο που αποδίδεται στους αναιρεσιβλήτους πράκτορες αθέμιτη ανταγωνιστική συμπεριφορά κατά τη διάρκεια ισχύος της μεταξύ τους σύμβασης, και πριν από την καταγγελία της με τις συνθήκες που προαναφέρθηκαν, είναι αβάσιμος γιατί τέτοια συμπεριφορά που προβάλλεται για αναιρετικό έλεγχο δεν περιλαμβάνεται στην προσβαλλόμενη απόφαση.

Β) Από τις ίδιες πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα προκύπτει ότι έχει νόμιμη βάση, και δη την απαιτούμενη αιτιολογία γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω παραδοχή, το πραγματικό των εφαρμοστέων κανόνων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 1 του 146/1914, 178, 179 του ΑΚ και 10 π/δ219/1991 τις οποίες η προβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων, για να αιτιολογηθούν επιπλέον: 1) για το ότι "η παραμονή των αναιρεσιβλήτων τέως πρακτόρων της αναιρεσείουσας, μετά την εκ μέρους τους καταγγελία της συμβατικής τους σχέσης στα μισθωμένα από την αναιρεσείουσα καταστήματα και αποθήκες δεν αποτελούσε πράξη αθέμιτου ανταγωνισμού, γιατί η μίσθωσή τους αφορούσε ως υπομισθωτές που κατέβαλαν το μίσθωμα, η δε αναιρεσείουσα απλώς μεσολαβούσε για τη διαβίβαση του υπομισθώματος στον ιδιοκτήτη του ακινήτου" και επομένως ούτε ήταν αναγκαίος ο προσδιορισμός ειδικότερα του χρόνου που παρέμεινε κάθε αναιρεσίβλητος πράκτορας εξ ιδίου δικαίου και συμφέροντος με τις πιο πάνω συνθήκες στα μισθωμένα καταστήματα, 2) για το ότι "η ετήσια μετά τη λύση της συνεργασίας των διαδίκων συμβατική απαγόρευση του ανταγωνισμού είναι άκυρη και καταχρηστική, λόγω της υπερβολικής δέσμευσης, εφόσον δεν παρέχεται ειδικό αντάλλαγμα στον αντισυμβαλλόμενο εξ αιτίας της αναγκαστικής ετήσιας αδράνειας του", και επομένως ούτε ήταν αναγκαίος ο επί πλέον προσδιορισμός εάν πράγματι είχε απαγορευθεί στους αναιρεσιβλήτους άλλη επιχειρηματική δραστηριότητα.

Εξάλλου, οι παραδοχές της προσβαλλόμενης ότι "οι απασχολούμενοι με τις ταχυδρομικές υπηρεσίες δεν παρουσιάζουν ή αναπτύσσουν τεχνογνωσία, ούτε ιδιαίτερο τρόπο δουλειάς, και είναι ανεξάρτητοι επιχειρηματίες" δεν αναιρούσε, ούτε καθιστούσε αντιφατική την κρίση για την ακυρότητα λόγω της αντίθεσης προς τα χρηστά ήθη της προαναφερθείσας ρήτρας παράλειψης ανταγωνισμού.

Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με το δεύτερο λόγο του αναιρετηρίου και τους πρώτο και δεύτερο (κατά το δεύτερο μέρος τους λόγους του δικογράφου προσθέτων λόγων με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα όπως και οι αντίστοιχοι λόγοι αναίρεσης.

Γ) Εξάλλου, οι ίδιοι λόγοι της αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 19 του αρθρ. 559 του Κ.Πολ.Δ κατά της σ' αυτούς κατά το άλλο μέρος τους περιλαμβανόμενη αιτίαση από τις διατάξεις των άρθρων 559 αριθ.19 και 561 παρ,1 του Κ.Πολ.Δ ότι υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης ή ανεπάρκεια των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης, σχετικά με την εκτίμηση των αποδείξεων, που αφορούν το ίδιο πιο πάνω προαναφερόμενο κρίσιμο ζήτημα της ακυρότητας της προαναφερθείσας περιοριστικής ρήτρας ανταγωνισμού, της αθέμιτης συμπεριφοράς των αναιρεσιβλήτων μετά την καταγγελία, της παραμονής αναιρεσιβλήτων στα μισθωμένα μέχρι την καταγγελία καταστήματα και τα αντίστοιχα επιχειρήματα των αναιρεσιβλήτων, και τα περί του αντιθέτου επιχειρήματα της αναιρεσείουσας, που έχουν σχέση με το τελικό αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο και βρίσκονται κατά την αναιρεσείουσα σε αντίθεση με το ότι η προαναφερθείσα ως ελεγχόμενη συμπεριφορά των αναιρεσιβλήτων ενέπιπτε στην έννοια του αθέμιτου ανταγωνισμού η δε απαγορευτική ρήτρα ανταγωνισμού μετά την καταγγελία ήταν έγκυρη, είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, αφού κατά τα προεκτιθέμενα, το από τις αποδείξεις πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, πειστικότητα και κατά λογική ακολουθία στην προσβαλλόμενη απόφαση, με τους ίδιους δε λόγους κατά τα λοιπά, εκ του περιεχομένου των οποίων δεν συντρέχει εξαιρετική περίπτωση από εκείνες του αρθ. 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ, πλήττεται πλέον, μέσω των προαναφερόμενων επιχειρημάτων της αναιρεσείουσας, η ουσία αποκλειστικά της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

ΙΙΙ. Τα διδάγματα της κοινής πείρας, δηλαδή οι αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων, που συνάγονται από την παρατήρηση του καθημερινού βίου, την επιστημονική έρευνα και την εν γένει επαγγελματική ενασχόληση, μπορούν να χρησιμοποιηθούν είτε για να εξακριβωθεί η βασιμότητα πραγματικών περιστατικών, που αποτέλεσαν το αντικείμενο της απόδειξης (Κ.Πολ.Δ 336 παρ. 4), είτε για να γίνει, μετά την εξακρίβωση της βασιμότητας αυτών, υπαγωγή τους σε νομικούς κανόνες (Κ.Πολ.Δ 559 αριθ. 1) (Ολ.

Α.Π. 8/2005). Κατά δε το άρθρο 559 αριθ. 1 περ. β' του Κ.Πολ.Δ, η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας δημιουργεί λόγο αναίρεσης αν το δικαστήριο της ουσίας παρέβη δίδαγμα της κοινής πείρας, που αφορά την ερμηνεία κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ή την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σ' αυτόν. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, που για να είναι ορισμένος θα πρέπει να αναφέρονται σ' αυτόν τα διδάγματα της κοινής πείρας πού παραβιάστηκαν, όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παρέλειψε να χρησιμοποιήσει διδάγματα από την κοινή πείρα, έστω και αυτεπάγγελτα, για την ανεύρεση της αληθινής έννοιας κανόνα δικαίου, ή για την υπαγωγή σε αυτόν των πραγματικών γεγονότων, όχι όμως όταν το Δικαστήριο παραβαίνει τα διδάγματα αυτά κατά την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 120/2004), οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος.

Με τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου κατά το πρώτο μέρος του αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια, από τον αριθμό 1β' του αρθρ. 559 του Κ.Πολ.Δ ότι το Εφετείο "με την κρίση του ότι οι αναιρεσίβλητοι λειτούργησαν μετά την καταγγελία της μεταξύ τους σύμβασης τις επιχειρήσεις τους χωρίς τη νομοθετημένη άδεια άσκησης ταχυδρομικού έργου, παραβίασε τον κανόνα ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 1 του Ν. 146/1914 με την υπαγωγή σ' αυτό του διδάγματος της κοινής πείρας ότι "το παράνομο εμπόριο ανταγωνίζεται αθέμιτα με προφανές συγκριτικό πλεονέκτημα το νόμιμο".

Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απαράδεκτος και απορριπτέος, γιατί η αναιρεσείουσα από το πρόσχημα της παραβίασης κανόνα ουσιαστικού δικαίου (αρθρ. 1 του Ν. 146/1914 ) μέσω της χρησιμοποίησης του πιο πάνω διδάγματος της κοινής πείρας για τη διαπίστωση της βασιμότητας πραγματικών περιστατικών, πλήττει την ανέλεγκτη από τον Άρειο Πάγο εκτίμηση των αποδείξεων.

Ανεξάρτητα όμως από αυτά, ο ίδιος λόγος είναι απορριπτέος και ως αβάσιμος γιατί στις παραδοχές της προσβαλλόμενης δεν περιλαμβάνεται και εκείνη που στηρίζει τον ερευνώμενο εδώ λόγο αναίρεσης, ότι δηλαδή: "οι αναιρεσίβλητοι, μετά την καταγγελία ασκούσαν κατά παράνομο τρόπο την επιχειρηματική τους δραστηριοποιείται γιατί δεν είχαν εφοδιασθεί με νομοθετημένη άδεια".

IV) Εφ' όσον η προσβαλλόμενη απόφαση έχει δύο ισοδύναμες επάλληλες αιτιολογίες, οι οποίες στηρίζουν αυτοτελώς η κάθε μία το διατακτικό της, εφ' όσον η μία αιτιολογία από αυτές δεν πλήττεται τελεσφόρως και λυσιτελώς με ειδικό λόγο αναίρεσης, η αναίρεση θ' απορριφθεί ως αλυσιτελής κατ' αρθ. 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ όσο απευθύνεται κατά της μίας εκ των δύο αιτιολογιών, εφ' όσον η μη πληττόμενη τελεσφόρως αιτιολογία στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της απόφασης (ΟλΑΠ 13/1995, 25/1994).

Με τους πρώτο κατά το τρίτο μέρος του, δεύτερο και τρίτο λόγους του αναιρετηρίου από τους αριθ. 11 και 19 του αρθρ. 559 του Κ.Πολ.Δ αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες αντίστοιχα: 1) ότι "το Εφετείο αναφερόμενο στις αποφάσεις επιβολής προστίμου από την Επιτροπή Τηλεπικοινωνιών και Ταχυδρομείων με τις οποίες βεβαιώνεται η μη παράδοση των ταχυδρομικών αντικειμένων δέχθηκε χωρίς ανταπόδειξη κατά παράβαση του αρθρ. 440 Κ.Πολ.Δ ότι τα βεβαιούμενα γεγονότα δεν είναι βάσιμα", 2) ότι "ενώ δέχεται ότι οι αναιρεσίβλητοι, εξ ιδίου δικαίου παρέμειναν στα μισθωμένα καταστήματα, στη συνέχεια ασχολήθηκε με την ύπαρξη εύλογου χρόνου παραμονής ορισμένων από αυτούς και 3) ότι "η παρασχεθείσα δυνατότητα στους αναιρεσίβλητους παράλληλης δραστηριότητας κατά τη διάρκεια της λειτουργίας της σύμβασης αναιρούσε την ακυρότητα της ρήτρας απαγόρευσης ανταγωνισμού μετά την καταγγελία.

Οι ορθές όμως κατά νόμο επάλληλες αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς τον υπό στοιχ. "1" ισχυρισμό ότι "οι ενέργειες των αναιρεσιβλήτων περί των οποίων έκριναν οι προαναφερθείσες αποφάσεις της Επιτροπής της Επικοινωνίας δεν σχετίζονται με πράξεις αθέμιτου ανταγωνισμού εκ μέρους των αναιρεσίβλητων", προς τον υπό στοιχ. "2" ισχυρισμό ότι "οι αναιρεσίβλητοι παρέμειναν εξ ιδίου δικαίου ως υπομισθωτές που κατέβαλαν το μίσθωμα στα μισθωμένα καταστήματα" και ως προς τους υπό στοιχ. "3" ισχυρισμό ότι "η αντίθεση προς τα χρηστά ήθη του όρου απαγόρευσης ανταγωνισμού κρίνεται για το χρόνο μετά την καταγγελία" στηρίζουν αυτοτελώς το απορριπτικό για τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, και δεν πλήττονται λυσιτελώς με κανένα λόγο, και επομένως οι πιο πάνω λόγοι αναίρεσης κρίνονται αλυσιτελείς και απορριπτέοι.

V. Ο λόγος αναίρεσης, που προβάλλεται από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 12 του Κ.Πολ.Δ, ιδρύεται, αν παραβιάστηκαν ορισμοί του νόμου, που καθιερώνουν κατ' εξαίρεση ορισμένη αποδεικτική δύναμη των αποδεικτικών μέσων. Όταν τα αποδεικτικά αυτά μέσα εκτιμώνται ελεύθερα από το δικαστήριο κατά τον κανόνα που θέτει το άρθρο 340 του Κ.Πολ.Δ, οπότε δεν ελέγχεται αναιρετικά τέτοια εκτίμηση (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ), δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης. Κατά συνέπεια πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος ο πρώτος λόγος αναίρεσης κατά το πρώτο μέρος του, με το οποίο η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση ότι υπέπεσε στην πλημμέλεια του αριθ. 12 του αρθρ. 559 του Κ.Πολ.Δ για το λόγο ότι δεν απέδωσε την πρέπουσα βαρύτητα στις προαναφερθείσες αποφάσεις της Επιτροπής Τηλεπικοινωνιών και Ταχυδρομείων, αφού από καμία διάταξη δεν καθιερώνεται για τις αποφάσεις αυτές δεσμευτική αποδεικτική ισχύς ως προς εάν τα βεβαιωμένα με αυτές πραγματικά περιστατικά, κατά την εκφορά της κυρωτικής ουσιαστικής κρίσης της Επιτροπής Τηλεπικοινωνιών, συνιστούν παράλληλα και συμπεριφορές ενέχουσες εξ υποκειμένου και αντικειμένου αθέμιτο ανταγωνισμό και συμπεριφορά αντίθετη στα χρηστά ήθη, όπως η εδώ ερευνώμενη.

VI. Κατά τη διάταξη του αριθμού 11 περ. β' και γ' του αρθρ. 559 του Κ.Πολ.Δ ιδρύεται ο αντίστοιχος αναιρετικός λόγος εάν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν η δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα του οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Κατά δε τη διάταξη του αριθ. 20 του ίδιου αρθρ. 559 του Κ.Πολ.Δ ιδρύεται ο αντίστοιχος αναιρετικός λόγος αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο, δηλαδή όταν προβαίνει σε εσφαλμένη ανάγνωση του περιεχομένου του.

Δεν ιδρύεται όμως ο ίδιος λόγος αναίρεσης από το αριθ. 20 όταν το αποδεικτικό πόρισμα προέρχεται όχι αποκλειστικά από συγκεκριμένο έγγραφο αλλά από τη συνεκτίμηση περισσοτέρων αποδεικτικών στοιχείων, γιατί πλήττεται τότε η ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του ουσιαστικού Δικαστηρίου (αρθρ. 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ).

Στην προκείμενη περίπτωση κατά τις προαναφερθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης "στις 5-1-2004 συνεδρίασε το ΔΣ της αναιρεσείουσας που αποφάσισε την αναδιάρθρωση του δικτύου των αντιπροσώπων της και στις 7-1-2004 συντάχθηκε και προωθήθηκε αυθημερόν η σχετική ανακοίνωση που μνημονεύει η προσβαλλόμενη προς τον ημερήσιο τύπο που καθιστούσε γνωστή τη σχετική απόφαση για την αναδιάρθωση, και ότι αμέσως μετά την επισημοποίηση κατά το χρονικό διάστημα από 7 έως 12-1-2004 επακολούθησαν οι καταγγελίες εκ μέρους των αναιρεσιβλήτων".

Από την κατ' αρθ. 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ επισκόπηση των εγγράφων προτάσεων των αναιρεσιβλήτων προκύπτει ότι αυτοί επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν αντίγραφο της πιο πάνω ανακοίνωσης της οποίας το περιεχόμενο και η χρονολογία ορθά αναγνώσθηκαν από το Εφετείο και επομένως, ο εκ του αρθρ. 559 αριθ. 20 του Κ.Πολ.Δ τρίτος λόγος αναίρεσης του δικογράφου προσθέτων λόγων κατά το ένα μέρος του κρίνεται αβάσιμος.

Εξάλλου, με τις πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης με την προώθηση της ίδιας ανακοίνωσης του Δ.Σ της αναιρεσείουσας προς τον τύπο για τη δημοσίευση του στις 7-1-2004, δεν αποκλειόταν κατά τις ίδιες παραδοχές η αντίστοιχη γνώση εκ μέρους των αναιρεσιβλήτων (όλων ή μέρους από αυτούς) του περιεχομένου της ανακοίνωσης αλλά και της κρίσιμης απόφασης από της 5-1-2004 που λήφθηκε, ώστε η περαιτέρω παραδοχή ότι οι καταγγελίες επακολούθησαν από τις 7 έως τις 12-1-2004 δεν αποτελούσαν παραμόρφωση ούτε του περιεχομένου της από 7-1-2004 ανακοίνωσης του Δ.Σ της αναιρεσείουσας.

Περαιτέρω, από την επισκόπηση των εγγράφων προτάσεων της αναιρεσείουσας προκύπτει ότι αυτή επικαλέσθηκε και προσκόμισε στο Εφετείο το με χρονολογία 8-1-2004 φύλλο της Εφημερίδας "..." στο οποίο ήταν δημοσιευμένη η πιο πάνω από 7-1-2004 ανακοίνωση του Δ.Σ της αναιρεσείουσας. Εξάλλου, από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι έγινε δεκτό πως η προαναφερθείσα δημοσίευση έγινε στις 7-1-2004.

Η παραδρομή όμως αυτή είναι δεκτική αντικατάστασης στο πλαίσιο της διάταξης του αρθ. 578 του Κ.Πολ.Δ και δεν επηρεάζει το διατακτικό της προσβαλλόμενης, από τις παραδοχές της οποίας δεν αποκλείσθηκε η εκ μέρους όσων προχώρησαν στις επιμέρους καταγγελίες, ήδη από τις 5-1-2004 γνώση του περιεχομένου της κρίσιμης απόφασης του Δ.

Σ της αναιρεσείουσας, και πριν ακόμα τη δημοσίευσή της από 7-1-2004 ανακοίνωση στις 8-1-2004 στον τύπο, ούτε το κύρος των ίδιων καταγγελιών εξαρτήθηκε αποκλειστικά από τη δημοσίευση στις εφημερίδες της ίδιας ανακοίνωσης κατά τις ίδιες παραδοχές. Επομένως, ο τρίτος λόγος του δικογράφου προσθέτων λόγων αναίρεσης κατά το ένα μέρος του με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ όσο έχει σχέση με το ότι δεν έχει ληφθεί υπόψη από το Εφετείο το από 8-1-2004 φύλλο της Εφημερίδας "..." κρίνεται αβάσιμος και απορριπτέος, αλλά και προβαλλόμενος χωρίς έννομο συμφέρον.

VII. Η εκ μέρους του ουσιαστικού Δικαστηρίου μη εφαρμογή της διάταξης του αρθρ. 179 του Κ.Πολ.Δ, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή της με το άρθρο 2 παρ. 2 του Ν. 2915/2001, που είναι δυνητική ως προς την εφαρμογή της από το Δικαστήριο για το συμψηφισμό, δεν ιδρύει αντίστοιχο αναιρετικό λόγο. Εξάλλου, η δικαστική δαπάνη σε βάρος του ηττημένου ενάγοντος κατά τις διατάξεις των άρθρων 176 του Κ.Πολ.Δ και 106 παρ. 1 και 107 παρ. 1 του Κώδικα περί δικηγόρων, και υπέρ του εναγομένου που νίκησε ανέρχεται στο 2% επί της αξίας του αντικειμένου της αγωγής και επιδικάζεται ύστερα από αντίστοιχο αίτημα του εναγομένου.

Στην προκειμένη περίπτωση με την ένδικη από 19-1-2005 αγωγή της η αναιρεσείουσα ζήτησε (μετά παραδεκτό περιορισμό μόνο στο αναγνωστικό αίτημα, που δεν επηρεάζει όμως την αξία του αντικειμένου της αγωγής), να αναγνωρισθεί η υποχρέωση των αναιρεσιβλήτων να της καταβάλουν συνολικά το ποσό των 20.422.200 Ευρώ και επικουρικά το ποσό των 18.648.444 Ευρώ.

Με βάση το αντικείμενο της αγωγής αυτής η αμοιβή του πληρεξούσιου Δικηγόρου των αναιρεσιβλήτων για τη σύνταξη των εγγράφων προτάσεων απόκρουσης της αγωγής κατ' ελάχιστο όριο ανερχόταν σε 408.444 Ευρώ και με την αξία της παράστασης ανερχόταν σε 410.000 Ευρώ, που επιδικάσθηκε με την υπ' αριθ. 2411/2006 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή της αναιρεσείουσας σε πρώτο βαθμό, ύστερα από παραδοχή αντίστοιχου αιτήματος των αναιρεσιβλήτων που υποβλήθηκε με τις προτάσεις τους.

Επομένως, το εφετείο, που απέρριψε τον αντίστοιχο λόγο της έφεσης της αναιρεσείουσας όσο αφορούσε το ύψος της επιδικασθείσας δικαστικής δαπάνης δεν υπέπεσε στις αντίστοιχες αναιρετικές πλημμέλειες από τους αριθμούς 9, 10, 11 και 19 του αρθρ. 559 του Κ.Πολ.Δ και επομένως ο αντίστοιχος τέταρτος και τελευταίος λόγος του δικογράφου προσθέτων λόγων κρίνεται αβάσιμος και απορριπτέος.

Εξάλλου, ο ίδιος λόγος κατά το μέρος του εκείνο με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του αρθρ. 559 του Κ.Πολ.Δ με τη μη εφαρμογή της διάταξης του αρθρ. 179 του Κ.Πολ.Δ από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, καίτοι δεν ήταν υποχρεωτική για εφετείο, είναι απαράδεκτος και απορριπτέος.

Επομένως πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και το δικόγραφο προσθέτων λόγων και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα ως ηττώμενη στην εις το διατακτικό δικαστική δαπάνη των παρισταμένων αναιρεσίβλητων, χωριστή όμως για την πρώτη αναιρεσίβλητη που είχε διαφορετική νομική παράσταση (άρθρ. 178 και 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 13-12-2007 αίτηση της Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ACS ΔΙΕΘΝΕΙΣ ΜΕΤΑΦΟΡΕΣ ΚΑΙ ΔΙΕΥΚΟΛΥΝΣΕΙΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και το από 13-10-2008 δικόγραφο προσθέτων λόγων για αναίρεση της υπ' αριθμ. 7143/2007 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη των παρισταμένων αναιρεσιβλήτων την οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ για την πρώτη αναιρεσίβλητη και ενιαία σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ για τους λοιπούς παριστάμενους αναιρεσίβλητους.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Φεβρουαρίου 2010. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 1 Ιουνίου 2010.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ