Supreme Court dismisses appeal by private employees' union against collective agreement dispute ruling.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by the Federation of Private Employees of Greece against a labor court decision. The Federation argued for the validity of a nationwide collective agreement, while the opposing party contended that such an agreement could not be formed without a corresponding nationwide employer organization. The court ruled that the lower court correctly applied the law, finding no legal basis for a nationwide collective agreement in the absence of a nationwide employer representative body.
Legislator headnote
AI generatedArt. 6 para. 1g Law 1876/1990; A nationwide collective agreement cannot be concluded or a labor arbitration procedure conducted without a corresponding nationwide employer organization, as the law requires representation from both sides to form such an agreement.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1041 / 2008 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1041/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αναστάσιο - Φιλητά Περίδη, Αντιπρόεδρο, Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή, Ειρήνη Αθανασίου, Αλέξανδρο Νικάκη και Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Μαρτίου 2008, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Ομοσπονδίας Ιδιωτικών Υπαλλήλων Ελλάδος (Ο.Ι.Υ.Ε.), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) Συλλόγου Υπαλλήλων Συμβολαιογραφείων Αθηνών, Πειραιώς, Αιγαίου και Δωδεκανήσου, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Περπατάρη.
Του αναιρεσιβλήτου: Συμβολαιογραφικού Συλλόγου Εφετείων Αθηνών, Πειραιώς, Αιγαίου και Δωδεκανήσου, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Τσατήρη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31-7-2003 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1270/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 5930/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 26-10-2005 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Μάριος - Φώτιος Χατζηπανταζής, διάβασε την από 19-2-2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή κατά το άρθρο 556 παρ. 1-2 Κ.ΠοΛ.Δ δικαίωμα αναιρέσεως έχουν, εφόσον νικήθηκαν εν όλω ή εν μέρει στη δίκη, που εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ο ενάγων, ο εναγόμενος, ο εκκαλών, ο εφεσίβλητος. Εκείνος που ζητεί την αναψηλάφηση, εκείνος κατά του οποίου στρέφεται η αναψηλάφηση, εκείνοι που είχαν ασκήσει κύρια ή πρόσθετη παρέμβαση, οι καθολικοί και ειδικοί διάδοχοι, εφόσον απέκτησαν την ιδιότητα αυτή μετά την άσκηση της αγωγής, καθώς και οι εισαγγελείς, μόνο αν ήταν διάδικοι. Αναίρεση δικαιούται να ασκήσει και ο διάδικος, που νίκησε, εφόσον έχει έννομο συμφέρον. Επομένως, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, καθόσον αφορά το δεύτερο εναγόμενο και ήδη αναιρεσείοντα, ο οποίος είναι απλός ομόδικος της πρώτης εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας, είναι απαράδεκτη και πρέπει να απορριφθεί κατ' αυτεπάγγελτη εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 577 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ, διότι ο ίδιος όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, κατά τη δίκη, που εκδόθηκε αυτή, νίκησε, αφού η ένδικη από 31-7-2003 αγωγή του αναιρεσιβλήτου απορρίφθηκε ως προς αυτόν και, ως νικητής διάδικος, δεν επικαλείται έννομο συμφέρον, μη νομιμοποιούμενος ενεργητικώς για τους λόγους αυτούς προς άσκηση της αναιρέσεως.
Επειδή, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 3 παρ. 1 και 4, 6 παρ. 1, 8 παρ. 1-2 και 11 παρ. 2 του Ν. 1876/1990 συνάγεται ότι οι κλαδικές συλλογικές συμβάσεις εργασίας αφορούν τους εργαζομένους σε περισσότερες ομοειδείς ή συναφείς εκμεταλλεύσεις ή επιχειρήσεις ορισμένης πόλεως ή περιφέρειας 'η και όλης της Χώρας, συνάπτονται δε από πρωτοβάθμιες ή δευτεροβάθμιες συνδικαλιστικές οργανώσεις, που καλύπτουν εργαζομένους, ανεξάρτητα από το επάγγελμα ή την ειδικότητα, ομοειδών ή συναφών επιχειρήσεων του ίδιου κλάδου και από εργοδοτικές οργανώσεις, που εκπροσωπούν τον αντίστοιχο κλάδο.
Εξάλλου, οι κλαδικές ΣΣΕ διακρίνονται από τις ομοιοεπαγγελματικές ΣΣΕ, οι οποίες ρυθμίζουν σχέσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου μισθωτών, που παρέχουν ορισμένο είδος εργασίας, κατά το ότι οι μεν πρώτες ρυθμίζουν όρους εργασίας των εργαζομένων σε ομοειδείς ή συναφείς επιχειρήσεις, οι δε δεύτερες ρυθμίζουν τους όρους εργασίας των εργαζομένων του αυτού επαγγέλματος, ανεξάρτητα από το είδος των επιχειρήσεων, στις οποίες απασχολούνται.
Ομοειδείς δε επιχειρήσεις είναι εκείνες που έχουν το αυτό αντικείμενο δραστηριότητας και λειτουργούν υπό τις αυτές περίπου συνθήκες, ενώ συναφείς είναι οι επιχειρήσεις, που έχουν περεμφερές αντικείμενο δραστηριότητας ή λειτουργούν υπό παρόμοιες συνθήκες. Περαιτέρω, οι ως άνω εργοδοτικές οργανώσεις έχουν ικανότητα προς σύναψη ΣΣΕ στην έκταση της δραστηριότητας τους σύμφωνα με το καταστατικό τους.
Αν δεν υπάρχει ειδική εργοδοτική οργάνωση του κλάδου, στον οποίο ανήκουν οι επιχειρήσεις, ικανότητα προς σύναψη ΣΣΕ έχει η ευρύτερη εκτάσεως εργοδοτική οργάνωση, στην οποία ανήκουν οι εργοδότες. Η πανελληνίας εκτάσεως κλαδική ΣΣΕ συνάπτεται, από πλευράς εργοδοτών, από την αντίστοιχη του κλάδου εργοδοτική οργάνωση πανελλήνιας εκτάσεως ή από την ευρύτερης εκτάσεως οργάνωση, η οποία καλύπτει και τους εργοδότες του κλάδου αυτού.
Ειδικότερα, κατά το άρθρο 6 παρ. 1γ του Ν. 1876/1990, όπως προστέθηκε με το άρθρο 12 του Ν> 2336/1995, για τους εργαζομένους σε δικηγορικά, συμβολαιογραφικά και άλλα γραφεία η σχετική ΣΣΕ υπογράφεται ή η διαιτητική διαδικασία διεξάγεται μεταξύ της συνδικαλιστικής οργανώσεως των εργαζομένων και του οικείου Ν.Π.ΔΔ, στο οποίο υπάγονται οι εργοδότες.
Ενόψει των ανωτέρω εκτιθεμένων, εφόσον η προαναφερομένη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1γ του Ν.1876/1990 ρυθμίζει τους όρους εργασίας των εργαζομένων σε συμβολαιογραφεία, ήτοι σε ομοειδείς επιχειρήσεις, χωρίς να καθορίζει και το είδος της εργασίας, που παρέχουν σ' αυτά οι ίδιοι, η σχετική ΣΣΕ φέρει το χαρακτήρα κλαδικής ΣΣΕ.
Τέλος, οι συμβολαιογράφοι είναι υποχρεωτικά μέλη των, αποτελούντων Ν.Π.Δ.Δ, Συμβολαιογραφικών Συλλόγων, στην περιφέρεια των οποίων ασκούν το λειτούργημά τους, που συμπίπτει με την περιφέρεια κάθε Εφετείου, πλην των συμβολαιογράφων των Εφετείων Αιγαίου και Δωδεκανήσου, που υπάγονται στο Συμβολαιογραφικό Σύλλογο του Εφετείου Αθηνών (άρθρ. 96,97,98 του Ν 2830/2000).
Συνεπώς, οι κλαδικές ΣΣΕ σε επίπεδο περιφέρειας συνάπτονται από πρωτοβάθμιες ή δευτεροβάθμιες συνδικαλιστικές οργανώσεις, που καλύπτουν τους εργαζομένους και από την εργοδοτική πλευρά από τους οικείους Συμβολαιογραφικούς Συλλόγους. Αντίθετα, σε πανελλήνια έκταση, λόγω της μη υπάρξεως από εργοδοτικής πλευράς αντίστοιχης πανελλήνιας οργανώσεως, που καλύπτει τους Συμβολαιογραφικούς Συλλόγους όλης της Χώρας, δεν μπορεί να συναφθεί αντίστοιχη κλαδική ΣΣΕ , ούτε να διεξαχθεί η διαιτητική διαδικασία, παρά μόνο με την παράσταση των νομίμων εκπροσώπων όλων των Συμβολαιογραφικών Συλλόγων ή με την αντιπροσώπευση αυτών με κοινό εξουσιοδοτημένο εκπρόσωπό τους.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, έκρινε ότι η υπ' αριθ. 25/2003 διαιτητική απόφαση, "περί των όρων αμοιβής και εργασίας του προσωπικού των Συμβολαιογραφείων όλης της Χώρας" είναι άκυρη, διότι οι Συμβολαιογραφικοί Σύλλογοι δεν έχουν από το νόμο την ικανότητα συνάψεως κλαδικής ΣΣΕ σε πανελλήνια έκταση, ελλείψει πανελλήνιας οργανώσεως από εργοδοτικής πλευράς και κατά συνέπεια, δεν νομιμοποιούνται στη διαδικασία εκδόσεως αντίστοιχης διαιτητικής αποφάσεως, η δε προσβαλλόμενη ως άνω διαιτητική απόφαση εκδόθηκε κατά παράβαση της διατάξεως του άρθρου 6 παρ.1γ του Ν 1876/1990, όπως προστέθηκε με το άρθρο 12 του Ν. 2336/1995, αφού κατά τη διαιτητική διαδικασία δεν παρέστησαν από εργοδοτικής πλευράς οι Συμβολαιογραφικοί Σύλλογοι της Χώρας, με τους νομίμους εκπροσώπους τους, ούτε αντιπροσωπεύθηκαν με κοινό εξουσιοδοτημένο εκπρόσωπό τους.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις. Επομένως, ο μοναδικός λόγος της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 26-10-2005 αίτηση των Ομοσπονδίας Ιδιωτικών Υπαλλήλων Ελλάδος (ΟΙΥΕ) κλπ. για αναίρεση της υπ' αριθ. 5930/2005 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσείοντας στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων διακοσίων (1200) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 1-4-2008.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 20-5-2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ