Legislator Case Law & Legislation
1041/2007 AI generated

Supreme Court allows appeal against promotion decision, remanding case due to apparent unfairness in selection criteria.

Case Number 1041/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece allowed the appeal filed by the Greek Bank against the lower court's confirmation of an employee's promotion. The employee argued he was unfairly excluded from promotion compared to colleagues with superior qualifications in experience, age, and training. The court found the lower court's reasoning insufficient to prove the employee's exclusion was not arbitrary or contrary to good faith, violating Article 207 of the Civil Code regarding deferred acceptance. Consequently, the decision was annulled and the case remanded for retrial with a new panel of judges.

Legislator headnote

AI generated

Articles 201 and 207 of the Civil Code; When a deferred acceptance depends on future uncertain facts, if the employer's decision to deny the condition is manifestly unfair and contrary to good faith, the acceptance is deemed fulfilled from the date the condition should have been met.

Keywords

AI generated
deferred acceptance manifestly unfair good faith promotion decision civil code appeal annulment retrial remand

Cited Legislation

AI generated
Article 201 of the Civil Code
Article 207 paragraph 1 of the Civil Code
Article 559 number 1 and 19 of the Code of Civil Procedure
Article 580 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1041 / 2007 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1041/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο, Ανδρέα Μαρκάκη, Ηλία Γιαννακάκη, Αθανάσιο Θεμέλη, Μάριο-Φώτιο Χατζηπανταζή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Μαρτίου 2007, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αναστάσιο Οικονόμου.

Του αναιρεσίβλητου: ....., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χαράλαμπο Κάπο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29/1/2001 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 999/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1089/2004 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 7/4/2004 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Θεμέλης, ανέγνωσε την από 28/2/2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του δευτέρου και τρίτου λόγου της αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 201 Α.Κ., αν με τη δικαιοπραξία τα αποτελέσματα της εξαρτήθηκαν από γεγονός μελλοντικό και αβέβαιο (αναβλητική αίρεση), τα αποτελέσματα αυτά επέρχονται μόλις συμβεί το γεγονός, ενώ κατά το άρθρο 207 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, η αίρεση θεωρείται ότι πληρώθηκε αν την πλήρωσή της εμπόδισε αντίθετα προς την καλή πίστη εκείνος που ζημιωνόταν από την πλήρωση της.

Τέτοια δικαιοπραξία με αναβλητική αίρεση, στην οποία εφαρμόζεται η διάταξη του άρθρου 207 παρ. 1 Α.Κ. είναι και εκείνη με την οποία συμφωνήθηκε μεταξύ του εργοδότη και του μισθωτού η προαγωγή αυτού αν συντρέξουν ορισμένες προϋποθέσεις, η διαπίστωση της συνδρομής των οποίων γίνεται από τον εργοδότη (ή εξουσιοδοτημένο όργανό του), όπως όταν η υπό προϋποθέσεις προαγωγή του υπαλλήλου προβλέπεται από κανονισμό εργασίας που έχει συμβατική ισχύ.

Σ΄ αυτήν την περίπτωση όταν κρίνεται από τον εργοδότη (ή εξουσιοδοτημένο όργανό του) ότι ο μισθωτός δεν συγκεντρώνει τις συμφωνημένες προϋποθέσεις για την προαγωγή του και η κρίση αυτή είναι αντίθετη με την καλή πίστη ως καταφώρως εξ αντικειμένου άδικη, όταν δηλαδή παραλείφθηκε να προαχθεί υπάλληλος που υπερείχε καταφανώς ως προς τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα έστω και ενός προαχθέντος συναδέλφου του, τότε η αναβλητική αίρεση, υπό την οποία τελούσε η προαγωγή του παραλειφθέντος λογίζεται, σύμφωνα με το άρθρο 207 Α.Κ., ότι πληρώθηκε από τότε που έπρεπε να γίνει η προαγωγή.

Περαιτέρω, κατά τα άρθρα 10 και 12 του Οργανισμού Εσωτερικής Υπηρεσίας και Κανονισμού Βαθμολογικής και Μισθολογικής Τάξεως των Υπαλλήλων της Τράπεζας της Ελλάδος, που έχει συμβατική ισχύ (Ολ. ΑΠ 27/1995 Ελληνική Δ/σύνη 37.41), όπως ισχύει μετά τη συμπλήρωσή του με τις από 29-9-1981 και 29-2-1982αποφάσεις του Γενικού Συμβουλίου της, η προαγωγή των υπαλλήλων της στο 2ο βαθμό (του Υποδιευθυντή) αποφασίζεται κατ΄ απόλυτη εκλογή και ελεύθερη κρίση του Γενικού Συμβουλίου μετά από πρόταση του Διοικητή εφ΄ όσον υφίσταται κενή οργανική θέση, ο υπό προαγωγήν υπάλληλος έχει συμπληρώσει στον κατεχόμενο βαθμό τον αναγκαίο χρόνο ευδόκιμης υπηρεσίας, έχει τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα για την προαγωγή στην ανώτερη θέση και έχει επιδείξει στην άσκηση των καθηκόντων του και την εκτέλεση της υπηρεσίας του εξαιρετική επίδοση, ήθος, ικανότητα και εργατικότητα.

Στην προκειμένη περίπτωση Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του, όπως από αυτή προκύπτει, δέχθηκε, ανελέγκτως, τα εξής: Ο αναιρεσίβλητος, κατόπιν επιτυχίας του σε σχετικό διαγωνισμό, προσελήφθη από την αναιρεσείουσα την 4-6-1973 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, ως υπάλληλος του λογιστικού κλάδου αυτής και μετά διαδοχικές προαγωγές κατέχει το βαθμό του Εντεταλμένου Τμηματάρχη-Προϊσταμένου από 1-12-1992 προαχθείς με την 7462/1997 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Είναι πτυχιούχος της Σχολής Οικονομικών και Πολιτικών Επιστημών του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και του Νομικού Τμήματος της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών και γνωρίζει την αγγλική γλώσσα. Έχει παρακολουθήσει προς επιμόρφωση τέσσερα εκπαιδευτικά σεμινάρια με αντικείμενο α)Διεύρυνση και ανάλυση ισολογισμού τραπεζών, β) Πρόγραμμα MANAGEMENT, γ) Εφηρμοσμένη διοίκηση GRID και δ) Εκπαίδευση Εισηγητών, ενώ παράλληλα του έχει απονεμηθεί και δίπλωμα εκπαιδευτή.

Η ειδικότερη βαθμολογική του εξέλιξη έχει ως εξής: Δόκιμος από 4-6-1973, Βοηθός από 1-7-1974, Υπολογιστής από 1-7-1975, Υπολογιστής Α΄ από 1-7-1979, Λογιστής από 1-7-1981, Αρχιλογιστής από 1-7-1984 και Τμηματάρχης από 1-7-1987. Υπηρέτησε στο Κεντρικό Κατάστημα της αναιρεσείουσας Α) ως υπάλληλος α)στο Τμήμα Σχέσεων μετά του Δημοσίου από 6-6-1973 έως 2-6-1980 και β) στο Τμήμα Ελέγχου Εφαρμογής Συναλλαγματικών νόμων από 2-6-1980 έως 23-10-1985, Β) ως Προϊστάμενος Υπηρεσίας στο Τμήμα Ελέγχου Εφαρμογής Συναλλαγματικών νόμων στις Επιχειρήσεις από 23-10-1985 έως 1-6-1988, Γ) ως Αναπληρωτής Προϊστάμενος Τμήματος α) στο Τμήμα Ελέγχου Εφαρμογής Συναλλαγματικών Κανόνων στις ναυτιλιακές Επιχειρήσεις από 1-6-1988 έως 27-9-1991 και β) στο Τμήμα παρακολούθησης και μελέτης των Συναλλαγματικών κανόνων από 27-9-1991 έως 19-12-1991 και Δ) ως Επιθεωρητής στο Τμήμα συναλλαγματικών Ελέγχων Τραπεζών από 19-12-1991 και στη συνέχεια.

Δεν έχει τιμωρηθεί πειθαρχικά. Κατά την άσκηση των καθηκόντων και την εκτέλεση της υπηρεσίας του επέδειξε εξαιρετική επίδοση, ήθος, ικανότητα και εργατικότητα. Στα φύλλα επίδοσης, με τα οποία γίνεται η αξιολόγηση των κρισίμων οκτώ επί μέρους προσόντων των υπαλλήλων αυτής (ποιοτική και ποσοτική, υπηρεσιακή απόδοση, επικοινωνία, συνεργασία, πρωτοβουλία, οργάνωση και προγραμματισμός, εποπτεία και διοίκηση) και η βαθμολόγησή τους με κλίμακα 1-5 και άριστα το 1, βαθμολογήθηκε και τα τρία έτη 1987, 1988, 1989 με 2-1-1-1-1-1-1-1 (επτά 1 και ένα δύο), δηλαδή άριστος.

Άσκησε καθήκοντα Επιθεωρητή Α' το 1989 με βάση την 337/2-6-1989 πράξη του Διοικητή της αναιρεσείουσας. Κατά τις προαγωγικές κρίσεις που έγιναν την 9-9-1998 για την πλήρωση κενών οργανικών θέσεων στο βαθμό του Υποδιευθυντή, το Γενικό Συμβούλιο της αναιρεσείουσας, παραλείποντας τον αναιρεσίβλητο, προήγαγε, μεταξύ άλλων, τους αναφερομένους τρεις (3) ομοιόβαθμους συναδέλφους του, τους οποίους προτείνει για σύγκριση.

Από αυτούς α) Ο Χ1 είχε προσληφθεί την 19-7-1976 και είχε προαχθεί στο βαθμό του Εντεταλμένου Τμηματάρχη-Προϊσταμένου την 1-7-1994. Είναι πτυχιούχος του τμήματος πολιτικών επιστημών της Παντείου Σχολής (Π.Α.Σ.Π.Ε.) και πτυχιούχος Διοίκησης Επιχειρήσεων της Α.Σ.Ο.Ε.Ε. Γνωρίζει την αγγλική, γαλλική και γερμανική γλώσσα και έχει παρακολουθήσει έξι (6) επιμορφωτικά σεμινάρια. 'Άσκησε υπεύθυνα καθήκοντα από 17-5-1993 και Υποδιευθυντής στη Διεύθυνση νομισματικής πολιτικής και Τραπεζικών εργασιών της αναιρεσείουσας.

Στα φύλλα ποιότητας των ετών 1987, 1988 και 1989 βαθμολογείται με επτά, οκτώ και οκτώ, αντίστοιχα. Η υπηρεσιακή του απόδοση υπήρξε ιδιαίτερα επιτυχής. Διαθέτει εξειδικευμένες γνώσεις σε θέματα νομισματικής, υψηλό επίπεδο διοικητικών προσόντων. Είναι πολύ εργατικός και υπεύθυνος και έχει εξαιρετικές ικανότητες στον τομέα της οργάνωσης και προγραμματισμού των εργασιών της Τράπεζας και ενεργό συμμετοχή σε επιτροπές και ομάδες εργασίας στο εσωτερικό και στο εξωτερικό, ενώ υπήρξε και βασικός εισηγητής επί νομισματικών και πιστωτικών θεμάτων.

Β) Ο Χ2 προσελήφθη από την αναιρεσείουσα την 29-7-1974 και είχε προαχθεί στο βαθμό του Εντεταλμένου Τμηματάρχη-Προϊστάμένου την 1-7-1994. Είναι πτυχιούχος του Οικονομικού Τμήματος της Ανωτάτης Βιομηχανικής Σχολής Πειραιώς. Παρακολούθησε ένα επιμορφωτικό σεμινάριο. Άσκησε υπεύθυνα καθήκοντα από 2-10-1986. Στα φύλλα ποιότητας των ετών 1987, 1988 και 1989 χαρακτηρίζεται άριστος.

Έχει εξαιρετική επαγγελματική και γενική κατάρτιση και έχει επιδείξει μεγάλο ενδιαφέρον για την υπηρεσία. Οι κρίσεις και παραστάσεις τους στις συνεδριάσεις των επιτροπών και ομάδων εργασίας στις οποίες συμμετέσχε διακρίνονται για την πληρότητα και προσεκτική ανάλυση. Διαθέτει άριστες διοικητικές ικανότητες και ανταποκρίνεται επιτυχώς στις απαιτήσεις του νέου ρόλου της Τράπεζας.

Είναι από τα βασικά στελέχη, τα οποία συμβάλουν ουσιαστικά και θετικά στην ανάπτυξη νέων εργασιών της αναιρεσείουσας και αναλαμβάνει πρωτοβουλίες για τον προγραμματισμό και την επίτευξη των στόχων της. Και Γ) Ο Χ3 προσελήφθη την 29-6-1974 και είχε προαχθεί στο βαθμό του Εντεταλμένου Τμηματάρχη-Προϊστάμενου την 1-12-1992.

Άσκησε υπεύθυνα καθήκοντα από 11-12-1992. Είναι πτυχιούχος της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών και ΑΣΟΕΕ. Γνωρίζει την αγγλική γλώσσα, έχοντας σχετικούς τίτλους σπουδών (Lower of Cambridge, Proficiency of Michigan). Παρακολούθησε πέντε επιμορφωτικά σεμινάρια. Στα φύλλα ποιότητας των ετών 1987, 1988 και 1989 βαθμολογείται με οκτώ.

Η ποιότητα της εργασίας του χαρακτηρίζεται εξαιρετική. Έχει επιδείξει αδιάλειπτο ενδιαφέρον για την υπηρεσία και υποδειγματική ευσυνειδησία. Διαθέτει διοικητικές ικανότητες, οργανώσεις και συντονίζει αποτελεσματικά το έργο που του ανατίθεται και έχει εξειδικευμένες γνώσεις στα τραπεζικά συστήματα.

Το Εφετείο έκρινε ο αναιρεσίβλητος είχε τυπικά και ουσιαστικά προσόντα "υπέρτερα εκείνων των αντί αυτού προαχθέντων ομοιοβάθμων συναδέλφων του" και ότι η "δυσμενής για τον ενάγοντα κρίση του αρμοδίου οργάνου της εναγομένης (Γενικού Συμβουλίου) περί παραλείψεώς του κατά τη συνεδρίαση της 9-9-1998, είναι κατάφωρα άδικη και παρακώλυσε εναντίον της καλής πίστης την πλήρωση της αναβλητικής αίρεσης υπό την οποία τελούσε η προαγωγή του στο βαθμό του Υποδιευθυντή και πρέπει να θεωρηθεί ότι πληρώθηκε" από 9-9-1998.

Με βάση τα ανελέγκτως δεκτά από την προσβαλλομένη πραγματικά περιστατικά ως προς τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα του αναιρεσιβλήτου και των ρηθέντων συναδέλφων του προκύπτουν τα ακόλουθα: α)Ο αναιρεσίβλητος έναντι του Χ1 υπερείχε ως προς τη γενική υπηρεσιακή αρχαιότητα (Γ.Υ.Α) κατά τρία έτη, ένα μήνα και δέκα πέντε ημέρες, την αρχαιότητα στον κατεχόμενο βαθμό κατά ένα έτος και επτά μήνες, υστερούσε έναντι αυτού ως προς την άσκηση των υπευθύνων καθηκόντων Υποδιευθυντή που δεν άσκησε ο αναιρεσίβλητος την γνώση ξένων γλωσσών, τη βαθμολογία τα έτη 1988 και 1989 και την παρακολούθηση επιμορφωτικών σεμιναρίων, β) έναντι του Χ2 υπερείχε ως προς τη Γ.Υ.Α κατά ένα χρόνο, ένα μήνα και 25 ημέρες, την αρχαιότητα στον κατεχόμενο βαθμό κατά ένα έτος και επτά μήνες, την κατοχή πτυχίων, τη γνώση ξένης γλώσσας, την παρακολούθηση επιμορφωτικών, σεμιναρίων, και την έναρξη του χρόνου άσκησης των υπεύθυνων καθηκόντων (από 13-10-1985 έναντι 2-10-1986), χωρίς να προσδιορίζει το είδος των υπεύθυνων καθηκόντων που άσκησε ο συγκρινόμενος (όπως καθήκοντα Αναπληρωτή Προϊσταμένου Υπηρεσίας, Προϊσταμένου Υπηρεσίας, Τμηματάρχη-Προϊσταμένου και Υποδιευθυντή) ως και το χρόνο άσκησης κάθε είδους από τα καθήκοντα αυτά, ισοδυναμούσε ως προς την βαθμολογία κατά τον χαρακτηρισμό ως άριστος, και γ)έναντι του Χ3 υπερτερούσε ο αναιρεσίβλητος ως προς τη Γ.Υ.Α κατά ένα χρόνο και 25 ημέρες και την έναρξη άσκηση υπεύθυνων καθηκόντων, χωρίς όμως και στην περίπτωση αυτή να προσδιορίζει το είδος των υπεύθυνων καθηκόντων που άσκησε ο συγκρινόμενος (όπως καθήκοντα Αναπληρωτή Προϊσταμένου Υπηρεσίας, Προϊσταμένου Υπηρεσίας, Αναπληρωτή Προϊσταμένου Τμήματος και Προϊσταμένου Τμήματος), ισοδυναμούσε ως προς την αρχαιότητα στον κατεχόμενο βαθμό, την κατοχή τίτλων σπουδών (πτυχίων) και την γνώση ξένης γλώσσας και υστερούσε έναντι αυτού (συγκρινομένου) ως προς την παρακολούθηση επιμορφωτικών σεμιναρίων και την βαθμολογία κατά τα έτη 1987, 1988 και 1989.

Εντεύθεν, εκ των ως άνω προσόντων τους, συνολικώς εκτιμωμένων, δεν ανακύπτει κατάδηλη υπεροχή του αναιρεσίβλητου έναντι του προαχθέντος συναδέλφου του Χ1 ώστε η κρίση του αρμόδιου οργάνου της αναιρεσείουσας περί παραλείψεώς του (αναιρεσιβλήτου) κατά τις προαγωγικές κρίσεις της 9-9-1998 να είναι κατάφωρα άδικη και να παρεκώλυσε, εναντίον της καλής πίστης, την πλήρωση της αναβλητικής αίρεσης υπό την οποία τελούσε η προαγωγή του στο βαθμό του Υποδιευθυντή.

Συνεπώς, το Εφετείο με την ανωτέρω κρίση του, παραβίασε ευθέως τις προαναφερθείσες διατάξεις του άρθρου 207 Α.Κ. Περαιτέρω, το Εφετείο, με την ανωτέρω κρίση του, ότι ο αναιρεσίβλητος υπερείχε καταφανώς έναντι των συγκρινομένων συναδέλφων του Χ2 και Χ3 ως προς τα ουσιαστικά και τυπικά προσόντα, συνολικώς εκτιμώμενα, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως προεκτέθηκε, ανεπαρκείς αιτιολογίες επί του ασκούντος ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κρισίμου ζητήματος της ασκήσεως υπεύθυνων καθηκόντων από τους συγκρινόμενους αυτούς, του είδους και του χρόνου ασκήσεως καθ΄ ενός από αυτά. Επομένως, το Εφετείο παραβίασε εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 207 Α.Κ. Κατά συνέπεια πρέπει να γίνει δεκτός ως κατ΄ ουσίαν βάσιμος ο πρώτος από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ λόγος αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 1089/2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές.

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στην πληρωμή της δικαστικής δαπάνης της αναιρεσείουσας, την οποία προσδιορίζει στο ποσό των επτακοσίων εβδομήντα (770) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Μαΐου 2007. Και

Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στις 15 Μαΐου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ