Legislator Case Law & Legislation
1040/2024 AI generated

Supreme Court annuls lower court decision on tax fraud due to erroneous application of statute of limitations laws.

Case Number 1040/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court annulled the Third Chamber Court of Appeals' decision that had definitively dismissed criminal prosecution due to the statute of limitations. The prosecution argued the lower court erred by applying the wrong laws regarding the start date of the limitation period for tax fraud committed between 2007 and 2008. The court held that the lower court incorrectly separated limitation and suspension provisions, failing to apply the more favorable rules for crimes committed before the new law took effect, and thus remanded the case for retrial.

Legislator headnote

AI generated

Articles 32, 92, 96a of Law 4745/2020; Article 2 of the Penal Code: The court established that limitation and suspension provisions constitute a unified functional system where the more favorable rules for crimes committed prior to the new law's enactment must be applied, prohibiting the fragmentation of these provisions.

Keywords

AI generated
statute of limitations tax fraud erroneous application excessive authority remand for retrial favorable law unified functional system

Cited Legislation

AI generated
Article 474(1)(a) and (c) of the Code of Criminal Procedure
Article 504(1) of the Code of Criminal Procedure
Article 505(1)(b) last paragraph of the Code of Criminal Procedure
Article 507 of the Code of Criminal Procedure
Article 510(1)(e) and (θ) of the Code of Criminal Procedure
Article 512(1)(γ) and (ε) of the Code of Criminal Procedure
Article 515(2)(α) of the Code of Criminal Procedure
Article 66(5) of Law 4174/2013 as amended by Law 4337/2015
Article 32(3) and (4) of Law 4745/2020
Article 92 of Law 4745/2020
Article 96α of Law 4745/2020
Article 21(10)(b) of Law 2523/1997 as amended by Article 2(8) of Law 2954/2001
Article 2 of the Penal Code

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1040 / 2024 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 1040/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ' Ποινικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ελένη Φραγκάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Κατσούλη, Δημήτριο Τράγκα - Εισηγητή, Ελένη Μπερτσιά και Αγάπη Τζουλιαδάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Μαΐου 2023, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Αριστοτέλη Χριστόπουλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χ. Α., για να δικάσει την αίτηση της Αντεισαγγελέως Εφετών Ευβοίας, περί αναιρέσεως της απόφασης 147/2022 του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Ευβοίας.

Με κατηγορούμενο τον Κ. Κ. του Σ., κάτοικο ..., ο οποίος δεν εμφανίστηκε. Το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Ευβοίας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα Αντεισαγγελέας Εφετών Ευβοίας ζητά τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 24-11-2022 και με αριθμό ΕΜ: 4/2022, αίτησή της, η οποία ασκήθηκε ενώπιον της Γραμματέως του Εφετείου Ευβοίας Ι. Κ. και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό ...

Αφού άκουσε Τoν Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η έκθεση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη από 24.11.2022 και με αριθμό ΕΜ: 4/2022 αίτηση του Εισαγγελέα Εφετών Ευβοίας για αναίρεση της απόφασης 147/2022 του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Ευβοίας, με την οποία έπαυσε οριστικά, λόγω παραγραφής, την ποινική δίωξη σε βάρος του κατηγορούμενου Κ. Κ. του Σ. και της Α., κατοίκου ..., για την αξιόποινη πράξη της αποδοχής πλαστών εικονικών φορολογικών στοιχείων για ανύπαρκτες συναλλαγές, αξίας άνω των 200.000,00 Ευρώ, κατ' εξακολούθηση, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 474 παρ.1 εδ.

α' και γ', 504 παρ.1, 505 παρ.1 περ. β' εδ. τελευταίο, 507 του ΚΠΔ), περιέχει, δε, λόγους αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' και Θ' του ΚΠΔ (εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικών ποινικών διατάξεων και υπέρβαση εξουσίας). Συνακόλουθα είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς τη βασιμότητα των λόγων της, ερήμην, αλλά ωσεί παρόντος του ως άνω κατηγορούμενου (άρθρα 512 παρ. 1 εδ.

γ' και ε', 515 παρ. 2 εδ. α' του ΚΠΔ), ο οποίος όπως προκύπτει από τα από 11.02.2023 αποδεικτικά επίδοσης του Α. Α., Ανθυπαστυνόμου του Α.Τ. Θηβών, κλητεύθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (με θυροκόλληση στην οικία του και στη συνέχεια με επίδοση στα χέρια του ίδιου του αντίκλητου δικηγόρου του Γεωργίου Ψυχογιού, κατοίκου Θηβών), αν και κλητεύθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα να παραστεί δια συνηγόρου στο ακροατήριο του Αρείου Πάγου κατά τη δικάσιμο της 21.03.2023, οπότε η υπόθεση αναβλήθηκε για την αναφερομένη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (16.05.2023), όμως δεν εμφανίστηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε νόμιμα στη δικάσιμο αυτή, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε στη σειρά της από το οικείο έκθεμα.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 66 παρ. 5 του Ν. 4174/2013, όπως προστέθηκε με το άρθρο 8 του Ν. 4337/2015 (που άρχισε να ισχύει από 17.10.215), ορίζεται ότι "όποιος εκδίδει πλαστά ή εικονικά φορολογικά στοιχεία, καθώς και όποιος αποδέχεται εικονικά φορολογικά στοιχεία ή νοθεύει τέτοια στοιχεία, ανεξάρτητα από το αν διαφεύγει ή μη την πληρωμή φόρου, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών (3) μηνών, εκτός αν τα φορολογικά στοιχεία χρησιμοποιήθηκαν για τη διάπραξη ή την υποστήριξη κάποιας από τις πράξεις των παραγράφων 1 έως 4 (σημ.

αντίστοιχες των άρθρων 17 παρ. 1 και 18 παρ. 1 του Ν. 2523/1997 που καταργήθηκαν με το άρθρο 71 και αντικαταστάθηκαν με τις ρυθμίσεις του άρθρου 66 του Ν. 4174/2013, όπως ισχύει μετά τον Ν. 4337/2015), οπότε ο δράστης τιμωρείται μόνο για την τελευταία ως αυτουργός ή συμμέτοχος. Ειδικά όποιος εκδίδει ή αποδέχεται εικονικά φορολογικά στοιχεία για ανύπαρκτη συναλλαγή στο σύνολό της ή για μέρος αυτής τιμωρείται:

α) με ποινή φυλάκισης ενός (1) έτους, εφόσον η αξία των εικονικών φορολογικών στοιχείων υπερβαίνει το ποσό των εβδομήντα πέντε χιλιάδων (75.000) ευρώ και β) με κάθειρξη έως δέκα (10) έτη, εφόσον το ως άνω ποσό υπερβαίνει τις διακόσιες χιλιάδες (200.000) ευρώ. Για την κάλυψη των παραπάνω ορίων δεν υπολογίζονται φορολογικά στοιχεία που χρησιμοποιήθηκαν για τη διάπραξη ή την υποστήριξη κάποιας από τις πράξεις των παραγράφων 1 έως 4, οπότε ο δράστης τιμωρείται μόνο για την τελευταία ως αυτουργός ή συμμέτοχος...".

Από τις προεκτεθείσες διατάξεις προκύπτει ότι από 17.10.2015 και εφεξής η πράξη της έκδοσης πλαστών ή εικονικών φορολογικών στοιχείων, καθώς και της αποδοχής εικονικών φορολογικών στοιχείων ή της νόθευσης τέτοιων στοιχείων, καθίσταται ανέγκλητη, στην περίπτωση που ο υπαίτιος χρησιμοποίησε τα εν λόγω φορολογικά στοιχεία για την τέλεση ή υποστήριξη άλλης πράξης φοροδιαφυγής του άρθρου 66 παρ. 1 έως 4 του Ν. 4174/2013, (δηλαδή αποφυγής πληρωμής φόρου εισοδήματος κ.λπ, φόρου προστιθέμενης αξίας κ.λπ και φόρου πλοίων), οπότε δεν είναι αυτοτελώς κολάσιμη, όπως συνέβαινε υπό την ισχύ της προϊσχύσασας δυσμενέστερης διάταξης του άρθρου 19 παρ. 2 του Ν. 2523/1997, αλλά απορροφάται από την άλλη εγκληματική φορολογική παράβαση, με την οποία, όταν συντρέξει η ως άνω περίπτωση, συρρέει φαινομενικώς και η οποία καλύπτει και την απαξία της πρώτης (ΑΠ 160/2022).

Η ρύθμιση αυτή προϋποθέτει, ότι χρησιμοποιήθηκαν πράγματι τα ως άνω φορολογικά στοιχεία για τη διάπραξη ή την υποστήριξη κάποιας από τις πράξεις φοροδιαφυγής των παραγράφων 1 έως 4 του άρθρου 66 του Ν. 4174/2013, καθώς και ότι ο κατηγορούμενος έχει ήδη καταδικασθεί για τη διάπραξη ή την υποστήριξη κάποιας από τις πράξεις αυτές ή ότι έχει ασκηθεί και εκκρεμεί σε βάρος του ποινική δίωξη για τις εν λόγω πράξεις και δεν ισχύει στις περιπτώσεις που ο υπαίτιος χρησιμοποίησε μεν τα εικονικά φορολογικά στοιχεία για τη διάπραξη ή την υποστήριξη κάποιας από τις πράξεις των παραγράφων 1 έως 4, πλην όμως δεν καταδικάσθηκε ούτε έχει ασκηθεί σε βάρος του σχετική ποινική δίωξη (ΑΠ 737/2023).

Εξάλλου, με το άρθρο 32 παρ. 4 του Ν. 4745/2020 αντικαταστάθηκε η παράγραφος 3 του άρθρου 68 του Ν. 4174/2013 και ορίστηκαν τα εξής: "α) Αν με βάση εκτελεστή πράξη της φορολογικής αρχής συντρέχει περίπτωση τέλεσης ή απόπειρας τέλεσης εγκλήματος φοροδιαφυγής εκ των οριζόμενων στο άρθρο 66, η έκδοση τέτοιας πράξης αναστέλλει την προθεσμία της παραγραφής του σχετικού εγκλήματος και συνεπάγεται την αυτεπάγγελτη αναβολή ή αναστολή της αντίστοιχης ποινικής διαδικασίας.

Για το σκοπό αυτό, η οικεία φορολογική αρχή ενημερώνει αμελλητί τον αρμόδιο Εισαγγελέα και του αποστέλλει αντίγραφο της άνω διοικητικής πράξης. β) Αν δεν έχει ασκηθεί ποινική δίωξη, ο αρμόδιος εισαγγελέας πλημμελειοδικών αναβάλλει με πράξη του κάθε περαιτέρω ενέργεια της ποινικής διαδικασίας. Αν έχει ασκηθεί ποινική δίωξη και η υπόθεση εκκρεμεί στην κύρια ανάκριση, ο ανακριτής με σύμφωνη γνώμη του εισαγγελέα, διατάσσει την αναστολή της ποινικής διαδικασίας.

Αν υπόθεση έχει παραπεμφθεί στο ακροατήριο, το ποινικό δικαστήριο διατάσσει την αναστολή της ποινικής διαδικασίας, σε κάθε δε άλλη περίπτωση την αναστολή διατάσσει το αρμόδιο δικαστικό συμβούλιο, γ) η αναστολή της προθεσμίας της παραγραφής και η αναβολή ή η αναστολή της ποινικής διαδικασίας διαρκούν μέχρι την οριστικοποίηση της οικείας πράξης της φορολογικής αρχής, λόγω άπρακτης παρόδου της προθεσμίας άσκησης προσφυγής ή μέχρις ότου καταστεί αμετάκλητη η απόφαση του αρμόδιου διοικητικού δικαστηρίου επί της προσφυγής που ασκήθηκε, δ) ...

ε) Σε περίπτωση αναστολής της προθεσμίας της παραγραφής, σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο της περ. α', δεν ισχύει ο χρονικός περιορισμός της αναστολής του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 2 του άρθρου 113 του Ποινικού Κώδικα". Εισήχθη, συνακόλουθα, λόγος υποχρεωτικής αναβολής της ποινικής δίωξης από τον εισαγγελέα και υποχρεωτικής αναστολής της ποινικής διαδικασίας από τον ανακριτή το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (ανεξαρτήτως της βαρύτητας του αδικήματος).

Ο χρόνος της αναβολής της ποινικής δίωξης ή αναστολής της ποινικής διαδικασίας αρχίζει - σύμφωνα με τη νέα ρύθμιση - από την έκδοση εκτελεστής πράξης της φορολογικής αρχής, με την οποία διαπιστώνεται η διάπραξη φορολογικού αδικήματος (ήτοι με την έκδοση απόφασης επιβολής προστίμου σε περίπτωση έκδοσης ή αποδοχής εικονικών φορολογικών στοιχείων ή έκδοσης πλαστών φορολογικών στοιχείων, πράξης προσδιορισμού ΦΠΑ σε περίπτωση μη απόδοσης ή ανακριβούς απόδοσης ΦΠΑ και φύλλου υπολογισμού φόρου εισοδήματος σε περίπτωση μη υποβολής ή ανακριβούς υποβολής δήλωσης φορολογίας) και είναι χρονικά απεριόριστη, διαρκούσα μέχρι την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής (με την τελεσίδικη απόρριψη ασκηθείσας προσφυγής ή με την άπρακτη παρέλευση της προθεσμίας για την άσκηση της προσφυγής).

Περαιτέρω, στο N.4745/2020 περιλήφθηκαν και μεταβατικές διατάξεις και δη στο εδ. α' του άρθρου 96 του N.4745/2020 ορίζεται ότι "οι διατάξεις του άρθρου 32 καταλαμβάνουν τις πράξεις που τελούνται μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου". Με τη μεταβατική αυτή διάταξη προβλέπεται ότι οι διατάξεις του άρθρου 32 δηλαδή ηπαρ.3 αυτού που αντικατέστησε το άρθρο 55A του N.4174/2013 (καταργώντας τον κατ' εξαίρεση του κανόνα προσδιορισμό του χρόνου έναρξης της παραγραφής) και η παρ. 3 αυτού που κατάργησε το άρθρο 68 παρ.3 του N.4174/2013 (για την αναστολή της παραγραφής) δεν εφαρμόζονται στις πράξεις που τελέστηκαν έως τις 06.11.2020, διατηρώντας έτσι σε ισχύ τις διατάξεις του άρθρου 55Α του N.4174/2013 για τα φορολογικά αδικήματα που τελέστηκαν πριν τις 06.11.2020.

Η επιλογή αυτή του νομοθέτη είναι συνέχεια της διαρκούς και διαχρονικής επιλογής να θεσπίζει για τα αδικήματα φοροδιαφυγής τη μετάθεση της έναρξης της παραγραφής σε χρόνο μεταγενέστερο του χρόνου τέλεσης της πράξης, αξιολογώντας τη συστημική αδυναμία που περιβάλλει τις συνθήκες λειτουργίας της φορολογικής διοίκησης, η ενέργεια της οποίας είναι απαραίτητη προ της εμπλοκής της δικαστικής αρχής.

Γνωρίζει δηλαδή απολύτως ο νομοθέτης ότι τα οικονομικά εγκλήματα, ως εκ της φύσεώς τους, απαιτούν ευρύτερη προκαταρκτική έρευνα και χαρακτηρίζονται από ιδιαίτερη περιπλοκότητα, ώστε καθίσταται μη ρεαλιστική η τελεσίδικη περάτωση τόσο της διοικητικής όσο και της ποινικής διαδικασίας πριν την (με βάση τους γενικούς κανόνες) παραγραφή του αξιόποινου των αδικημάτων.

Τούτο γίνεται αποδεκτό και υλοποιείται με τις (ποινικές) διατάξεις τόσο του N.2523/1997 και του N.4174/2013 (που τοποθέτησαν την έναρξη της παραγραφής μετά την ολοκλήρωση της διοικητικής διαδικασίας), αλλά και αυτού του N.4745/2020 (που προς αντιμετώπιση αυτής της "αδυναμίας" καθιέρωσε την υποχρεωτική αναβολή της ποινικής δίωξης ή αναστολή της ποινικής διαδικασίας για όσο διάστημα διαρκεί η διοικητική διαδικασία) καθώς και του τελευταίου νόμου 4764/2020 (που επίσης προέβλεψε μετάθεση του χρόνου έναρξης της παραγραφής από την πάροδο χρονικού διαστήματος που ευλόγως απαιτείται υπό τις επικρατούσες συνθήκες για την έκδοση εκτελεστής διοικητικής πράξης).

Έτσι η άποψη που θέλει οι μεταβατικές διατάξεις του N.4745/2020 (άρθρο 96 εδ. α') να τίθενται εκποδών, και για τα έως το χρόνο έναρξης του N.4745/2020 αδικήματα να εφαρμόζονται οι διατάξεις του τελευταίου για τον χρόνο έναρξης της παραγραφής, παραβλέπει την κατά τα άνω σταθερή νομοθετική αντιμετώπιση του ζητήματος χωρίς κανένα λογικό επιχείρημα.

Εξάλλου, η θεσμοθέτηση της μεταβατικής αυτής διάταξης εξυπηρετεί και τον σκοπό για τον οποίο τροποποιήθηκε η νομοθεσία για τη φοροδιαφυγή (και τη λαθρεμπορία) με το N.4745/2020, που ήταν ο εξορθολογισμός του φαινομένου των λεγόμενων "δυαδικών κυρώσεων", η επιβολή δηλαδή σε βάρος του ίδιου προσώπου και για την ίδια παράβαση κυρώσεων ποινικής φύσης σε παράλληλες ή διαδοχικές διαδικασίες τόσο από τα διοικητικά δικαστήρια ή τις φορολογικές αρχές όσο και από τα ποινικά δικαστήρια.

Ο σκοπός αυτός εκτός των άλλων - με σαφήνεια διατυπώνεται και στον τίτλο του Κεφαλαίου Γ του N.4745/2020, που επιγράφεται "σχέση ποινικής και διοικητικής δίκης". Η υιοθέτηση της μη εφαρμογής της μεταβατικής διάταξης για τα προ της έναρξης ισχύος του N.4745/2020 τελεσθέντα αδικήματα φοροδιαφυγής, θα οδηγούσε, αντί της επιδιωκόμενης "άπαξ" τιμώρισης, στο αντίθετο άκρο της πλήρους ατιμωρησίας, λόγω του ορατού κινδύνου εξάλειψης του αξιόποινου λόγω παραγραφής (ιδίως για τα σε βαθμo πλημμελήματος αδικήματα).

Ταυτόχρονα, η άνιση μεταχείριση μεταξύ των φορολογουμένων παρίσταται για το λόγο αυτό αναπόφευκτη και επιτείνεται η δικαϊική ανασφάλεια. Η ως άνω νομοθετική επιλογή (ως προς τα ισχύοντα για τα τελεσθέντα προ της 06ης.11.2020 αδικήματα) εξηγείται και με την παραδοχή ότι οι διατάξεις περί παραγραφής και περί αναστολής αυτής εμφανίζονται ως αδιάσπαστο σύνολο διατάξεων και μόνο ως μία ενιαία ρύθμιση μπορούν να αντιμετωπιστούν, ώστε δεν είναι δυνατός ο διαχωρισμός της εφαρμογής τους, εν μέρει με βάση τον προϊσχύσαντα και εν μέρει με βάση τον μεταγενέστερο voμo.

Συνακόλουθα, οι συγκεκριμένες εδώ εξεταζόμενες νομοθετικές προβλέψεις (και όχι οπωσδήποτε οι εν γένει περί παραγραφής και αναστολής ρυθμίσεις) τελούν σε νοηματική ενότητα και αντιμετωπίζονται ως μία "διάταξη" υπό την έννοια του άρθρoυ 2ΠΚ, όπως ισχύει μετά την κύρωσή του με το N.4619/2019 και μoνο ως ένα ενιαίο λειτουργικό σύνολο μπορούν να συγκριθούν, ενώ δεν είναι επιτρεπτή η διάσπαση των ρυθμίσεων με την επιλογή των εκάστοτε τυχόν ευνοϊκότερων τμημάτων του ενιαίου συνόλου.

Επιχείρημα υπέρ αυτού (του αδιάσπαστου και ενιαίου της ρύθμισης) αντλείται και από την παρατήρηση ότι οι "συγκρινόμενες" ρυθμίσεις δεν είναι κατ' ουσίαν ανόμοιες, ώστε vα απαιτείται να υπαχθούν στον έλεγχο του άρθρου 2 ΠΚ, αλλά στην πράξη αλληλοκαλύπτονται χωρίς να μπορούν να "κατατμηθούν". Ειδικότερα, το ίδιο πραγματικό γεγονός και δη η οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής, ετίθετο κατά το προϊσχύσαν δίκαιο ως το χρονικό σημείο έναρξης της παραγραφής του αξιόποινου, χωρίς πρόβλεψη για αναστολή της προθεσμίας της παραγραφής η οποία δεν ήταν απαραίτητη, αφού εμπεριείχετο στις ρυθμίσεις για την έναρξη του χρόνου παραγραφής.

Κατά το ισχύον μετά τοN.4745/2020 δίκαιο το ίδιο πραγματικό γεγονός (η οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής) τίθεται ως το χρονικό σημείο της λήξης της exlege απεριόριστης αναστολής της παραγραφής, σηματοδοτώντας δηλαδή ουσιαστικά και πάλι το χρόνο έναρξης υπολογισμού αυτής. Έτσι, παρόλο που οι ρυθμίσεις αυτές ενδύονται διαφορετικών μορφών, επιφέρουν ουσιαστικά την ίδια έννομη συνέπεια, κατά τρόπον ώστε να καθίσταται αδύνατος ο διαχωρισμός των προβλεπόμενων για την έναρξη της παραγραφής του αξιοποίνου και για την αναστολή αυτής.

Υπό το πρίσμα αυτό ο εφαρμοστής του δικαίου δεν δύναται να προκρίνει ως ευμενέστερες (αφ' εαυτών) τις νεότερες διατάξεις για την ταύτιση του χρόνου τέλεσης του αδικήματος της φοροδιαφυγής με τον χρόνο έναρξης της παραγραφής, παραγνωρίζοντας ότι οι άρρηκτα με αυτές συνδεδεμένες περί αναστολής της παραγραφής διατάξεις του N.4745/2020 δεν θα μπορούσαν από μόνες τους να εφαρμοστούν τόσο ενόψει του άρθρου 96 του N.4745/2020 όσο και ενόψει του ότι στις περισσότερες περιπτώσεις δεν θα συντρέχει πλέον λόγος αναστολής της προθεσμίας, καθώς από την τέλεση του φορολογικού αδικήματος μέχρι την έκδοση εκτελεστής πράξης της φορολογικής αρχής θα έχει συμπληρωθεί η προβλεπόμενη προθεσμία παραγραφής.

Συνοψίζοντας όλα τα ανωτέρω, τα φορολογικά αδικήματα που τελέστηκαν μέχρι τις 6 Νοεμβρίου 2020 υπάγονται στο σύνολο των διατάξεων του N.4174/2013, όπως ίσχυε πριν από την τροποποίησή του με το N.4745/2020, με τη διευκρίνιση ότι ειδικά για την παραγραφή εφαρμόζεται το άρθρο 55Α παρ. 3 του Ν. 4174/2013 ακόμα και μετά την κατάργηση του άρθρου 68 παρ. 2 του Ν. 4174/2013 με το άρθρο 92 του Ν. 4745/2020 (ΑΠ 737/2023, ΑΠ 95/2022).

Περαιτέρω, λόγο αναίρεσης της απόφασης συνιστά, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Ε' του ΚΠΔ, και η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν το Δικαστήριο αποδίδει στη διάταξη διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή, όταν το Δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε.

Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της απόφασης, που προκύπτει από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, σε σχέση με την ορθή εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης (ΟλΑΠ 2/2011). Τέλος, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Θ' του ΚΠΔ, υπέρβαση εξουσίας, που ιδρύει από τη διάταξη αυτής προβλεπόμενο λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν το δικαστήριο άσκησε δικαιοδοσία που δεν του παρέχεται από το νόμο ή υφίσταται μεν τέτοια δικαιοδοσία, δεν συντρέχουν όμως οι όροι, οι οποίοι του παρέχουν την εξουσία να κρίνει στη συγκεκριμένη περίπτωση, ή όταν αρνείται να ασκήσει δικαιοδοσία, η οποία του παρέχεται από το νόμο στη συγκεκριμένη περίπτωση, αν και συντρέχουν οι απαιτούμενοι για αυτό κατά το νόμο όροι.

Στην πρώτη περίπτωση, που το δικαστήριο αποφασίζει κάτι, για το οποίο δεν έχει δικαιοδοσία, υπάρχει θετική υπέρβαση εξουσίας, ενώ, στη δεύτερη περίπτωση, που παραλείπει να αποφασίσει κάτι, το οποίο υποχρεούται στα πλαίσια της δικαιοδοσίας του, υπάρχει αρνητική υπέρβαση εξουσίας (ΟλΑΠ 3/2005, ΑΠ 1003/2020).

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης με αριθμό 147/2022 του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Ευβοίας, που δίκασε σε πρώτο βαθμό, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη, περί τα πράγματα, κρίση του, ότι: "Ο κατηγορούμενος είναι αγρότης ειδικού καθεστώτος Φ.Π.Α., με έδρα την Θήβα, αρμοδιότητας Δ.Ο.Υ. Θήβας, δηλαδή επιτηδευματίας του άρθρου 2 παρ. 4 τoυ II.Δ 186/1992[Κ.Σ.B], με περιορισμένες φορολογικές υποχρεώσεις, ως μη υπόχρεος τήρησης βιβλίων και έκδοσης τιμολογίων πώλησης, για τις πωλήσεις αγροτικών προϊόντων, που πραγματοποιούσε, αλλά δικαιούμενος, σύμφωνα με το άρθρο 12 παρ.6 του Κ.Β.Σ, λήψης τιμολογίων αγοράς από τους εμπόρους - αγοραστές των προϊόντων του, ενώ ήταν υπόχρεος έκδοσης δελτίων αποστολής, που εκδίδονται στις περιπτώσεις που ρητά αναφέρονται στο άρθρο 11 παρ.2 του ΚΒΣ.

Εξ’ άλλου, ως αγρότης ειδικού καθεστώτος ΦΠΑ, μπορούσε και ο ίδιος να εκδίδει τιμολόγια πώλησης - δελτία αποστολής, χωρίς αντίστοιχη υποχρέωση ένταξης στο κανονικό καθεστώς ΦΠΑ, μετά από απόφαση του προϊσταμένου της αρμόδιας Δ.Ο.Υ., που εκδίδεται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 36 παρ.2 περ.ζ του ΚΒΣ.

Επίσης, ο κατηγορούμενος επειδή ήταν ενταγμένος στο Ειδικό Καθεστώς του άρθρου 41 του N. 2859/2000 [Κώδικας Φ.Π.A], για την παράδοση των αγροτικών προϊόντων της παραγωγής του, εδικαιούτο να ζητήσει από το Ελληνικό Δημόσιο ως επιστροφή Φ.ΠΑ, που επιβάρυνε τις αγορές αγαθών ή λήψεις υπηρεσιών, που πραγματοποιούσε για την άσκηση της εκμετάλλευσης της, χρηματικό ποσό ανερχόμενο [σύμφωνα με τον τότε ισχύοντα συντελεστή] σε ποσοστό 7% επί της αξίας των αγροτικών προϊόντων που παρέδιδε.

Με την ως άνω ιδιότητά του, κατά τα χρονικά διαστήματα από 01.01.2007 έως 31.12.2007 και από 01.01.2008 έως 31.12.2008, κατηγορείται ότι αποδέχθηκε εικονικά φορολογικά στοιχεία για συναλλαγές ανύπαρκτες στο σύνολό τους, τα οποία είχαν εκδοθεί από την επιχείρηση με τον διακριτικό τίτλο "Αμβροσία" και τους εμπόρους Α. Κ., Χ.

Τ., Σ. Γ., Π. Κ., Α. Β. και Α. Γ. Συγκεκριμένα του αποδόθηκε ότι η κατηγορία ότι α) κατά το χρονικό διάστημα από 01.01.2007 έως 31.12.2007, αποδέχθηκε τα κατωτέρα αναγραφόμενα (στο διατακτικό) συνολικά 19 εικονικά τιμολόγια αγοράς, τα oποία είχαν εκδοθεί από την επιχείρηση με τον διακριτικό τίτλο "Αμβροσία" και τον έμπορο Α.

Κ., στα οποία περιγράφονται συναλλαγές, ήτοι αγορές αγροτικών προϊόντων παραγωγής τους, οι οποίες (συναλλαγές) φέρονται ως ανύπαρκτες στο σύνολο τους αφού οι συγκεκριμένες αγορές αγροτικών προϊόντων φέρονται κατά το κατηγορητήριο ότι δεν έλαβαν ποτέ χώρα, ούτε από τους αναγραφόμενους στα ανωτέρω τιμολόγια αγοράς εμπόρους ούτε από άλλους με αποτέλεσμα να υφίσταται ζημία το Δημόσιο και β) ότι κατά το χρονικό διάστημα από 01.01.2008 έως 31.12.2008, αποδέχθηκε τα κατωτέρω αναγραφόμενα (στο διατακτικό) συνολικά 47 εικονικά τιμολόγια αγοράς, τα οποία είχαν εκδοθεί από τους εμπόρους Χ.

Τ., Σ. Γ., Π. Κ., Α. Β. και Α. Γ., στα οποία περιγράφονται συναλλαγές, ήτοι αγορές αγροτικών προϊόντων παραγωγής του, οι οποίες (συναλλαγές) φέρονται ως ανύπαρκτες στο σύνολο τους, αφού οι συγκεκριμένες αγορές αγροτικών προϊόντων φέρονται κατά το κατηγορητήριο ότι δεν έλαβαν ποτέ χώρα, ούτε από τους αναγραφόμενους στα ανωτέρω τιμολόγια αγοράς εμπόρους ούτε από άλλους, με αποτέλεσμα να υφίσταται ζημία το Δημόσιο.

Ειδικότερα, ο κατηγορούμενος: α) για τη χρήση του έτους 2007 φέρεται ότι αποδέχθηκε 19 εικονικά τιμολόγια αγοράς αγροτικών προϊόντων παραγωγής του συνολικής αξίας 256.815,50 ευρώ, τα οποία συμπεριέλαβε στην υπ' αριθμ. 17/2008 αίτηση επιστροφής Φ.ΠΑ., που υπέβαλε στη Δ.Ο.Υ. Θηβών το έτος 2008,προκειμένου να λάβει αχρεωστήτως επιστροφή Φ.ΠΑ., ποσού 17.977,09 ευρώ και β) για τη χρήση του έτους 2008 φέρεται ότι αποδέχθηκε 47 εικονικά τιμολόγια αγοράς αγροτικών προϊόντων παραγωγής του συνολικής αξίας 684.452,70 ευρώ, τα οποία συμπεριέλαβε στην υπ' αριθμ. 561/2009 αίτηση επιστροφής Φ.ΠΑ., που υπέβαλε στη Δ.Ο.Υ.

Θηβών το έτος 2009, προκειμένου να λάβει αχρεωστήτως επιστροφή Φ.Π.Α., ποσού 47911,69 ευρώ. Τα τιμολόγια δε αυτά, από τα οποία ο κατηγορούμενος φέρεται να έχει εισπράξει από την διάθεση της αγροτικής του παραγωγής, συνολικό χρηματικό ποσό 941.268,20 ευρώ, εμφαίνονται στον κατωτέρω παρατιθέμενο στο διατακτικό πίνακα που περιλαμβάνει κατά στήλες τον αύξοντα αριθμό καταχώρησης στον πίνακα, τον αριθμό του τιμολογίου αγοράς, την ημερομηνία αυτού, την επωνυμία της Επιχείρησης ή του προσώπου που φέρεται να το εξέδωσε και την συνολική αξία εκάστου τιμολογίου.

Κατόπιν ελέγχου που διενεργήθηκε στον κατηγορούμενο συντάχθηκε η από 23.05.2014 έκθεση ελέγχου των Ελεγκτών Η. Ζ. και Γ. Γ. υπαλλήλων της Φορολογικής Αρχής, που θεωρήθηκε στις 23.05.2014, από την οποία αποδείχθηκε ότι με βάση τα ως άνω τιμολόγια που ο κατηγορούμενος αποδέχθηκε και φέρονται ότι εκδόθηκαν από την επιχείρηση με το διακριτικό τίτλο "Αμβροσία" και τους εμπόρους Α.

Κ., Χ. Τ., Σ. Γ., Π. Κ., Α. Β. και Α. Γ., τα οποία φέρονται ότι ήταν εικονικά, επρόκειτο να επιστραφεί στον κατηγορούμενο από τους αρμόδιους υπαλλήλους της Δ.Ο.Υ. Θηβών για τηv χρήση τoυ έτους 2007 ΦΠA ύψους 17.977,09 ευρώ, το oπoίo τελικώς επιστράφηκε με το υπ' αριθμ. 131/2008 ΑΦΕΚ και για τη χρήση του έτους 2008 ύψους 47.911,69 ευρώ, το οποίο τελικώς επιστράφηκε με το υπ' αρ. 133/2009 ΑΦΕΚ.

Δεν υποβλήθηκε μηνυτήρια αναφορά από τη Δ.Ο.Υ. Θηβών ή το Σ.Δ.Ο.Ε. Π.Δ. Στερεάς Ελλάδας για την πράξη της αχρεώστητης επιστροφής Φ.Π.Α. Για τα ως άνω φερόμενα εικονικά και πλαστά φορολογικά στοιχεία που φέρεται ότι αποδέχτηκε ο κατηγορούμενος συντάχθηκε η υπ' αριθμ. πρωτ. ....2014 μηνυτήρια αναφορά του Σ.Δ.Ο.Ε.

Π.Δ. Στερεάς Ελλάδας, που υποβλήθηκε στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Θήβας, μόνο για το αδίκημα του άρθρου 19 του Ν. 2523/1997 και ασκήθηκε ποινική δίωξη μόνο για το αδίκημα της αποδοχής εικονικών φορολογικών στοιχείωv, για ανύπαρκτες συναλλαγές στο σύνολο τους, με συνολική αξία υπερβαίνουσα το ποσό των 200.000ευρώ (άρθρο 19 παp.1β-β του N. 2523/1997 - ήδη 66 παρ.5 εδ.β υποπερ. (β) του N.4174/2013).

Από την ανωτέρω αναφερόμενη κατηγορία που αποδίδεται στον κατηγορούμενο σε συνδυασμό με όσα ανωτέρω αποδείχθηκαν προκύπτει ότι θα έπρεπε, κατ' ορθότερο νομικό χαρακτηρισμό, να αποδοθεί στον κατηγορούμενο η πράξη της αποδοχής εικονικών φορολογικών στοιχείων, στην απλή και όχι στην διακεκριμένη μορφή της και τούτο επειδή ο φερόμενος ως υπαίτιος-κατηγορούμενος χρησιμοποίησε τα εν λόγω φορολογικά στοιχεία για την τέλεση ή υποστήριξη άλλης φορολογικής εγκληματικής πράξης του άρθρου 66 παρ. 1 έως4 του Ν. 4174/2013 όπως ισχύει, ήτοι εν προκειμένω για την τέλεση του αδικήματος της αχρεώστητης επιστροφής Φ.Π.Α. (άρθρο 18 παρ.1β του N. 2523/1997 - ήδη 66παρ.1β του N.4174/2013), με συνέπεια, σύμφωνα και με τα αναφερόμενα στην υπό στοιχείο Α νομική σκέψη της παρούσας, μη συνυπολογιζομένων των ένδικων εικονικών φορολογικών στοιχείων για την κάλυψη του ορίου των 200.000 ευρώ, ποσό που θέτει ο νομοθέτης ως προϋπόθεση εφαρμογής της διακεκριμένης - κακουργηματικής μορφής του αδικήματος της αποδοχής εικονικών φορολογικών στοιχείων, να μην συντρέχει περίπτωση εφαρμογής της διακεκριμένης -κακουργηματικής μορφής του άρθρου 66 παρ.5 του Ν. 4174/2013, αλλά της απλής μορφής του εν λόγω αδικήματος, που έχει πλημμεληματικό χαρακτήρα λόγω του είδους της απειλούμενης ποινής (ποινή φυλάκισης).

Περαιτέρω, ενόψει του, κατ' ορθότερο νομικό χαρακτηρισμό, πλημμεληματικού χαρακτήρα του αδικήματος που φέρεται ότι διέπραξε ο κατηγορούμενος θα πρέπει, κατ' εφαρμογή των άρθρων 111 παρ.3 και 113 παρ.2 του ΠΚ και 368 περ.β' του Κ.ΠΔ., να παύσει οριστικά η ασκηθείσα σε βάρος του κατηγορουμένου ποινική δίωξη, λόγω παραγραφής καθόσον, σύμφωνα με την υπό στοιχείο Β νομική σκέψη της παρούσας ο χρόνος τέλεσης του κατ' ορθότερο νομικό χαρακτηρισμό, πλημμελήματος, για το οποίο κατηγορείται o κατηγορούμενος, είναι ο χρόνος αποδοχής των εικονικών φορολογικών στοιχείων, ήτοι τα έτη 2007 και 2008, και συνεπώς έχει παρέλθει έως την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικασίμου το προβλεπόμενο στα άρθρα 111παρ.3 και 113παρ.2 του ΠΚ ανώτατο για την παραγραφή των πλημμελημάτων χρονικό διάστημα της οκταετίας. Κατόπιν όλων των ανωτέρω πρέπει να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη σε βάρος του κατηγορουμένου, λόγω παραγραφής, σύμφωνα με τις ανωτέρω διατάξεις και την διάταξη του άρθρου 368 περ.β ΚΠΔ και κατά τα οριζόμενα αναλυτικά στο διατακτικό της παρούσας."

Ακολούθως το ως άνω Δικαστήριο έπαυσε οριστικά την ασκηθείσα κατά του προεκτεθέντος κατηγορούμενου ποινική δίωξη, με το ακόλουθο κατά λέξη διατακτικό:

"Παύει Οριστικά την Ποινική Δίωξη σε βάρος του κατηγορουμένου λόγω παραγραφής, για την κατ' ορθότερο νομικό χαρακτηρισμό πράξη της έκδοσης και αποδοχής εικονικών φορολογικών στοιχείων για ανύπαρκτες συναλλαγές στο σύνολό τους, κατ'εξακολούθηση, στην απλή μορφή του εγκλήματος του άρθρου 66 παρ.5 εδάφιο α' του Ν. 4174/2013, ήτοι για το ότι:

Α) Στην Θήβα, κατά το χρονικό διάστημα από 01.01.2007 έως 31.12.2007, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος και με ενότητα δόλου, ο κατηγορούμενος αποδέχθηκε τα κατωτέρω αναγραφόμενα. συνολικά 19 εικονικά τιμολόγια αγοράς, στα οποία περιγράφονται συναλλαγές, ήτοι αγορές αγροτικών προϊόντων παραγωγής του, ανύπαρκτες στο σύνολό τους, καθόσον δεν έλαβαν ποτέ χώρα, ούτε από τους αναγραφόμενους στα ανωτέρω τιμολόγια αγοράς εμπόρους ούτε από άλλους, με αποτέλεσμα να υφίσταται ζημία το Δημόσιο, τα οποία χρησιμοποίησε για την τέλεση ή υποστήριξη άλλης φορολογικής εγκληματικής πράξης του άρθρου 66 παρ. 1 έως 4 του Ν. 4174/2013 όπως ισχύει, ήτοι εν προκειμένω για την τέλεση του αδικήματος της αχρεώστητης επιστροφής Φ.Π.Α.

Ειδικότερα στον ανωτέρω τόπο και χρόνο κατά τις ειδικότερες ημεροχρονολογίες που φέρουν τα τιμολόγια, τα οποία αναλυτικώς παρατίθενται κατωτέρω στον ακόλουθο πίνακα, ο κατηγορούμενος υπό την ιδιότητά του αγρότη ειδικού καθεστώτος ΦΠΑ, με πρόθεση ενεργώντας, με περισσότερες και μερικότερες πράξεις του που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, αποδέχθηκε εικονικά φορολογικά στοιχεία, ως εικονικών νοούμενων των εκδοθέντων φορολογικών στοιχείων για ανύπαρκτες συναλλαγές, ήτοι ζήτησε και έλαβε συνολικά δέκα εννέα (19) εικονικά τιμολόγια αγοράς αγροτικών προϊόντων - δελτία αποστολής, που αναφέρονται ακολούθως:

ΧΡΗΣΗ 2007 AIA A/A TIM.

HMEPOMHNIA EKΔΟΤΗΣ AΞΙA ΣE EΥΡΩ 1 .../2007 ΑΜΒΡΟΣΙΑ 14.378,00 2 .../2007 ΑΜΒΡΟΣΙΑ 14.469.00 3 .../2007 ΑΜΒΡΟΣΙΑ 14.768,00 4 .../2007 ΑΜΒΡΟΣΙΑ 14,734,00 5 .../2007 ΑΜΒΡΟΣΙΑ 14.654,00 6 .../2007 ΑΜΒΡΟΣΙΑ 13.113,00 7 .../2007 ΑΜΒΡΟΣΙΑ 12.000,00 8 .../2007 AMBPOΣIA 11.792,00 9 .../2007 AMBPOΣΙA 12.593,00 10 .../2007 AMBPOΣIA 12.690,00 11 .../2007 AMBPOΣIA 10.920,00 12 .../2007 AMBPOΣIA 14.528,00 13 .../2007 Κ. Α. Α. 14.000,00 14 .../2007 Κ. Α. Α. 14.404,00 15 .../2007 Κ.

Α. Α. 14.248,00 16 .../2007 Κ. Α. Α. 13.344,00 17 .../2007 Κ. Α. Α. 12.696.00 18 .../2007 Κ. Α. Α. 13.584,00 19 .../2007 M. I. 13.900,00 ΣΥΝΟΛΟ 256.815,50 € Τα ανωτέρω τιμολόγια που αποδέχθηκε, η συνολική αξία των οποίων ανέρχεται σε 256.815,50 ευρώ, φέρονται εκδοθέντα από την επιχείρηση με τον διακριτικό τίτλο "Αμβροσία" και τον έμπορο Α. Κ. Άπαντα δε τα προαναφερθέντα τιμολόγια είναι εικονικά διότι εκδόθηκαν για ανύπαρκτες συναλλαγές στο σύνολό τους.

Τα υπέβαλε δε ο κατηγορούμενος ως συνημμένα δικαιολογητικά στην Δ.Ο.Υ. Θηβών προς αποκόμιση παράνομου περιουσιακού οφέλους και συγκεκριμένα επιστροφής Φ.Π.Α. ποσού 17.977,09 ευρώ. Η δε από 23.05.2014 σχετική έκθεση ελέγχου του Σ.Δ.Ο.Ε. ΠΔ. Στερεάς Ελλάδος, των ελεγχόντων υπαλλήλων, των Ελεγκτών Η. Ζ. και Γ. Γ., θεωρήθηκε στις 23.05.2014 από τον Προϊστάμενο της ανωτέρω Υπηρεσίας.

Β) Στην Θήβα, κατά το χρονικό διάστημα από 01.01.2008 έως 31.12.2008, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος και με ενότητα δόλου, ο κατηγορούμενος αποδέχθηκε τα κατωτέρω αναγραφόμενα συνολικά 47 εικονικά τιμολόγια αγοράς στα οποία περιγράφονται συναλλαγές, ήτοι αγορές αγροτικών προϊόντων παραγωγής του, ανύπαρκτες στο σύνολό τους, καθόσον δεν έλαβαν ποτέ χώρα, ούτε από τους αναγραφόμενους στα ανωτέρω τιμολόγια αγοράς εμπόρους ούτε από άλλους, με αποτέλεσμα να υφίσταται ζημία το Δημόσιο, τα οποία χρησιμοποίησε για την τέλεση ή υποστήριξη άλλης φορολογικής εγκληματικής πράξης του άρθρου 66παρ. 1 έως 4 του Ν. 4174/2013 όπως ισχύει, ήτοι εν προκειμένω για την τέλεση του αδικήματος της αχρεώστητης επιστροφής Φ.Π.Α.

Ειδικότερα στον ανωτέρω τόπο και χρόνο κατά τις ειδικότερες ημεροχρονολογίες που φέρουν τα τιμολόγια, τα οποία αναλυτικώς παρατίθενται κατωτέρω στον ακόλουθο πίνακα, ο κατηγορούμενος υπό την ιδιότητά του αγρότη?ειδικού καθεστώτος ΦΠΑ, με πρόθεση ενεργώντας, με περισσότερες και μερικότερες πράξεις του που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, αποδέχθηκε εικονικά φορολογικά στοιχεία, ως εικονικών νοούμενων των εκδοθέντων φορολογικών στοιχείων για ανύπαρκτες συναλλαγές, ήτοι ζήτησε και έλαβε συνολικά σαράντα επτά (47) εικονικά τιμολόγια αγοράς αγροτικών προϊόντων, που αναφέρονται ακολούθως:

ΧΡΗΣΗ 2008 A/A A/A TIM.

HMEPOMHNIA EΚΔΟΤΗΣ AΞIA ΣΕ ΕΥΡΩ 1 .../2008 T. Δ. X. 10.443,30 2 .../2000 T. Δ. X. 16.425,60 3 .../2008 T. Δ.X. 15.729,40 4 .../2000 T. Δ. X. 16,024,40 5 .../2008 T. Δ.X. 16,396,10 6 .../2000 T. Δ. X. 16,396,10 7 .../2000 T. A.X. 16,425,60 8 .../2000 T. A.X. 16.461,00 9 .../2008 T. Δ. X. 15,356,00 10 .../2008 T. A.X. 15,075,50 11 .../2008 T. Δ.X. 15,411,00 12 .../2008 T. Δ. X. 15,394,50 13 .../2008 T. Δ.X. 15.609,00 14 .../2008 T. Δ.X. 15.334,00 15 .../2008 T. Δ.X. 15,240,50 16 .../2008 T. Δ. X. 14.751,00 17 .../2008 Σ.

Γ. Γ. 9.660,00 18 .../2008 Σ. Γ. Γ. 15.334,00 19 .../2008 Σ. Γ. Γ. 15.240,50 20 .../2008 Σ. Γ. Γ. 16,425,60 21 .../2008 Σ. Γ. Γ. 16,461,00 22 .../2008 Σ. Γ. Γ. 16.579,00 23 .../2008 Σ. Γ. Γ. 16,555,40 24 .../2008 Σ. Γ. Γ. 16.461.00 25 .../2008 Σ. Γ. Γ. 16,425,60 26 .../2008 Σ. Γ. Γ. 7.025,00 27 .../2008 Σ. Γ. Γ. 6.812,50 28 .../2008 Κ. Μ. Π. 16.579,00 29 .../2008 Κ. Μ. Π. 16.573,10 30 .../2008 Κ. Μ. Π. 16.024,40 31 .../2008 Κ. Μ. Π. 16.555,40 32 .../2008 Κ. Μ. Π. 16,356,00 33 .../2008 Κ. Μ. Π. 15,075,50 34 .../2008 Κ.

Μ. Π. 16,396,10 35 .../2008 Κ. Μ. Π. 15.609,00 36 .../2008 Β. Ν. Α. 16.443,30 37 .../2008 Β. Ν. Α. 12.057.20 38 .../2008 Β. Ν. Α. 15.394,50 39 .../2008 Β. Ν. Α. 10.952,00 40 .../2008 Β. Ν.. Α. 11.100,00 41 .../2008 Β. Ν. Α. 9,817,50 42 .../2008 Β. Ν. Α. 15.411,00 43 .../2008 Β. Ν. Α. 15,729,40 44 .../2008 Γ. Χ. Α. 9.817,50 45 .../2008 Γ. Χ. Α. 12.057,20 46 .../2008 Γ. Χ. Α. 11.100,00 47 .../2008 Γ. Χ. Α. 10.952,00 ΣΥΝΟΛΟ 684.452,70€ Τα ανωτέρω τιμολόγια που αποδέχθηκε, η συνολική αξία των οποίων ανέρχεται σε 684.452,70 ευρώ, φέρονται εκδοθέντα από τους εμπόρους Χ.

Τ., Σ. Γ., Π. Κ., Α. Β. και Α. Γ. Άπαντα δε τα προαναφερθέντα τιμολόγια είναι εικονικά διότι εκδόθηκαν για ανύπαρκτες συναλλαγές στο σύνολό τους. Τα υπέβαλε δε ο κατηγορούμενος ως συνημμένα δικαιολογητικά στην ΔΟ.Υ. Θηβών προς αποκόμιση παράνομου περιουσιακού οφέλους και συγκεκριμένα επιστροφής Φ.Π.Α. ποσού 47.911,69 ευρώ.

Η δε από 23.05.2014 σχετική έκθεση ελέγχου του Σ.Δ.Ο.Ε. ΠΔ. Στερεάς Ελλάδος, των ελεγχόντων υπαλλήλων, των Ελεγκτών Η. Ζ. και Γ. Γ., θεωρήθηκε στις 23.05.2014 από τον Προϊστάμενο της ανωτέρω Υπηρεσίας". Με το να δεχθεί, όμως, το παραπάνω Δικαστήριο ότι η πράξη της αποδοχής εικονικών φορολογικών στοιχείων, για την οποία ασκήθηκε ποινική δίωξη σε βαθμό κακουργήματος σε βάρος του κατηγορουμένου, φέρει χαρακτήρα πλημμελήματος, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 66 παρ. 5 Ν. 4174/2013, όπως προστέθηκε με το άρθρο 8 Ν. 4337/2015 και ήδη αντικαταστάθηκε με το αρ. 66 παρ. 5 Ν. 4987/2022.

Τούτο δε διότι, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στην προηγηθείσα νομική σκέψη, απαραίτητη προϋπόθεση για την απορρόφηση της πράξης της αποδοχής εικονικών φορολογικών στοιχείων από κάποια εκ των πράξεων φοροδιαφυγής των παρ. 1 έως 4 του άρθρου 66 Ν. 4174/2013, έτσι ώστε και να μην υπολογισθούν τα εν λόγω φορολογικά στοιχεία για την κάλυψη των ορίων της παρ. 5 εδ.

β' ιδίου άρθρου, είναι η χρησιμοποίηση αυτών για τη διάπραξη ή την υποστήριξη κάποιας από τις ως άνω πράξεις φοροδιαφυγής (των παραγράφων 1 έως 4 του άρθρου 66 Ν. 4174/2013) και η καταδίκη του κατηγορουμένου ή να εκκρεμεί σε βάρος του ποινική δίωξη για κάποια από τις αναφερόμενες πράξεις. Ωστόσο στην ένδικη υπόθεση δεν συντρέχει τέτοια περίσταση καθώς, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, σε βάρος του κατηγορουμένου δεν έχει καν υποβληθεί μηνυτήρια αναφορά για την, προελθούσα από την χρήση των φερομένων εικονικών ενδίκων φορολογικών στοιχείων, τέλεση του αδικήματος της αχρεώστητης επιστροφής Φ.Π.Α., και συνεπώς έδει να συνυπολογιστούν για την κάλυψη του ορίου των 200.000€, το οποίο κατά περίπτωση έχει υπερβεί στο σύνολο της η αξία των αποδεχθέντων από τον ίδιο εικονικών φορολογικών στοιχείων, προσδίδοντας κακουργηματικό χαρακτήρα στην πράξη που τέλεσε.

Περαιτέρω, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, με το να δεχθεί, κατά την κύρια αιτιολογία του ως χρόνο έναρξης της παραγραφής του ως άνω αδικήματος το χρόνο αποδοχής των εικονικών φορολογικών στοιχείων (1-01-2007 έως 31-12-2008), κρίνοντας ότι για όλα τα ποινικά αδικήματα φοροδιαφυγής του Ν. 4174/2013, τα οποία τελέστηκαν μέχρι και τις 5-11-2020, όπως το ένδικο, έχουν εφαρμογή, κατ' άρθρο 2 του ΠΚ, οι ευμενέστερες διατάξεις περί παραγραφής (όχι όμως και περί αναστολής) του Ν. 4745/2020, με το άρθρο 92 του οποίου καταργήθηκε η παρ. 2 του άρθρου 68 Ν. 4174/2013 (η οποία όριζε ως χρόνο έναρξης της παραγραφής την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής), καταργουμένης έτσι της διαφοροποίησης του χρόνου τέλεσης της πράξης από αυτόν της έναρξης της παραγραφής, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφήρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 32 παρ. 3 και 4, 92, 96α του Ν. 4745/2020, του άρθρου 21 παρ. 10 εδ.

β' του Ν. 2523/1997, το οποίο (εδάφιο) προστέθηκε με την παρ. 8 του αρ. 2 Ν. 2954/2001, καθώς και του άρθρου 2 του ΠΚ. Και τούτο διότι, σύμφωνα και με όσα προεκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη, οι περί παραγραφής και αναστολής διατάξεις του Ν. 4745/2020 αποτελούν ένα ενιαίο λειτουργικό σύνολο διατάξεων, του οποίου η διάσπαση δεν είναι επιτρεπτή, καταλαμβάνουν δε κατά τη ρητή και μη αντικείμενη στο άρθρο 2 ΠΚ ή σε οποιαδήποτε άλλη διάταξη υπέρ νομοθετικής ισχύος μεταβατική διάταξη του άρθρου 96 του άνω νόμου, τα φορολογικά αδικήματα που τελούνται μετά την έναρξη ισχύος του.

Συνακολούθως και λαμβανομένου υπόψη ότι το ένδικο αδίκημα της αποδοχής εικονικών φορολογικών στοιχείων, συνολικού ποσού 941.268,20€ φέρεται ως τελεσθέν πριν την ισχύ του Ν. 4745/2020 αλλά και του Ν. 4337/2015, ήτοι από 1.01.2007 έως 31.12.2008 ο χρόνος της παραγραφής του αρχίζει από την ημερομηνία θεώρησης της σχετικής έκθεσης ελέγχου, η οποία φέρεται ότι έλαβε χώρα στις 23.05.2014 και όχι από την αποδοχή των εικονικών φορολογικών στοιχείων.

Ο χρόνος δε αυτός της παραγραφής 20ετής εν προκειμένω μαζί με το χρόνο της αναστολής αυτής (αρ. 111 παρ. 1, 2, 4, 113 παρ. 1, 2α ΠΚ) δεν είχε συμπληρωθεί κατά το χρόνο εκδίκασης της υπόθεσης ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Ευβοίας. Παράλληλα, το ως άνω Δικαστήριο της ουσίας, το οποίο λόγω της κατά τα ως άνω παραγραφής του αδικήματος και της εξ αυτού οριστικής παύσης της ποινικής δίωξης, δεν διερεύνησε την ουσία της υπόθεσης, υπερέβη αρνητικά την εξουσία του.

Επομένως, πρέπει, κατά παραδοχή ως βάσιμων των, περί εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικών ποινικών διατάξεων και υπέρβασης εξουσίας από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' και Θ' ΚΠΔ, αντιστοίχως, προβληθέντων λόγων αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση, για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την απόφαση 147/2022 του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Ευβοίας.

Και Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Απριλίου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και τούτης αποχωρήσασας από την υπηρεσία η αρχαιότερη της συνθέσεως Αρεοπαγίτης και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 23 Αυγούστου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ