Legislator Case Law & Legislation
1040/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility grounds regarding evidence evaluation and substantive law violation.

Case Number 1040/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the applicants' appeal against the First Instance Court's final decision rejecting their property ownership claim. The applicants argued that the lower court erred in evaluating evidence and failed to consider witness testimony regarding document interpretation. The court ruled these arguments inadmissible because they challenge the trial court's discretionary assessment of evidence, which is legally non-reviewable under the Code of Civil Procedure.

Legislator headnote

AI generated

Articles 560, 561 of the Code of Civil Procedure: Appeals challenging a court's evaluation of evidence or its interpretation of documents are inadmissible as they constitute a review of the trial court's non-reviewable discretion.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal evaluation of evidence discretionary assessment non-reviewable discretion substantive law violation property ownership claim witness testimony

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553(1)(b), 556(1), 558(a), 564(3), 566(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(2) of the Code of Civil Procedure
Article 560 of the Code of Civil Procedure
Article 561(1) of the Code of Civil Procedure
Article 495(3)(e) of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 191(2) of the Code of Civil Procedure
Articles 22(1), 3 of Law 3693/1957

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1040 / 2022 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1040/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χριστοδούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Μουλιανιτάκη, Μαρουλιώ Δαβίου, Μαρία Κουφούδη, Αθανάσιο Θεοφάνη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 17 Νοεμβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Ν. Δ. του Χ. και Α., 2) Ε. Δ. του Χ. και Α., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Στέφανο Τσιαούσκογλου, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσαν προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Εμμανουέλα Πανοπούλου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-12-2014 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Νάουσας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 72/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 235/ΤΜ/2018 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βέροιας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης και της συμπροσβαλλόμενης 72/2015 του Ειρηνοδικείου Νάουσας, ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 27-7-2020 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 27.07.2020 αίτηση αναιρέσεως, προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία, εκδοθείσα, υπ' αριθμ. 235/2018, τελεσίδικη απόφαση του, ως Εφετείου δικάσαντος, Μονομελούς Πρωτοδικείου Βέροιας, το οποίο απέρριψε την από 02.08.2016 έφεση των αναιρεσειόντων κατά της υπ' αριθμ. 72/2015 οριστικής αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Νάουσας, το οποίο είχε απορρίψει την από 15.12.2014 αγωγή αναγνωριστική κυριότητας αυτών (αναιρεσειόντων). Η αίτηση αυτή αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553§1 στοιχ. β', 556§1, 558 εδάφ. α', 564§3, 566§1 Κ.Πολ.Δ.). Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρο 577§1 Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρο 577§2 Κ.Πολ.Δ.).

Κατά το άρθρο 560 του Κ.Πολ.Δ. (όπως ισχύει μετά τον ν. 4335/2015 και αφορά στα από την 01.01.2016 δικόγραφα, στα οποία περιλαμβάνεται η υπό κρίση αίτηση που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Βέροιας, στις 29.07.2020), κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο: 1) αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο, έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.

Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναιρέσεως μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή πραγματικών γεγονότων σε αυτούς, ..., 2) αν το δικαστήριο δεν συγκροτήθηκε όπως ορίζει ο νόμος ..., 3) αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ή δεν είχε καθ' ύλην αρμοδιότητα, 4) αν παράνομα αποκλείστηκε η δημοσιότητα της διαδικασίας, 5) αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, 6) αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (Α.Π. 1199/2021).

Από την προαναφερόμενη διάταξη προκύπτει, ότι κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων και κατά των αποφάσεων των πρωτοδικείων, οι οποίες εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση για ορισμένους λόγους που αναφέρονται περιοριστικώς στο νόμο, αφού στη διάταξη αυτή ορίζεται, ότι αναίρεση επιτρέπεται μόνο για τους αναφερόμενους σ' αυτήν λόγους.

Οι διατάξεις του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δ. είναι ειδικές ως προς τους λόγους αναιρέσεως των αναφερόμενων στο άρθρο αυτό αποφάσεων και αποκλείουν την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., που αναφέρονται στους λόγους αναιρέσεως των αποφάσεων των υπόλοιπων δικαστηρίων (Α.Π. 1199/2021, Α.Π. 288/2020). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 1 εδάφ.

α' του Κ.Πολ.Δ. (όμοια της 559 αριθμ. 1 εδάφ. α' του Κ.Πολ.Δ.), κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφήρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν δεν ήσαν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφήρμοσε τον νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.

Με τον λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561§1 του Κ.Πολ.Δ. (Ολ.Α.Π. 1/2016, Ολ.Α.Π. 7/2006). Ο λόγος αυτός για να είναι ορισμένος πρέπει να εκτίθενται στο αναιρετήριο, η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και μάλιστα ενάριθμα, δηλαδή ορισμένο άρθρο ορισμένου νόμου (Ολ.Α.Π. 18/2005), το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου (Ολ.Α.Π. 32/1996), επί νομικών σφαλμάτων κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς οι αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, δηλ.

τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέστηκε η επικαλούμενη παράβαση του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (Ολ.Α.Π. 20/2005, Α.Π. 120/2014), επί απορρίψεως δε αγωγής ή ισχυρισμού ως μη νομίμου πρέπει στο αναιρετήριο να περιλαμβάνονται το περιεχόμενο, δηλαδή η ιστορική βάση της αγωγής ή του ισχυρισμού που είχε επικαλεστεί νομίμως και παραδεκτώς ο αναιρεσείων, ώστε από το αναιρετήριο να προκύπτει η προβαλλόμενη νομική πλημμέλεια, ενόψει του ότι η αοριστία του λόγου αναιρέσεως δεν μπορεί να συμπληρωθεί με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (Ολ.

Α.Π. 28/1998, Α.Π. 355/2021, Α.Π. 253/2021, Α.Π. 699/2011, Α.Π. 700/2011). Έτι περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 5 του Κ.Πολ.Δ. (όμοια της 559 αριθμ. 8 του Κ.Πολ.Δ.), κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως (Ολ.Α.Π. 25/2003, Ολ.Α.Π. 3/1997, Ολ.Α.Π. 11/1996).

Δεν αποτελούν "πράγματα" η άρνηση, αιτιολογημένη ή όχι, αγωγής, ανταγωγής ή ενστάσεως ή τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου που αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων και που δεν έχουν "αυτοτέλεια" (Ολ.Α.Π. 469/1984, Α.Π. 1299/2009, Α.Π. 528/2021, Α.Π. 107/2021, Α.Π. 701/2008, Α.Π. 625/2008), έστω και αν προτείνονται ως λόγοι εφέσεως.

Τούτο διότι το "πραγματικό επιχείρημα" δεν έχει αυτοτελή ύπαρξη, αλλά τείνει απλώς σε επίρρωση ή απόκρουση αποδείξεως του πραγματικού ισχυρισμού, αναφερόμενο στο οντολογικό μέρος του. Ούτε αποτελούν πράγματα οι νομικοί ισχυρισμοί που αφορούν στην ερμηνεία και εφαρμογή των κανόνων δικαίου, ούτε και η επιχειρηματολογία του διαδίκου (Ολ.Α.Π. 3/1997, Α.Π. 528/2021, Α.Π. 107/2021, Α.Π. 701/2008).

Εξάλλου, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 560 αριθμ. 6 του Κ.Πολ.Δ. (όμοια της 559 αριθμ.19 του Κ.Πολ.Δ.), που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93§3 του Συντάγματος, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδρύεται ο αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο στήριξε την κρίση του, για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να ελεγχθεί αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόστηκε.

Ως ζητήματα, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάργηση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως (Ολ.Α.Π. 24/1992, Α.Π. 444/2021, Α.Π. 204/2021).

Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι, κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, διατάξεως του ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή του, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχτηκε ή δεν αποδείχτηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχτηκε ή δεν αποδείχτηκε.

Συνακόλουθα, δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων, που δεν συνιστούν ισχυρισμούς τους (Ολ.Α.Π. 24/1992, Α.Π. 444/2021, Α.Π. 204/2021, Α.Π. 1819/2017, Α.Π. 43/2017). Τέλος, στη διάταξη του άρθρου 561§1 του Κ.Πολ.Δ. ορίζεται ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών περιστατικών γεγονότων και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφων δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, εκτός αν παραβιάστηκαν κανόνες δικαίου, στους οποίους συμπεριλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή αν υπάρχει λόγος αναιρέσεως κατά το άρθρο 559 αριθμ. 19 και 20.

Στη συγκεκριμένη περίπτωση κρίνεται, όπως ήδη σημειώθηκε, η από 27.07.2020 αίτηση των αναιρεσειόντων για την αναίρεση της υπ' αριθμ. 235/2018 του, ως Εφετείου, δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Βέροιας. Με τους πρώτο (κατά το πρώτο σκέλος αυτού) και τρίτο λόγους αναιρέσεως, που επιχειρείται να στηριχθούν στη διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 5 του Κ.Πολ.Δ., οι αναιρεσείοντες αιτιώνται την προσβαλλόμενη απόφαση ότι αφενός μεν απέρριψε εσφαλμένα τον πρώτο λόγο της από 02.08.2016 εφέσεώς τους, ο οποίος αφορούσε σε κακή εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού εκ μέρους του, ως Εφετείου, δικάσαντος Δικαστηρίου, αφετέρου δε δεν έλαβε υπόψη του (το Δικαστήριο) όσα ο μάρτυράς τους κατέθεσε στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου προς το σκοπό να ερμηνευθεί ορθά το περιεχόμενο των προσδιοριζόμενων εγγράφων, τα οποία είχαν προσκομιστεί με νόμιμη επίκληση.

Οι λόγοι αυτοί αναιρέσεως πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι και τούτο διότι ο λόγος εφέσεως που αφορά σε κακή εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστά "πράγμα", ενώ "πράγμα" δεν συνιστά ούτε η κατάθεση μάρτυρα αποδείξεως και η εκτίμηση αυτής από το δικαστήριο. Περαιτέρω, με το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως, τον δεύτερο, τον τέταρτο και τον πέμπτο λόγους αυτής οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση αναιρετικές πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 6 της διατάξεως του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δ.

Όμως και οι λόγοι αυτοί αναιρέσεως είναι απαράδεκτοι, διότι στον μεν πρώτο λόγο κατά το κρινόμενο δεύτερο σκέλος του ουδεμία αναφορά γίνεται σε διάταξη κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, ο οποίος να παραβιάστηκε ευθέως ή εκ πλαγίου, στους δε λοιπούς λόγους (δεύτερο, τέταρτο και πέμπτο) οι αποδιδόμενες στην προσβαλλόμενη αιτιάσεις αφορούν στο ότι από τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα εκ μέρους αυτών (αναιρεσειόντων) αποδεικτικά μέσα συνάγεται αντίθετο πόρισμα από εκείνο που δέχτηκε η ως άνω απόφαση και ότι αποδόθηκε σε ένα ή περισσότερα αποδεικτικά μέσα μεγαλύτερη ή μικρότερη βαρύτητα ή αξιοπιστία.

Οι αιτιάσεις όμως αυτές είναι απαράδεκτες, καθόσον πλήττουν την, κατά τη διάταξη του άρθρου 561§1 του Κ.Πολ.Δ., αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς την αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων. Κατόπιν τούτων και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς εξέταση, πρέπει η αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί.

Ακολούθως, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, ενόψει της ήττας των αναιρεσειόντων (άρθρα 495§3 εδάφ. ε' του ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματος του αναιρεσίβλητου, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα αυτού (αναιρεσίβλητου), τα οποία θα καταλογιστούν μειωμένα (άρθρα 176, 183, 191§2 Κ.Πολ.Δ., 22§§1, 3 του ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αριθμός 18 του Εισ.Ν.Κ.Πολ.Δ., όπως τούτο ισχύει μετά την έκδοση της Κ.Υ.Α. 134423ΟΙΚ./08.12.1992 των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (Φ.Ε.Κ.

Β' 11/20.01.1993), η οποία εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 5§12 του ν. 1738/1987).

Γ Ι Α Τ Ο Υ Σ Λ Ο Γ Ο Υ Σ Α Υ Τ Ο Υ Σ

Απορρίπτει την από 27.07.2020 αίτηση των Ν. Δ. του Χ. και Ε. Δ. του Χ. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 235/2018 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βέροιας. Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείοντες. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων ευρώ (300,00€).

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Μαΐου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 14 Ιουνίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ