Supreme Court dismisses appeal on insurance liability, ruling exclusion clauses do not exempt insurers from third-party victim compensation.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellants' appeal against a first-instance judgment regarding car insurance liability. The appellants argued that an exclusion clause for driving without a license should exempt the insurer from paying the third-party victim. The court held that under current law, such clauses do not release the insurer from liability to third parties, regardless of whether the insured signed the contract. Consequently, the appeal was rejected, costs were awarded to the insurer, and the original judgment stands.
Legislator headnote
AI generatedArticles 361A and 11(1) of Law 489/1976; Insurance exclusion clauses regarding the driver's lack of license do not exempt the insurer from liability to third-party victims, as the insurer remains liable regardless of the insured's knowledge or acceptance of such terms.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1040 / 2021 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1040/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Μαρία Τζανακάκη, Αικατερίνη Βλάχου και Ευστάθιο Νίκα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Φεβρουαρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Ε. Π. του Π. και 2) Δ. Β. του Α., κατοίκων …, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Μιχαήλ Κούβαρη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Της αναιρεσίβλητης: Αλλοδαπής ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "AIG EUROPE LIMITED" (πρώην "CHARTIS EUROPE LIMITED"), ως καθολικής διαδόχου της εδρεύουσας στις ΗΠΑ εταιρείας με την επωνυμία "NATIONAL UNION INSURANCE COMPANY OF PITTSBURG PA" και ήδη "AIG EUROPE SA", που εδρεύει στο Λουξεμβούργο και εκπροσωπείται νόμιμα, ασκεί δε ασφαλιστική δραστηριότητα και στην Ελλάδα με Υποκατάστημα και κεντρικά γραφεία στο Μαρούσι Αττικής, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σπυρίδωνα Χέλμη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και ο οποίος, στην ως άνω από 14-1-2021 δήλωση, καθώς και με τις κατατεθείσες προτάσεις του δήλωσε την ως άνω τροποποίηση - μεταβολή της αναιρεσίβλητης εταιρείας.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-8-2012 αγωγή της εταιρείας "CHARTIS EUROPE LIMITED", στη θέση της οποίας έχει υπεισέλθει η ήδη αναιρεσίβλητη, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3987/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 10098/2019 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 9-10-2019 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Μαρία Τζανακάκη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 9-10-2019 (αρ.κατ.123/2019) αίτηση αναίρεσης απευθύνεται κατά της υπ' αρ. 10098/2019 οριστικής απόφασης του ως Εφετείου δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο καθώς και από τη σύμβαση ασφάλισης αυτού (άρθρο 681Α ΚΠολΔ), ερήμην των τότε εφεσιβλήτων και ήδη αναιρεσειόντων, οι οποίοι δικάστηκαν, σαν να ήταν παρόντες, κατά το άρθρο 524 παρ. 4 εδ.
α ΚΠολΔ, όπως τούτο ειδικότερα προκύπτει από την επιτρεπτή κατ' άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (βλ. σελίδα 2 αυτής). Επομένως, ανακύπτει το δικονομικό ζήτημα της παραδεκτής άσκησης της αίτησης αναίρεσης ως δικογράφου κατά τελεσίδικης απόφασης. Περαιτέρω, από την επιτρεπτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων του φακέλου της δικογραφίας (άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση επιδόθηκε στους αναιρεσείοντες, στις 11-9-2019,όπως τούτο δεν αμφισβητείται από κανένα διάδικο μέρος και από την επομένη ημέρα άρχισε να τρέχει η 15ήμερη προθεσμία για την άσκηση αιτιολογημένης ανακοπής ερημοδικίας από αυτούς, κατ' αρ. 503 παρ. 1 ΚΠολΔ, η οποία συμπληρώθηκε στις 27-9-2019.
Από την επομένη ημέρα, 28-9-2019, άρχισε να τρέχει η 30ήμερη προθεσμία για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, η οποία συμπληρωνόταν στις 28-10-2019, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 564 παρ.1 ΚΠολΔ και λόγω της αργίας συμπληρώθηκε την επομένη ημέρα, στις 29-10-2019. Επίσης, όπως προκύπτει από την συνημμένη στη τελευταία σελίδα του αναιρετηρίου έκθεση κατάθεσης ενδίκου μέσου με αρ. 123/2019, η αίτηση αναίρεσης κατατέθηκε στις 10-10-2019.
Συνεπώς, η αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί εμπρόθεσμα (άρθρα 495 παρ.1 σε συνδ. 564 αρ. 1 ΚΠολΔ) και απευθύνεται κατά τελεσίδικης απόφασης (άρθρο 553 παρ. 1 περ. β ΚΠολΔ). Κατόπιν τούτου η αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί παραδεκτά ως δικόγραφο και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των κατ'ιδίαν λόγων αυτής (άρθρο 577 αρ. 1 και 3 ΚΠολΔ).
Περαιτέρω, από την επιτρεπτή κατ' αρ. 561 αρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των λοιπών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, αναφορικά με τη διαδικαστική πορεία της υπόθεσης, προκύπτει ότι, σε τροχαίο ατύχημα, που συνέβη στις 6-12-2011, το υπ' αρ. κυκλοφορίας … ΙΧΕ αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας της 1ης αναιρεσείουσας, το οποίο οδηγούσε ο 2ος αναιρεσείων, συγκρούστηκε με τη με αρ.
κυκλοφορίας … δίκυκλη μοτοσυκλέτα, που οδηγούσε ο Ι. Δ. (ο οποίος δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη), ο οποίος τραυματίστηκε και η μοτοσυκλέτα υπέστη υλικές ζημίες. Εξάλλου, με το υπ' αρ. … ασφαλιστήριο συμβόλαιο, που είχε καταρτιστεί μεταξύ της αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας και της 1ης αναιρεσείουσας, η αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία κάλυπτε την αστική ευθύνη του ανωτέρω αυτοκινήτου έναντι των τρίτων ζημιούμενων για το χρονικό διάστημα από 6-2-2011 έως 6-2-2012.
Η αναιρεσίβλητη, μετά το ατύχημα και κατόπιν συμβιβασμού με τον παθόντα μοτοσυκλετιστή, κατέβαλε σ' αυτόν το συνολικό ποσό των 10000 ευρώ και στη συνέχεια, άσκησε ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών, την ένδικη από 23-8-2012 (αρ. κατ. 10052/2012) αγωγή εξ αναγωγής, με την οποία ζητούσε από τους εναγομένους και ήδη αναιρεσείοντες ως εξ αναγωγής υπόχρεους να της καταβάλουν, σε ολόκληρο καθένας, το ανωτέρω ποσό, υποστηρίζοντας ότι, επειδή ο οδηγός, κατά το χρόνο του ατυχήματος, στερούνταν νόμιμη άδεια ικανότητας οδήγησης, είχε ενεργοποιηθεί ο απαλλακτικός γι' αυτήν (ασφαλιστή) όρος της εξαίρεσης από την ασφαλιστική κάλυψη του ασφαλισμένου οχήματος.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ'αρ. 3987/2015 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών, η οποία απέρριψε την αγωγή εξ αναγωγής κρίνοντας, ότι ο οδηγός δεν κατείχε νόμιμη άδεια οδήγησης, διότι αυτή είχε λήξει και δεν είχε ανανεωθεί, κατά το χρόνο του ατυχήματος, πλην όμως, ότι το ατύχημα δεν συνδέεται αιτιωδώς με την ανωτέρω τυπική παράλειψη της έλλειψης άδειας οδήγησης, διότι ο οδηγός είχε την ικανότητα να οδηγεί.
Κατά της απόφασης αυτής η ενάγουσα εξ αναγωγής και ήδη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία άσκησε την από 7-9-2015 (αρ. κατ. 2330/2015) έφεση, η οποία συζητήθηκε ερήμην των εφεσιβλήτων, οι οποίοι σημειωτέον είχαν κλητευθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα για να παρασταθούν στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, όπως έχει εκτεθεί.
Εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, σύμφωνα με συνοπτική παράθεση των παραδοχών του, που θα εκτεθούν αναλυτικά παρακάτω, δέχθηκε, ότι αποδείχθηκε ότι ο οδηγός του ζημιογόνου ασφαλισμένου αυτοκινήτου είχε εκδώσει την υπ' αρ. … άδεια ικανότητας οδήγησης, η ισχύς της οποίας έληξε στις 13-6-2008,ότι στη συνέχεια, η άδεια αυτή ίσχυσε για το διάστημα από 13-3-2012 έως 13-3-2015 και ανανεώθηκε για το διάστημα από 24-4-2015 έως 6-9-2030 και ότι, κατά το ενδιάμεσο χρονικό διάστημα, από 14-6-2008 (επομένη της λήξεως της άδειας ικανότητας οδήγησης) έως τις 12-3-2012 (που ίσχυσε εκ νέου), εντός του οποίου συνέβη το τροχαίο ατύχημα (6-12-2011), ο οδηγός στερούνταν νόμιμης άδειας οδήγησης και ότι εκ του λόγου αυτού ενεργοποιήθηκε ο απαλλακτικός όρος της ασφαλιστικής σύμβασης περί εξαίρεσης του ασφαλισμένου αυτοκινήτου από την ασφαλιστική κάλυψη, τον οποίο (όρο) η 1η αναιρεσείουσα ιδιοκτήτρια του αυτοκινήτου γνώριζε, κατά την κατάρτιση του ασφαλιστηρίου συμβολαίου και είχε αποδεχθεί.
Κατόπιν τούτου, η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε κατ' ουσίαν την έφεση, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση, δίκασε την αγωγή εξ αναγωγής, την οποία δέχθηκε κατ' ουσίαν και υποχρέωσε τους εναγομένους εξ αναγωγής υποχρέους (ιδιοκτήτρια και οδηγό του αυτοκινήτου) και ήδη αναιρεσείοντες να καταβάλουν στην ενάγουσα εξ αναγωγής ασφαλιστική εταιρεία και ήδη αναιρεσίβλητη το ποσό των 10000 ευρώ σε ολόκληρο καθένας.
Κατά της απόφασης αυτής στρέφονται με την ένδικη αναίρεση οι αναιρεσείοντες.
Από τις διατάξεις των άρθρων 321, 322 και 324 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι το δεδικασμένο, που πηγάζει κατά λογική αναγκαιότητα από το σκοπό της πολιτικής δίκης και αποτυπώνει το τέλος ενεργοποίησης του δικαιοδοτικού μηχανισμού, που είχε τεθεί σε κίνηση προκειμένου να αποκατασταθούν οι διαταραγμένες ισορροπίες στο χώρο του ουσιαστικού δικαίου, δηλαδή αποτελεί έννομη συνέπεια της δικαστικής απόφασης, που διασφαλίζει τη δεσμευτικότητα του περιεχομένου της, απορρέει από τις τελεσίδικες αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων και εκτείνεται τόσο στο ουσιαστικό ζήτημα αναφορικά με έννομη σχέση που κρίθηκε ύστερα από άσκηση αγωγής, ανταγωγής, κύριας παρέμβασης ή ένστασης συμψηφισμού, όσο και στο δικονομικό ζήτημα, που κρίθηκε σε συνάρτηση με το ουσιαστικό ζήτημα, υπάρχει δε μεταξύ των ίδιων προσώπων με την ίδια ιδιότητα, μόνο για το δικαίωμα που κρίθηκε, κυρίως ή παρεμπιπτόντως, και εφόσον πρόκειται για το ίδιο αντικείμενο και την ίδια ιστορική και νομική αιτία.
Ειδικότερα, το ως άνω ουσιαστικό δεδικασμένο (σε αντιπαραβολή με το τυπικό δεδικασμένο ή τελεσιδικία της απόφασης) εμποδίζει να αμφισβητηθεί μεταξύ των αυτών προσώπων και να καταστεί αντικείμενο νέας δίκης το δικαίωμα που κρίθηκε και η δικαιολογική σχέση που το στηρίζει, δηλαδή το σύνολο των έννομων συνεπειών που κρίθηκαν ότι απορρέουν από την έννομη σχέση και όχι τα πραγματικά γεγονότα που τη γέννησαν ή αναλόγως την κατέλυσαν.
Η απαγόρευση αυτή ενεργεί τόσο θετικά, με την έννοια ότι το δικαστήριο, στο οποίο ανακύπτει εξ αφορμής άλλης δίκης, είτε ως κύριο είτε ως προδικαστικό, το δικαίωμα που κρίθηκε με τελεσίδικη απόφαση, οφείλει να θέσει ως βάση της απόφασης του το δεδικασμένο, που προκύπτει από την προηγούμενη τελεσίδικη απόφαση, λαμβάνοντας αυτό ως αμάχητη αλήθεια, όσο και αρνητικά, με την έννοια ότι απαγορεύεται η άσκηση νέας αγωγής για το δικαίωμα που καλύπτεται από το δεδικασμένο (ne bis in idem), η οποία, αν παρόλα αυτά ασκηθεί, απορρίπτεται ως απαράδεκτη.
Εξ άλλου από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 322, 324 και 331 ΚΠολΔ και 914, 297 και 298 ΑΚ, προκύπτει ότι η τελεσίδικη απόφαση, που εκδόθηκε επί αγωγής αποζημιώσεως λόγω θανάτωσης ή βλάβης του σώματος ή της υγείας προσώπου, αποτελεί δεδικασμένο για τη νέα δίκη αποζημίωσης με την ίδια ιστορική και νομική αιτία, ως προς τις συνθήκες, υπό τις οποίες έλαβε χώρα η αδικοπραξία, την ευθύνη του υπαίτιου, την τυχόν συνυπαιτιότητα του παθόντος και τη ζημιά που έπαθε ο ενάγων για το χρονικό διάστημα που αναφέρεται στην πρώτη αγωγή, όχι όμως και για το μεταγενέστερο χρόνο, κατά τον οποίο η αδικοπραξία είναι δυνατόν να εξακολουθήσει να έχει επιζήμιες συνέπειες, γιατί αυτές δεν είχαν προβληθεί, ούτε καταστεί αντικείμενο έρευνας κατά την πρώτη αγωγή. Επομένως, αν υπάρξει τελεσίδικη κρίση, ως προς την αδικοπρακτική ευθύνη του υπόχρεου για ορισμένο χρονικό διάστημα, το παραγόμενο από την απόφαση αυτή δεδικασμένο εκτείνεται και ευθέως (άρθρα 322 και 324 ΚΠολΔ) και εμμέσως (άρθρο 331 ΚΠολΔ), μόνο στο χρονικό διάστημα, για το οποίο ζητήθηκε αποζημίωση και δεν εκτείνεται και στη μελλοντική αξίωση, εφόσον αυτή δεν κατήχθη σε δίκη και δεν κρίθηκε (ΑΠ 1752/2017, ΑΠ 790/2015, ΑΠ 1010/2015, ΑΠ 1286/2011, ΑΠ 613/2007).
Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία, με τις από 15-1-2021 έγγραφες προτάσεις της, που κατατέθηκαν παραδεκτά, κατ' αρ. 520 παρ. 1 ΚΠολΔ), προβάλλει την ένσταση απαραδέκτου της αίτησης αναίρεσης λόγω του δεδικασμένου, που απορρέει από την αμετάκλητη υπ' αρ. 5094/2018 οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών, σύμφωνα με την οποία, όπως ισχυρίζεται, οι αναιρεσείοντες ενέχονται ως εξ αναγωγής υπόχρεοι έναντι αυτής, λόγω της ενεργοποίησης της απαλλακτικής ως άνω ρήτρας του ασφαλιστηρίου συμβολαίου. Ο ισχυρισμός αυτός όμως απαραδέκτως προβάλλεται με τις προτάσεις της αναιρεσίβλητης ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου, εφόσον με την άσκηση αίτησης αναίρεσης δεν εισάγεται νέος βαθμός εκδίκασης της υπόθεσης ώστε να δύναται να γίνει επίκληση δεδικασμένου που ανακύπτει κατά τη διάρκεια νέας δίκης προκειμένου να αποκλειστεί η έρευνα της κατ' ουσίαν βασιμότητας της αξίωσης, ανεξαρτήτως του ότι σε περίπτωση άσκησης αίτησης αναίρεσης κατ' αποφάσεων πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατ' αποφάσεων ειρηνοδικείων δεν επιτρέπεται αναίρεση για πλημμέλεια ανάλογη με αυτή του άρθρου 559 αρ. 16 ΚΠολΔ (παραβίαση δεδικασμένου), ούτε άλλωστε ο αναιρεσίβλητος άσκησε αίτηση αναίρεσης προβάλλοντας τέτοιο λόγο και πρέπει για το λόγο αυτό να απορριφθεί, επίσης, ως απαράδεκτος.
Με τη διάταξη του άρθρου 17 παρ. 1 εδάφ. γ' του Ν. 3557/ 2007, η ισχύς του οποίου άρχισε από 14-5-2007, καταργήθηκε η Κ4/585/5-4-1978 απόφαση του Υπουργού Εμπορίου (ΦΕΚ 795, τ. ΑΕ και ΕΠΕ), ενώ με τη διάταξη του άρθρου 4 του ίδιου νόμου προστέθηκε το άρθρο 6β στο π.δ. 237/1986 (που κωδικοποίησε το Ν. 489/1976 "περί υποχρεωτικής ασφαλίσεως της εξ ατυχημάτων αυτοκινήτων αστικής ευθύνης"), το οποίο ορίζει ότι: 1.
Εξαιρούνται από την ασφάλιση οι ζημίες που προκαλούνται: α) από οδηγό, ο οποίος στερείται της άδειας οδήγησης που προβλέπεται από το νόμο για την κατηγορία του αυτοκινήτου οχήματος που οδηγεί, β) από οδηγό, ο οποίος, κατά το χρόνο του ατυχήματος, τελούσε υπό την επίδραση οινοπνεύματος ή τοξικών ουσιών, κατά παράβαση του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας (Ν. 2696/1999, ΦΕΚ 57 Α' ), όπως εκάστοτε ισχύει, εφόσον η εν λόγω παράβαση τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με την πρόκληση του ατυχήματος..., γ) από αυτοκίνητο όχημα, του οποίου γίνεται διαφορετική χρήση από αυτή που καθορίζεται στο ασφαλιστήριο συμβόλαιο και στην άδεια κυκλοφορίας, εφόσον η χρήση αυτή τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με την πρόκληση του ατυχήματος.
Οι προαναφερόμενες νομοθετικές ρυθμίσεις, που απαρτίζουν, περιοριστικά πλέον, τους τρεις (3) λόγους εξαίρεσης από την ασφάλιση, αποτελούν λόγους απαλλαγής του ασφαλιστή έναντι του ασφαλισμένου του, με την επισήμανση, ότι επιτρέπεται με τη σύμβαση ασφάλισης να ορίζονται, πέραν των περιπτώσεων αυτών, και άλλες περιπτώσεις εξαίρεσης από την ασφαλιστική κάλυψη, εφόσον αυτές αφορούν μόνο προαιρετική ασφαλιστική κάλυψη (άρθρ. 6β παρ. 2 του ίδιου π.δ/τος).
Από το συσχετισμό μεταξύ τους, των τριών περιπτώσεων εξαίρεσης, σαφώς προκύπτει ότι ο νόμος προβλέπει την ανάγκη συνδρομής αιτιώδους συνάφειας, ως μιας περαιτέρω προϋπόθεσης για τη συγκρότηση των λόγων εξαίρεσης, μόνο στις περιπτώσεις β' και γ', όχι όμως και στην περίπτωση α', δηλαδή στην πρόκληση ατυχήματος από οδηγό που στερείται άδειας ικανότητας οδήγησης για την κατηγορία του οχήματος, που οδηγεί.
Ειδικότερα, από τη γραμματική διατύπωση των τριών περιπτώσεων εξαίρεσης συνάγεται, ότι στην α' περίπτωση δεν εξετάζεται και δεν ερευνάται κατά πόσο η έλλειψη άδειας ικανότητας οδηγού επηρέασε ή όχι την πρόκληση του ατυχήματος, αφού πρόκειται τυπικά για περίπτωση εξαίρεσης από την ασφαλιστική κάλυψη, ενώ η ανάγκη συνδρομής της αιτιώδους συνάφειας ερευνάται μόνο στις δύο άλλες περιπτώσεις.
Η διατύπωση αυτή στο νόμο, δηλαδή, η μη αναφορά, σε αντίθεση με τις λοιπές δύο περιπτώσεις, της σύνδεσης της αιτιώδους συνάφειας της έλλειψης άδειας οδήγησης με την πρόκληση του ατυχήματος, αποτελεί συνειδητή ρύθμιση του νομοθέτη, διαφοροποιημένη σε σχέση με τις δύο άλλες περιπτώσεις, και δεν πρόκειται για απλή παράλειψή του.
Ναι μεν η σύγχρονη ασφαλιστική επιστήμη, η θεωρία και η πάγια νομολογία (ΑΠ 1068/2013, ΑΠ 1016/2013, ΑΠ 1451/2009, ΑΠ 1357/2008, ΑΠ 1517/2006) θεωρούσαν, μέχρι την κατάργηση της παραπάνω υπουργικής απόφασης, και τους λόγους αυτούς απαλλαγής ή εξαίρεσης (που αποτελούσαν συμβατικές εξαιρέσεις της κάλυψης του ασφαλισμένου) ως καλυμμένα ασφαλιστικά βάρη (συμβατικά), δηλαδή η απαλλαγή του ασφαλιστή, στην επίμαχη περίπτωση, δεν επερχόταν μόλις διαπιστωνόταν η έλλειψη άδειας οδήγησης στο πρόσωπο του οδηγού, που είχε εμπλακεί στο ατύχημα, αλλά τούτο επερχόταν, εφόσον συνέτρεχε υπαιτιότητα και αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παράβασης του ασφαλιστικού βάρους, δηλαδή της έλλειψης άδειας ικανότητας οδήγησης, και του ατυχήματος, πλην, όμως, τούτο δεν σημαίνει, ότι ο νομοθέτης είναι δεσμευμένος (νομοθετικά) να ακολουθήσει οπωσδήποτε την παραδοχή αυτή.
Αντίθετα, έχει την ευχέρεια να αποκλίνει, εφόσον, βέβαια, εκφράζεται σαφώς, όπως συμβαίνει στην κρινόμενη περίπτωση του εδαφίου α' της παραγράφου 1 του άρθρου 6β του π.δ. 237/1986,όπως πλέον ισχύει, στην οποία, σε αντίθεση με τις άλλες δύο ρυθμιζόμενες περιπτώσεις ασφαλιστικών βαρών, δεν θέτει ως προϋπόθεση του λόγου απαλλαγής ή εξαίρεσης του ασφαλιστή την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της πιο πάνω παράβασης και του ατυχήματος, χωρίς, περαιτέρω, να είναι υποχρεωμένος, όταν προβλέπει λόγους εξαίρεσης για τη ρύθμιση κάποιου θέματος, να θέτει, είτε μόνο λόγους εξαίρεσης, είτε μόνο καλυμμένα ασφαλιστικά βάρη, αλλά έχει τη δυνατότητα να κάνει συνδυασμό μεταξύ τους.
Συνεπώς, με βάση την προπαρατιθέμενη ρύθμιση του νόμου, δεν έχει νομική επιρροή ο ισχυρισμός του οδηγού, που έχει εμπλακεί σε τροχαίο ατύχημα και δεν έχει άδεια ικανότητας οδήγησης, ότι γνωρίζει να οδηγεί ή ότι λείπει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της έλλειψης της άδειας αυτής και του ατυχήματος (ΑΠ 71/2017, ΑΠ 324/2016). Όλα όσα προαναφέρθηκαν έχουν νομική αξία στις σχέσεις ασφαλιστή και ασφαλισμένου στη λεγόμενη δίκη αναγωγής του πρώτου κατά του δεύτερου, κατά την οποία παρέχεται το δικαίωμα στον ασφαλιστή να εναγάγει τα αναφερόμενα στο άρθρο 11 παρ. 1 του π.δ. 237/1986 πρόσωπα και να ζητήσει απ' αυτά, ό,τι κατέβαλε ή θα καταβάλει σε εκείνον, που ζημιώθηκε από το τροχαίο ατύχημα (ΑΠ 474/2017).
Εξάλλου, κατά τις σχετικές διατάξεις του Ν. 2696/1999 (ΚΟΚ), όπως αυτές ίσχυαν κατά το χρόνο του ατυχήματος, που ενδιαφέρουν στην εξεταζόμενη υπόθεση, ορίζονται τα εξής: α) άρθρο 13 παρ. 2 εδάφ. α' : "Ο οδηγός επιβάλλεται να έχει την, κατά τις σχετικές διατάξεις, προβλεπόμενη άδεια οδήγησης και την αναγκαία σωματική και διανοητική ικανότητα και να βρίσκεται σε κατάλληλη κατάσταση για να οδηγεί, οφείλει δε κατά το χρόνο της οδήγησης να είναι σε θέση να ελέγχει το όχημά του ....", β) άρθρο 94 παρ. 3: "Απαγορεύεται η οδήγηση αυτοκινήτων ή μοτοσικλετών από πρόσωπα τα οποία δεν κατέχουν ισχύουσα ελληνική άδεια οδήγησης της κατάλληλης κατηγορίας ή υποκατηγορίας, σύμφωνα με όσα ορίζονται στις παραγράφους του παρόντος άρθρου", η οποία, κατά τη διάταξη της παραγράφου 1 του ίδιου άρθρου, απαιτείται να είναι Κατηγορίας Β, για την οδήγηση επιβατηγού αυτοκινήτου, του οποίου ο μέγιστος αριθμός θέσεων καθημένων (χωρίς τη θέση του οδηγού) δεν υπερβαίνει τις οκτώ, γ) άρθρο 95 παρ. 1, εδάφ.
α' - ε' : "Οι άδειες οδήγησης των κατηγοριών Α, Β και των υποκατηγοριών Α1 και Β1 ισχύουν χρονικά μέχρι να συμπληρώσουν οι κάτοχοί τους το εξηκοστό πέμπτο (65) έτος της ηλικίας τους.......Μετά τη συμπλήρωση της ηλικίας των εξήντα πέντε (65) ετών οι άδειες οδήγησης ανανεώνονται κάθε τρία (3) χρόνια από την έκδοση ή την προηγούμενη ανανέωσή τους.
Η ανανέωση των αδειών οδήγησης γίνεται μετά από ιατρική εξέταση", δ) άρθρο 95 παρ. 3: "Η ανανέωση της άδειας οδήγησης μπορεί να γίνει οποτεδήποτε όχι όμως προ του διμήνου, το οποίο προηγείται της ημερομηνίας λήξης της (εδάφ. α' )... Η ανανέωση γίνεται χωρίς θεωρητική και πρακτική εξέταση, έπειτα από ιατρική εξέταση, κατά την οποία πρέπει να κριθεί ότι ο ενδιαφερόμενος πληροί τις ελάχιστες απαιτούμενες προϋποθέσεις υγείας (εδάφ.
γ' )" και ε) άρθρο 95 παρ. 5: "Η άδεια οδήγησης επιτρέπεται να ανανεωθεί και μετά τη λήξη της ισχύος της, αν υπάρχουν οι νόμιμες, προς τούτο, προϋποθέσεις. Η άδεια οδήγησης θεωρείται ότι δεν ισχύει: α. αν έληξε ο χρόνος ισχύος της, β. αν έχει φθαρεί ή αλλοιωθεί, σε τέτοιο βαθμό που να είναι δυσχερής ο έλεγχός της και γ.
αν έπαψαν να ισχύουν οι προϋποθέσεις υπό τις οποίες χορηγήθηκε ή ανανεώθηκε" (ΑΠ 958/2015, ΑΠ 1628/2013, ΑΠ 242/2011). Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι η ανανέωση της άδειας οδήγησης που έληξε, λόγω της συμπλήρωσης της ηλικίας των 65 ετών, δεν καλύπτει τον ενδιάμεσο χρόνο (από τη λήξη μέχρι την ανανέωση), κατά τον οποίο ο οδηγός, που στερείται της άδειας, προκάλεσε το τροχαίο ατύχημα (ΑΠ 474/2017, ΑΠ 911/2002 πρβλ.
επίσης ΑΠ 268/2019, ΑΠ 925/2015, ΑΠ 230/2015,.ΑΠ 1628/2013, ΑΠ 859/2013, ΑΠ 242/2011). Συμπερασματικά, από τις ανωτέρω διατάξεις συνδυαστικά εκτιμώμενες προκύπτει σαφώς ότι, για την εφαρμογή της διάταξης του αρ. 6β παρ. 1 εδ. α του Ν 489/1976, μετά το Ν. 3557/2007, που εφαρμόζεται στην ένδικη υπόθεση λόγω του χρόνου του τροχαίου ατυχήματος (20-5-2010), δεν απαιτείται να υπάρχει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της ελλείψεως της κατά νόμο απαιτούμενης άδειας οδήγησης και της ζημίας, που προκαλεί ο οδηγός ασφαλισμένου οχήματος και αρκεί το γεγονός και μόνο, ότι αυτός δεν διαθέτει κατά το χρόνο του ατυχήματος την προβλεπόμενη από το νόμο και για την κατηγορία του οχήματος, που οδηγεί, άδεια ικανότητας οδηγού.
Στην περίπτωση αυτή ο ασφαλιστής δικαιούται αναγωγικά στρεφόμενος κατά του οδηγού ή του ασφαλισμένου ή του λήπτη της ασφάλισης να απαιτήσει από αυτούς, όσα κατέβαλε ή θα καταβάλει στον παθόντα τρίτο. Έτσι, αν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας απαιτήσει για την εφαρμογή της ανωτέρω διάταξης και την συνδρομή αιτιώδους συνάφειας, ενέχει παραβίαση αυτής, αφού ζήτησε περισσότερα, από όσα στοιχεία αξιώνει ο νόμος (ΑΠ 322/2020, ΑΠ 1877/2017, ΑΠ 1162/2017).
Από τη διάταξη του άρθρου 11 παρ. 1 του Ν. 489/76, σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 927 Α.Κ. προκύπτει ότι η καλύπτουσα ασφαλιστικώς την αστική ευθύνη εξ αυτοκινήτου εταιρεία, σε περίπτωση εξαιρέσεως από την ασφαλιστική ευθύνη, δικαιούται, αν εναχθεί από τον ζημιωθέντα τρίτο, να στραφεί αναγωγικά κατά του ασφαλισμένου, του αντισυμβαλλομένου και του οδηγού, απαιτώντας, όσα κατέβαλε ή θα καταβάλει στον τρίτο.
Το δικαίωμα αναγωγής ασκείται, είτε με αυτοτελή αγωγή του ασφαλιστή, μετά την καταβολή, που έκανε αυτός προς τον τρίτο, είτε με παρεμπίπτουσα αγωγή, πριν από την καταβολή, αν συνενάγονται ως απλοί ομόδικοι ο ασφαλιστής, ο ασφαλισμένος, ο αντισυμβαλλόμενος και ο οδηγός. Στην τελευταία περίπτωση, εφαρμόζεται η διάταξη του άρθρου 69 παρ. 1 περ.
Ε` του Κ.Πολ.Δ., δηλαδή είναι επιτρεπτή η αγωγή εξ αναγωγής και πριν από την καταβολή του ασφαλιστή προς τον τρίτο (ΑΠ 1467/2009). Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 4 του Ν. 3557/2007,με το οποίο, όπως προεκτέθηκε, μετά το άρθρο 6 του π.δ/τος 237/1986 (που κωδικοποίησε τον Ν 489/1976) προστίθενται δύο νέα άρθρα, τα 6α` και 6β`από τα οποία το δεύτερο (6β`),όπως επίσης, έχει προεκτεθεί, αναφέρει: "1.
Εξαιρούνται από τον ασφαλιστή οι ζημίες που προκαλούνται: α`) από οδηγό, ο οποίος στερείται της αδείας οδήγησης που προβλέπεται από το νόμο για την κατηγορία του αυτοκινήτου οχήματος που οδηγεί... 2. Με τη σύμβαση ασφάλισης επιτρέπεται να ορίζονται, πέραν των περιπτώσεων της προηγούμενης παραγράφου και άλλες περιπτώσεις εξαίρεσης από την ασφαλιστική κάλυψη, εφόσον οι περιπτώσεις αυτές αφορούν μόνον προαιρετική κάλυψη.
Κάθε άλλη εξαίρεση είναι αυτοδικαίως άκυρη. 3. Ο ασφαλιστής δεν απαλλάσσεται από την ευθύνη του έναντι των ζημιωθέντων τρίτων, προβάλλοντας τις εξαιρέσεις των προηγουμένων παραγράφων, οι οποίες ισχύουν αποκλειστικά στο πλαίσιο της σχέσης του με τον ασφαλισμένο". Παρόμοια απαλλακτική ρήτρα υπέρ του ασφαλιστή, η οποία, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 1 επ.
ν. 2496/1997 και του άρθρου 11 παρ. 1 ν. 489/1976, σε συνδυασμό προς τη διάταξη του άρθρου 361 του ΑΚ (που ορίζει ότι "για τη σύσταση ή αλλοίωση ενοχής από δικαιοπραξία απαιτείται σύμβαση, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά"), μπορεί εγκύρως να συμφωνηθεί μεταξύ ασφαλιστή και ασφαλισμένου και να συμπεριληφθεί ως συμβατικός όρος στην ασφαλιστική σύμβαση, δεν απαλλάσσει μεν τον ασφαλιστή από την υποχρέωση του να αποζημιώσει τον ζημιωθέντα τρίτο, παρέχει όμως σε αυτόν το δικαίωμα να εναγάγει τον ασφαλισμένο του και να ζητήσει από αυτόν, ό,τι κατέβαλε στον ζημιωθέντα τρίτο για την αποκατάσταση της ζημίας του.
Η απαλλακτική αυτή ρήτρα δεσμεύει τον ασφαλισμένο, ακόμη και αν αυτός δεν υπέγραψε τη σύμβαση ασφαλίσεως, που την περιέχει, αρκεί να έλαβε γνώση αυτής και να την αποδέχτηκε (ΑΠ 426/2002, ΑΠ 843/2001, ΑΠ 588/2001, ΑΠ 535/2001). Εκ των ως άνω διατάξεων προκύπτει, αφενός μεν, ότι απαγορεύεται η οδήγηση οδικού οχήματος από οδηγό, ο οποίος στερείται άδειας οδηγήσεως, αφετέρου δε, ότι αποκλείονται της ασφαλίσεως ζημίες, οι οποίες προκαλούνται κατά τον χρόνο, που ο οδηγός στερείται της ανωτέρω αδείας, δηλαδή δημιουργείται κατά τον ως άνω τρόπο δέσμευση του ασφαλισμένου από τους όρους της ασφαλιστικής συμβάσεως (ΑΠ 1877/2017, ΑΠ 390/2013, ΑΠ 751/2000).
Με το άρθρο 560 αρ. 1 ΚΠολΔ, που είναι πανομοιότυπο με το άρθρο 559 αριθ. 1 του ίδιου Κώδικα, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ. Α.Π. 7/2006, 4/2005). Με τον συγκεκριμένο λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λ.π. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνος δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσίαν (Ολ. ΑΠ 27 και 28/1998, ΑΠ 1572/2018, ΑΠ 349/2014, ΑΠ 382/2013).
Εξάλλου, κατά την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 560 αρ.1 ΚΠολΔ, όπως και του πανομοιότυπου άρθρου 559 αρ. 1 του ιδίου Κώδικα και πέραν των όσων έχουν ήδη εκτεθεί, ιδρύεται λόγος αναίρεσης της απόφασης, όταν το δικαστήριο της ουσίας παραβίασε ευθέως κανόνα ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών (ΑΠ 10/2015).
Ειδικότερα, το δικαστήριο παραβιάζει τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, που εισάγουν οι διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, όταν, αν και ανελέγκτως διαπιστώνει, έστω και εμμέσως, την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας στις δηλώσεις βουλήσεων των δικαιοπρακτούντων και εντεύθεν την ανάγκη συμπληρώσεως ή ερμηνείας αυτών, παραλείπει να προσφύγει, για τη συμπλήρωση ή ερμηνεία τους, στις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ ή προσφεύγει στην εφαρμογή των διατάξεων αυτών και τη συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, αν και δέχεται επίσης, ανελέγκτως, ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπληρώσεως ή ερμηνείας, όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη, ως στοιχεία προσδιοριστικά της καλής πίστης.
Οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών παραβιάζονται ευθέως και όταν το ερμηνευτικό πόρισμα, στο οποίο, μετά από ερμηνεία της δικαιοπραξίας, κατέληξε το δικαστήριο, δεν είναι σύμφωνο προς την καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη (ΑΠ 268/2019, ΑΠ 1465/2018, ΑΠ 1677/2017). Επίσης, από τη διάταξη του άρθρου 560 αρ.1 περ.
β ΚΠολΔ, που επίσης είναι πανομοιότυπη με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 περ. β` ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, δηλαδή των γενικών και αφηρημένων αρχών για την εξέλιξη των πραγμάτων, που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα με τη βοήθεια της επιστημονικής έρευνας ή της επαγγελματικής ενασχολήσεως, δημιουργεί λόγο αναιρέσεως μόνον όταν αυτά αφορούν στην ερμηνεία κανόνων δικαίου ή στην υπαγωγή σε αυτούς των πραγματικών γεγονότων και όχι στη διαπίστωση των γεγονότων αυτών.
Ειδικότερα, αυτό συμβαίνει όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει διδάγματα της κοινής πείρας για να ανεύρει με βάση αυτά την έννοια κανόνος δικαίου, ιδίως όταν αυτός περιέχει αόριστες νομικές έννοιες ή για να υπαγάγει ή όχι τα πραγματικά γεγονότα της διαφοράς στον κανόνα αυτό (ΑΠ 425/2019, ΑΠ 273/2018, ΑΠ 969/2011).
Με τον 1ο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατά το Α' σκέλος αυτού, οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 560 αρ.1 περ.α ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το ως Εφετείο δικάσαν Δικαστήριο κρίνοντας ότι ο 2ος αναιρεσείων- τότε 2ος εφεσίβλητος προστηθείς στην οδήγηση του με αρ.κυκλοφορίας … ΙΧΕ αυτοκινήτου, ιδιοκτησίας της 1ης αναιρεσείουσας-τότε 1ης εφεσίβλητης, κατά την πρόκληση του τροχαίου ατυχήματος, στις 6-12-2011, στερούνταν άδειας ικανότητας οδήγησης, διότι η υπ' αρ.
… άδεια ικανότητας οδήγησης, που αυτός κατείχε είχε λήξει στις 13-6-2008 και ίσχυσε και πάλι από 13-3-2012 έως 13-3-2015 και ανανεώθηκε από 24-4-2015 έως 6-9-2030 και ότι συνεπώς κατά το ενδιάμεσο χρονικό διάστημα από 14-6-2008 έως 12-3-2012 εντός του οποίου συνέβη το τροχαίο ατύχημα ο οδηγός δεν κατείχε νόμιμη άδεια ικανότητας οδήγησης με αποτέλεσμα δήθεν να ενεργοποιηθεί ο όρος εξαίρεσης από την ασφαλιστική κάλυψη του ασφαλισμένου αυτοκινήτου και ακολούθως, το ως Εφετείο δικάσαν Δικαστήριο, κατά παραδοχή της έφεσης της αναιρεσίβλητης, να δεχθεί κατ' ουσίαν την αγωγή εξ αναγωγής αυτής και να υποχρεώσει τους αναιρεσείοντες να καταβάλουν στην αναιρεσίβλητη το ποσό των 10000 ευρώ σε ολόκληρο καθένας, το οποίο αυτή είχε καταβάλει στον ζημιωθέντα τρίτο παθόντα, οδηγό της μοτοσυκλέτας, εσφαλμένα ερμήνευσε την ουσιαστικού κανόνα δικαίου διάταξη του άρθρου 6 β περ.α του Ν.489/1976, την οποία παραβίασε ευθέως, αρκούμενο για την εφαρμογή της στην τυπική έλλειψη της άδειας οδήγησης, χωρίς συγχρόνως να ερευνήσει, εάν υπήρχε αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παράβασης αυτής και του επελθόντος αποτελέσματος, καθόσον, όπως ισχυρίζονται οι αναιρεσείοντες, ο 2ος τούτων είχε την ικανότητα περί το οδηγείν.
Με το Β' σκέλος του 1ου αναιρετικού λόγου οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη την πλημμέλεια εκ του άρθρου 560 αρ. 1 περ. β ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το ως Εφετείο δικάσαν Δικαστήριο με το να κρίνει ότι ενεργοποιήθηκε ο όρος εξαίρεσης από την ασφαλιστική κάλυψη του ασφαλισμένου αυτοκινήτου, παραβίασε ευθέως το δίδαγμα της κοινής πείρας σύμφωνα, με το οποίο, επειδή ο 2ος τούτων δεν είχε συμπληρώσει κατά το ατύχημα το 65ο έτος της ηλικίας του, εξακολουθούσε να κατέχει ισχυρή ερασιτεχνική άδεια οδήγησης.
Με το συναφές Γ' σκέλος του ίδιου 1ου αναιρετικού λόγου οι αναιρεσείοντες αποδίδουν επίσης στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 560 αρ. 1 περ. α ΚΠολΔ, με την αιτίαση, ότι το ως Εφετείο δικάσαν Δικαστήριο με το να κρίνει, όσα αναφέρονται στο Α' σκέλος του ίδιου αναιρετικού λόγου, αν και ο όρος του ασφαλιστηρίου συμβολαίου περί του αποκλεισμού από την ασφαλιστική κάλυψη του οδηγού που στερείται νόμιμης άδειας οδήγησης, ενέχει ασάφεια, χωρίς συγχρόνως να ερευνήσει την πραγματική βούληση των συμβαλλομένων μερών στο ασφαλιστήριο συμβόλαιο, οι οποίοι είχαν αποβλέψει στην ικανότητα περί την οδήγηση και όχι στην τυπική έλλειψη της κατοχής άδειας ικανότητας οδήγησης, παραβίασε ευθέως τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθρων 173-200 ΑΚ, διότι αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία για την υπαγωγή των αποδειχθέντων στο πραγματικό των κανόνων αυτών, από όσα ο νόμος απαιτεί.
Από την προσβαλλόμενη απόφαση, που επισκοπείται επιτρεπτά (άρθρο 561 αρ.2 ΚΠολΔ),για τις ανάγκες των ερευνώμενων ως άνω συναφών αναιρετικών λόγων, προκύπτει, ότι το ως Εφετείο δικάσαν Δικαστήριο, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά περί των πραγμάτων εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού, δέχθηκε τα ακόλουθα: "... Στην προκείμενη περίπτωση, από την εκτίμηση όλων των εγγράφων που νόμιμα προσκομίζει με επίκληση η εκκαλούσα αποδείχθηκαν τα εξής :
Με σύμβαση ασφάλισης που καταρτίσθηκε μεταξύ των διαδίκων (αριθμός ασφαλιστηρίου ….), η ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα ανέλαβε την ασφαλιστική κάλυψη του με αριθμό κυκλοφορίας … Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου της εναγομένης και ήδη εφεσίβλητης για τον κίνδυνο πρόκλησης ζημιών σε τρίτους από την κυκλοφορία του, για το χρονικό διάστημα από 06.02.2011 έως 06.02.2012.
Στην εν λόγω σύμβαση αναγράφηκε ότι η ασφαλιζόμενη έλαβε γνώση και αποδέχεται με την παραλαβή του συμβολαίου τους επισυναπτόμενους όρους και εξαιρέσεις κατά τις διατάξεις των ν. 489/1976, π.δ. 237/1986 και ν. 3557/2007. Την 06.12.2011 και περί ώρα 21:15, ο εναγόμενος και ήδη εφεσίβλητος, προστηθείς από την εναγομένη στην οδήγηση του ανωτέρω ασφαλισμένου από την ενάγουσα αυτοκινήτου, προκάλεσε με υπαιτιότητά του φθορές και βλάβες στη με αριθμό κυκλοφορίας ….
δίκυκλη μοτοσικλέτα του Ι. Δ. του Β., καθώς και τον τραυματισμό αυτού, κατά τη σύγκρουση των εν λόγω οχημάτων που έλαβε χώρα υπό τις συνθήκες που περιγράφονται στην αγωγή και δεν αμφισβητούνται, εν όψεις της ερημοδικίας των εφεσίβλητων. Ακολούθως, η ενάγουσα κατέβαλε εξωδικαστικά ως αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης στον ανωτέρω ιδιοκτήτη του ζημιωθέντος οχήματος και τραυματισθέντα το ποσό των 10.000,00 ευρώ (βλ.
προσκομ. από 09.05.2012 εξοφλητική απόδειξη και πρακτικό συμβιβασμού). Κατά τον ανωτέρω χρόνο του εν λόγω ατυχήματος, ο εναγόμενος, οδηγός του ασφαλισμένου από την ενάγουσα ζημιογόνου αυτοκινήτου, στερείτο της προβλεπόμενης από τον νόμο άδεια ικανότητας οδήγησης για την κατηγορία του οχήματος που οδηγούσε, καθότι η με αριθμό … άδεια ικανότητας οδήγησης που αυτός κατείχε είχε λήξει την 13.06.2008, ίσχυσε και πάλι από 13.03.2012 έως 13.03.2015 και ανανεώθηκε από 24.04.2015 έως 06.09.2030.
Δηλαδή, κατά το ενδιάμεσο χρονικό διάστημα από 14.06.2008 έως 12.03.2012, μέσα στο οποίο έλαβε χώρα το επίδικο ατύχημα (06.12.2011), η εν λόγω άδεια δεν είχε ανανεωθεί και ο εναγόμενος στερούνταν άδειας ικανότητας οδήγησης, αφού η μεταγενέστερη ανανέωσή της δεν ισχυροποίησε αναδρομικά την έλλειψη αυτής κατά τον χρόνο του ένδικου ατυχήματος.
Επομένως, συντρέχει περίπτωση εξαίρεσης της ασφαλιστικής κάλυψης λόγω μη κατοχής από τον εναγόμενο της άδειας ικανότητας οδήγησης για την κατηγορία του οχήματος που οδηγούσε και η ενάγουσα δικαιούται να ζητήσει από τους εναγομένους αναγωγικά το ανωτέρω ποσό κατά το οποίο αποζημίωσε τον ζημιωθέντα από τον εναγόμενο τρίτο.
Κατόπιν των ανωτέρω, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλούμενη απόφαση δέχθηκε ότι η λήξη της άδειας ικανότητας οδήγησης του εναγομένου δεν επέδρασε αιτιωδώς στο ζημιογόνο γεγονός, έσφαλε στην ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, σύμφωνα και με την ανωτέρω νομική σκέψη.
Συνεπώς, πρέπει η έφεση να γίνει δεκτή ως και κατ' ουσίαν βάσιμη, να εξαφανιστεί η πρωτόδικη απόφαση, να κρατήσει το παρόν Δικαστήριο την υπόθεση για να δικάσει την αγωγή (η οποία αγωγή είναι αρκούντως ορισμένη και νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 1, 7, 11 ν. 2496/1997, 6β παρ. 1 εδ. α', 11 π.δ. 237/1986, 927, 481, 346 ΑΚ, 176 ΚΠολΔ, και έχει καταβληθεί το απαιτούμενο τέλος δικαστικού ενσήμου με τις υπέρ τρίτων προσαυξήσεις, όπως βεβαιώνεται στην εκκαλούμενη απόφαση), να γίνει δεκτή η αγωγή ως και κατ' ουσίαν βάσιμη και να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να καταβάλουν στην ενάγουσα, εις ολόκληρο ο καθένας το ποσό των 10.000 ευρώ"...
Κρίνοντας έτσι το ως Εφετείο δικάσαν Δικαστήριο, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ότι η αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία δεν καλύπτει ασφαλιστικά το όχημα, διότι ενεργοποιήθηκε ο όρος εξαίρεσης από την ασφαλιστική του κάλυψη, εφόσον, κατά τις παραδοχές, ο 2ος αναιρεσείων -οδηγός αυτού δεν κατείχε νόμιμη άδεια ικανότητας οδήγησης κατά το χρόνο του τροχαίου ατυχήματος, διότι είχε λήξει ο χρόνος ισχύος της (άρθρο 95 παρ. 5 περ.
α του Ν. 2696/1999- ΚΟΚ και δεν είχε ανανεωθεί, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστικού κανόνα διάταξη του άρθρου 6 περ. β παρ. 1 εδ. α Ν.489/1976,όπως ισχύει μετά τον Ν. 3557/2007,ο οποίος εφαρμόζεται στην ένδικη υπόθεση λόγω του χρόνου του τροχαίου ατυχήματος (6-12-2011), την οποία επομένως δεν παραβίασε ευθέως και κατά συνέπεια ο 1ος λόγος αναίρεσης, κατά το Α σκέλος αυτού, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος.
Και τούτο διότι, υπό την ισχύ του Ν. 3557/2007, δεν απαιτείται να υπάρχει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της έλλειψης της κατά νόμο απαιτούμενης άδειας οδήγησης και της ζημίας, που προκαλεί ο οδηγός ασφαλισμένου οχήματος, αλλά αρκεί το γεγονός, ότι αυτός δεν διαθέτει, κατά το χρόνο του ατυχήματος, την προβλεπόμενη από το νόμο και για την κατηγορία του οχήματος που οδηγεί, άδεια ικανότητας οδηγού.
Στην περίπτωση αυτή ο ασφαλιστής δικαιούται αναγωγικά στρεφόμενος κατά του οδηγού ή του ασφαλισμένου ή του λήπτη της ασφάλισης να απαιτήσει από αυτούς, όσα κατέβαλε ή θα καταβάλει στον τρίτο παθόντα. Εκτός τούτων, αναφορικά με το Γ' σκέλος του 1ου αναιρετικού λόγου, το ως Εφετείο δικάσαν Δικαστήριο, ορθά υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά στην ως άνω εφαρμοσθείσα ουσιαστική διάταξη του άρθρου 6 περ.
β παρ. 1 εδ. α Ν. 489/1976,όπως ισχύει μετά τον Ν. 3557/2007,χωρίς να χρειάζεται να ανατρέξει στους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, εφόσον, κατά τις ανέλεγκτες αναιρετικά παραδοχές του, σύμφωνα με τις οποίες δεν διαπίστωσε ασάφεια ή κενά στην ασφαλιστική σύμβαση, η 1η αναιρεσείουσα, ιδιοκτήτρια του οχήματος, κατά την κατάρτιση της σύμβασης ασφάλισης, έλαβε γνώση των όρων του ασφαλιστηρίου συμβολαίου, τους οποίους αποδέχθηκε, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και όρος- απαλλακτική ρήτρα του ασφαλιστή, περί εξαίρεσης από την ασφαλιστική κάλυψη του οχήματος, εάν ο οδηγός στερείται της νόμιμης άδειας οδήγησης.
Πλέον τούτου, από το υπ' αρ. …/….-7-2011 ασφαλιστήριο συμβόλαιο, που επισκοπείται επιτρεπτά ,εφόσον πρόκειται για παραβίαση ερμηνευτικών κανόνων δικαίου (άρθρο 561 αρ.1 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι τούτο ρητά και χωρίς ασάφεια αναφέρει ....<<ο ασφαλισμένος έλαβε γνώση και αποδέχεται με την παραλαβή του παρόντος συμβολαίου, τους επισυναπτόμενους γενικούς και ειδικούς όρους και τους ενιαίους όρους και εξαιρέσεις του συμβολαίου αυτοκινήτων (Ν. 489/76, ΠΔ 236/86, Ν 3557/2007>>....
Επομένως όσα αντίθετα υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες, με το Γ' σκέλος του 1ου αναιρετικού λόγου, πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμα. Σε κάθε περίπτωση, οι περαιτέρω αιτιάσεις του Γ' σκέλους του 1ου αναιρετικού λόγου, περί μη έρευνας της αληθούς βούλησης των συμβαλλομένων, σύμφωνα με τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, προβάλλονται και αλυσιτελώς, διότι το ζήτημα τούτο είχε απασχολήσει τη θεωρία και τη νομολογία, υπό την ισχύ του άρθρου 25 παρ. 6 της Κ4/585/1978 Υπουργικής Απόφασης, το οποίο συνέδεε τον αποκλεισμό της ευθύνης του Ασφαλιστή με την έλλειψη άδειας ικανότητας οδηγού, χωρίς να διακρίνει μεταξύ της περίπτωσης, κατά την οποία ο οδηγός δεν είχε ποτέ ζητήσει και λάβει τέτοια άδεια και εκείνης, κατά την οποία είχε μεν λάβει τέτοια άδεια, αλλά μεταγενέστερα για κάποιο λόγο η άδεια ανακλήθηκε ή έληξε η διάρκεια της ισχύος της.
Στην περίπτωση αυτή (υπό το προϊσχύσαν νομοθετικό καθεστώς) ο απαλλακτικός όρος του ασφαλιστηρίου περί εξαίρεσης από την ασφαλιστική κάλυψη λόγω λήξης της ισχύος της άδειας ικανότητας οδήγησης, εφόσον δεν συμπεριλαμβανόταν στους προβλεπόμενους από το νόμο όρους, που αποτελούσαν μέρος της ασφαλιστικής σύμβασης και αν ακόμη δεν είχαν εκφραστεί ρητώς οι συμβαλλόμενοι, επιδεχόταν ερμηνείας, σε περίπτωση σχετικής αμφιβολίας, για την ανεύρεση της πραγματικής θέλησης των συμβληθέντων, όπως αυτό απαιτούσε η καλή πίστη, λαμβανομένων υπόψη των συναλλακτικών ηθών, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ (πρβλ.
για το ζήτημα αυτό, υπό την ισχύ της ΥΑ Κ4 /585/1978, ΑΠ 268/2019, ΑΠ 925/2015, ΑΠ 230/2015 ).Η ανωτέρω όμως ρύθμιση δεν ισχύει πλέον υπό τον Ν. 3557/2007, διότι με βάση τη διάταξη του άρθρου 6 περ. β παρ. 1 εδ. α Ν. 489/1976, όπως αυτή έχει αντικατασταθεί, δεν ασκεί νομική επιρροή ο ισχυρισμός του οδηγού, που έχει εμπλακεί στο ατύχημα και δεν έχει άδεια ικανότητας οδήγησης, ότι γνωρίζει να οδηγεί ή ότι ελλείπει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της έλλειψης της άδειας αυτής και του ατυχήματος (ΑΠ 474/2017, ΑΠ 71/2017, ΑΠ 324/2016).
Απορριπτέο κρίνεται και το Β'σκέλος του ίδιου 1ου αναιρετικού λόγου, διότι υπό την επίφαση της αναιρετικής πλημμέλειας της παραβίασης του διδάγματος κοινής πείρας, σύμφωνα με το οποίο, όπως ισχυρίζονται οι αναιρεσείοντες, ο οδηγός κατείχε ερασιτεχνική άδεια, διότι δεν είχε συμπληρώσει το 65ο έτος της ηλικίας του, οι αναιρεσείοντες επιχειρούν να πλήξουν την ανέλεγκτη αναιρετικά εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού από το Δικαστή ουσίας, καθόσον, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, κατά το χρόνο του ατυχήματος, ο 2ος αναιρεσείων οδηγός του ασφαλισμένου αυτοκινήτου στερούνταν νόμιμης άδειας οδήγησης, διότι αυτή είχε λήξει, χωρίς να ανανεωθεί.
Από τη διάταξη του άρθρου 681Α ΚΠολΔ σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 591 αρ. 1 περ. β και γ και αυτές σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 256 παρ. 1 στοιχ. δ', 262 παρ. 1 ΚΠολΔ ,όπως αυτές ίσχυαν, πριν από τον Ν. 4335/2015, ο οποίος εφαρμόζεται για τις αγωγές που κατατέθηκαν μετά από την 1-1-2016 και συνεπώς δεν ισχύει στην ένδικη υπόθεση, διότι η αγωγή εξ αναγωγής κατατέθηκε στις 24-8-2012,δηλαδή,πριν τον Ν. 4335/2015, συνάγεται ότι στις υποθέσεις που δικάζονται κατά την ειδική διαδικασία των αυτοκινητικών διαφορών, όπου δεν είναι υποχρεωτική η κατάθεση προτάσεων (αρ. 666 σε συνδ. 115 αρ. 2 και 3 ΚΠολΔ), οι διάδικοι οφείλουν να προτείνουν όλους τους αυτοτελείς ισχυρισμούς τους προφορικώς, κατά την συζήτηση στο ακροατήριο και επί πλέον οι ισχυρισμοί αυτοί να καταχωρίζονται στα πρακτικά, με σαφή (έστω και συνοπτική) έκθεση των γεγονότων, που τους θεμελιώνουν, εκτός αν περιέχονται στις τυχόν κατατιθέμενες στο ακροατήριο προτάσεις.
Σε κάθε περίπτωση, όμως, απαιτείται προφορική πρόταση των ισχυρισμών, που "ως γενόμενο κατά την συζήτηση", σημειώνεται στα πρακτικά (ολ ΑΠ 2/2005). Κατά την διάταξη δε του άρθρου 527 του Κ.Πολ.Δ., είναι απαράδεκτη η προβολή στην κατ` έφεση δίκη πραγματικών ισχυρισμών, που δεν προτάθηκαν στην πρωτόδικη δίκη, εκτός εάν συντρέχει κάποια από τις περιπτώσεις που αναφέρονται στους αριθμούς 1 και 6 αυτού.
Έτσι, κατά την διάταξη του αριθμού 1 του άρθρου αυτού, παρέχεται στον εφεσίβλητο, ανεξαρτήτως της ιδιότητας, που είχε στον πρώτο βαθμό (δηλαδή του ενάγοντος, του εναγομένου ή του παρεμβαίνοντος), η πρόσθετη δικονομική δυνατότητα της προτάσεως απεριορίστως νέων πραγματικών ισχυρισμών, προς υπεράσπιση κατά της εφέσεως, υπό την προϋπόθεση, ότι με αυτούς δεν επέρχεται μεταβολή της βάσεως της αγωγής.
Ειδικότερα, ο εναγόμενος, ως εφεσίβλητος, μπορεί να προτείνει στην κατ` έφεση δίκη οποιαδήποτε ένσταση καταλυτική ή διακωλυτική του δικαιώματος, που κρίθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση. Έτσι, μπορεί να προτείνει για πρώτη φορά στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο την ένσταση απαραδέκτου της αγωγής (ή την ένσταση παραγραφής της επιδίκου αξιώσεως), αλλά και ισχυρισμούς που προτάθηκαν απαραδέκτως στο πρωτόδικο δικαστήριο ή απερρίφθησαν ως αόριστοι (ΑΠ 1162/2017, ΑΠ 127/2016, ΑΠ 243/2015, ΑΠ 84/2015, ΑΠ 1043/2010).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, που είναι ταυτόσημη με τη διάταξη του άρθρου 560 αρ. 6 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος απ` αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.
ΑΠ 1/1999). Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές, αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ. ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.
Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 174/2015, ΑΠ 198/2015, ΑΠ 845/2012).
Επίσης, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμηση τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον 'Αρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1572/2018, ΑΠ 301/2018, ΑΠ 146/2018,ΑΠ 198/2015).
Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 του Κ.Πολ.Δ, που είναι ταυτόσημη με τη διάταξη του άρθρου 560 αρ. 5 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, "πράγματα" είναι οι πραγματικοί ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, παρακώλυση ή κατάλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, το οποίο ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό μέσο (βάση αγωγής, ανταγωγής), είτε ως αμυντικό μέσο (ένσταση, αντένσταση), αλλά όχι και οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από την εκτίμηση των αποδείξεων, καθώς και οι ισχυρισμοί, που συνιστούν επιχειρήματα για την υποστήριξη των απόψεων των διαδίκων, ούτε επίσης τα προς απόδειξη των ισχυρισμών αποδεικτικά μέσα.
Εξάλλου, από την ως άνω διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 του ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 106, 335 και 338 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι "πράγματα" κατά την έννοια της πρώτης από αυτές (άρθρο 559 αριθ. 8) που προτάθηκαν ή δεν προτάθηκαν, των οποίων η λήψη ή μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο ιδρύει τον προβλεπόμενο από αυτή λόγο αναιρέσεως, αποτελούν και οι λόγοι έφεσης, που αφορούν αυτοτελείς ισχυρισμούς και περιέχουν παράπονο κατά της κρίσης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (Ολομ.
Α.Π. 11/1996, ΑΠ 150/2015, ΑΠ 131/2015, ΑΠ 1341/2014).
Εξάλλου, ο λόγος αναίρεσης εκ του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ δεν στοιχειοθετείται, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.ΑΠ 12/1997), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (ΑΠ 1106/2019, ΑΠ 90/2019, ΑΠ 1543/2017, ΑΠ 1004/2015).
Με τον 2ο λόγο της αίτησης αναίρεσης η 1η αναιρεσείουσα, όπως ορθά εκτιμάται, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 560 αρ.6 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το ως Εφετείο δικάσαν Δικαστήριο με το δεχθεί την αγωγή εξ αναγωγής της αναιρεσίβλητης ως ουσιαστικά βάσιμη και ως προς την 1η αναιρεσείουσα -1η εξ αναγωγής εναγομένη και να την υποχρεώσει σε ολόκληρο, με τον 2ο εξ αναγωγής εναγόμενο, να καταβάλει το ποσό των 10000 ευρώ, χωρίς συγχρόνως να διαλάβει καμιά αιτιολογία περί της γνώσης αυτής αναφορικά με την έλλειψη άδειας ικανότητας οδήγησης εκ μέρους του οδηγού του αυτοκινήτου της, παραβίασε εκ πλαγίου την ουσιαστική διάταξη του άρθρου 6 περ. β παρ. 1 εδ. α Ν. 489/1976 και έτσι στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, διότι δεν είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος, εάν ορθά ή μη υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά στο πραγματικό της ανωτέρω ουσιαστικής διάταξης που εφάρμοσε.
Επίσης, με τον συναφή 3ο αναιρετικό λόγο 1η αναιρεσείουσα (όπως ορθά εκτιμάται) αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 560 αρ. 5 ΚΠολΔ με την αιτίαση ότι το ως Εφετείο δικάσαν Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του τον αυτοτελή ισχυρισμό - πράγμα, που αυτή είχε προτείνει στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με τις προτάσεις της και ήταν ουσιώδης για το αποτέλεσμα της δίκης, σύμφωνα με τον οποίο αυτή δεν γνώριζε ότι ο οδηγός του αυτοκινήτου της εστερείτο νόμιμης άδειας ικανότητας οδήγησης κατά το χρόνο του ατυχήματος, αλλά ότι αντιθέτως γνώριζε ότι αυτός κατείχε ερασιτεχνικό δίπλωμα, που ίσχυε μέχρι το 65ο έτος της ηλικίας του, ισχυρισμό που το Εφετείο όφειλε να ερευνήσει λόγω της ερημοδικίας της στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο.
Στην προκειμένη περίπτωση με τους ανωτέρω συναφείς 2ο και 3ο αναιρετικούς λόγους η 1η αναιρεσείουσα ιδιοκτήτρια του ασφαλισμένου οχήματος επιδιώκει να θεμελιώσει την ένσταση έλλειψης γνώσης αυτής, για να ανατρέψει το τεκμήριο υπαιτιότητας, που υπάρχει και στο πρόσωπο του ασφαλιζόμενου ιδιοκτήτη του οχήματος, ο οποίος παραχώρησε την οδήγησή του και ο οποίος για να το καταρρίψει πρέπει να επικαλεσθεί και να αποδείξει ότι δεν βαρύνεται με υπαιτιότητα, διότι δεν γνώριζε, ούτε μπορούσε να γνωρίζει ότι το πρόσωπο στο οποίο παραχώρησε την οδήγηση του αυτοκινήτου του, δεν ήταν ικανό προς οδήγηση κατά το χρόνο της επέλευσης του ατυχήματος.
Οι λόγοι αυτοί όμως πρέπει να απορριφθούν πρωτίστως ως απαράδεκτοι κατά το άρθρο 562 αρ. 2 ΚΠολΔ, εφόσον στηρίζονται σε ισχυρισμό, που δεν είχε προταθεί νόμιμα στο δικαστήριο ουσίας, αλλά το πρώτον ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου. Ειδικότερα, από την επιτρεπτή επισκόπηση των πρακτικών ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου προκύπτει ότι τέτοια ένσταση δεν προτάθηκε, ούτε καταχωρήθηκε στα πρακτικά και ότι σε ερώτηση του Δικαστή προς τον πληρεξούσιο δικηγόρο των τότε εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων, αν έχουν ενστάσεις για να καταχωρηθούν, εκείνος απάντησε αρνητικά.
Εξάλλου, ούτε στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο επαναφέρθηκε παραδεκτά τέτοιος ισχυρισμός, διότι οι εφεσίβλητοι- αναιρεσείοντες είχαν ερημοδικήσει. Σε κάθε περίπτωση όμως και ανεξάρτητα από τον τρόπο υποβολής της ένστασης ανατροπής του τεκμηρίου υπαιτιότητας της 1ης αναιρεσείουσας -ιδιοκτήτριας του ζημιογόνου ασφαλισμένου αυτοκινήτου, ο σχετικός ισχυρισμός είναι πλέον αλυσιτελής, υπό την ισχύ του Ν. 3557/2007,διότι δεν απαιτείται αιτιώδης συνάφεια, κατ' αρ. 6 περ.
β παρ. 1 εδ. α Ν. 489/1976, εφόσον η απαλλακτική ρήτρα εξαίρεσης από την ασφαλιστική κάλυψη του οχήματος, του οποίου ο οδηγός στερείται άδειας ικανότητας οδήγησης κατά το χρόνο του ατυχήματος, μπορεί μεν και ως συμβατικός όρος να περιληφθεί στην ασφαλιστική σύμβαση (άρθρο 361ΑΚ σε συνδ. 11 παρ. 1 Ν. 489/1976),πλην όμως, δεν απαλλάσσει τον ασφαλιστή από την υποχρέωση να αποζημιώσει τον τρίτο παθόντα.
Η ρήτρα αυτή επίσης, δεσμεύει τον ασφαλισμένο, ακόμη και εάν αυτός δεν υπέγραψε την σύμβαση ασφάλισης, που την περιέχει, αλλά αρκεί αυτός να έλαβε γνώση της απαλλακτικής ρήτρας και να την αποδέχθηκε, όπως συνέβη στην ένδικη υπόθεση, σύμφωνα με τις ανέλεγκτες αναιρετικά παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης (ΑΠ 1877/2017, ΑΠ 390/2013, ΑΠ 751/2000, ΑΠ 426/2002).
Αντιθέτως, υπό το προϊσχύσαν νομοθετικό καθεστώς της Κ4 /585/1976 που απαιτούσε αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της έλλειψης άδειας οδήγησης και του επελθόντος αποτελέσματος (τροχαίου ατυχήματος) ο προστήσας τον οδηγό ιδιοκτήτης του οχήματος, ο οποίος λόγω της διάταξης του άρθρου 922 ΑΚ υπείχε γνήσια αντικειμενική ευθύνη, είχε τη δυνατότητα να απαλλαγεί από την ευθύνη του, εάν αποδείκνυε, ότι δεν τον βαρύνει πταίσμα (αμέλεια), διότι δεν γνώριζε, ούτε μπορούσε να γνωρίζει, ότι το πρόσωπο στο οποίο παραχώρησε την οδήγηση του αυτοκινήτου του δεν ήταν ικανό προς οδήγηση κατά το χρόνο του ατυχήματος (πρβλ.
για το προϊσχύσαν δίκαιο ΑΠ 1680/2017, ΑΠ 1497/2014, ΑΠ 1451/2009).
Κατόπιν όλων αυτών και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης για να ερευνηθεί, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείοντες στο Δημόσιο Ταμείο για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης (άρθρο 495 παρ. 3 εδ. Βδ ΚΠολΔ) και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες λόγω της ήττας αυτών (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ) στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο αίτημα αυτής, όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 9-10-2019 (αρ. κατ. 123/2019) αίτηση για την αναίρεση της υπ' αρ. 10098/2019 οριστικής απόφασης του ως Εφετείου δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (ειδική διαδικασία του άρθρου 681Α ΚΠολΔ).
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που έχει κατατεθεί για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης.
ΚΑΙ
Επιβάλλει τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης σε βάρος των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 31 Μαΐου 2021.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία η αρχαιότερη της συνθέσεως Αρεοπαγίτης και ήδη Αντιπρόεδρος ΑΠ Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 26 Αυγούστου 2021.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ