1040/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πιπιλίγκα, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Θεόδωρο Μαντούβαλο - Εισηγητή και Πελαγία Ακάσογλου, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1040/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Από τις διατάξεις των άρθρων 1, 2 § 2, 38, 39, 46, 49, 63, 91, 92, 94 και 170 του ΝΔ 3026/1954 "Κώδικας περί Δικηγόρων" (ΚπΔ), που έχει εν προκειμένω εφαρμογή, διότι οι ένδικες αξιώσεις και η παροχή των αντίστοιχων υπηρεσιών έλαβαν χώρα πριν από την κατάργηση του εν λόγω Κώδικα και τη θέση σε ισχύ του νέου Κώδικα των Δικηγόρων με το άρθρο 166 του ν. 4194/2013, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 648 επ.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1040 / 2020 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1040/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πιπιλίγκα, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Θεόδωρο Μαντούβαλο - Εισηγητή και Πελαγία Ακάσογλου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 25 Φεβρουαρίου 2020, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Κ. Μ. του Λ., χήρας Γ. Γ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Απατσίδη, που δεν κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Σ. Ε. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητα του δικηγόρου και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10/10/2013 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθήνας.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 116/2016 του ίδιου Δικαστηρίου και 1468/2019 του Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 12/5/2019 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο αυτοπροσώπως παρασταθείς αναιρεσίβλητος την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 12-5-2019 και με αριθ. κατάθεσης 4601/419/13-5-2019 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών από αμοιβές για την παροχή εργασίας υπ' αριθ. 1468/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Με την απόφαση αυτή, το Εφετείο δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσία την από 7-11-2016 έφεση του αναιρεσίβλητου -ενάγοντος κατά της υπ' αριθ. 116/2016 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η από 10-10-2013 αγωγή δικηγορικής αμοιβής του (εργολαβία δίκης) κατά της αναιρεσείουσας και αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση δέχθηκε την αγωγή του εν μέρει. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (ΚΠολΔ 552, 553, 556, 558, 564, 566 § 1, 144). Είναι συνεπώς παραδεκτή (ΚΠολΔ 577 § 1) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων της (ΚΠολΔ 577 § 3).
Από τις διατάξεις των άρθρων 1, 2 § 2, 38, 39, 46, 49, 63, 91, 92, 94 και 170 του ΝΔ 3026/1954 "Κώδικας περί Δικηγόρων" (ΚπΔ), που έχει εν προκειμένω εφαρμογή, διότι οι ένδικες αξιώσεις και η παροχή των αντίστοιχων υπηρεσιών έλαβαν χώρα πριν από την κατάργηση του εν λόγω Κώδικα και τη θέση σε ισχύ του νέου Κώδικα των Δικηγόρων με το άρθρο 166 του ν. 4194/2013, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 648 επ.
και 713 επ. του ΑΚ, προκύπτει ότι ο δικηγόρος, ενεργώντας ελεύθερα έναντι του πελάτη του και μη διατελώντας σε σχέση εξάρτησης, είναι άμισθος δημόσιος λειτουργός, ενώ η μεταξύ τους σχέση χαρακτηρίζεται ως αμειβόμενη εντολή και δικαιούται να λάβει από τον εντολέα του, πλην της δαπάνης, δικαστηριακής ή άλλης, την οποία εξ ιδίων κατέβαλε και αμοιβή για κάθε εργασία δικαστική ή εξώδικη.
Η αμοιβή του δικηγόρου για τις υπηρεσίες που πρόσφερε καθορίζεται με συμφωνία μεταξύ αυτού και του εντολέα του, ο οποίος οφείλει την αμοιβή, εφόσον έδωσε την εντολή επ' ονόματι και για λογαριασμό του, ανεξάρτητα από το αν είναι διάδικος. Αν δεν υπάρχει ειδική συμφωνία, το ελάχιστο της αμοιβής ορίζεται από τις διατάξεις των άρθρων 99 επ.
του ΚπΔ (ΑΠ 1309/2012). Κατά τη διάταξη του άρθρου 92 § 3 του ίδ.κ., επιτρέπεται συμφωνία που εξαρτά την αμοιβή ή το είδος αυτής από την έκβαση της δίκης ή του αποτελέσματος της εργασίας ή από οποιαδήποτε άλλη αίρεση, ως και συμφωνία περί αμοιβής δι' εκχωρήσεως ή μεταβιβάσεως μέρους του αντικειμένου της δίκης ή της εργασίας.
Η τοιαύτη συμφωνία δεν δύναται να υπερβαίνει το 20% του αντικειμένου της δίκης. Κατά δε τη διάταξη της § 5 του ίδιου άρθρου η συμφωνία που εξαρτά την αμοιβή από την έκβαση της δίκης τότε μόνο ισχύει, όταν ο δικηγόρος ανέλαβε την υποχρέωση να διεξαγάγει τη δίκη μέχρι τελεσιδικίας, χωρίς σε περίπτωση αποτυχίας να λάβει κάποια αμοιβή, ούτε αυτός ούτε ο κατά τον αυτόν ή άλλο βαθμό συμπληρεξούσιος ή υποκατάστατος.
Από τις άνω διατάξεις σε συνδυασμό και με εκείνη του άρθρου 201 ΑΚ, συνάγεται: α) ότι η συμφωνία περί εργολαβίας δίκης είναι έγκυρη όταν περιέχει ρητώς, προς άρση κάθε αμφιβολίας, τον όρο ότι ο δικηγόρος αναλαμβάνει την υποχρέωση να διεξαγάγει τη δίκη μέχρι τελεσιδικίας ή την ανατεθείσα εργασία μέχρι περατώσεως αυτής και ότι σε περίπτωση αποτυχίας δεν θα λάβει αμοιβή, β) ότι η αμοιβή του δικηγόρου, ο οποίος ανέλαβε εργολαβικά τη διεξαγωγή της δίκης ή τη διεκπεραίωση της εργασίας, δεν μπορεί να υπερβαίνει το ποσοστό 20% του αντικειμένου της δίκης, γ) χρόνος υπολογισμού της αξίας του αντικειμένου της διαφοράς είναι εκείνος της τελεσιδικίας ή ο τυχόν συμφωνηθείς μεταγενέστερος τοιούτος, από τον οποίο γεννάται η αξίωση αμοιβής του δικηγόρου, δ) ότι δεν τίθενται περιορισμοί ως προς το είδος της αμοιβής, η οποία μπορεί να τελεί "εξ οιασδήποτε άλλης αιρέσεως", σύμφωνα με την απορρέουσα από τη διάταξη του άρθρου 361 ΑΚ αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων, παρά μόνο ως προς το ύψος αυτής (20%), ε) ότι η σχετική απαίτηση τελεί υπό την αναβλητική αίρεση και γεννιέται όταν διεξαχθεί επιτυχώς η δίκη ή επιλυθεί με συμβιβασμό ή διαφορά ή περατωθεί η εργασία, στ) ότι μόνο η αμοιβή του δικηγόρου εξαρτάται από την αναβλητική αίρεση της έκβασης της δίκης, όχι δε και η αξίωση για την καταβολή των εξόδων, η οποία, πλην από αντίθετη συμφωνία, είναι ανεξάρτητη από το άνω αποτέλεσμα και ζ) ότι επί εργολαβίας της δίκης, ο δικηγόρος δικαιούται την αμοιβή του (20%) και επιπλέον τη δικαστηριακή δαπάνη, καθώς και τα άλλα έξοδα, που δαπάνησε εξ ιδίων για τη δίκη, εκτός αντίθετης συμφωνίας (ΑΠ 133/2018, ΑΠ 1309, 1310/2012).
Ως επιτυχής έκβαση της δίκης, άρα και ως πλήρωση της αιρέσεως, κατά την έννοια των πιο πάνω διατάξεων, νοείται το στάδιο της διαδικασίας κατά το οποίο ο εντολέας έχει τελεσίδικα δικαιωθεί από τις ενέργειες του εντολοδόχου δικηγόρου με ικανοποιητική δικαστική ή εξώδικη επίλυση της διαφοράς (ΑΠ 396/2017, ΑΠ 730/2015, ΑΠ 1778/2013, ΑΠ 1310/2012).
Η σχετική περί εργολαβίας δίκης συμφωνία δεν προϋποθέτει για το κύρος της την τήρηση έγγραφου τύπου, αφού η δικονομικού χαρακτήρα διάταξη του άρθρου 95 § 2 εδ. α' του ΚπΔ, με την οποία περιοριζόταν η απόδειξη της συμφωνίας αυτής μόνο με έγγραφα ή όρκο και ομολογία, θεωρείται καταργημένη από την εισαγωγή του ΚΠολΔ, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 38 του ΕισΝΚΠολΔ και συνεπώς επί εκδικάσεως διαφοράς μεταξύ δικηγόρου και εντολέα για την αμοιβή του πρώτου είναι εφαρμοστέα ως προς τα μέσα αποδείξεως, σύμφωνα με τα άρθρα 677 § 1 και 681 ΚΠολΔ, η διάταξη του άρθρου 671 § 1 ΚΠολΔ, κατά την οποία η απόδειξη γίνεται και με μάρτυρες καθώς και με ένορκες βεβαιώσεις τρίτων ενώπιον Ειρηνοδίκη ή Συμβολαιογράφου (ΟλομΑΠ 40/1988).
Μόνο κατ' εξαίρεση η περί εργολαβίας δίκης συμφωνία πρέπει να καταρτίζεται εγγράφως και να γνωστοποιείται στον οικείο Δικηγορικό Σύλλογο, σύμφωνα με την § 4 του ίδιου άρθρου 92 του ΚπΔ, στις περιπτώσεις που πρόκειται για διαφορές από μισθούς, ημερομίσθια, πρόσθετες αμοιβές για υπερωριακή εργασία ή εργασία κατά τις Κυριακές ή εορτές, δώρα, αντίτιμο μη ληφθείσας άδειας, αποζημίωση για καταγγελία της σύμβασης και εν γένει κάθε απαίτηση αναγομένη στην εργασιακή σύμβαση υπαλλήλων, εργατών ή υπηρετών.
Συνεπώς, και στην περίπτωση που η δίκη αφορά επιδίκαση αποζημίωσης λόγω ψυχικής οδύνης των συγγενών θανόντος, συνεπεία εργατικού ατυχήματος, η σχετική περί εργολαβίας δίκης συμφωνία δεν προϋποθέτει για το κύρος της την τήρηση έγγραφου τύπου (ΑΠ 1309/2012). Εξάλλου, μόνη η κατά τη διάρκεια της εκκρεμότητας της σχετικής δίκης, που αφορά η δικηγορική εργολαβική σύμβαση, καταβολή από τον εντολέα στον εντολοδόχο δικηγόρο ενός χρηματικού ποσού έναντι της συμφωνηθείσης με τη σύμβαση αυτή αμοιβής, δεν επιφέρει άνευ ετέρου την κατάργηση της σύμβασης εργολαβίας, εκτός αν συνάγεται, έστω και σιωπηρώς, ότι με την καταβολή αυτή τα μέρη θέλησαν να παύσει η αρχική αυτή σύμβαση και ο εντολοδόχος δικηγόρος να αμειφθεί για όλες τις ενέργειές του σχετικά με τη χειριζόμενη από αυτόν υπόθεση σύμφωνα με τις προβλεπόμενες από τον Κώδικα Δικηγόρων αμοιβές.
Τούτο δε διότι, εάν με την καταβολή αυτή δεν ορίσθηκε διαφορετικά, τότε η καταβολή αυτή, ως αφορώσα την αμοιβή που έχει συμφωνηθεί, αποτελεί προκαταβολή και γίνεται έναντι της αμοιβής που τυχόν θα δικαιούται ο πληρεξούσιος δικηγόρος σε περίπτωση ευνοϊκής για τον εντολέα τελεσίδικης έκβασης της δίκης.
Δηλαδή η καταβολή αυτή γίνεται υπό την εξυπακουόμενη αίρεση ότι η δίκη θα κερδηθεί τελεσιδίκως, άλλως ο εντολοδόχος δικηγόρος υποχρεούται ν' αποδώσει στον εντολέα του τα ποσά που έχει προεισπράξει (ΑΠ 1310/2012). Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 170 του ΚπΔ, συνάγεται ότι ο εντολέας, ενόψει της απόλυτης προσωπικής σχέσης εμπιστοσύνης μεταξύ αυτού και του δικηγόρου του, δύναται κατά πάντα χρόνο να ανακαλέσει την εντολή είτε υφίστανται λόγοι που δικαιολογούν την ανάκληση είτε όχι.
Σε καθεμία από τις περιπτώσεις αυτές γεννώνται οι αντίστοιχες υποχρεώσεις του εντολέα που προβλέπει η εν λόγω διάταξη (ΑΠ 396/2017, ΑΠ 1388/2015, ΑΠ 956/2014). Η ως άνω ανάκληση ασκείται, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 167 και 724 ΑΚ, με μονομερή και απευθυντέα στον αντισυμβαλλόμενο δήλωση βουλήσεως, η δε λύση της εντολής επέρχεται με την περιέλευση αυτής στο πρόσωπο που απευθύνεται (ΑΠ 1310/2012).
Η ανάκληση της εντολής ενεργεί ex nunc και όχι ex tunc και συνακόλουθα τα εκατέρωθεν δικαιώματα και οι υποχρεώσεις των μερών θα κριθούν, ως νόμιμη αιτία, με βάση την έννομη σχέση της έμμισθης εντολής (ΑΠ 810/2003). Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς το δικαιολογημένο ή αδικαιολόγητο της ανακλήσεως της εντολής είναι νομική (ΑΠ 193/2008).
Η ανάκληση μπορεί να γίνει και προφορικά, ακόμη δε και σιωπηρά, αρκεί ο εντολέας να καταστήσει γνωστή τη βούλησή του αυτή στον εντολοδόχο (ΑΠ 1309/2012). Σε περίπτωση που ο εντολέας ανακαλέσει την εντολή κατά τη διάρκεια της εκκρεμοδικίας, δηλαδή πριν από την έκδοση τελεσίδικης απόφασης, ή την εξωδικαστική συμβιβαστική επίλυση της διαφοράς, επί αδικαιολόγητης ανακλήσεως της εντολής, ο εντολέας υποχρεούται να καταβάλει στον δικηγόρο τη συμφωνημένη αμοιβή, η με βεβαιότητα δε προσδοκώμενη πλήρωση της προαναφερομένης αιρέσεως της επιτυχημένης διεξαγωγής της δίκης ή της υποθέσεως, αποτελεί γεγονός θεμελιωτικό του δικαιώματος του δικηγόρου για απόληψη της συμφωνημένης αμοιβής (ΑΠ 133/2018).
Όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, του περιεχομένου της προσβαλλομένης αποφάσεώς του, το Εφετείο, επί των κρισίμων ζητημάτων, δέχθηκε επί λέξει τα εξής: "... Ο ενάγων και ήδη εκκαλών τυγχάνει εν ενεργεία δικηγόρος παρ' Αρείω Πάγω, εγγεγραμμένος στον Δικηγορικό Σύλλογο Αθηνών.
Η εναγομένη, και ήδη εφεσίβλητη είναι χήρα του Γ. Γ., ο οποίος απεβίωσε συνεπεία εργατικού ατυχήματος στις 7-7-1999. Ειδικότερα ο παραπάνω αποβιώσας, εργαζόταν στο συνεργείο του Σ. Α., ο οποίος είχε αναλάβει τον υδροχρωματισμό της οικίας του Λ. Τ. στον οικισμό ..., όταν κατά τον χρωματισμό εξωτερικού τμήματος της οικίας αυτής, σε ύψος τεσσάρων μέτρων, στηριζόμενος σε πρόχειρο ικρίωμα, έπεσε από το παραπάνω ύψος και υπέστη κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις οι οποίες επέφεραν τον θάνατό του.
Η εναγομένη προκειμένου να διεκδικήσει χρηματική ικανοποίηση λόγω της ψυχικής οδύνης που υπέστη, από το θάνατο του συζύγου της, αναζήτησε νομικό παραστάτη, προκειμένου να προβεί σε όλες τις απαραίτητες δικαστικές και εξώδικες ενέργειες. Η παραπάνω υπόθεση ήταν ιδιαίτερα περίπλοκη εξ αιτίας του γεγονότος ότι ο ιατροδικαστής που διενήργησε την παραγγελθείσα νεκροψία -νεκροτομή, Ο.
Π., στην από 10-7-1999 ιατροδικαστική του έκθεση, ανέφερε ότι δεν παρατηρήθηκαν κακώσεις και ίχνη βίας επί του πτώματος και κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο θάνατος προήλθε από πρόσφατο έμφραγμα του μυοκαρδίου επί εδάφους συγγενούς διαμαρτίας περί τη διάπλαση των στεφανιαίων αρτηριών καρδίας. Η εναγομένη αμφισβήτησε την ορθότητα της παραπάνω ιατροδικαστικής έκθεσης και επιδόθηκε σε πλήθος ενεργειών, προκειμένου να κριθεί ότι ο θάνατος του συζύγου της προήλθε από τις κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις που υπέστη, ώστε να χαρακτηριστεί ως εργατικό ατύχημα, με τις έννομες συνέπειες που αυτό συνεπάγεται.
Αποδείχθηκε περαιτέρω ότι λόγω των μεγάλων οικονομικών δυσκολιών που αντιμετώπιζε η εναγομένη, λόγω των τραγικών γεγονότων που είχαν προηγηθεί, επιθυμούσε να αναθέσει τη δίκη για την επιδίωξη χρηματικής ικανοποίησης, εργολαβικά σε κάποιον δικηγόρο, ο οποίος θα εισέπραττε την αμοιβή του μόνο σε περίπτωση νίκης, από το ποσό που θα επιδίκαζε το δικαστήριο και θα αναλάμβανε ο ίδιος τα δικαστικά έξοδα.
Λόγω οικογενειακής γνωριμίας με τον ενάγοντα απευθύνθηκε σ' αυτόν και τον Ιανουάριο του 2003 κατήρτισε μαζί του, προφορική σύμβαση εργολαβίας δίκης, δυνάμει της οποίας ο ενάγων ανέλαβε να ασκήσει για λογαριασμό της αγωγή για την αξίωση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης, εκ του θανάτου του συζύγου της, αναλαμβάνοντας ο ίδιος όλα τα δικαστικά έξοδα, εκτός από το τέλος δικαστικού ενσήμου και τις αμοιβές των δικηγόρων των κατά τόπο αρμόδιων δικαστηρίων, που θα τον νομιμοποιούσαν, μέχρι την έκδοση τελεσιδίκου αποφάσεως.
Η αμοιβή του, την οποία θα λάμβανε ακόμη και σε περίπτωση συμβιβαστικής επίλυσης της διαφοράς, συμφωνήθηκε σε ποσοστό 20% επί του τελεσιδίκως επιδικασθησομένου ποσού (κεφαλαίου και τόκων), πλέον της επιδικασθησομένης δικαστικής δαπάνης, ενώ σε περίπτωση αποτυχίας δε θα λάμβανε καμία αμοιβή ... Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι στο πλαίσιο της παραπάνω εντολής ο ενάγων προέβη στις εξής δικαστικές ενέργειες: ...
Επί των ως άνω εφέσεων εκδόθηκε η υπ' αριθ. 35/2007 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Καλαμάτας, η οποία δέχθηκε τις ως άνω εφέσεις, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και αφού κράτησε και δίκασε την αγωγή, απέρριψε αυτήν ως αβάσιμη στην ουσία της ως προς τον πρώτο εναγόμενο Λ. Τ., ενώ δέχθηκε αυτήν ως εν μέρει βάσιμη και κατ' ουσίαν κατά το μέρος που απευθυνόταν κατά του δευτέρου εναγομένου Σ.
Α., αναγνωρίζοντας την υποχρέωση αυτού να καταβάλει στην ενάγουσα (ήδη εναγομένη) το ποσό των 30.000 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, και καταδικάζοντας αυτόν να της καταβάλει μέρος της δικαστικής δαπάνης και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, το οποίο όρισε στο ποσό των 6.500 ευρώ. Η έκβαση της παραπάνω δίκης ήταν επιτυχής για την εναγομένη ως προς τον εναγόμενο Σ.
Α., πλην όμως η αγωγή είχε απορριφθεί τελεσίδικα ως προς τον ιδιοκτήτη της οικίας Λ. Τ.. Για τον λόγο αυτό και με την προσδοκία να υπάρξει ανατροπή της απόφασης, ως προς τον Λ. Τ., οι διάδικοι συμφώνησαν να περιληφθεί στην παραπάνω εργολαβική σύμβαση και η άσκηση αναίρεσης κατά της παραπάνω αποφάσεως. Κατόπιν της δοθείσας εντολής από την εναγόμενη ο ενάγων συνέταξε και υπέγραψε την από 22-1-2010 αίτηση αναίρεσης ενώπιον του Αρείου Πάγου και κατά της ως άνω απόφασης του Εφετείου Καλαμάτας, την οποία κατέθεσε ενώπιον του Εφετείου Καλαμάτας, με αριθ.
καταθ. 13/2014, η δικηγόρος του Δικηγορικού Συλλόγου Καλαμάτας Δ. Μ. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο παραπάνω εναγόμενος Σ. Α. είχε ήδη μεταβιβάσει, προ της εκδόσεως της τελεσιδίκου αποφάσεως, το σύνολο της ακίνητης περιουσίας του στα τέκνα του Ν. και Α. Α.. Το γεγονός αυτό καθιστούσε αδύνατη την εκτέλεση της αποφάσεως του Εφετείου Καλαμάτας και την είσπραξη της αξιώσεως της εναγομένης.
Λόγω δε της οικονομικής στενότητας που αντιμετώπιζε η τελευταία, δεν μπορούσε να ανταποκριθεί στην υποχρέωσή της να καταβάλει και την αμοιβή του δικηγόρου της, δηλαδή του ενάγοντος. Για το λόγο αυτό οι διάδικοι συμφώνησαν να τροποποιηθεί, δηλαδή να επεκταθεί και να συμπληρωθεί η συναφθείσα μεταξύ τους, σύμβαση εργολαβίας δίκης, και να αναλάβει ο ενάγων να ασκήσει κατά των ανωτέρω τη σχετική αγωγή διάρρηξης των καταδολιευτικών μεταβιβάσεων, να χειριστεί την υπόθεση μέχρι την έκδοση τελεσίδικης απόφασης και συγχρόνως να δεχθεί να μετατεθεί ο χρόνος καταβολής της εργολαβικής αμοιβής του στην τελεσιδικία της συγκεκριμένης δίκης (διάρρηξης των καταδολιευτικών δικαιοπραξιών).
Η σχετική σύμβαση καταρτίσθηκε στα τέλη Μαρτίου του 2008 και η εναγόμενη ανέθεσε στον ενάγοντα προφορικά την εντολή και αυτός ανέλαβε να ασκήσει για λογαριασμό της την σχετική αγωγή περί διάρρηξης των καταδολιευτικών μεταβιβάσεων, και να διεξάγει τη δίκη μέχρι την έκδοση τελεσίδικης απόφασης, χωρίς σε περίπτωση αποτυχίας να δικαιούται αμοιβής, η δε αμοιβή του παρέμεινε καθορισθείσα σε ποσοστό 20% επί του επιδικασμένου (στην πρώτη δίκη) κεφαλαίου, και επί των τόκων επ' αυτού, μέχρι την τελεσιδικία της αγωγής διάρρηξης, την οποία θα λάμβανε αυτός ακόμη και σε περίπτωση συμβιβαστικής επίλυσης της διαφοράς, ο ίδιος θα αναλάμβανε όλες τις δαπάνες για τη διεξαγωγή και περάτωση της δίκης, για το λόγο αυτό, δε, συμφωνήθηκε να λάβει και τα τυχόν επιδικασθησόμενα δικαστικά έξοδα και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας.
Στο πλαίσιο αυτό συνέταξε την από 10-7-2008 αγωγή περί διάρρηξης δικαιοπραξιών κατά του Σ. Α. και των ως άνω τέκνων αυτού, την οποία κατέθεσε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Σπάρτης, με αριθ. καταθ. .../2008, η δικηγόρος του Δικηγορικού Συλλόγου Σπάρτης Α. Σ., δικάσιμος της οποίας προσδιορίστηκε αρχικά η 20η-2-2009, και μετά από την επελθούσα βίαιη διακοπή της δίκης λόγω θανάτου του ως άνω Σ.
Α. και αναβολή αυτής, η 7η-3-2014. Όπως όμως αποδείχθηκε, ενώ το στάδιο των υποθέσεων της εναγομένης ήταν το παραπάνω, δηλαδή αυτό της πρωτοδίκου εκδικάσεως της αγωγής διάρρηξης των καταδολιευτικών δικαιοπραξιών του Σ. Α. προς τα τέκνα του, η εναγομένη με τη ΒΔ ...5-2013 αναφορά της προς τον Δικηγορικό Σύλλογο Αθηνών, επικαλέστηκε ανάκληση της εντολής προς τον ενάγοντα και ζήτησε να της παραδοθούν όλοι οι φάκελοι που αυτός χειριζόταν.
Ο ενάγων άσκησε δικαίωμα επίσχεσης επ' αυτών μέχρι την καταβολή της οφειλόμενης αμοιβής του. Με την 16/2013 πράξη του προέδρου του ΔΣΑ, άρθηκε η επίσχεση υπό τον όρο καταβολής χρηματικής εγγύησης υπέρ του ενάγοντος. Μετά την κατάθεση της εγγυήσεως ο ενάγων παρέδωσε τους σχετικούς φακέλους. Η ανάκληση της εντολής προς τον ενάγοντα από την εναγομένη αποδείχθηκε ότι ήταν αδικαιολόγητη, καθότι η τελευταία, ούτε επικαλέστηκε ούτε απέδειξε σοβαρό λόγο που να δικαιολογεί αυτήν, αφού άλλωστε εμμένει στην άποψή της ότι ουδέποτε συνήφθη σύμβαση εργολαβίας της δίκης.
Επομένως ο ενάγων δικαιούται λόγω της αδικαιολόγητης ανάκλησης της προς αυτόν εντολής, το σύνολο της συμφωνηθείσας αμοιβής του, δεδομένου μάλιστα ότι η επιτυχής έκβαση της αγωγής διάρρηξης των καταδολιευτικών δικαιοπραξιών είναι βεβαία, σύμφωνα με το παραπάνω ιστορικό. Η συμφωνηθείσα αμοιβή του ανέρχεται σε ποσοστό 20% επί του επιδικασθέντος, με την 35/2007 απόφαση του Εφετείου Καλαμάτας, η οποία επιδίκασε στην εναγομένη το ποσό των 30.000 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της σχετικής αγωγής, και σε ποσοστό 20% επί των τόκων, που κατά το χρόνο άσκησης της κρινόμενης αγωγής, ανέρχονταν σε 30.195 ευρώ, ήτοι σε (30.000 + 30.195 Χ 20% =) 12.039 ευρώ, πλέον της επιδικασθείσας με την παραπάνω απόφαση του Εφετείου Καλαμάτας δικαστική δαπάνη των 6.500 ευρώ, η οποία είχε συμφωνηθεί να λάβει ο ενάγων, που είχε αναλάβει τα έξοδα της δίκης, και συνολικά 18.539 ευρώ.
Η αξίωσή του αυτή γεννήθηκε με την παραπάνω ανάκληση της εντολής στις 8-5-2013 και η πενταετής παραγραφή της άρχεται από το τέλος του έτους 2013, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 190 ΚπΔ. Η κρινόμενη δε αγωγή ασκήθηκε στις 14.10.2013 ..., προτού επομένως υποκύψουν σε παραγραφή οι ένδικες αξιώσεις. Απορριπτέα επομένως τυγχάνει η προταθείσα πρωτοδίκως από την εναγομένη ένσταση παραγραφής, ως κατ' ουσίαν αβάσιμη ...
Περαιτέρω η εναγομένη προέβαλε ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ένσταση εξόφλησης δια καταβολής στον ενάγοντα των παρακάτω ποσών ... Επικουρικά, ισχυρίστηκε ότι έχει προβεί σε εξόφληση δια καταβολής με τις κάτωθι καταθέσεις στον τραπεζικό λογαριασμό του ενάγοντος ... Ως προς τις παραπάνω, κύρια και επικουρική, ενστάσεις εξοφλήσεως, αποδείχθηκαν τα εξής:
Η παραπάνω κύρια ένσταση δια της οποίας η εναγομένη ισχυρίζεται ότι κατέβαλε τοις μετρητοίς εις χείρας του ενάγοντος τα προαναφερθέντα επιμέρους ποσά και συνολικά ποσό 5.700 ευρώ, ουδόλως αποδείχθηκε, αφού από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν προκύπτει η βασιμότητά της. Πρέπει επομένως ν' απορριφθεί, ως αβάσιμη κατ' ουσίαν.
Για τις καταβολές που έγιναν από 27-11-2007 μέχρι και 27-3-2009, τις οποίες προβάλει επικουρικώς, η εναγομένη, προσκόμισε πληροφοριακή κατάσταση περιοδικών ηλεκτρονικών κινήσεων της Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος, όπου εμφανίζονται 17 μεταφορές ποσού 300 ευρώ, σε άλλο λογαριασμό. Από το παραπάνω έγγραφο όμως δεν προκύπτει η ταυτότητα του δικαιούχου του λογαριασμού αυτού.
Ούτε και από τα λοιπά αποδεικτικά μέσα αποδεικνύεται ότι οι παραπάνω καταβολές έγιναν προς τον ενάγοντα. Επομένως δεν αποδεικνύεται η βασιμότητα της παραπάνω ενστάσεως ως προς το μέρος της αυτό, δηλαδή για το ποσό των 5.100 ευρώ (17 Χ 300) και πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμη κατ' ουσίαν. Για τις λοιπές καταβολές που επικαλείται με την ως άνω επικουρική της ένσταση, δηλαδή αυτές που αφορούν καταβολή στις 6-10-2010 ποσού 500 ευρώ, στις 22-12-2010 ποσού 300 ευρώ, στις 31-1-2011 ποσού 500 ευρώ, στις 18-4-2012 ποσού 300 ευρώ και στις 7-5-2012 ποσού 710 ευρώ, δηλαδή συνολικά ποσού 2.310 ευρώ, η εναγομένη προσκόμισε αποδεικτικά κατάθεσης όλων των παραπάνω ποσών στο λογαριασμό του ενάγοντος, αποδεικνύονται επομένως οι καταβολές αυτές ...
Επομένως κατά το παραπάνω μέρος της, ποσού 2.310 ευρώ, πρέπει να γίνει αυτή δεκτή, ως βάσιμη κατ' ουσίαν και να εκπέσει το ανωτέρω ποσό από αυτό που το Δικαστήριο τούτο θα επιδικάσει...". Και με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε εν μέρει την αγωγή κατά την κύρια βάση της από τη σύμβαση εργολαβίας δίκης και υποχρέωσε την εναγομένη -αναιρεσείουσα να καταβάλει στον ενάγοντα -αναιρεσίβλητο το ποσό των 16.229 (18.539 - 2.310) € εντόκως.
Κατά το άρθρο 559 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται: (αρ. 1) Αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. (αρ. 8) Αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Και (αρ. 19) Αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης εκ των αριθ. 1, 19 & 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα αιτιάται την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, διότι κατά παράβαση του άρθρου 92 § 4 ΚπΔ έκρινε έγκυρη τη σύμβαση εργολαβίας δίκης και την τροποποίηση αυτής το 2008, αν και έγιναν προφορικά, ενώ αφορούσαν αξίωση λόγω ψυχικής οδύνης από εργατικό ατύχημα (α' σκέλος, ΚΠολΔ 559 αρ. 1), δεν αναφέρει αν έγινε και πότε προσαγωγή της σύμβασης εργολαβικού και κατάθεση αντιγράφου της στο ΔΣΑ (β' σκέλος, ΚΠολΔ 559 αρ. 19), δεν έλαβε υπόψη της την ακυρότητα αυτή που πρόβαλε ενώπιόν του νομίμως (γ' σκέλος ΚΠολΔ 559 αρ. 8) και, όσον αφορά το εργολαβικό δίκης που συμφωνήθηκε το 2008, δεν τηρήθηκε ο έγγραφος τύπος και η αναγγελία στο ΔΣΑ και ως αμοιβή συμφωνήθηκε διαφορετική από το αντικείμενο της δίκης που αφορά το εργολαβικό (καταδολίευση δανειστών) (δ' σκέλος, ΚΠολΔ 559 αρ. 1).
Ο λόγος αυτός, καθόλα τα σκέλη του είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού σύμφωνα με τη μείζονα σκέψη: α) το εργολαβικό δίκης που αφορά επιδίκαση ψυχικής οδύνης σε συγγενείς θανόντος από εργατικό ατύχημα δεν προϋποθέτει για το κύρος του την τήρηση έγγραφου τύπου και αναγγελία του στον οικείο Δικηγορικό Σύλλογο και β) ως προς το είδος της αμοιβής του εργολαβικού, δεν τίθενται περιορισμοί, παρά μόνο ως προς το ύψος αυτής (20%) και επομένως υφίστατο έγκυρη σύμβαση εργολαβίας δίκης.
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει.
Εν προκειμένω, με το δεύτερο λόγο αναίρεσης εκ του άρθρου 559 ΚΠολΔ αριθ. 11 & 14 (αληθώς μόνο 11), η αναιρεσείουσα πλήττει την Εφετειακή απόφαση, ισχυριζόμενη ότι έλαβε υπόψη της την υπ' αριθμ. ...-10-2014 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου, παρά το νόμο, καθότι ο τελευταίος δεν προσκόμισε ούτε και επικαλέστηκε το αποδεικτικό επίδοσης της κλήσης του για να παρασταθεί κατά τη λήψη αυτής.
Ωστόσο, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση στο φύλλο 13, σελίδα 2η, αναγράφει επί λέξει: "λαμβανομένης υπόψη της υπ' αριθμ. ...-10-2014 ενόρκου βεβαιώσεως του μάρτυρα του ενάγοντος Π. Ν., ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Α. Κ., της υπ' αριθμ. ... που ελήφθησαν μετά από νόμιμη (671 παρ. 1 εδ. τελ. του ΚΠολΔ), προ 24ώρου, κλήτευση του ενάγοντος και της εναγομένης αντίστοιχα...".
Επομένως, σύμφωνα με τη βεβαίωση αυτή του Εφετείου, προκύπτει νόμιμη λήψη της επίμαχης ενόρκου βεβαιώσεως (ΚΠολΔ 312 § 1 εδ. τελ.) και ο περί του αντιθέτου λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί. Σημειώνεται ότι, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων, η προηγούμενη κλήτευση της εναγομένης -αναιρεσείουσας από τον ενάγοντα -αναιρεσίβλητο, για να παραστεί κατά τη λήψη της ως άνω ενόρκου βεβαιώσεως έγινε με δήλωσή του στο ακροατήριο του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου κατά τη συζήτηση της αγωγής, η οποία αναγράφηκε στα υπ' αριθμ. 283/2014 ταυτάριθμα με την απόφαση πρακτικά.
Κατά το άρθρο 562 § 2 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος ο λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται: α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο. Πρέπει δηλαδή να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός ο οποίος στηρίζει το λόγο αναίρεσης είχε προταθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και μάλιστα ότι είχε προταθεί παραδεκτώς και νομίμως. Το γεγονός εξάλλου, ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία, διότι, στην περίπτωση αυτή, λόγος αναίρεσης δεν μπορεί να ιδρυθεί αν ο σχετικός ισχυρισμός δεν είχε προταθεί νομίμως από τον διάδικο, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις ανωτέρω εξαιρέσεις του άρθρου 562 § 2 ΚΠολΔ.
Συνεπώς ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, να αναφέρεται δε και ο χρόνος και τρόπος πρότασής του ή επαναφοράς του στο ανωτέρω δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί αν ήταν νόμιμος και παραδεκτός, εάν δε συντρέχει εξαιρετική περίπτωση των εδ. α-γ της § 2 του άρθρου 562 ΚΠολΔ, πρέπει να εκτίθεται στο αναιρετήριο η περίπτωση αυτή (ΑΠ 1384/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τα τρία σκέλη του τρίτου λόγου αναίρεσης εκ του αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα πλήττει την Εφετειακή απόφαση, ισχυριζόμενη ότι παραβίασε ευθέως το άρθρο 92 § 3 ΚπΔ, επιδικάζοντας ως αξίωση από εργολαβικό δίκης, α) το ποσό των 6.500 € που ήταν η δικαστική δαπάνη την οποία της επιδίκασε η υπ' αριθμ. 35/2007 απόφαση του Εφετείου Καλαμάτας σε βάρος του Σ. Α. (1ο σκέλος), β) τη δικαστηριακή δαπάνη και τα παράβολα κατάθεσης των δικογράφων (2ο σκέλος) και γ) ποσοστό 20% επί των επιδικασθέντων τόκων, πλέον του ποσοστού 20% επί του αντικειμένου της δίκης που ήταν το επιδικασθέν ποσό των 30.000 € (3ο σκέλος), με αποτέλεσμα να γίνει μη νόμιμη υπέρβαση του ορίου αυτού.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αόριστος και έτσι απαράδεκτος, αφού η αναιρεσείουσα δεν προβάλλει στο αναιρετήριο, ότι τον ισχυρισμό της αυτόν -περί ακυρότητας του εργολαβικού δίκης, λόγω υπερβάσεως του ορίου 20% του άρθρου 92 § 3 ΚπΔ με την επιδίκαση των δαπανών αυτών και των τόκων, που αποτελούσαν μέρος του αγωγικού αιτήματος αμοιβής του ενάγοντος από την εργολαβία- πρότεινε, όπως όφειλε, στο δικαστήριο της ουσίας, ούτε αναφέρει συγκεκριμένα το χρόνο και τον τρόπο πρότασής του, ώστε να μπορεί να κριθεί αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος ή ότι συντρέχει εξαιρετική περίπτωση εκ του άρθρου 562 § 2 ΚΠολΔ. Σε κάθε περίπτωση είναι και αβάσιμος, αφού, σύμφωνα με τη μείζονα σκέψη που προηγήθηκε, στο εργολαβικό δίκης, ο δικηγόρος δικαιούται την αμοιβή του (20%) επί του κεφαλαίου και των τόκων και επιπλέον τη δικαστηριακή δαπάνη, καθώς και τα άλλα έξοδα, που δαπάνησε εξ ιδίων για τη δίκη, εκτός αντίθετης συμφωνίας.
Όπως προειπώθηκε, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.
Ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις αναγόμενες μόνον στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δε συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνον το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλομΑΠ 1/1999, ΟλομΑΠ 24/1992).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης, εκ των αριθ. 1 & 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα αιτιάται την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, με τα 3ο & 4ο σκέλη, για ευθεία παράβαση του άρθρου 92 § 3 ΚπΔ (ΚΠολΔ 559 αρ. 1), ισχυριζόμενη ότι έσφαλλε το Εφετείο α) επιδικάζοντας ως αξίωση από εργολαβικό δίκης και το ποσοστό 20% επί των επιδικασθέντων τόκων, τους οποίους υπολόγισε από το χρόνο επίδοσης της από 10-4-2003 αγωγής κατά των Λ.
Τ. και Σ. Α., μέχρι και το χρόνο επίδοσης της επίδικης αγωγής, ήτοι 14-10-2013, γιατί αυτοί (τόκοι) δεν μπορούν να ξεπερνούν το χρόνο δημοσίευσης της τελεσίδικης υπ' αριθμ. 35/2007 απόφασης του Εφετείου Καλαμάτας (3ο σκέλος) και β) διότι, με δεδομένο ότι το Δικαστήριο δέχθηκε ότι, με το από Μαρτίου 2008 προφορικό εργολαβικό συμφωνήθηκε η παράταση της καταβολής του ποσού της εργολαβικής αμοιβής, ο αναιρεσίβλητος δεν δικαιούτο να απαιτήσει την καταβολή του 20% επί των τόκων που γεννήθηκαν μετά την τελεσιδικία της 35/2007 απόφασης του Εφετείου Καλαμάτας (4ο σκέλος).
Και με τα 1ο, 2ο & 5ο σκέλη, για εκ πλαγίου παράβαση του άρθρου 92 § 3 ΚπΔ (ΚΠολΔ 559 αρ. 19), ισχυριζόμενη ότι παρέθεσε ασαφείς, ελλιπείς και αντιφατικές αιτιολογίες α) ως προς την ύπαρξη ενεργούς αξίωσης εργολαβικού δίκης, τόσο από την αρχική προφορική συμφωνία του 2003, όσο και από την επέκτασή της το 2008, αλλά και το 2010, ώστε να καλύπτει και την αναίρεση, ενώ η ίδια είχε καταβάλει στον αναιρεσίβλητο διάφορα ποσά (1ο σκέλος), β) ως προς το ποσό της εργολαβικής αμοιβής που αφορούσε το 20% επί των επιδικασθέντων τόκων (2ο σκέλος) και γ) ως προς το ποσοστό 20% επί των επιδικασθέντων τόκων, από το χρόνο επίδοσης της από 10-4-2003 αγωγής κατά των Λ.
Τ. και Σ. Α., μέχρι και το χρόνο επίδοσης της επίδικης αγωγής, ήτοι 14-10-2013 (5ο σκέλος).
Ενώ, με τον έκτο λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι το Εφετείο κατά παράβαση ευθέως και εκ πλαγίου των διατάξεων των άρθρων 92 §§ 3 & 5, 170 ΚπΔ και 207, 260, & 251 ΑΚ, α) θεώρησε έγκυρη την επέκταση του εργολαβικού δίκης το 2008 και στη δίκη της καταδολίευσης δανειστών, αν και η αμοιβή του πληρεξούσιου δικηγόρου εξαρτήθηκε από γεγονότα ξένα προς την υπόθεση αυτή (1ο σκέλος, αρ. 1 ΚΠολΔ), β) αναφέρει ασαφώς το περιεχόμενο των τροποποιητικών προφορικών συμφωνιών που έγιναν το 2008 και το 2010, και δεν προσδιορίζει εάν ο αναιρεσίβλητος συνέχιζε την υπόθεση της καταδολίευσης δανειστών θα την κέρδιζε τελεσιδίκως (2ο σκέλος αρ. 19) και γ) ενώ δέχθηκε απλή παράταση του χρόνου πληρωμής της ληξιπρόθεσμης απαίτησης του 2007, το 2008, αντιφατικά δέχεται ότι η αμοιβή από το εργολαβικό δίκης ήταν ήδη γεννημένη από τη δημοσίευση της τελεσίδικης απόφασης του Εφετείου Καλαμάτας, και έτσι λόγω της αδικαιολόγητης ανάκλησης εκ μέρους της, της εντολής, που έγινε στις 8-5-2013, να θεωρήσει ότι επήλθε πλασματική πλήρωση της αίρεσης αμοιβής και να δεχθεί την αγωγή, μολονότι δεν προτάθηκε από τον αναιρεσίβλητο, αξίωση από ληξιπρόθεσμη απαίτηση εργολαβικού δίκης, της οποίας ο χρόνος πληρωμής παρατάθηκε (3ο σκέλος, αριθ. 1, 19, 8 & 9 ΚΠολΔ).
Το Εφετείο, με το να οδηγηθεί στην προαναφερθείσα κρίση δεν παραβίασε, ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου τις ανωτέρω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου. Ειδικότερα, το Εφετείο ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 92 §§ 3 & 5, 170 ΚπΔ και 207 ΑΚ, κρίνοντας ότι τον Ιανουάριο του 2003 η αναιρεσείουσα κατήρτισε με τον αναιρεσίβλητο δικηγόρο προφορική σύμβαση εργολαβίας δίκης, αντί αμοιβής 20% επί του τελεσιδίκως επιδικασθησομένου ποσού (κεφαλαίου και τόκων), πλέον της επιδικασθησομένης δικαστικής δαπάνης, ότι στα τέλη Μαρτίου 2008 πριν τη λήξη της σύμβασης, οι διάδικοι συμφώνησαν προφορικά, να τροποποιηθεί, δηλαδή να επεκταθεί και συμπληρωθεί η συναφθείσα μεταξύ τους σύμβαση εργολαβικής δίκης και να αναλάβει ο αναιρεσίβλητος να ασκήσει και τη σχετική αγωγή διάρρηξης των καταδολιευτικών μεταβιβάσεων, να χειριστεί την υπόθεση μέχρι την έκδοση τελεσίδικης απόφασης και συγχρόνως να δεχθεί να μετατεθεί ο χρόνος καταβολής της εργολαβικής αμοιβής του στην τελεσιδικία της διαρρηκτικής δίκης.
Η δε αμοιβή του παρέμεινε στο οφειλόμενο ποσοστό 20% επί του επιδικασμένου (στην πρώτη δίκη) κεφαλαίου και επί των τόκων επ' αυτού, οι οποίοι συμφωνήθηκαν να παραταθούν μέχρι την τελεσιδικία της αγωγής διάρρηξης. Και ότι αρχές του 2010 οι διάδικοι συμφώνησαν να περιληφθεί στην αρχική εργολαβική σύμβαση και η άσκηση αναίρεσης κατά της 35/2007 Εφετειακής αποφάσεως.
Επομένως, ορθά το Εφετείο επιδίκασε ως αξίωση από εργολαβικό δίκης και το ποσοστό 20% επί των επιδικασθέντων τόκων, τους οποίους υπολόγισε από το χρόνο επίδοσης της από 10-4-2003 αγωγής κατά των Λ. Τ. και Σ. Α., μέχρι και το χρόνο επίδοσης της επίδικης αγωγής, ήτοι 14-10-2013 και δεν έσφαλλε, και τα 3ο και 4ο σκέλη του τέταρτου λόγου αναίρεσης πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα.
Εξάλλου, όπως προειπώθηκε στη μείζονα σκέψη, στο εργολαβικό δίκης δεν τίθενται περιορισμοί ως προς το είδος της αμοιβής, η οποία εξαρτάται από την κατ' άρθρο 361 ΑΚ ελεύθερη συμφωνία των συμβαλλομένων, παρά μόνο ως προς το ύψος αυτής (20%) και επομένως, κατά το 1ο σκέλος του ο έκτος λόγος είναι απορριπτέος, ως νόμω αβάσιμος.
Περαιτέρω, το Εφετείο, διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά αιτιολογίες, ως προς τα ζητήματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ως άνω διατάξεων και συνεπώς δεν στερείται νόμιμης βάσης και ειδικότερα α) ως προς την ύπαρξη ενεργούς αξίωσης εργολαβικού δίκης, κρίνοντας ότι μόνη η κατά τη διάρκεια της εκκρεμότητας της δικηγορικής εργολαβικής σύμβασης, καταβολή από την εντολέα -αναιρεσείουσα στον εντολοδόχο δικηγόρο ορισμένων χρηματικών ποσών δεν επέφερε την κατάργηση της σύμβασης εργολαβίας, αλλά αποτελούσε προκαταβολή έναντι της αμοιβής που θα δικαιούται ο δικηγόρος, υπό την εξυπακουόμενη αίρεση ότι η δίκη θα κερδηθεί τελεσιδίκως, άλλως ο εντολοδόχος δικηγόρος υποχρεούτο ν' αποδώσει στην εντολέα του τα ποσά που είχε προεισπράξει, β) ως προς τον υπολογισμό των τόκων και του ποσοστού αμοιβής του αναιρεσίβλητου επ' αυτών, μέχρι την άσκηση της επίδικης αγωγής του, γ) ως προς το περιεχόμενο των τροποποιητικών προφορικών συμφωνιών που έγιναν το 2008 και το 2010, δ) ως προς το ότι ο αναιρεσίβλητος, εάν συνέχιζε την υπόθεση της καταδολίευσης δανειστών θα την κέρδιζε τελεσιδίκως και ε) ως προς το ότι υφισταμένης μεταξύ των διαδίκων εργολαβίας δίκης, μετά την αδικαιολόγητη ανάκλησή της από την εντολέα -αναιρεσείουσα ο αναιρεσίβλητος δικηγόρος δικαιούται το σύνολο της συμφωνηθείσας αμοιβής του.
Και επομένως, οι λόγοι αυτοί αναίρεσης (τέταρτος και έκτος) κατά τα λοιπά σκέλη τους είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Σημειώνεται ότι απορριπτέες είναι και οι εκ των αριθ. 8 & 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτιάσεις του 3ου σκέλους του έκτου λόγου, ως ερειδόμενες επί της αναληθούς προϋποθέσεως ότι το Εφετείο δέχθηκε απλή παράταση του χρόνου πληρωμής της ληξιπρόθεσμης απαίτησης του 2007, το 2008, αντί της αληθούς, ότι οι διάδικοι συμφώνησαν να τροποποιηθεί, δηλαδή να επεκταθεί και συμπληρωθεί η συναφθείσα μεταξύ τους σύμβαση εργολαβίας δίκης, που δέχθηκε το Εφετείο, σύμφωνα και με το αγωγικό αίτημα.
Με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα πλήττει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλειες εκ των αριθ. 1, 8, 9 & 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν απέρριψε τον πρώτο λόγο έφεσης, με τον οποίο ο εκκαλών παραπονείτο για την απόρριψη της αγωγής του ως προς την αξίωσή του από το εργολαβικό δίκης, ως απαράδεκτο, αφού με το λόγο αυτό έπληττε μόνο την πρώτη αιτιολογία της (πρωτόδικης) απόφασης και όχι την επάλληλη αιτιολογία περί παραγραφής.
Ο λόγος αυτός πρωτίστως είναι απορριπτέος ως ερειδόμενος επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, καθότι, όπως προκύπτει από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της υπ' αριθμ. 116/2016 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η κρίση της πρωτόδικης απόφασης περί παραγραφής αφορά μέρος της επικουρικής βάσεως της αγωγής του αναιρεσίβλητου, αναφορικά με την ελάχιστη νόμιμη αμοιβή του εκ ποσού 900 €, την οποία αιτείτο για τη σύνταξη, υπογραφή και κατάθεση των από 28-1-2004 προτάσεων ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Γυθείου και όχι την κύρια βάση της αγωγής από τη σύμβαση εργολαβίας δίκης, επί της οποίας και απάντησε ως άνω το Εφετείο (απορρίπτοντας αυτήν), κατ' ένσταση της αναιρεσείουσας -εφεσίβλητης.
Σύμφωνα με το άρθρο 1 της υπ' αριθμ. 4/2012 Αγορανομικής Διάταξης (ΦΕΚ Β' 3313/12-12-2012), "κατά την πώληση προϊόντων και παροχή υπηρεσιών και υπό την επιφύλαξη των διατάξεων του Κώδικα Φορολογικής Απεικόνισης Συναλλαγών, του Ποινικού Κώδικα και του ν. 2523/1997, ο καταναλωτής δεν υποχρεούται να καταβάλει το αντίτιμο, εάν δεν λάβει το νόμιμο παραστατικό στοιχείο, όπως αυτό ορίζεται στις οικείες διατάξεις".
Η διάταξη αυτή επισύρει διοικητικές κυρώσεις για την παραβίαση φορολογικών διατάξεων και δεν αποτελεί διάταξη ουσιαστικού δικαίου που να θεμελιώνει λόγο απόσβεσης της ενοχής ή άλλο λόγο άμυνας του εναγομένου σε πολιτική δίκη, και εξάλλου η υποχρέωση του ενάγοντος για έκδοση των νομίμων παραστατικών θα γεννηθεί κατά την εκτέλεση της αποφάσεως, όταν του καταβληθούν τα επιδικασθέντα ποσά.
Επομένως, ο περί του αντιθέτου έβδομος λόγος αναίρεσης, εκ του αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Από τις διατάξεις των άρθρων 450 § 2 και 451 § 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι κάθε διάδικος υποχρεούται να επιδείξει τα έγγραφα, τα οποία κατέχει και που μπορούν να χρησιμεύσουν για απόδειξη, ο δε αντίδικος του κατέχοντος το έγγραφο, εφόσον δικαιολογεί έννομο συμφέρον, μπορεί να ζητήσει την επίδειξη του εγγράφου με τις προτάσεις του, ακόμη και για πρώτη φορά ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου. Για να είναι παραδεκτή και σύννομη η σχετική αίτηση, πρέπει να γίνεται επίκληση της κατοχής του εγγράφου από τον αντίδικο, να προσδιορίζεται σαφώς το έγγραφο και το περιεχόμενό του και να εκτίθενται τα περιστατικά από τα οποία προκύπτει το έννομο συμφέρον του αιτούντος, δηλ. ότι το έγγραφο είναι πρόσφορο προς άμεση ή έμμεση απόδειξη λυσιτελούς ισχυρισμού του αντιδίκου του (ΑΠ 1105/2017, ΑΠ 1067/2010).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον όγδοο (και τελευταίο) λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι προέβαλε παραδεκτά ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, το οποίο επανέφερε στο Εφετείο, αίτημα επίδειξης εγγράφων δια του οποίου (όπως προκύπτει και από την αντιγραφή του αιτήματος στο αναιρετήριο) ζήτησε να επιδείξει ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος, όλες τις αποδείξεις παροχής υπηρεσιών που εξέδωσε και την αφορούν, καθώς και αντίγραφα κινήσεως των τραπεζικών του λογαριασμών, από τα οποία προκύπτουν, κατά τους ισχυρισμούς της, οι καταβολές που έκανε προς αυτόν. Το με τον ανωτέρω τρόπο διατυπωθέν αίτημα επίδειξης εγγράφων, δηλαδή χωρίς την ειδική αναφορά ορισμένου εγγράφου και την επισήμανση ότι αυτό βρίσκεται στην κατοχή του ενάγοντος -αναιρεσίβλητου είναι, σύμφωνα με την προηγηθείσα μείζονα σκέψη, απορριπτέο ως αόριστο. Κρίνοντας ομοίως και απορρίπτοντας το εν λόγω αίτημα ως αόριστο, το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις παραπάνω διατάξεις των άρθρων 450 § 2 και 451 § 1 ΚΠολΔ και ο περί του αντιθέτου λόγος αναίρεσης (όγδοος), φερόμενος ως εκ των αριθ. 14, 8, 9 & 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (αληθώς εκ του αρ. 14) είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.
Μετά από όλα αυτά και μη προβαλλομένου ετέρου λόγου αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα λόγω της ήττας της στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις και αιτείται την καταδίκη αυτή (ΚΠολΔ 176, 183, 189 § 1, 191 § 2), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 12-5-2019 και με αριθ. κατάθεσης 4601/419/13-5-2019 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1468/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 10 Ιουνίου 2020.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Οκτωβρίου 2020.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ