1040/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΗ ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6/4/2011 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Χανίων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 115/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 11/2015 του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 3/4/2015 αίτησή του.
Legislator headnote
AI generated1040/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία 11/2015 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Κρήτης που απέρριψε κατ' ουσία την από 24-11-2013 έφεση του αναιρεσείοντος κατά της 115/2013 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χανίων, το οποίο είχε απορρίψει την από 6-4-2011 αγωγή του κατά των ήδη αναιρεσιβλήτων ως μη νόμιμη.
Full text
Απόφαση 1040 / 2018 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1040/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Πέππα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεράσιμου Φουρλάνου), Γεώργιο Λέκκα, Αθανάσιο Καγκάνη, Ιωάννη Μπαλιτσάρη και Αγγελική Τζαβάρα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Μαρτίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Γ. Φ. του Α., κατοίκου ... ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αδαμάντιο Αρετάκη και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Πιστωτικού Συνεταιρισμού με την επωνυμία "..." που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Άγγελο Δοκόπουλο και κατέθεσε προτάσεις, 2) Εταιρείας με την επωνυμία "..." και το διακριτικό τίτλο "..." που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο, 3) Ε. Σ. του Ν., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δήμητρα-Ευγενία Πουλημένου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις, 4) Ι. Μ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Άγγελο Δοκόπουλο και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6/4/2011 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Χανίων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 115/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 11/2015 του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 3/4/2015 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Αγγελική Τζαβάρα ανέγνωσε την από 10/3/2017 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των παραστάντων στο ακροατήριο αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρ. 108, 110 παρ. 2, 498 παρ. 1, 568 παρ. 1, 2, 4 και 576 παρ. 1-3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ' αυτή κάποιος διάδικος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και αν μεν τη συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος, κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζήτησής της ή δεν μπορεί να διαπιστωθεί ποιος διάδικος επέσπευσε τη συζήτησή της, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήση. (ΑΠ 407/2004).
Στη συγκεκριμένη περίπτωση, σύμφωνα με την προσκομιζόμενη από τον αναιρεσείοντα υπ'αριθμ. ….Τ/14-6-2016 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Κρήτης Δ. Β., αυτός που επέσπευσε τη συζήτηση της κρινόμενης αίτησης για αναίρεσης της υπ'αριθμ. 11/2015 απόφασης του Εφετείου Κρήτης, επέδωσε νόμιμα και εμπρόθεσμα στη δεύτερη αναιρεσίβλητη εταιρεία "...", ακριβές αντίγραφο του δικογράφου της αίτησης αναίρεσης με πράξη κατάθεσής της στη γραμματεία του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου και προσδιορισμένο χρόνο συζήτησης της υπόθεσης στο ΑΙ Τμήμα του Αρείου Πάγου, με αριθμό πινακίου 14, την αναφερόμενη στην αρχή της απόφασης αυτής δικάσιμο 20-3-2017, κατά την οποία αυτή κλήθηκε να παραστεί (άρθρα 122 παρ. 1, 123, 126 παρ. 1δ, 129, 230 παρ. 2, 498, 568 ΚΠολΔ). Όμως, η τελευταία (δεύτερη αναιρεσίβλητη) δεν παρέστη κατά την ως άνω δικάσιμο στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε νομίμως στη σειρά της από το πινάκιο, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά συνεδρίασής του, γι' αυτό πρέπει να δικαστεί ερήμην, αλλά να προχωρήσει η συζήτηση, σαν να ήταν και αυτή παρούσα (άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ).
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία 11/2015 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Κρήτης που απέρριψε κατ' ουσία την από 24-11-2013 έφεση του αναιρεσείοντος κατά της 115/2013 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χανίων, το οποίο είχε απορρίψει την από 6-4-2011 αγωγή του κατά των ήδη αναιρεσιβλήτων ως μη νόμιμη.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Κατά την έννοια του αρθρ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, υπάρχει, όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 4/2005 7/2006 2/2013).
Συνεπώς, κατά τις παραπάνω διακρίσεις, η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ' επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της απόφασης.
Έτσι, με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, ο οποίος για να είναι ορισμένος πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα (ΑΠ 325/2004), ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΑΠ 1947/2006), οπότε πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο και οι αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 20/2005).
Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔικ, ο λόγος αναίρεσης της απόφασης για την παρά το νόμο λήψη υπόψη πραγμάτων που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ιδρύεται, εκτός από άλλες περιπτώσεις, και όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την εκτίμηση του περιεχομένου της αγωγής, έλαβε υπόψη του γεγονότα τα οποία δεν περιλαμβάνονται σ'αυτή και ασκούν ουσιώδη επιρροή στην κρίση του, ως προς το νόμω βάσιμο της αγωγής.
Όταν, όμως, το δικαστήριο της ουσίας, εφαρμόζοντας αυτεπαγγέλτως το νόμο, προβαίνει στον προσήκοντα κατά νόμο χαρακτηρισμό του αντικειμένου της αγωγής, με βάση το σύνολο των εκτιθέμενων σ' αυτή πραγματικών περιστατικών, ως παραγωγικών του επίδικου δικαιώματος και προσδίδει στην προσβαλλόμενη με την αγωγή έννομη σχέση την αρμόζουσα νομική έννοια, δεν λαμβάνει υπόψη πράγματα μη προταθέντα, ώστε να δημιουργείται λόγος αναίρεσης από τον αρ.8 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, αλλά υπάγει απλά στον αρμόζοντα κανόνα δικαίου τα προταθέντα από τον ενάγοντα (ΑΠ 45/2006, ΑΠ 1973/2007).
Ως "πράγματα" δε, κατά την ανωτέρω διάταξη, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (ΑΠ 1008/2010). Εξάλλου, όπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 147, 149, 150, 151, 152 ΑΚ, όποιος παρασύρθηκε με απάτη σε δήλωση βουλήσεως ή εξαναγκάστηκε σε δήλωση βούλησης με απειλή, που ασκήθηκε παράνομα ή αντίθετα προς τα χρηστά ήθη από τον άλλο ή από τρίτο, έχει δικαίωμα να ζητήσει την ακύρωση της δικαιοπραξίας και παράλληλα την ανόρθωση κάθε άλλης ζημίας του, σύμφωνα με τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες (αρθρ.914 επ.
ΑΚ), εφόσον η απάτη ή απειλή περιέχει και τους όρους της αδικοπραξίας, είτε να αποδεχθεί τη δικαιοπραξία και να ζητήσει μόνο την ανόρθωση της ζημίας του, θετικής και αποθετικής, δηλαδή να απαιτήσει αποζημίωση, κατά την έκταση που δικαιούται σε κάθε αδικοπραξία (ΑΠ 715/2011).
Από τις προαναφερόμενες διατάξεις η απάτη και απειλή αντιμετωπίζονται στο δίκαιο υπό δύο έννοιες, ήτοι: α)ως λόγος που καθιστά ελαττωματική τη βούληση του απατηθέντος ή απειληθέντος, εξαιτίας της οποίας δικαιούται να ζητήσει την ακύρωση της δήλωσής του και β)ως αδικοπρακτική συμπεριφορά του απατήσαντος ή απειλήσαντος, η οποία γεννά σε βάρος του υποχρέωση αποζημίωσης, κατά το άρθρο 914 του ΑΚ, που ορίζει ότι όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει.
Ειδικότερα απάτη, κατά την έννοια του άρθρου 147 ΑΚ αποτελεί κάθε συμπεριφορά από πρόθεση, που τείνει να παράγει, ενισχύσει ή διατηρήσει πεπλανημένη αντίληψη ή εντύπωση, με σκοπό να οδηγηθεί κάποιος σε δήλωση βούλησης, συνίσταται δε η απατηλή συμπεριφορά, είτε σε παράσταση ανύπαρκτων γεγονότων ως υπαρκτών, κατά παράβαση του καθήκοντος αληθείας, είτε στην απόκρυψη ή αποσιώπηση ή ατελή ανακοίνωση υπαρκτών γεγονότων, των οποίων η αποκάλυψη σ'αυτόν, που τα αγνοούσε, επιβαλλόταν από το καθήκον διαφώτισής του με βάση την καλή πίστη ή την υπάρχουσα ιδιαίτερη σχέση μεταξύ αυτού και εκείνου, προς τον οποίο απηύθυνε τη δήλωση του, η συμπεριφορά δε αυτή αποσκοπεί στην πρόκληση δήλωσης βουλήσεως του απατηθέντος, η οποία προκλήθηκε πράγματι από την απάτη (ΑΠ 1756/2011).
Ως λόγος μεν η απάτη, που καθιστά ελαττωματική τη βούληση, αποκτά σημασία, μόνο στο πλαίσιο της δικαιοπραξίας, αφού αποτελεί αρνητική προϋπόθεση του κύρους της, και θεμελιώνει, ανάλογα προς το εάν ο απατηθείς επιδιώκει την ακύρωση της δικαιοπραξίας ή την αποδέχεται παρά το ελάττωμά της, παράλληλες αξιώσεις αντίστοιχα αποζημίωσης από αδικοπραξία, για αρνητικό διαφέρον στην πρώτη, που μπορεί να περιλαμβάνει και περαιτέρω θετική ζημία σαν αποτέλεσμα της κατάρτισης της απατηλής δικαιοπραξίας και για θετικό διαφέρον στη δεύτερη.
Ως αδικοπρακτική δε συμπεριφορά δόλια και αντικείμενη στα χρηστά ήθη, σε συνδυασμό και με τις διατάξεις των άρθρων 197, 198, 147, 148, 281, 288 και 919 του ΑΚ, ιδρύει αυτοτελή και πρωτογενή υποχρέωση αποζημίωσης, εφόσον συντρέχουν και οι λοιποί όροι αυτής, δηλαδή η ζημία, και ο αιτιώδης σύνδεσμός της με την απατηλή (δόλια) συμπεριφορά του υπαιτίου, στοιχεία που κατά τη διάταξη του άρθ. 216 παρ.1 εδ.α' και β'ΚΠολΔ πρέπει να εκτίθενται στο δικόγραφο της αγωγής (ΑΠ 373/2008).
Περαιτέρω, κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 150- 151 του ΑΚ, απειλή είναι η εξαγγελία κάποιου κακού για τον απειλούμενο, με την οποία ο τελευταίος περιάγεται σε κατάσταση ψυχολογικής πιέσεως και συνεπεία της οποίας αυτός φρονεί, ότι πρέπει να προβεί στην υπό του απειλούντος επιδιωκόμενη δήλωση βουλήσεως, προκειμένου να αποφύγει την επέλευση του κακού.
Για την εφαρμογή δε των ως άνω διατάξεων απαιτείται: α) απειλή επικείμενου κακού για τη ζωή, τη σωματική ακεραιότητα, την ελευθερία, την τιμή και την περιουσία του απειλουμένου ή των προσώπων, που συνδέονται στενότατα με αυτόν, β) ο κίνδυνος επελεύσεως του κακού να είναι άμεσος και σπουδαίος, δηλαδή επικείμενος και πραγματικός και να είναι ικανός και προκαλέσει φόβο σε έμφρονα άνθρωπο, γ) η απειλή να έγινε προς το σκοπό να εξαναγκάσει τον απειλούμενο σε δήλωση, να οδήγησε πράγματι στη δήλωση βουλήσεως και μάλιστα παράνομα ή εναντίον των χρηστών ηθών (ΑΠ 1912/2008).
Επιπλέον, η απειλή πρέπει να είναι παράνομη, δηλαδή το εξαγγελλόμενο κακό πρέπει να αντίκειται σε απαγορευτική διάταξη νόμου. Επομένως, δεν μπορεί να συνίσταται στην άσκηση νόμιμου δικαιώματος. Εναλλακτικά, όμως, μπορεί να πρόκειται για ανήθικη απειλή, όταν το εξαγγελλόμενο κακό αντίκειται στα χρηστά ήθη ή δεν τελεί σε συνάφεια η απειλή με την επιδιωκόμενη δήλωση βούλησης, παρότι αποτελεί άσκηση νόμιμου δικαιώματος ή όταν το απειλούμενο κακό δεν αποτελεί το κατάλληλο μέσο για το σκοπό που επιδιώκεται και ο επιδιωκόμενος ή ο απειλούμενος σκοπός είναι αντίθετος προς τα χρηστά ήθη (ΑΠ 1272/2004).
Η κρίση δε για αντίθεση της απειλούμενης πράξης στα χρηστά ήθη θα πρέπει να αναζητείται στις κρατούσες για την ηθική αντιλήψεις της δεδομένης εποχής, του δεδομένου τόπου και στη συγκεκριμένη περίπτωση (ΑΠ 214/1972). Συνακόλουθα τούτων, δεν πρόκειται περί απειλής, στην περίπτωση απλών υποδείξεων ή προειδοποιήσεων, αναφερομένων είτε σε κάποια υφιστάμενη ήδη δυσμενή κατάσταση για τον απειλούμενο, είτε σε γεγονότα, τα οποία θα επέλθουν ούτως ή άλλως και χωρίς οποιαδήποτε ανάμειξη του απειλούντος.
Στη συγκεκριμένη υπόθεση, από την παραδεκτή κατ'άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ εκτίμηση του περιεχομένου των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, προκύπτουν τα εξής: Ο αναιρεσείων, με την από 6-4-2011, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χανίων, αγωγή του κατά των ήδη αναιρεσιβλήτων, ανέφερε, όπως δέχθηκε και το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ότι είναι τοπογράφος και το έτος 1999 γνωρίστηκε με τον τρίτο εναγόμενο, ο οποίος του ανέθεσε διάφορες εργασίες, όπως τεχνικές μελέτες, τοπογραφικά κλπ, η συνεργασία τους δε αυτή συνεχίστηκε με ίδια μορφή μέχρι το Μάιο του 2004, οπότε και ανέλαβε τη γενική διεύθυνση της νεοσύστατης τεχνικής εταιρίας.
Ότι εκμεταλλευόμενος το ευρύ πελατολόγιο που είχε, συμφώνησε την κατασκευή μερικών μεγάλων ξενοδοχείων, δίνοντας με αυτόν τον τρόπο τεράστια ώθηση στις επιχειρήσεις του τρίτου εναγομένου. Η επιτυχημένη πορεία της εταιρίας δεν είχε ανάλογη συνέχεια, αφού από τον Ιανουάριο του 2008 άρχισαν να φαίνονται οικονομικά προβλήματα και ο τρίτος εναγόμενος άρχισε να του ζητάει επιταγές ευκολίας, προκειμένου να διευκολυνθεί στις υποχρεώσεις του, με τη ρητή διαβεβαίωση ότι θα τις πληρώνει αυτός, όταν θα έληγαν.
Ότι από τότε άρχισε να δίνει στον τρίτο εναγόμενο επιταγές ευκολίας, τις οποίες αυτός πλήρωνε μέχρι και το Νοέμβριο 2008, αλλά έκτοτε δεν πλήρωσε καμία επιταγή, επικαλούμενος τη γενικότερη οικονομική κρίση, ενώ στις σχετικές ερωτήσεις του απαντούσε να μην ανησυχεί και ότι έχει τακτοποιήσει το θέμα, δίνοντας την εντύπωση ότι αντικαθιστούσε αυτές με άλλες επιταγές πελατών του.
Ότι η ανησυχία του μεγάλωνε, ειδικά όταν αντιλήφθηκε το εύρος του ανοίγματος του τρίτου εναγομένου (Ε.Σ.), ο οποίος είχε μαζέψει και προεξοφλήσει επιταγές ευκολίας από συνεργάτες του, ανερχόμενες συνολικά στο ποσό των 40.000.000 ευρώ. Ότι στις αρχές Μαΐου 2009, ο τρίτος εναγόμενος, ασκώντας τεράστια πίεση, προσπαθούσε να πείσει αυτόν (ενάγοντα), να υπογράψει στην πρώτη εναγόμενη, ..., ως εγγυητής, για ποσό ίσο με τις επιταγές ευκολίας, που του είχε δώσει και αυτός με τη σειρά του, είχε προεξοφλήσει στη συγκεκριμένη Τράπεζα και έπρεπε, κατά το χρόνο λήξης τους, να τις καλύψει σύμφωνα με τη ρητή προς τούτο προφορική διαβεβαίωσή του, όταν του είχε παραδώσει τις αναγραφόμενες στην αγωγή επιταγές, από τις οποίες οι συρόμενες στο κατάστημα της Τράπεζας ….
έξι επιταγές, ποσού 107.500€ έκαστη, έφεραν μόνο την υπογραφή του και ήταν ασυμπλήρωτες ως προς τα λοιπά στοιχεία, ενώ η συρόμενη στο κατάστημα της Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδας Α.Ε. έβδομη επιταγή, ποσού 100.000€, είχε συμπληρωθεί από τον ίδιο. Ότι ειδικότερα, με την απειλή πως θα τον αναγγείλει η παραπάνω πρώτη εναγομένη Τράπεζα στον Τειρεσία, θα εκδοθούν σε βάρος του διαταγές πληρωμής, θα προσωποκρατηθεί και φυλακισθεί, λόγω του αδικήματος της έκδοσης ακάλυπτων επιταγών και με την ταυτόχρονη παράσταση - προσποίηση του τρίτου εναγομένου ότι έχει λαμβάνειν μεγάλα ποσά και θα βελτιωθούν τα οικονομικά του και αν τον βοηθούσε να ρυθμίσει το χρέος του αυτό, ("το οποίο ο ίδιος θα πλήρωνε, για να μην υποστεί κανείς την οποιαδήποτε ζημία από τη μη πληρωμή των επιταγών"), σε συνδυασμό και με τηρητή διαβεβαίωση του Διευθυντή του ανωτέρω καταστήματος τέταρτου εναγομένου Ι.
Μ., ότι η υπογραφή ήταν κάτι απολύτως "τυπικό" και ότι δεν πρόκειται να έχει καμία απολύτως συνέπεια, απελπίστηκε, φοβήθηκε για τη σπίλωση της τιμής και της υπόληψής του, τρομοκρατήθηκε από το ενδεχόμενο της προσωποκράτησης και πεισθείς ότι θα εξοφλήσει ο ίδιος (τρίτος εναγόμενος) την οφειλή του στην πρώτη εναγομένη και ότι σε κάθε περίπτωση η τελευταία δεν θα τον ενοχλούσε, υπέγραψε στις 13-5-2009 σύμβαση παροχής εγγύησης υπέρ της εκπροσωπούμενης από τον τρίτο εναγόμενο Ε.Σ.
δεύτερης εναγομένης (...), για 745000€, λαμβάνοντας πίσω τις δοθείσες επιταγές ευκολίας 745.000€. Ότι ο τέταρτος εναγόμενος Ι. Μ., ως όργανο της πρώτης εναγομένης Τράπεζας, ενεργώντας από κοινού με τον τρίτο εναγόμενο (Ε.Σ.) και τη δεύτερη εναγόμενη (...), υπό τις οδηγίες και παροτρύνσεις των τελευταίων, αφενός μεν έβλαψαν τα πραγματικά και ουσιαστικά συμφέροντα του πιστωτικού συνεταιρισμού, λαμβάνοντας εγγυήσεις υπέρ της δεύτερης εναγομένης από 12 αναξιόχρεα φυσικά και νομικά πρόσωπα, όπως ήταν και ο ίδιος (ενάγων), που είχε ήδη το Μάρτιο του 2009, σφραγισμένες επιταγές ευκολίας συνολικού ποσού 250.000€, συρόμενες στην Τράπεζα Αττικής, τα οποία (πρόσωπα) υπέγραψαν όλα κατά τον ίδιο τρόπο, για να πάρουν τις επιταγές τους πίσω και να αποφύγουν τα ποινικά και τις προσωποκρατήσεις, αφετέρου δε τους εξαπάτησαν, προσποιούμενοι ότι "δεν υπήρχε πρόβλημα", ζημιώνοντας έτσι, με τον τρόπο αυτό, οι δεύτερη, τρίτος και τέταρτος των εναγομένων, (ο τέταρτος ως αυτουργός και οι δεύτερη και τρίτος ως ηθικοί αυτουργοί), τον πιστωτικό συνεταιρισμό τουλάχιστον κατά το αιτούμενο από τον ίδιο (ενάγοντα) ποσό, το οποίο ο πιστωτικός συνεταιρισμός χορήγησε, ενώ δεν έπρεπε να χορηγηθεί, αφού για το μεγαλύτερο μέρος των χορηγήσεων αυτών δεν είχαν καλύμματα, όπως προκύπτει από τη με χρονολογία 13-5-2009 σύμβαση παροχής εγγύησης, κατά την οποία ο πιστωτικός συνεταιρισμός μπορούσε να χορηγήσει στη δεύτερη εναγόμενη μέχρι 20.000000€, έναντι των οποίων χορήγησε στις 27-3-2009 το ποσό των 4.211.026,23€.
Ισχυριζόμενος περαιτέρω ο ενάγων α)ότι η από 13-5-2009 σύμβαση παροχής εγγύησης μεταξύ της πρώτης εναγόμενης και του ιδίου, με την οποία εγγυήθηκε τη δεύτερη εναγόμενη μέχρι του ποσού των 745.000€, είναι-άκυρη, ως προϊόν της σε βάρος του απάτης, εκβίασης και απειλής, προκειμένου να μην εκδοθεί σε βάρος του διαταγή πληρωμής για ισόποσες πλαστογραφημένες, κατά το περιεχόμενο τους (οι 6 από τις 7) επιταγές ευκολίας, τις οποίες εν γνώσει τους τα όργανα της εναγομένης είχαν συμπεριλάβει στο πλαφόν της ως άνω ανώνυμης εταιρείας, η δε εγγύηση δόθηκε, αφού πιέστηκε, δια του εις … διευθυντή του πιστωτικού συνεταιρισμού Ι.
Μ., τις ενέργειες του οποίου επέβαλαν και προκάλεσαν οι τρείς τελευταίοι εναγόμενοι, να υπογράψει την εν λόγω σύμβαση, για να πάρει πίσω τις επιταγές, με την υπόσχεση ότι ήταν καθαρά τυπικό το θέμα "για να μην εκτεθεί ο Ε.", "για να είναι σε τάξη τα χαρτιά της Τράπεζας", διότι εν τέλει "σε κάθε περίπτωση θα τα πλήρωνε ο Ε.", της πιέσεως εχούσης το χαρακτήρα απάτης, εκβίασης και απειλής, ώστε να αποφύγει τις δικαστικές περιπέτειες, β) ότι συντρέχει περίπτωση, κατά τα άρθρα 150- 152 ΑΚ να αναγνωριστεί η ακυρότητα της ως άνω από 13-5- 2009 σύμβασης εγγύησης μεταξύ του πρώτου εναγομένου πιστωτικού συνεταιρισμού και του ιδίου, καθώς και η ανόρθωση κάθε άλλης ζημίας του, γ)ότι κατ'αρθρο 922 ΑΚ, ο κύριος ή ο προστήσας κάποιον άλλο σε μια υπηρεσία ευθύνεται για τις πράξεις του Ι.
Μ. ο οποίος κατά τα ήδη εκτεθέντα, τον εξαπάτησε, λέγοντάς ότι του έκανε χορηγήσεις, τον εκβίασε με την έκδοση διαταγών πληρωμής και τον απειλούσε ότι δεν θα επιστρέψει τις ισόποσες επιταγές, εάν δεν υπέγραφε τη σύμβαση εγγύησης, δ)ότι ωσαύτως ευθύνεται και ο Ι. Μ. ατομικώς, αλληλεγγύως και εις ολόκληρον με τον εργοδότη του, ε)ότι σε κάθε περίπτωση νόμω υπόχρεοι, ως ηθικοί αυτουργοί, είναι οι δεύτερη και τρίτος των εναγομένων να πληρώσουν σε αυτόν (ενάγοντα) ως θετική του ζημία οτιδήποτε τυχόν ήθελε επιδικασθεί εις βάρος του εξ αιτίας της δοθείσης εγγυήσεως, ήτοι ποσό 745.000,00 Ευρώ πλέον τόκων και εξόδων από την ημέρα της καταγγελίας της συμβάσεως, ήτοι από 03.02.201 άλλως νόμω υπόχρεοι εκ της ακύρου συμβάσεως εγγυήσεως είναι η δεύτερη και τρίτος των εναγομένων, να πληρώσουν σε αυτόν το παραπάνω ποσό, στ) ότι ένεκα της αδικοπραξίας πρέπει άπαντες οι εναγόμενοι να καταβάλλουν σε αυτόν για την εύλογη αποζημίωση της ηθικής του βλάβης το ποσό των 200.000,00 Ευρώ, συνισταμένης της ηθικής του βλάβης στον ηθικό εξευτελισμό του ως ανθρώπου και μηχανικού, ενώ έδωσε το "είναι" του στις επιχειρήσεις Ε.
Σ., δούλευε επί έτη 17,18 έως και 24 ώρες το 24ωρο, για να βρεθεί να χρωστά χιλιάδες ευρώ, να μην μπορεί να πάρει ένα δάνειο, να έχει μία πιστωτική κάρτα και να είναι αποκλεισμένος από κάθε οικονομική δοσοληψία στο διηνεκές, διότι είναι βέβαιον ότι τόσα χρήματα, όσα χρόνια και να δουλεύει, δεν μπορεί να τα επιστρέψει, ακόμα και αν ήθελε θεωρηθεί ότι τα οφείλει, καταστράφηκε δηλαδή οικονομικά και εξ αυτού του λόγου μειώθηκε η προσωπικότητά του, ζητεί με την ως άνω αγωγή του, μετά το νόμιμο περιορισμό του αιτήματος της, α) να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της από 13 Μαΐου 2009 σύμβασης παροχής εγγύησης μεταξύ του πρώτου εναγομένου πιστωτικού συνεταιρισμού και του ίδιου και μετά ταύτα να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να πληρώσουν σε αυτόν αλληλεγγύως και εις ολόκληρο το ποσό των 62.000 ευρώ, ως εύλογη αποζημίωση για την ηθική βλάβη που υπέστη λόγω της αδικοπραξίας, εντόκως νομίμως από την επίδοση της αγωγής και μέχρις εξοφλήσεως, β)να αναγνωρισθεί ότι οι δεύτερη, τρίτος και τέταρτος των εναγομένων οφείλουν να πληρώσουν σε αυτόν αλληλεγγύως και εις ολόκληρο, ο,τιδήποτε τυχόν ήθελε επιδικασθεί εις βάρος του εξ αιτίας της δοθείσης εγγυήσεως.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την υπ'αριθμ.115/2013 απόφαση του απέρριψε την αγωγή, ως μη νόμιμη και μετά την άσκηση της από 24-1 1-2013 έφεσης του ήδη αναιρεσείοντος εκδόθηκε επ'αυτής η προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου Κρήτης, που απέρριψε την κατά της οριστικής απόφασης έφεση του ήδη αναιρεσείοντος κρίνοντας και εκείνο μη νόμιμη την ένδικη αγωγή, με τις εξής αιτιολογίες: "Η αγωγή αυτή που στηρίζεται, σε απάτη και απειλή κατά το πρώτο αίτημά της είναι απορριπτέα ως μη νόμιμη, δεδομένου ότι ...
δεν μπορεί να στηριχθεί στη βάση περί ελαττωμάτων στη βούληση του ενάγοντα, τα οποία θα απαιτούσαν η αγωγή να έχει διαπλαστικό και όχι αναγνωριστικό αίτημά, ήτοι διατύπωση "να ακυρωθεί" και όχι απλά "να αναγνωρισθεί η ακυρότητα", λαμβανομένου υπόψη ότι η "ακυρωσία" δύναται να εξεταστεί μόνον ως αντικείμενο κυρίου αιτήματος αγωγής και δεν μπορεί να γίνει απλή επίκληση της χωρίς την υποβολή διαπλαστικού αιτήματος, όπως θα συνέβαινε αν ασκούνταν αγωγή με αντικείμενο την αναγνώριση συνδρομή των όρων της διαπλαστικότητας ενδεχόμενο που όμως γίνεται δεκτό μόνο στην περίπτωση που εξετάζεται η συνδρομή των προϋποθέσεων άσκησης ενός διαπλαστικού δικαιώματος που πραγματώνεται με μονομερή δήλωση του δικαιούχου (π.χ.
ανάκληση δωρεάς καταγγελία σύμβασης εργασίας), οπότε και επιτρέπεται η άσκηση σχετικής αναγνωριστικής αγωγής ... περίπτωση από την οποία διαφέρει η ένδικη, όπου η επιθυμητή διάπλαση δεν επέρχεται με μονομερή δήλωση του δικαιούχου, αλλά μόνο με δικαστική απόφαση.
Περαιτέρω μη νόμιμη είναι η αγωγή και κατά το δεύτερο αίτημά της, καθώς\τα πραγματικά περιστατικά τα οποία επικαλείται ο ενάγων και ειδικότερα οι ισχυρισμοί ότι με την απειλή της πρώτης εναγόμενης ότι θα τον αναγγείλει στον "Τειρεσία", ότι θα εκδοθούν εις βάρος του διαταγές πληρωμής για τις επιταγές που είχε εκδώσει και δεν πλήρωσε, ότι θα προσωποκρατηθεί λόγω του αδικήματος της έκδοσης ακάλυπτων επιταγών, φοβήθηκε και περαιτέρω με τη διαβεβαίωση του διευθυντή της τράπεζας, τέταρτου εναγόμενου ότι το θέμα της υπογραφής ήταν τυπικό πείστηκε και τελικά υπέγραψε την σύμβαση παροχής εγγύησης, ακόμα και αν υποτεθούν αληθινά δε συνιστούν αδικοπραξία ώστε να δικαιούται ο ενάγων αποζημίωση λόγω ηθικής βλάβης.
Ειδικότερα δεν είναι παράνομη η απειλή πράξης στην οποία δικαιούται να προβεί ο απειλών, όπως η έκδοση διαταγής πληρωμής ή αναγγελία στον Τειρεσία, (καθώς αυτά αποτελούν προστασία του τελευταίου, που του δίνεται από το νόμο, ο ενάγων δε στην αγωγή του δεν αναφέρει κανένα συγκεκριμένο περιστατικό που να στοιχειοθετεί απάτη ή απειλή ...
ούτε αν έχει υποστεί κάποια περιουσιακή βλάβη ως σήμερα. Τέλος και το τρίτο αίτημα της αγωγής με το οποίο ζητεί να του καταβάλουν οι εναγόμενοι οτιδήποτε αυτός καταβάλει εξαιτίας της σύμβασης εγγύησης και συγκεκριμένα το ποσό των 745.000 € πλέον τόκων και εξόδων, είναι μη νόμιμο και επομένως απορριπτέο, καθώς απαραίτητη προϋπόθεση του εγγυητή έναντι του πρωτοφειλέτη για να έχει δικαίωμα αναγωγής ...
είναι να ικανοποίησε το δανειστή, το οποίο ο ενάγων δεν επικαλείται στην αγωγή του".
Έτσι που έκρινε και με όσα ανωτέρω δέχτηκε το Εφετείο, δεν έλαβε υπόψη, παρά το νόμο πράγματα, που δεν προτάθηκαν, όπως διατείνεται ο αναιρεσείων με τον πρώτο, από το άρθρο 559 αρ.8 ΚΠολΔ, λόγο της αίτησης, υποστηρίζοντας για τη θεμελίωσή του, ότι, ενώ δεν επέλεξε ως νομική βάση της αγωγής του, τη διάπλαση της έννομης σχέσης, ήτοι την ακύρωση της συμβάσεως εγγυήσεως, αλλά επέλεξε μόνο την αξίωση προς αποζημίωση της ηθικής του βλάβης ένεκα αδικοπραξίας, καίτοι εξέθετε περιστατικά, που συνιστούν απάτη και απειλή, παραβίαση πιστωτικών κανόνων και ενδείξεις απιστίας εις βάρος της Τράπεζας και ενώ δεν ζήτησε διάπλαση της έννομης σχέσης, παρά ταύτα, το Εφετείο Κρήτης απέρριψε την αγωγή και όχι κάποιο λόγο έφεσης, ως μη νόμιμη, με την προαναφερόμενη αιτιολογία, όσον αφορά το πρώτο, περί αναγνώρισης της ακυρότητας της από 13-5-2009 σύμβασης παροχής εγγύησης, αίτημά της, "απέρριψε δηλαδή ανύπαρκτο αίτημα και βέβαια δεν εξέτασε και δεν απέρριψε κάποιο σχετικό λόγο έφεσης που υποτίθεται ότι έπρεπε να εξετάσει και να απορρίψει".
Επομένως , ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης, ανεξαρτήτως της αοριστίας του, είναι αβάσιμος. Παράλληλα, με τις ίδιες ως άνω παραδοχές του, το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 147, 149, 150, 152, 914, 919 ή 858 του ΑΚ, που επικαλείται ο αναιρεσείων, τις οποίες, αντίθετα, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε.
Τούτο δε διότι τα εκτιθέμενα στην αγωγή πραγματικά περιστατικά και ειδικότερα οι ισχυρισμοί του ενάγοντος ότι με την απειλή πως η πρώτη εναγομένη θα τον αναγγείλει στον Τειρεσία, θα εκδοθούν σε βάρος του διαταγές πληρωμής, θα προσωποκρατηθεί ή φυλακισθεί λόγω του αδικήματος της έκδοσης ακάλυπτων επιταγών και επιπλέον με την ταυτόχρονη παράσταση - προσποίηση του τρίτου εναγομένου ότι έχει λαμβάνειν μεγάλα ποσά και θα βελτιωθούν τα οικονομικά του και αν τον βοηθούσε να ρυθμίσει το χρέος του αυτό, ("το οποίο ο ίδιος θα πλήρωνε για να μην υποστεί κανείς την οποιαδήποτε ζημία από τη μη πληρωμή των επιταγών"), σε συνδυασμό και με τη ρητή διαβεβαίωση του τέταρτου εναγομένου ότι η υπογραφή ήταν κάτι απολύτως "τυπικό" και δεν πρόκειται να έχει καμία απολύτως συνέπεια, απελπίστηκε, φοβήθηκε για τη σπίλωση της .
τιμής και της υπόληψής του, τρομοκρατήθηκε από το ενδεχόμενο προσωποκράτησής του και πεισθείς ότι ο τρίτος εναγόμενος θα εξοφλήσει την οφειλή του στην πρώτη εναγόμενη και ότι σε κάθε περίπτωση η τελευταία δεν θα τον ενοχλούσε, υπέγραψε στις 13-5-2009 τη σύμβαση παροχής εγγύησης υπέρ της δεύτερης εναγόμενης, για 745.000€, προκειμένου να επιστραφούν στον ίδιο οι δοθείσες ισόποσες ακάλυπτες επιταγές του και να αποφύγει τις εξαιτίας τούτων δικαστικές περιπέτειες, δεν συνιστούν αδικοπραξία σε βάρος του, κατά την έννοια των άρθρων 914 επ.
ΑΚ, ώστε να δικαιούται ο ενάγων την αιτούμενη με την αγωγή του αποζημίωση προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης και θετικής ζημίας που επικαλείται, αφού δεν είναι παράνομη η απειλή των πράξεων αναγγελίας στον Τειρεσία ή έκδοσης διαταγής πληρωμής ή έγκλησης για έκδοση ακάλυπτων επιταγών, στις οποίες δικαιούται, κατά το νόμο, να προβεί, για την προστασία των συμφερόντων της, η πρώτη εναγόμενη, ως κομίστρια των ως άνω επιταγών, τις οποίες πράγματι παρέλαβε ο ενάγων, κατά τους ισχυρισμούς του, με την υπογραφή της από 13/5/2009 σύμβασης εγγύησης, ενώ ο τελευταίος στην αγωγή του δεν αναφέρει οποιοδήποτε συγκεκριμένο περιστατικό, που να στοιχειοθετεί απάτη ή απειλή, υπό τις αναφερόμενες στη μείζονα σκέψη της παρούσας έννοιες, αλλά ούτε αν έχει υποστεί κάποια περιουσιακή βλάβη μέχρι την άσκησή της και σε κάθε περίπτωση, δεν επικαλείται, ως εγγυητής, κατ'αρθρο 858 ΑΚ, ότι ικανοποίησε την πρώτη εναγόμενη δανείστρια, για να έχει δικαίωμα αναγωγής έναντι της πρωτοφειλέτριας δεύτερης εναγόμενης εταιρείας, με βάση τη συνδέουσα αυτούς έννομη σχέση, την οποία επίσης δεν επικαλείται.
Ενόψει των εκτεθέντων, οι δεύτερος και τρίτος λόγοι της αίτησης, με τους οποίους ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι.
Κατ'ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει η κρινόμενη αίτηση, που δεν περιέχει άλλους λόγους αναίρεσης, να απορριφθεί στο σύνολό της και να διαταχθεί κατά την παράγραφο 4 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, που προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 του ν. 4055/2012, η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου των τριακοσίων (300) ευρώ, το οποίο καταβλήθηκε από τον αναιρεσείοντα, όπως προκύπτει από την υπ'αριθμ. 8/3-4-2015 έκθεση κατάθεσης της αίτησης αναίρεσης.
Τέλος, απορριπτομένης της αναίρεσης, τα δικαστικά έξοδα είναι μεν, κατ άρθρο 183 του Κ.Πολ.Δικ., επιβλητέα σε βάρος του αναιρεσείοντος, σύμφωνα με το νόμιμο αίτημα των αναιρεσιβλήτων, (άρθρα 176, 183, 189, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), πλην όμως δεν συμπεριλαμβάνονται σ' αυτά, κατ' άρθρο 189 του Κ.Πολ.Δικ., τα χωρίς ανάγκη και από υπερβάλλουσα πρόνοια των αναιρεσίβλητων γενόμενα, που είναι και όσα προξενήθηκαν από τη χωριστή εκπροσώπησή τους, εφόσον αυτοί, έχοντες κοινό συμφέρον κατά την προκείμενη συζήτηση, εγκείμενο στην απόρριψη της αναίρεσης, μπορούσαν και όφειλαν να υπερασπισθούν τους εαυτούς τους με ένα και τον αυτόν δικηγόρο (ΑΠ 1669/1995). Ενόψει τούτων, πρέπει να επιδικαστεί υπέρ των παρισταμένων αναιρεσιβλήτων που κατέθεσαν προτάσεις, μια δικαστική δαπάνη, όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 3-4-2015 αίτηση του Γ. Φ. για αναίρεση της υπ'αριθμ. 11/2015 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου των τριακοσίων (300) ευρώ στο Δημόσιο Ταμείο.
Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα των παρισταμένων αναιρεσιβλήτων τα οποία οφείλει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 7 Μαΐου 2018.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και νυν Πρόεδρος του Αρείου Πάγου
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 5 Ιουνίου 2018.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ