Legislator Case Law & Legislation
1040/2017 AI generated

1040/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1040/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Μαρτίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

1040/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατά της απόφασης αυτής η εναγομένη-εφεσίβλητη άσκησε την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, η οποία είναι παραδεκτή (άρθρα 577§1 ΚΠολΔ) διότι ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 ΚΠολΔ).

Keywords

AI generated
safety regulations violation defect of the goods fraudulent insurance claim lack of credibility infringement procedure immediate termination for fraud
AI generated
439/2025
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρουλιώ Δαβίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Βαρβάρα Πάπαρη, Μαρία Πετσάλη και Άλκηστη Σιάννου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
450/2024
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Μαρτίου 2023, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει τις υποθέσεις μεταξύ:
346/2016
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Νοεμβρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
673/2024
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ελένη Κατσούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ελένη Μπερτσιά, Διονύσιο Παλλαδινό - Εισηγητή και Παναγιώτα Πασσίση, Αρεοπαγίτες.
81/2024
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Νοεμβρίου 2023, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1040 / 2017 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1040/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Σακκά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίστηκε με την υπ’ αριθμ. 64/2017 Πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, κωλυομένης της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Δήμητρας Παπαντωνοπούλου, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Γεώργιο Κοντό, Αβροκόμη Θούα και Γεώργιο Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Μαρτίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Π. Π., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Μπεκρή.

Της αναιρεσίβλητης: Α. Π. του Α., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Γεωργόπουλο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-6-2008 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4783/2011 του ίδιου Δικαστηρίου και 6098/2014 του Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 8-10-2015 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Αποστολάκης, ανέγνωσε την από 5-10-2016 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του παρόντος Δικαστηρίου Αρεοπαγίτη Αντωνίου Ζευγώλη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1.- Η αναιρεσίβλητη με την από 18.6.2008 προς το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών αγωγή της, την οποία είχε απευθύνει κατά της αναιρεσείουσας, ζήτησε να αναγνωρισθεί ότι η τελευταία οφείλει να της πληρώσει την αιτούμενη αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω της επικαλούμενης ενδοσυμβατικής αλλά και αδικοπρακτικής ευθύνης της.

Εκδόθηκε η υπ’ αριθ. 4783/2011 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με την οποία η αγωγή απορρίφθηκε και ως προς τις δύο βάσεις της. Ακολούθως, με την υπ’ αριθ. 6098/2014 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών έγινε δεκτή η έφεση της ενάγουσας κατά της ανωτέρω απόφασης και, αφού εξαφανίσθηκε η πρωτοβάθμια απόφαση, έγινε δεκτή η αγωγή ως προς την βάση της από αδικοπραξία.

Κατά της απόφασης αυτής η εναγομένη-εφεσίβλητη άσκησε την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, η οποία είναι παραδεκτή (άρθρα 577§1 ΚΠολΔ) διότι ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 ΚΠολΔ).

2.- Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ’ αυτή λόγος αναίρεσης, που αποσκοπεί στη διασφάλιση του συζητητικού συστήματος (άρθρο 106 ΚΠολΔ) αλλά και της αρχής της ακρόασης των διαδίκων (άρθρο 110 παρ. 2 ΚΠολΔ) ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο και εκτιμώντας προφανώς εσφαλμένα τα διαδικαστικά έγγραφα (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), είτε έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (ΟλομΑΠ 13/95) είτε δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν επίσης ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, νοούνται δε ως πράγματα οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (ΟλομΑΠ 3/1997, ΑΠ 1530/2001), δηλαδή οι ισχυρισμοί που κατά το νόμο διαμόρφωσαν ή ανάλογα ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (ΟλομΑΠ 2/1989, ΑΠ 864/2003, 1072/2005).

Εν προκειμένω, από την επισκόπηση της ένδικης αγωγής προκύπτει ότι η ενάγουσα, προς θεμελίωση της από αδικοπραξία αξιώσεώς της για αποζημίωση, ισχυρίσθηκε τα ακόλουθα: Ότι διατηρεί κατάστημα πωλήσεων χαλιών σε εμπορικό κέντρο, τη φύλαξη του οποίου είχε αναλάβει η εναγομένη με σύμβαση που είχε συνάψει με τον διευθύνοντα το εμπορικό κέντρο. Ότι κατά τον αναφερόμενο χρόνο άγνωστοι διέρρηξαν το κατάστημά της και αφαίρεσαν χαλιά αξίας 270.014 ευρώ με αποτέλεσμα την ισόποση ζημία της. Ότι η κλοπή οφείλεται κυρίως μεν στη συνέργεια των προστηθέντων από την εναγομένη στη φύλαξη του εμπορικού κέντρου υπαλλήλων της οι οποίοι εκ προθέσεως παρέλειψαν να ασκήσουν τα προς φύλαξη καθήκοντά τους επιτρέποντας στους διαρρήκτες να ενεργήσουν την κλοπή, επικουρικά δε στην από βαριά αμέλεια πλημμελή εκπλήρωση των καθηκόντων τους για επιτήρηση του εμπορικού κέντρου και την πραγματοποίηση των επιβεβλημένων ανά ώρα ελέγχων, εξ αιτίας της οποίας οι δράστες της κλοπής κατόρθωσαν να διαρρήξουν το κατάστημά της και να διαπράξουν την κλοπή.

Για τους λόγους αυτούς ζήτησε να αναγνωρισθεί ότι η εναγομένη, που τους προέστησε στην υπηρεσία αυτή, υποχρεούται να της πληρώσει αποζημίωση ίση με την αξία των χαλιών και χρηματική ικανοποίηση για την αποκατάσταση της ηθικής της βλάβης. Εν τέλει δε από την επισκόπηση της προσβαλλόμενη απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο, ερευνώντας την από αδικοπραξία βάση της αγωγής, αφού απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την κύρια θεμελίωση αυτής δεχόμενο ότι οι υπάλληλοι της εναγομένης δεν συνέργησαν εκ προθέσεως στην κλοπή, δέχθηκε τελικά αυτή κατά την επικουρική της θεμελίωση, διότι από βαριά αμέλεια εκπλήρωσαν πλημμελώς τα καθήκοντά τους για επιτήρηση του εμπορικού κέντρου και την πραγματοποίηση των επιβεβλημένων ανά ώρα ελέγχων, εξ αιτίας της οποίας οι δράστες της κλοπής κατόρθωσαν να διαρρήξουν το κατάστημα της ενάγουσας και να διαπράξουν την κλοπή με τελικό αποτέλεσμα τη ζημία της.

Επομένως, ο από τον αριθμό αληθώς 8 εδάφ. α (και όχι 9 που επικαλείται η αναιρεσείουσα) πρώτος λόγος αναιρέσεως, κατά τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι, ενώ στην αγωγή υπήρχε βάση μόνο για την εκ προθέσεως συνέργεια των υπαλλήλων της εναγομένης στην κλοπή, το Εφετείο έλαβε υπόψη του ότι υπάρχει επικουρική βάση για εξ αμελείας αδικοπραξία των υπαλλήλων της, δηλαδή πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, αφού τέτοια βάση υπήρχε σαφώς διατυπωμένη στην αγωγή και δη στις σελίδες 5-6.

Επίσης, αβάσιμος και γι’ αυτό απορριπτέος είναι και ο τρίτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, εφόσον, υπό τα εκτιθέμενα στην αγωγή περιστατικά, η ένδικη αγωγή ως προς την προεκτεθείσα από την αδικοπραξία επικουρική βάση της είναι νόμιμη. Και τούτο διότι αρκούσαν οι διαλαμβανόμενοι στην αγωγή πραγματικοί ισχυρισμοί για τη θεμελίωση αυτής στις διατάξεις των άρθρων 914, 330, 298, 334, 922, 932 του ΑΚ, τις οποίες το Εφετείο δεν παραβίασε, αλλά ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε.

3.- Με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ. 17 ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα προβάλλει την αιτίαση ότι υπάρχει αντιφατικότητα στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση συνιστάμενη στο ότι, ενώ το Εφετείο αποφαίνεται ότι δεν στοιχειοθετούνται οι αντικειμενικές και υποκειμενικές προϋποθέσεις (ούτε κατά ενδεχόμενο δόλο) της εκ προθέσεως συνέργειας των υπαλλήλων της στην κλοπή, ώστε να μην στοιχειοθετείται αδικοπραξία κατά την έννοια του άρθρου 914 ΑΚ, εν τούτοις τελικά δέχεται ότι οι προστηθέντες υπάλληλοί της τέλεσαν αδικοπραξία εξ αιτίας της οποίας κατέστη υπόχρεη σε αποζημίωση της ενάγουσας για τη ζημία της από την κλοπή που διέπραξαν στο κατάστημά της οι άγνωστοι δράστες. Ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι προεχόντως απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον η αποδιδόμενη με αυτόν πλημμέλεια της ύπαρξης αντίφασης στο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης δεν μπορεί να θεμελιώσει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αριθ. 17 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, διότι η αντίφαση πρέπει να υπάρχει στο διατακτικό της απόφασης και δεν ιδρύεται αν η αντίφαση υπάρχει στις αιτιολογίες, εκτός αν επέχουν θέση διατακτικού (ΑΠ 580/1998, ΑΠ 1084/1993), πράγμα που δεν συντρέχει εν προκειμένω. Ωστόσο, η προβαλλόμενη ως άνω αντίφαση θα ελεγχθεί κατωτέρω στα πλαίσια της έρευνας του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 19 του ίδιου άρθρου.

4.- Περαιτέρω, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι επί της ουσίας και κατά το μέρος που ενδιαφέρει εν προκειμένω, ενόψει των ελεγχόμενων αναιρετικών λόγων, το Εφετείο δέχθηκε τα εξής: "Στην Αθήνα την 1-1-2000 καταρτίσθηκε ... σύμβαση μεταξύ αφενός μεν α) των Χ. Μ. και β) Κ. Π., ως διαχειριστών του κείμενου στη ... ...

εμπορικού κέντρου με το διακριτικό τίτλο "..." και αφετέρου της διατηρούσας ατομική επιχείρηση παροχής υπηρεσιών ασφαλείας ... εναγομένης ... βάσει της οποίας η εναγόμενη, έναντι μηνιαίας αμοιβής, ανερχόμενης στο ποσό του 1.200.000 δρχ., δια των προστηθέντων από αυτήν υπαλλήλων της, ανέλαβε την υποχρέωση να επιτηρεί, να επιβλέπει και να περιπολεί στους εσωτερικούς και εξωτερικούς κοινόχρηστους χώρους του φυλασσόμενου κτηρίου για την πρόληψη, αποτροπή, καταγραφή οποιασδήποτε έκνομης ενέργειας (δολιοφθοράς, απόπειρας κλοπής, διάρρηξης, φθοράς κλπ.) και σε περίπτωση διαπίστωσης οποιασδήποτε ενέργειας που απειλεί ή προσβάλλει το χώρο φύλαξης, να λάβει άμεσα μέτρα για την πρόληψη ή αποτροπή του κινδύνου και να ειδοποιεί αμελλητί τους διαχειριστές του εμπορικού κέντρου στα γνωστοποιηθέντα τηλέφωνα ανάγκης.

Ταυτόχρονα, συμφωνήθηκε ότι η φύλαξη συνίσταται αποκλειστικά στη φυσική παρουσία στους προσβάσιμους κοινόχρηστους χώρους του εμπορικού κέντρου ενός υπαλλήλου καθ’ όλο το 24ωρο και τη διενέργεια εξωτερικού ελέγχου των κοινόχρηστων χώρων αυτού, καθώς και ότι, σε περίπτωση εντοπισμού προσπάθειας διάρρηξης ή άλλης παράνομης ενέργειας, ο φύλακας έχει την υποχρέωση να ενημερώσει με τον πλέον πρόσφορο τρόπο και στο συντομότερο χρόνο την αστυνομία ή και τον συνδρομητή, εφόσον έχει θέσει στη διάθεση της επιχείρησής τους αριθμούς των τηλεφώνων του και εν συνεχεία, αν οι συνθήκες το επιτρέπουν, προσπαθήσει να αποτρέψει τον κίνδυνο με τις ενέργειες εκείνες που κατά την κρίση του υπαλλήλου είναι οι πλέον ενδεδειγμένες και θα μπορούσε να προβεί σε αυτές κάτω από τις συγκεκριμένες περιστάσεις και που πάντως δεν συνεπάγονται τον κίνδυνο της σωματικής του ακεραιότητας ή υγείας γενικότερα ...

Σε εκτέλεση της ως άνω συμβάσεως η εναγόμενη διέθεσε για τη φύλαξη του κτηρίου συνολικά τέσσερις υπαλλήλους της, οι οποίοι έπρεπε να εναλλάσσονται κατά τέτοιο τρόπο, ώστε καθημερινά τρεις εξ αυτών να καλύπτουν τις βάρδιες των 06:00 - 14:00, 14:00 - 22:00, 22:00 - 06:00 και ο τέταρτος τις βάρδιες των προαναφερθέντων τριών, όταν οι τελευταίοι είχαν ρεπό.

Κατά τις ώρες λειτουργίας των γραφείων και των καταστημάτων οι υπάλληλοι της εναγομένης είχαν την υποχρέωση να περιπολούν στους κοινόχρηστους χώρους του κτηρίου, το οποίο - σημειωτέον - αποτελείται από υπόγειο, ισόγειο, πρώτο και δεύτερο όροφο, πλην αυτών που ήταν μονίμως κλειδωμένοι (π.χ. ταράτσα, μηχανοστάσιο) και όταν καλούνταν από τους υπευθύνους των γραφείων ή των καταστημάτων παρενέβαιναν για την απομάκρυνση ανεπιθύμητων προσώπων.

Μετά τη λήξη του ωραρίου λειτουργίας των καταστημάτων και των γραφείων, οι φύλακες κατά τη διέλευσή τους από τους κοινόχρηστους διαδρόμους έπρεπε να ελέγχουν αν οι εξωτερικές θύρες τους (των καταστημάτων και των γραφείων) ήταν κλειστές και σε αντίθετη περίπτωση ενημέρωναν το ιδιοκτήτη της επιχείρησης ή του γραφείου, πράγμα που έπρατταν και στην περίπτωση που παρατηρούσαν κάτι αξιοπερίεργο εντός αυτών.

Κατά τον τρόπο αυτό πολλάκις ενημερώθηκαν οι ιδιοκτήτες επιχειρήσεων και γραφείων για την παράλειψή τους, εκ παραδρομής των ιδίων ή των υπαλλήλων τους, να ασφαλίσουν την εξωτερική πόρτα των καταστημάτων και γραφείων τους... Περαιτέρω ... η ενάγουσα διατηρούσε ατομική επιχείρηση εισαγωγής και εμπορίας κλιμακίων, χαλιών και χειροποίητων έργων τέχνης ...

Η ως άνω επιχείρηση λειτουργούσε σε μισθωμένο κατάστημα στο αίθριο του υπογείου του ως άνω εμπορικού κέντρου από το 1995. Εμπιστευόμενη δε τις υπηρεσίες της εναγόμενης (προς την οποία, όμως, δεν συνδεόταν συμβατικώς) η ενάγουσα, δεν έλαβε άλλα μέτρα προστασίας των εμπορευμάτων της, με αποτέλεσμα το κατάστημά της να μην διαθέτει συναγερμό, κάμερες ασφαλείας ούτε ασφαλιστική κάλυψη.

Περαιτέρω, στο πλαίσιο άσκησης της επιχειρηματικής της δραστηριότητας, η ενάγουσα συμμετείχε συχνά σε εκθέσεις και για το λόγο αυτό πραγματοποιούσε μεταφορές εμπορευμάτων από το κατάστημά της προς τους εκθεσιακούς χώρους και το αντίστροφο. Οι μεταφορές αυτές διενεργούνταν από προσωπικό της επιλογής της εφοδιασμένο με κατάλληλο εξοπλισμό κατά τρόπο οργανωμένο υπό την επίβλεψη του συζύγου της, τις περισσότερες φορές σε ημέρες και ώρες που δεν βρίσκονταν σε λειτουργία τα καταστήματα και τα γραφεία του ως άνω εμπορικού κέντρου.

Η διενέργεια της μεταφοράς γινόταν πάντοτε, εκ των πραγμάτων, αντιληπτή από το φύλακα που είχε βάρδια κατά τη διάρκεια των περιπολιών του στους κοινόχρηστους χώρους του εμπορικού κέντρου, οπότε ο σύζυγος της ενάγουσας του παρείχε τις απαιτούμενες διευκρινίσεις καθησυχάζοντάς τον, μάλιστα δε αυτό μερικές φορές σημειωνόταν και στο αρμόδιο βιβλίο συμβάντων.

Στις 8-3-2008, ημέρα Σάββατο και περί ώρα 16:00’ , ο σύζυγος της ενάγουσας, μετά τη λήξη του ωραρίου λειτουργίας των καταστημάτων, έκλεισε το ως άνω κατάστημα, το οποίο επισκέφθηκε εκ νέου την Καθαρά Δευτέρα 10-3-2008 περί ώρα 17:00’ όπου και παρέμεινε μέχρι και την ώρα 19:00’ , οπότε και αποχώρησε. Προσερχόμενος την επομένη, 11-3-2008, και περί ώρα 08:15με σκοπό να θέσει σε λειτουργία το προαναφερόμενο κατάστημα, διαπίστωσε ότι η εξωτερική γυάλινη θύρα εισόδου του ήταν ανοικτή καθώς είχαν απασφαλιστεί οι κλειδαριές του, ενώ από το εσωτερικό του έλειπαν 46 χειροποίητα χαλιά συνολικού εμβαδού 161,77 τ.μ.

εκ των οποίων 21 μάρκας ..., 18 μάρκας ..., 2 μάρκας ... κατασκευασμένα, όλα τα προηγούμενα, από μετάξι και 5 μάρκας ... από μαλλί και μετάξι. Επρόκειτο για ιδιαίτερα καλής ποιότητας χαλιά, δεδομένου ότι αποτελούνταν από 2.000.000 κόμπους ανά τετραγωνικό μέτρο, που παράγονται στο Ιράν, απ’ όπου και εισάγονται στην Ελλάδα".

Δέχεται περαιτέρω το Εφετείο, κάνοντας λεπτομερή ανάλυση ως προς την ποσότητα, ποιότητα, το είδος, τις διαστάσεις και την τιμή μονάδος των χαλιών αυτών ότι, "η συνολική αξία τους, σύμφωνα με την υπολογιζόμενη, ως ανωτέρω, τιμή (μαζί με τους δασμούς εισαγωγής του) ανά τ.μ. καθενός χαλιού, ανερχόταν για το έτος 2008...

στο συνολικό ποσό των 223.655 ευρώ". Ακολούθως δέχεται ότι " αυθημερόν - μετά την κατά ανωτέρω διαπίστωση της διαρρήξεως - και περί ώρα 10:00 ο σύζυγος της ενάγουσας μετέβη στο Τμήμα Ασφάλειας ..., όπου κατήγγειλε ότι κατά το χρονικό διάστημα από ώρα 16.00 της 8-3-2008 έως ώρα 08.15 της 11-3-2008, άγνωστος ή άγνωστοι δράστες, αφού διέρρηξαν την κλειδαριά της γυάλινης θύρας εισόδου του ανωτέρω καταστήματος της συζύγου του, αφαίρεσαν (κλειδαριά) και ανασήκωσαν αυτή (θύρα) με αποτέλεσμα να απασφαλιστεί η κάτω κλειδαριά επιτρέποντάς τους να εισέλθουν στο κατάστημα, από το οποίο και αφαίρεσαν τα ... 46 χειροποίητα χαλιά ...

Περαιτέρω δε, στο πλαίσιο διερευνήσεως της υποθέσεως αυτής, ο σύζυγος της ενάγουσας απευθύνθηκε σε ιδιοκτήτη κοσμηματοπωλείου, του οποίου η επιχείρηση στεγάζεται σε ισόγειο κατάστημα του ως άνω εμπορικού κέντρου, από τον οποίο και παρέλαβε φωτογραφικό υλικό από τις τέσσερις κάμερες ασφαλείας, που ο τελευταίος χρησιμοποιούσε για την ασφάλεια της προαναφερθείσας επιχειρήσεώς του και οι οποίες κάλυπταν αποκλειστικά τους κοινόχρηστους χώρους του ισογείου καθώς και το χώρο της πρασιάς έμπροσθεν του εμπορικού κέντρου και στις οποίες (φωτογραφίες) εμφαίνονταν δύο άτομα, που δεν ανήκουν στο υπαλληλικό προσωπικό της ενάγουσας, κινούμενα στους κοινόχρηστους διαδρόμους του ισογείου του εμπορικού κέντρου μέχρι την οδό ..., να μεταφέρουν από ώρα 20.15 έως 23.30 της 10-3-2008 χωρίς εξοπλισμό και κατά τρόπο άναρχο χαλιά, σε Van λευκού χρώματος, που είχαν σταθμεύσει σε πλησίον ευρισκόμενη νησίδα, στους παρακείμενους του εμπορικού κέντρου δρόμους, σε απόσταση περίπου 100 μέτρων από αυτό.

Αντιθέτως, κατά το χρονικό διάστημα από τις απογευματινές ώρες της 10-3-2008 έως και τις 07:00 της 11-3-2008 δεν καταγράφηκε από τις κάμερες ασφαλείας του ανωτέρω κοσμηματοπωλείου ... φυσική παρουσία των υπαλλήλων της εναγομένης στους κοινόχρηστους χώρους του ισογείου. Περαιτέρω ... αποδείχθηκε ότι στο τηρούμενο από την εναγόμενη βιβλίο συμβάντων αναφέρεται ότι οι υπάλληλοί της που εκτελούσαν α) τη βάρδια 14.00- 22.00 της 10-3-2008 με τον κωδικό Α6 και για τη βάρδια από 22.00 της 10-3-2008 έως τις 06.00 της 11- 3-2008 με τον κωδικό Α5 σημείωσαν ότι εγένοντο οι περιπολίες και όλα, κατά τους ελέγχους, ήταν "ΟΚ".

Από τα ανωτέρω ... συνάγεται αβίαστα ως αποδεικτικό πόρισμα ότι τα όσα καταγράφηκαν, κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, στο ως άνω τηρούμενο ... από την εναγόμενη βιβλίο συμβάντων για το εμπορικό κέντρο "..." δεν ανταποκρίνονταν στην πραγματικότητα και, επομένως, συνάγεται περαιτέρω ... ότι οι υπάλληλοι της εναγομένης δεν ασκούσαν κανονικά και με επιμέλεια την εποπτεία του χώρου του εμπορικού κέντρου κατά το χρονικό διάστημα που έλαβε χώρα η κλοπή, αλλά ούτε και κατά τον αμέσως μεταγενέστερο χρόνο (μέχρι περίπου την ώρα 07.00 της 11.3.2008), καθόσον σε αντίθετη περίπτωση, αν ασκούσαν αυτοί, όχι μόνο κατά τα τον συμβατικά ορισθέντα και συνήθη τρόπο, αλλά και στο πλαίσιο της απαιτούμενης επιμέλειας του μέσου συνετού ανθρώπου, για να μην ζημιώνει άλλον με τις ενέργειες και τις παραλείψεις του, τα καθήκοντά τους, θα είχαν ευχερώς αντιληφθεί την ύπαρξη των δραστών στο χώρο του εμπορικού κέντρου, την απομάκρυνση των χαλιών και την απασφαλισμένη θύρα στο κατάστημα της ενάγουσας, περαιτέρω δε θα είχαν ειδοποιήσει την τελευταία, όπως και την Άμεση Δράση, και θα είχαν καταγράψει το περιστατικό, στο ως άνω βιβλίο συμβάντων, όπως, εξάλλου, και θα είχαν καταγραφεί οι περιπολίες τους από κάμερες ασφαλείας άλλων καταστημάτων ...

Η συμπεριφορά δε αυτή των υπαλλήλων της εναγομένης μπορεί να οφείλεται μεν στην από προσωπική τους υπαιτιότητα (βαρεία αμέλεια) πλημμελή εκτέλεση των καθηκόντων τους, αλλά, σε κάθε περίπτωση, συνάγεται ότι οφείλεται και σε υπαιτιότητα της ίδιας της εναγομένης, η οποία, από βαρεία αμέλεια, παρέλειψε να ασκήσει την απαιτούμενη από το μέσο συνετό άνθρωπο στις συναλλαγές εποπτείας αυτών το βράδυ της 10/3/2008 ...

Σημειωτέον δε ότι, εφόσον ... αποδείχθηκε ότι κατά το χρόνο της ένδικης κλοπής δεν ασκούσαν επιμελώς τα καθήκοντά τους στο χώρο του εμπορικού κέντρου οι υπάλληλοι της εναγομένης, δεν περιήλθε αυτή (η κλοπή) σε γνώση τους, ενώ οι παραπάνω καταγραφές ότι δήθεν όλα έβαιναν καλώς στο εμπορικό κέντρο συνάγεται κατά τα ανωτέρω ότι έγιναν εκ των υστέρων (μετά την ώρα 07.00’ της 11.3.2008), αφού - διαφορετικά - εάν έκαναν τις περιπολίες και δεν παρέλειπαν τον έλεγχο των κοινοχρήστων χώρων του εμπορικού κέντρου θα είχε αποτραπεί η διάρρηξη του καταστήματος της ενάγουσας με τις παραπάνω συνέπειες...

Η εναγόμενη είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση (πέραν της συμβάσεώς της με του; διαχειριστές του εμπορικού κέντρου) και προς τους ενοίκους αυτού, όπως αυτή προκύπτει από την καλή πίστη κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη και από το γενικό πνεύμα του δικαίου, να μην παράγει κινδύνους, δια των προστηθέντων υπαλλήλων της, ενεργώντας ως μέσος επιμελής και συνετός άνθρωπος.

Ειδικότερα, η παράλειψη της εναγομένης, δια των προστηθέντων υπαλλήλων της, να προβεί στις περιπολίες και στους ανά ώρα ελέγχους των κοινόχρηστων χώρων του εμπορικού κέντρου και των εισόδων των καταστημάτων, συνιστά άδικη πράξη με τη μορφή της (βαρείας) αμέλειας προς την ενάγουσα, ως ένοικο του εμπορικού κέντρου, η οποία δεν είλκε, απλώς, συμφέροντα στο πλαίσιο μη γνήσιας συμβάσεως υπέρ τρίτου (που ήταν η παραπάνω σύμβαση παροχής ανεξαρτήταων, υπηρεσιών...), αλλά επιπλέον κατέβαλε (όπως έκαστος των λοιπών ενοίκων) και στη διαχείριση του εμπορικού κέντρου μερίδιο για την φύλαξη αυτού, που ανερχόταν συνολικά, κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, συνολικώς (για όλους τους ενοίκους) σε 4.850 ευρώ μηνιαίως ..., από το οποίο και συνάγεται επιπλέον - με βάση την καλή πίστη και το γενικό πνεύμα του δικαίου- η προαναφερόμενη ιδιαίτερη νομική υποχρέωση της εναγομένης και προς αυτήν (όπως και προς τους λοιπούς ενοίκους του εμπορικού κέντρου) για την τέλεση όλων των θετικών ενεργειών (περιπολιών και ελέγχων των κοινοχρήστων χώρων και εισόδων των καταστημάτων που λειτουργούσαν οι ένοικοι στο εμπορικό κέντρο), ταυτοχρόνως δε την αποφυγή των παραλείψεων σε σχέση με τον έλεγχο και την, σε περίπτωση κινδύνου, ειδοποίηση της Άμεσης Δράσης, των διαχειριστών και των ενοίκων του εμπορικού κέντρου, ώστε να μην δημιουργείται εξ αυτών, όπως εν προκειμένω, κατάσταση κινδύνου για την ακεραιότητα της περιουσίας τους, που εφόσον η εναγόμενη, δια των προστηθέντων υπαλλήλων της, δεν είχε δημιουργήσει με την παραπάνω συμπεριφορά της και, ταυτοχρόνως, είχε ενεργήσει, κατά το μέσο επιμελή και συνετό άνθρωπο, αυτοτελώς και δια των προστηθέντων υπαλλήλων της (ως προς την οποία - εναγόμενη - υφίσταται έτσι και αντικειμενική ευθύνη, κατ’ άρθρον 922 ΑΚ), θα έπραττε αποτρεπτικά, ώστε να αποφευχθεί η παραπάνω ζημία στην ενάγουσα, η οποία επήλθε, συνδεόμενη προσφόρως και αιτιωδώς με την προαναφερθείσα συμπεριφορά της εναγομένης.

Επομένως, στοιχειοθετείται στην συγκεκριμένη περίπτωση η εν λόγω (στο πλαίσιο που οριοθετείται με την περί αδικοπραξίας βάση) παράνομη συμπεριφορά με τη μορφή της (βαρείας) αμέλειας έναντι της ενάγουσας και δια των προστηθέντων υπαλλήλων της εναγομένης, που είναι αναγκαίο στοιχείο της αδικοπρακτικής ευθύνης και η οποία συμβαίνει ...

όταν η προσβολή συνίσταται στην παράβαση του γενικού καθήκοντος επιμέλειας (όπως εν προκειμένω), σύμφωνα με το οποίο αξιώνεται από κάθε κοινωνό να συμπεριφέρεται όπως ο μέσος συνετός συναλλασσόμενος, άσχετα αν κατά τα λοιπά η συμπεριφορά του αποτελεί ή όχι και παράβαση συγκεκριμένου απαγορευτικού ή επιτακτικού κανόνα δικαίου.

Εξάλλου, μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς της εναγομένης και της ζημίας που προκλήθηκε στην ενάγουσα από αυτήν- ως προς την οποία, κατά τα ανωτέρω γενόμενα δεκτά, υφίσταται πρόσφορη αιτιώδης συνάφεια, αφού, όπως επίσης προαναφέρεται, η συμπεριφορά αυτή (δηλαδή, να μην προβούν - δεδομένου ότι δεν ασκούσαν τα καθήκοντά τους ως όφειλαν - οι προστηθέντες υπάλληλοι της εναγομένης στους ελέγχους για την ασφαλή κατάσταση του εμπορικού κέντρου και, επομένως, να μην ειδοποιήσουν για την αποτροπή της προαναφερθείσας κλοπής) κατά τον παραπάνω χρόνο και υπό τις προαναφερόμενες συνθήκες που έλαβε χώρα, ήταν ικανή, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων και χωρίς τη μεσολάβηση άλλου περιστατικού, να επιφέρει τη συγκεκριμένη ζημία, όπως παραπάνω προσδιορίζεται ...

Εξάλλου, λαμβάνοντας υπόψη το μέγεθος της ζημίας της ενάγουσας από την ως άνω αδικοπρακτική - αμελή συμπεριφορά της εναγομένης, διά των προστηθέντων υπαλλήλων της, τον βαθμό του πταίσματος που συντρέχει στο πρόσωπο της εναγομένης και των προστηθέντων υπαλλήλων της και τις εν γένει συνθήκες τελέσεως της παραπάνω άδικης πράξης, καθώς και την κοινωνική και οικονομική κατάσταση των διαδίκων μερών, κρίνει ότι εύλογο και δίκαιο ποσό για την χρηματική ικανοποίηση της ενάγουσας, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστη από την προμνησθείσα παράνομη και υπαίτια πράξη της εναγομένης, είναι αυτό των 10.000 ευρώ".

Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές του το Εφετείο, κάνοντας δεκτή την έφεση της αναιρεσίβλητης, εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, που είχε απορρίψει την ένδικη αγωγή, ακολούθως δε, αφού έκρινε νόμιμη αυτήν ως προς την από την αδικοπραξία βάση της, δέχθηκε αυτή κατά ένα μέρος και κατ’ ουσίαν και αναγνώρισε ότι η εναγομένη υποχρεούται να καταβάλει στην ενάγουσα αποζημίωση 223.655 ευρώ και χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη 10.000 ευρώ.

Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, του οποίου το αποδεικτικό πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 914, 298, 330, 334, 922, 932 του ΑΚ και 15 του ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού από το αιτιολογικό αυτής προκύπτουν σαφώς όλα τα περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου στη συγκεκριμένη περίπτωση περί της συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων των διατάξεων που εφαρμόσθηκαν, ενώ έχει τις αναγκαίες αιτιολογίες, οι οποίες είναι σαφείς, πλήρεις και δεν αντιφάσκουν ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ειδικότερα, τα δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά πληρούσαν το πραγματικό των διατάξεων των άρθρων 914, 330, 298, 334, 922, 932 του ΑΚ, και δικαιολογούσαν την παραδοχή της ένδικης αγωγής από αδικοπραξία, που τελέσθηκε από την αμελή συμπεριφορά των προστηθέντων υπαλλήλων της εναγομένης με συνέπεια να μη αποτραπεί η κλοπή που άγνωστοι δράστες διέπραξαν στο κατάστημα της ενάγουσας, ώστε να υποστεί η τελευταία τη ζημία που ισούται με την αξία των αφαιρεθέντων απ’ αυτό κινητών πραγμάτων.

Στις αιτιολογίες αυτές δεν υπάρχει αντίφαση από την προηγούμενη απόρριψη της κύριας βάσεως που προϋπέθετε από δόλο συνέργεια των υπαλλήλων της εναγομένης διότι ναι μεν το Εφετείο δέχεται ότι οι προστηθέντες υπάλληλοι αυτής δεν συμμετείχαν ως άμεσοι συνεργοί στην πράξη της κλοπής που άγνωστοι δράστες διέπραξαν, δέχεται όμως περαιτέρω την επικουρική -από αδικοπραξία πάλι- βάση της αγωγής, η οποία νομίμως, κατά τα προεκτεθέντα στηριζόταν σε υπαιτιότητα των προστηθέντων υπαλλήλων της εναγομένης από βαριά αμέλεια ως προς την οφειλόμενη φύλαξη του εμπορικού κέντρου και του καταστήματος της ενάγουσας.

Ούτε πάλι συνιστούν αντίφαση στα ανωτέρω το γεγονός ότι κατά των προστηθέντων υπαλλήλων της εναγομένης δεν ασκήθηκε ποινική δίωξη για την αξιόποινη πράξη της άμεσης συνέργειας σε κλοπή, αφού σαφώς δέχεται το Εφετείο ότι τέτοια αξιόποινη πράξη που να συνιστά την αδικοπραξία τους δεν αποδείχθηκε ότι διέπραξαν οι τελευταίοι, αν και η αγωγή είχε τέτοιο έρεισμα, αλλά η αδικοπραξία των ανωτέρω υπαλλήλων της εναγομένης, που καθιστά κι αυτήν υπεύθυνη σε αποζημίωση, συνίσταται στην παραπάνω αμελή συμπεριφορά που επέδειξαν, εξαιτίας της οποίας δεν απέτρεψαν την διαπραχθείσα από τους άγνωστους δράστες κλοπής.

Επομένως, οι τέταρτος, πέμπτος, έκτος, έβδομος και όγδοος λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως, που όλοι εκτιμώνται ως πλημμέλειες από τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ, με τους οποίους προβάλλονται αντίθετες αιτιάσεις, είναι αβάσιμοι, αφού, κατά τα προεκτιθέμενα, ως προς τα παραπάνω ζητήματα το από τις αποδείξεις πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, πληρότητα και κατά λογική ακολουθία τρόπο στην προσβαλλόμενη απόφαση, με τους ίδιους δε λόγους, κατά τα λοιπά, εκ του περιεχομένου των οποίων δεν συντρέχει εξαιρετική περίπτωση από εκείνες του αρθρ. 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, πλήττεται πλέον, μέσω των αναφερόμενων στο αναιρετήριο νομικών και πραγματικών επιχειρημάτων της αναιρεσείουσας, η ουσία αποκλειστικά της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

5.- Η αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εξειδικεύονται με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που αποτελούν την προϋπόθεση της εφαρμογής του κανόνα δικαίου ή μνημονεύονται απλώς τα στοιχεία του νόμου, χωρίς αναφορά των περιστατικών, ελέγχεται αναιρετικά από τους προβλεπόμενους στο άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 ΚΠολΔ λόγους, όταν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη τέτοια περιστατικά μολονότι δεν περιλαμβάνονταν στο δικόγραφο αυτής και παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτη (αόριστη) την αγωγή.

Περαιτέρω, από το άρθρο 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, η αγωγή εκτός από τα στοιχεία που ορίζονται στα άρθρα 118 ή 117 πρέπει να περιέχει α) σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, β) ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς, γ) ορισμένο αίτημα.

Από αυτά, σε συνδυασμό και με τις διατάξεις των άρθρων 914, 297 και 298 ΑΚ προκύπτει ότι, για το ορισμένο αγωγής με την οποία ζητείται αποζημίωση λόγω αδικοπραξίας του εναγομένου, αρκεί να εκτίθενται στο δικόγραφο αυτής τα πραγματικά περιστατικά που κατά νόμο θεμελιώνουν την παράνομη ζημιογόνο συμπεριφορά του εναγομένου, την υπαιτιότητα (δόλο ή αμέλεια) αυτού και την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της εν λόγω συμπεριφοράς του εναγομένου και της ζημίας του ενάγοντος, και να καθορίζεται το ποσό αυτής κατά αιτία.

Στη συγκεκριμένη περίπτωση, κατά την ενδιαφέρουσα εν προκειμένω αγωγική βάση, η ενάγουσα ισχυρίσθηκε ότι διατηρεί κατάστημα πωλήσεων χαλιών σε εμπορικό κέντρο, τη φύλαξη του οποίου είχε αναλάβει η εναγομένη με σύμβαση που είχε συνάψει με τον διευθύνοντα το εμπορικό κέντρο. Ότι κατά τον αναφερόμενο χρόνο άγνωστοι διέρρηξαν το κατάστημά της και αφαίρεσαν χαλιά αξίας 270.014 ευρώ, τα οποία περιγράφει κατ’ αριθμό, ποιότητα και είδος, με αποτέλεσμα την ισόποση ζημία της.

Ότι η κλοπή οφείλεται κυρίως μεν στη συνέργεια των προστηθέντων από την εναγομένη στη φύλαξη του εμπορικού κέντρου υπαλλήλων της οι οποίοι εκ προθέσεως παρέλειψαν να ασκήσουν τα προς φύλαξη καθήκοντά της επιτρέποντας στους διαρρήκτες να ενεργήσουν την κλοπή, επικουρικά δε στην από βαριά αμέλεια πλημμελή εκπλήρωση των καθηκόντων τους για επιτήρηση του εμπορικού κέντρου και την πραγματοποίηση των επιβεβλημένων ανά ώρα ελέγχων, εξ αιτίας της οποίας οι δράστες της κλοπής κατόρθωσαν να διαρρήξουν το κατάστημά της και να διαπράξουν την κλοπή.

Για τους λόγους αυτούς ζήτησε να αναγνωρισθεί ότι η εναγομένη που τους προέστησε στην υπηρεσία αυτή υποχρεούται να της πληρώσει αποζημίωση ίση με την αξία των χαλιών (270.014 ευρώ), και χρηματική ικανοποίηση 29.956 ευρώ για την αποκατάσταση της ηθικής της βλάβης. Με βάση το περιεχόμενο και αίτημα αυτό, η αγωγή είναι ορισμένη και ως προς την αξία των κλαπέντων χαλιών που συνιστά την ζημία της ενάγουσας, δεν ήταν δε αναγκαίο για τον προσδιορισμό της τελευταίας να αναφέρεται στο δικόγραφο της αγωγής, ο ειδικότερος χρωματισμός και σχεδιασμός των χαλιών αυτών, τα πρόσθετα λογιστικά στοιχεία-τιμολόγια, τα δελτία αποστολής, οι ημερομηνίες εισαγωγής τους, καθώς και τα λοιπά λογιστικά στοιχεία κόστους αυτών και τα ποσά που καταβλήθηκαν για την προμήθειά τους, ως και τα έγγραφα για τη μεταφορά τους στο κατάστημα της, όπως ισχυρίσθηκε με την ένσταση περί αοριστίας της αγωγής η εναγομένη αναφορικά με τον προσδιορισμό της ζημίας της ενάγουσας, καθόσον τα στοιχεία αυτά αποτελούσαν αντικείμενο της αποδεικτικής διαδικασίας και όχι αναγκαίο στοιχείο για το ορισμένο της αγωγής ως προς την ζημία που υπέστη η ενάγουσα από την αδικοπραξία των προστηθέντων υπαλλήλων της εναγομένης.

Το Εφετείο, επομένως, που έκρινε ομοίως και απέρριψε την άνω περί αοριστία της αγωγής ένσταση της εναγομένης, δεν παρέλειψε παρά το νόμο να κηρύξει απαράδεκτο και συνεπώς, ο ένατος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως κατά το πρώτο μέρος του από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, όπως εκτιμάται, είναι αβάσιμος.

Επίσης αβάσιμος και απορριπτέος είναι ο ίδιος λόγος αναιρέσεως (ένατος) ως προς το δεύτερο μέρος του, κατά το οποίο υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθ. 8 εδ. β’ ΚΠολΔ η αναιρεσείουσα προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη την άνω προταθείσα νομίμως ένσταση αοριστίας της αγωγής, αφού κατά τα προεκτεθέντα, το Εφετείο, ευθέως έλαβε υπόψη του την ένσταση αυτή της εναγομένης και την απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη (βλ. 12ο φύλλο, δεύτερη όψη της προσβαλλόμενης απόφασης).

Τέλος, με τον αυτό επίσης λόγο αναιρέσεως (ένατος) κατά το τρίτο μέρος του, υπό την επίκληση της διατάξεως του άρθρου 559 αριθ. 11 του ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό πόρισμα ως προς την προρρηθείσα αξία των κλαπέντων χαλιών που συνιστούσε την ζημία της ενάγουσας, εκτιμώντας εσφαλμένα και με ανεπάρκεια τα προσκομισθέντα αποδεικτικά στοιχεία και χωρίς να έχει προσκομισθεί κανένα έγγραφο αποδεικτικό στοιχείο με το οποίο να προσδιορίζεται με σαφήνεια και ακρίβεια η αξία των χαλιών αυτών.

Ο λόγος αυτός της αιτήσεως αναιρέσεως είναι προεχόντως απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον οι προβαλλόμενες ως άνω αιτιάσεις ανάγονται στην εκτίμηση και αξιολόγηση των αποδείξεων από το Δικαστήριο της ουσίας που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ).

6.- Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ, κατά την οποία αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, συνάγεται ότι ο λόγος αυτός ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά στοιχεία άντλησε την απόδειξη γι’ αυτά.

Στην προκείμενη περίπτωση, με το δέκατο λόγο αναιρέσεως η αναιρεσείουσα μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση, γιατί το Εφετείο χωρίς απόδειξη οδηγήθηκε στον σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος ως προς τα κρίσιμα ζητήματα του αριθμού των ευρισκομένων στο κατάστημά της ενάγουσας και κλαπέντων χαλιών, καθώς και της αξίας αυτών που συνιστούσε τη ζημία της.

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αληθώς από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (και όχι από τον αριθμό 13 του ίδιου άρθρου όπως η αναιρεσείουσα διατείνεται), είναι αβάσιμος γιατί, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, μνημονεύονται σ’ αυτήν όλα τα αποδεικτικά μέσα (καταθέσεις μαρτύρων, έγγραφα, διδάγματα της κοινής πείρας κλπ) βάσει των οποίων το Εφετείο σχημάτισε το αποδεικτικό του πόρισμα ως προς τα παραπάνω κρίσιμα ζητήματα.

Κατά τα λοιπά, ο ίδιος λόγος είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον οι προβαλλόμενες αιτιάσεις ανάγονται στην εκτίμηση και αξιολόγηση των αποδείξεων από το Δικαστήριο της ουσίας που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ).

7.- Από την όλη δομή του Συντάγματος και ιδίως από τα άρθρα 2 παρ. 1 και 25 αυτού συνάγεται ως γενική αρχή αυξημένης τυπικής ισχύος ότι η έννομη συνέπεια, η οποία είτε προβλέπεται από τον κοινό νομοθέτη in abstracto, είτε απαγγέλλεται σε συγκεκριμένη περίπτωση από δικαστικό ή διοικητικό όργανο, πρέπει να τελεί σε σχέση ανεκτής αναλογίας προς το πραγματικό του οικείου κανόνα δικαίου, δηλαδή να μην υπερβαίνει τα ακραία ανεκτά όρια κατά την κοινή περί δικαίου συνείδηση σε ορισμένο τόπο και χρόνο.

Η προβλεπόμενη από το άρθρο 932 ΑΚ χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης αποφασίζεται κατ’ αρχήν αναιρετικά ανέλεγκτα από το ουσιαστικό δικαστήριο με βάση τους ισχυρισμούς και τα αποδεικτικά στοιχεία τα οποία θέτουν στην διάθεσή του οι διάδικοι. Πλην όμως, επιβάλλεται σε κάθε περίπτωση να τηρείται κατά τον καθορισμό του επιδικαζόμέεου ποσού η αρχή της αναλογικότητας υπό την εκτεθείσα έννοια, δηλαδή να μην υπερβαίνει η σχετική κρίση τα ακραία όρια της διακριτικής ευχέρειας, πράγμα το οποίο, αν συμβαίνει, ελέγχεται ως παραβίαση της ανωτέρω γενικής νομικής αρχής ως πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ (ΟλομΑΠ 9/2015).

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο με τη προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε ότι η αναιρεσείουσα, εξ αιτίας της προεκτεθείσας αδικοπρακτικής της συμπεριφοράς των υπαλλήλων της εναγομένης και τη περιουσιακής ζημίας που υπέστη, προκάλεσε ηθική βλάβη στην αναιρεσίβλητη, λαμβάνοντας δε υπόψη το μέγεθος της ζημίας της ενάγουσας, το βαθμό του πταίσματος (βαριά αμέλεια) που συντρέχει στο πρόσωπο των προστηθέντων υπαλλήλων της εναγομένης και τις εν γένει συνθήκες τελέσεως της άδικης πράξης, καθώς και την κοινωνική και οικονομική κατάσταση των διαδίκων μερών, έκρινε ότι εύλογο και δίκαιο ποσό για τη χρηματική ικανοποίηση της ενάγουσας, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστη, είναι αυτό των 10.000 ευρώ.

Κρίνοντας έτσι το Δικαστήριο, ύστερα από αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, δεν υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, αφού το επιδικασθέν ποσό δεν είναι, κατά την κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και την περί δικαίου συνείδηση, μεγαλύτερο από τα επιδικαζόμενα σε παρόμοιες περιπτώσεις.

Επομένως, το δικαστήριο της ουσίας δεν παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας, τα δε αντιθέτως υποστηριζόμενα με τον ενδέκατο αναιρετικό λόγο, κατά το πρώτο μέρος του, από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ είναι αβάσιμα. Επομένως, ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί.

8.- Κατά το άρθρο 176 ΚΠολΔ, ο διάδικος που νικήθηκε καταδικάζεται να πληρώσει τα έξοδα, κατά το άρθρο 178 του ίδιου κώδικα σε περίπτωση μερικής νίκης ή μερικής ήττας κάθε διαδίκου το δικαστήριο επιβάλει τα δικαστικά έξοδα ανάλογα με την έκταση της νίκης ή ήττας, ενώ κατά το άρθρο 179 του ίδιου κώδικα το δικαστήριο μπορεί να συμψηφίσει όλα τα έξοδα ή μέρος τους μόνο αν πρόκειται για διαφορές ανάμεσα σε συζύγους ή συγγενείς εξ αίματος έως και το δεύτερο βαθμό ή όταν η ερμηνεία του κανόνα δικαίου που εφαρμόστηκε ήταν ιδιαίτερα δυσχερής. Η καταψήφιση στη δικαστική δαπάνη του διαδίκου που νικήθηκε δεν έχει ανάγκη ειδικής αιτιολογίας και είναι συνέπεια της αρχής της ήττας (άρθρο 176 ΚΠολΔ), ενώ ο συμψηφισμός εν όλω ή εν μέρει της δικαστικής δαπάνης λόγω μερικής ήττας ή λόγω ιδιαίτερης δυσχέρειας της διάταξης που εφαρμόστηκε κατ’ άρθρο 178 παρ. 1 και 179 ΚΠολΔ απόκειται στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας που δεν ελέγχεται αναιρετικά.

Εν προκειμένω, με τον ενδέκατο, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγο αναίρεσης προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του προσδιόρισε τη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης στο ποσό των 9.350 ευρώ και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, μετά την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης και την μερική παραδοχή της ένδικης αγωγής, υποχρεώνοντάς την να καταβάλει σ’ αυτήν το ποσό αυτό λόγω της ήττας της, παρά το ότι στον πρώτο βαθμό είχαν συμψηφιστεί τα δικαστικά έξοδα και η αναιρεσίβλητη δεν υποχρεώθηκε στην καταβολή δικαστικού ενσήμου λόγω της μετατροπής του καταψηφιστικού της αιτήματος σε αναγνωριστικό. Ο λόγος αυτός της αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί, καθόσον, σύμφωνα με τη νομική σκέψη που προηγήθηκε, η καταψήφιση στα δικαστικά έξοδα του διαδίκου που νικήθηκε δεν έχει ανάγκη ειδικής αιτιολογίας και είναι συνέπεια της αρχής της ήττας (άρθρο 176 ΚΠολΔ), ενώ ο συμψηφισμός, εν όλω ή εν μέρει, των δικαστικών εξόδων λόγω της εν μέρει νίκης και ήττας των διαδίκων ή της ιδιαίτερης δυσχέρειας που εμφανίζει η ερμηνεία του κανόνα δικαίου που εφαρμόστηκε, απόκειται στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, που δεν ελέγχεται αναιρετικά.

9.- Κατόπιν τούτων, η ένδικη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης που παραστάθηκε σε βάρος της αναιρεσείουσας λόγω της ήττας της, όπως στο ειδικότερα διατακτικό αναφέρεται (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος για την άσκηση της αίτησης αναιρέσεως παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 8.10.2015 αίτηση της Π. Π. για αναίρεση της υπ’ αριθ. 6098/2014 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία προσδιορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναιρέσεως, παραβόλου.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Ιουνίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 16 Ιουνίου 2017.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ