Legislator Case Law & Legislation
1040/2015 AI generated

1040/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1040/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Μπιχάκη Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ιωάννη Σίδερη), Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Μαρία Βαρελά και Ασπασία Μαγιάκου, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1040/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Keywords

AI generated
non-active status expired residence permit gainful inactivity long-term unemployment previous legal status previous domicile
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1040 / 2015 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1040/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Μπιχάκη Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ιωάννη Σίδερη), Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Μαρία Βαρελά και Ασπασία Μαγιάκου, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 22 Απριλίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Δ. Τ. του Ν., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Παπαναγιώτου.

Του αναιρεσιβλήτου: Γ. Κ. του Μ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ισμήνη Δωρή.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-12-2010 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Σύρου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 116ΤΠ/2012 του ίδιου Δικαστηρίου και 40/2014 του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητάει ο αναιρεσείων με την από 25-6-2014 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Διονυσοπούλου ανέγνωσε την από 8-12-2014 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή από τις διατάξεις των άρθρων 1118, 1119, 1120 και 1121 ΑΚ συνάγεται ότι επί ακινήτου μπορεί να αποκτηθεί εμπράγματο δικαίωμα υπέρ του εκάστοτε κυρίου άλλου ακινήτου, που να του παρέχει κάποια ωφέλεια δηλαδή πραγματική δουλεία, όπως είναι και η δουλεία οδού. Η σύσταση του εμπραγμάτου αυτού δικαιώματος μπορεί να γίνει και με έκτακτη χρησικτησία, ως προς την οποία εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις για την κτήση της κυριότητας ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία.

Από τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 1045, 974 και 975 ΑΚ συνάγεται ότι η φυσική εξουσία επί ακινήτου επί συνεχή εικοσαετία, επιφέρει την κτήση μεν της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία αν είναι καθολική, περιλαμβάνει δηλαδή όλες τις χρησιμότητες του πράγματος και ασκείται με διάνοια κυρίου (νομή) κτήση δε πραγματικής δουλείας αν είναι μερική περιλαμβάνει δηλαδή μια ή ορισμένες μόνο χρησιμότητες του πράγματος, που αποτελούν περιεχόμενο τέτοιας δουλείας και ασκείται υπέρ του δεσπόζοντος ακινήτου, από τον κύριο αυτού με διάνοια δικαιούχου (οιονεί νομή) δηλαδή με τη θέληση να έχει ο δικαιούχος τη φυσική εξουσία ως ασκών ίδιο δικαίωμα Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.19 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται σύμφωνα με το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε, ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε, αναγόμενες μόνον στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δε συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνον το ότι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.

Περαιτέρω, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με συνεκτίμηση των αποδείξεων, δε συνιστούν παραδοχές με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αρ.19 Κ.Πολ.Δ. να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δε δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης, ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα, των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος.

Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο μετά από εκτίμηση των αποδείξεων δέχθηκε κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Δυνάμει του με αριθ. ...3.10.2002 πωλητηρίου συμβολαίου της συμβολαιογράφου ......., που μεταγράφηκε νόμιμα, ο ενάγων απέκτησε κατά κυριότητα, λόγω πώλησης, έναν αγρό, κείμενο στη θέση "..." ή "..." της κτηματικής περιφέρειας του πρώην Δήμου και ήδη δημοτικού διαμερίσματος ...

Δήμου Πάρου, έκτασης κατά το συνημμένο στο συμβόλαιο τοπογραφικό διάγραμμα 4.007,42 τ.μ., με όρια κατά το συμβόλαιο αυτό βόρεια ιδιοκτησία Δ. Τ., ανατολικά ιδιοκτησία Ν. Ρ., νότια εν μέρει ιδιοκτησία Α. Μ. και εν μέρει ιδιοκτησία Γ. Τ. και δυτικά ιδιοκτησία Α. Π., ήδη ιδιοκτησία Ι. Τ., από την οποία κατά τον εν λόγω τίτλο "οδεύεται δια δουλείας οδού πλάτους μέτρων τριών (3,00).

Η δουλεία προϋφίσταται από του έτους 1945 αναφερόμενη στα υπ’ αριθ. ...1945 και ...1954 συμβόλαια του Συμβολαιογράφου Πάρου Θεοδώρου Κονταράτου, χωρίς ποτέ τόσο το δεσπόζον όσο και οι εκάστοτε κύριοι αυτού να έχουν οχληθεί κατά την άσκηση του δικαιώματος τους από οιονδήποτε και για οποιονδήποτε λόγο οποτεδήποτε........

Ακολούθως, δυνάμει του με αριθ. ...29.1.2010 πωλητηρίου συμβολαίου της συμβολαιογράφου ......, που μεταγράφηκε νόμιμα, ο ενάγων απέκτησε κατά κυριότητα, λόγω πώλησης από τον Α. Λ., έναν αγρό κείμενο στην ίδια ως άνω θέση, έκτασης 2.000 τ.μ., χωρίς πρόσωπο σε δρόμο και σε απόσταση περίπου 110 μέτρα από τη θάλασσα, με όρια βόρεια ιδιοκτησίας του, ανατολικά ιδιοκτησία Ι.

Π. (πρώην κληρονόμων Ρ.), νοτιοανατολικά ιδιοκτησία εναγομένου, νοτιοδυτικά ιδιοκτησία Ζ. Φ. και βορειοδυτικά ιδιοκτησία Α. Τ. ....... Περαιτέρω, δυνάμει του με αριθ. ...22.4.2005 πωλητηρίου συμβολαίου της συμβολαιογράφου Πάρου ..........., που μεταγράφηκε νόμιμα, περιήλθε κατά κυριότητα στον εναγόμενο, λόγω πώλησης από τον Η.

Κ. Π., ένας αγρός (πρώην άμπελος) στην αυτή ως άνω θέση, έκτασης 4.625,90 τ.μ. κατά το συνημμένο στο συμβόλαιο τοπογραφικό διάγραμμα, που απέχει από τη θάλασσα 30 μέτρα, με όρια βορειοδυτικά ιδιοκτησία Α. Λ., βορειοανατολικά ιδιοκτησία Ν. Ρ., νοτιοανατολικά παραλία και νοτιοδυτικά ιδιοκτησία Ζ. Φ............ Όπως προεκτέθηκε, το νοτιοανατολικό όριο του ακινήτου του εναγομένου είναι παραλία.

Στη θέση αυτή ("... περιοχής ...") οι οριογραμμές αιγιαλού και παραλίας έχουν καθοριστεί διοικητικά με την με αριθ. 1067/1980 απόφαση Νομάρχη Κυκλάδων, που δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ 175/Δ/13.8.1980. Ο εναγόμενος, μετά την αγορά του ακινήτου του, υπέβαλε την από 15.9.2005 αίτηση του στο Πολεοδομικό Γραφείο Νάξου και έλαβε την με αριθ. ...24.5.2006 άδεια ανέγερσης διώροφης οικοδομής με υπόγειο και χρήση Επαγγελματικό Κτήριο -Κέντρο Αναψυχής.

Για την έκδοση της οικοδομικής άδειας υπέβαλε στο ως άνω Πολεοδομικό Γραφείο το από Σεπτεμβρίου 2005 τοπογραφικό διάγραμμα του αρχιτέκτονα μηχανικού Β. Π., το οποίο ενσωματώθηκε σε σμίκρυνση στην οικοδομική άδεια και σύμφωνα με το οποίο η νοτιοανατολική πλευρά του ακινήτου ταυτίζεται με τη γραμμή του αιγιαλού, έχει δε πρόσωπο το ακίνητο στην αγροτική οδό πλάτους εννέα (9) μέτρων που διέρχεται από τη ζώνη της παραλίας και βρίσκεται εντός των ορίων του (ήτοι η ζώνη της παραλίας είναι εντός της ιδιοκτησίας του εναγομένου), ενώ στο τοπογραφικό αυτό διάγραμμα δεν αποτυπώνεται καμιά άλλη οδός που να οδηγεί στο ακίνητο.

Ακολούθως, τον Μάρτιο του 2008, ο εναγόμενος άρχισε τις εργασίες για την ανέγερση της οικοδομής στο ακίνητο του και όλοι οι προστηθέντες από αυτόν για την ανέγερση της οικοδομής, μετά των οικοδομικών μηχανημάτων και εν γένει οχημάτων τους, διέρχονταν από την επίδικη εδαφική λωρίδα, ήτοι την επί της ιδιοκτησίας Ι.

Τ. λωρίδα γης επί της οποίας έχει δικαίωμα δουλείας οδού ο ενάγων για το πρώτο από τα ακίνητα του και από τη συνεχόμενη με αυτή εδαφική λωρίδα επί των ακινήτων του (ήτοι 1 και 4 στο σκαρίφημα της αγωγής, από τα οποία το 4 ανήκε τότε ακόμη στον Α. Λ.), πλάτους άνω των 3,50 μέτρων, βαίνουσα από το όριο του με αριθ. 1 ακινήτου με το προς δυσμάς (δουλεύον) ακίνητο του Ι.

Τ. προς νότο - νοτιοδυτικά κατά μήκος 30 περίπου μέτρων και συνεχίζουσα από το όριο του εν λόγω ακινήτου με το έτερο με αριθ. 4 ακίνητο (τότε Λ. και ακολούθως ενάγοντος), κατά μήκος του δεύτερου τούτου ακινήτου για 47 περίπου μέτρα, μέχρι την δική του ιδιοκτησία (εναγομένου), για να μεταβαίνουν σ’ αυτή για τις ανάγκες του έργου.

Προκειμένου δε να γίνεται η διέλευση των οχημάτων εκρίζωσε την υφιστάμενη μεταξύ των δύο ακινήτων οροσήμανση από ευθύγραμμη σειρά πυκνής συστάδας καλάμων. Ακολούθησαν προφορικές διαμαρτυρίες του ενάγοντος, η κοινοποιηθείσα στις 15.4.2008 στον ενάγοντα εξώδικη δήλωση του εναγομένου και του Α. Λ., με την οποία ισχυρίζονταν ότι είχαν δικαίωμα διέλευσης από την εδαφική λωρίδα επί της οποίας είχε δουλεία οδού ο ενάγων, καθώς και η από 10.3.2010 αίτηση του εναγομένου για λήψη ασφαλιστικών μέτρων σε βάρος του ενάγοντος ενώπιον του Ειρηνοδικείου Πάρου, με την οποία ζητούσε να αναγνωρισθεί προσωρινά οιονεί νομέας δουλείας διόδου επί της επίδικης εδαφικής λωρίδας.

Στην αίτηση αυτή προσάρτησε το από Μαΐου 2008 τοπογραφικό διάγραμμα του τεχνολόγου τοπογράφου Ν. Γ., στο οποίο εμφαίνεται το ακίνητο του και στο οποίο δεν αναγράφεται ως νοτιοανατολικό όριο τούτου "αγροτική οδός πλ. 9,00 μ.", όπως στο προηγούμενο τοπογραφικό διάγραμμα του Β. Π. που είχε προσκομίσει στο Πολεοδομικό Γραφείο Νάξου, αλλά αποτυπώνεται για πρώτη φορά η επίδικη εδαφική λωρίδα, που συνδέει την ιδιοκτησία του με την επαρχιακή οδό ... - ...

δια μέσου των ιδιοκτησιών Α. Λ. (ήδη του ενάγοντος), ενάγοντος και Ι. Τ.. Ωστόσο, από την εκτίμηση όλων των ως άνω αποδεικτικών μέσων προκύπτει ότι ο εναγόμενος δεν έχει δικαίωμα δουλείας οδού επί της επίδικης εδαφικής λωρίδας με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, όπως ισχυρίζεται με την υπό κρίση ένσταση του.

Ειδικότερα, πέραν του ότι ο ίδιος στο από Σεπτεμβρίου 2005 τοπογραφικό διάγραμμα, με βάση το οποίο εκδόθηκε η οικοδομική άδεια, εμφανίζει το ακίνητο του να έχει πρόσωπο σε αγροτική οδό διερχόμενη από την οριοθετημένη διοικητικά ζώνη παραλίας και από κανένα άλλο σημείο των ορίων του να μην υπάρχει πρόσβαση σε αυτό και, ακολούθως, αντιφάσκει, ισχυριζόμενος στην από 10.3.2010 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων, με το προσαρτημένο σ’ αυτή μεταγενέστερο από Μαΐου 2008 τοπογραφικό διάγραμμα, αλλά και με την υπό κρίση ένσταση του, ότι δεν έχει καμιά άλλη πρόσβαση στο ακίνητο του πλην της επίδικης εδαφικής λωρίδας, καθ’ όλο το διάστημα από την αγορά του ακινήτου του έτος 2005 έως τον Μάρτιο του 2008, δεν έκανε χρήση της επίδικης εδαφικής λωρίδας, είτε ο ίδιος είτε τρίτος προστηθείς για μετάβαση στο ακίνητο.

Αυτό παρέμενε ακαλλιέργητο και χέρσο, όπως ήταν και επί πολλά έτη προτού το αγοράσει ο εναγόμενος, καθώς ο δικαιοπάροχος του Η. Π. ήταν ναυτικός, απουσίαζε και δεν το καλλιεργούσε. Τούτο συνάγεται και από τις ένορκες βεβαιώσεις που προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι σε συνδυασμό με τη φωτοερμηνεία των επίσης προσκομιζομένων και επικαλουμένων από αυτούς αεροφωτογραφιών, ετών λήψης από το 1945 έως το 2006, μετά των σχετικών εκθέσεων φωτοερμηνείας που προσκομίζουν.

Ειδικότερα στις.........ένορκες βεβαιώσεις που προσκομίζει ο ενάγων βεβαιώνεται ότι από το 2002 και μετά που ξεκίνησαν οι οικοδομικές εργασίες στην ιδιοκτησία του, το ακίνητο του εναγομένου παρέμεινε ακαλλιέργητο και κανείς δε διερχόταν από την επίδικη λωρίδα για να μεταβεί σ’ αυτό, ενώ στις....ένορκες βεβαιώσεις που προσκομίζει ο εναγόμενος βεβαιώνεται από τους....που είναι κάτοικοι της περιοχής και αγρότες, ότι για τη μετάβαση στο ακίνητο του εναγομένου χρησιμοποιούσαν την επίδικη εδαφική λωρίδα, πλην όμως αναφέρονται σε καλλιέργειες του απώτερου παρελθόντος, καθώς ο....αναφέρει ότι το καλλιεργούσε τα έτη 1960-1965, ο...τα έτη 1975-1976 και η....που καλλιεργούσε όμορο ακίνητο, αναφέρει ότι τα καλλιεργούσαν οι παραπάνω καλλιεργητές.

Η μαρτυρία του Δ. Τ., που δόθηκε επί της από 10-3-2010 αίτησης ασφαλιστικών μέτρων του εναγομένου περί του ότι το ακίνητό του δεν έμεινε ποτέ ακαλλιέργητο, όπως και η όμοια κατάθεση της μάρτυρας του εναγομένου δεν κρίνονται ποιοτικές, καθώς αφενός αντικρούονται από τις προαναφερθείσες ένορκες βεβαιώσεις, περί του ότι μετά το 2002, που είχαν προσωπική αντίληψη οι βεβαιούντες παρέμενε ακαλλιέργητη και δε διερχόταν κανείς από την επίδικη εδαφική λωρίδα και αφετέρου δεν προσδιορίζονται τα πρόσωπα που καλλιεργούσαν το ακίνητο για λογαριασμό του ιδιοκτήτη του, ναυτικού, Η.

Γ., μετά το 1976. Άλλωστε, αν κάποιοι διέρχονταν από την επίδικη εδαφική λωρίδα αφότου ο ενάγων προέβη στην αγορά (το 2002) του πρώτου ακινήτου του, ισχυριζόμενοι ότι είχαν τέτοιο δικαίωμα, είναι βέβαιο, λαμβανομένων υπόψη των ένδικων ενεργειών του, ότι θα ενεργούσε αμέσως για την προάσπιση των απορρεόντων από την ιδιοκτησία του δικαιωμάτων.

Με τα δεδομένα αυτά, και αν στο απώτερο παρελθόν χρησιμοποιούνταν η επίδικη εδαφική λωρίδα για τη μετάβαση στο ακίνητο του εναγομένου, αυτή έχει παύσει να χρησιμοποιείται προ πολλού, για χρονικό διάστημα οπωσδήποτε μεγαλύτερο της εικοσαετίας προ του Μαρτίου 2008, έτσι ώστε έχει υποπέσει σε αχρησία και δεν υφίσταται πλέον.

Τα ανωτέρω ενισχύονται από το γεγονός ότι σε κανέναν από τους τίτλους κτήσης του εναγομένου, που προπαρατέθηκαν, δεν περιέχεται μνεία για δικαίωμα δουλείας διόδου υπέρ του ακινήτου του σε βάρος άλλου ακινήτου. Ούτε στον απώτερο του 1948, αλλά ούτε στον πρόσφατο του 2005. Ούτε οι προπαρατεθέντες τίτλοι ιδιοκτησίας του ακινήτου που περιήλθε στον ενάγοντα από τον Α.

Λ., αναφέρουν δουλεία διόδου υπέρ του ακινήτου αυτού. Μόνο το με αριθ. ...1930 προικοσύμφωνο της απώτερης δικαιοπαρόχου των διαδίκων Α. σύζ. Σ. Π. προς τη θυγατέρα της Μ. Μ. αναφέρει μεταξύ των ορίων του εν λόγω ακινήτου και "οδόν διερχομένην δια της αμπέλου της ιδίας προικοδότιδος". Ωστόσο, η μετάβαση στο εν λόγω ακίνητο είναι δυνατή μέσω ενός νεραύλακα που ξεκινά από την ασφαλτοστρωμένη, νοτιότερα των ενδίκων ακινήτων, οδό, προχωρεί κατά μήκος του ορίου των ιδιοκτησιών πρώην Λ., ήδη ενάγοντος (με αριθ. 4 στο σκαρίφημα) και Α.

Τ. και διέρχεται από το μεταξύ των δυο ακινήτων του ενάγοντος όριο από πυκνό καλαμιώνα, είναι δε καλυμμένος με μαλτεζόπλακες και μπορεί να τον διαβεί ο καθένας. Το γεγονός ότι τα τρία ένδικα ακίνητα (όπως προαναφέρθηκε και προκύπτει από τους προπαρατεθέντες τίτλους κτήσης αυτών) αποτελούσαν στο απώτερο παρελθόν τμήματα ευρύτερου αγρού, αμπέλου, που ανήκε στην Α.

σύζ. Σ. Π., δεν μπορεί αφ’ εαυτού να οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι στη συνέχεια, για την πρόσβαση στα μερικότερα ακίνητα που προέκυψαν από τις μεταβιβάσεις σε τρίτους, χρησιμοποιούνταν σταθερά, αλλά ατύπως, η επίδικη εδαφική λωρίδα, ώστε να αποκτηθεί επ’ αυτής δικαίωμα δουλείας οδού, όπως ισχυρίζεται ο εναγόμενος (με την αντίκρουση των προτάσεων ενάγοντος στον πρώτο βαθμό), αφού εξίσου μπορούσε να χρησιμοποιείται η όποια λωρίδα γης διευκόλυνε περισσότερο τον εκάστοτε διερχόμενο.

Επομένως με βάση τα ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η ένσταση του εναγομένου περί δικαιώματος δουλείας οδού επί της επίδικης εδαφικής λωρίδας ως ουσιαστικά αβάσιμη". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε κατ’ ουσίαν την ένδικη αγωγή του αναιρεσιβλήτου, κατά το μέρος που ενδιαφέρει, για την αναγνώριση ανυπαρξίας δικαιώματος δουλείας διέλευσης του αναιρεσείοντος, που ασκείται επί εδαφικής λωρίδας ακινήτου του, υπέρ όμορου ακινήτου του τελευταίου, απορρίπτοντας τον ισχυρισμό του ότι έχει αποκτήσει με έκτακτη χρησικτησία το δικαίωμα αυτό και ακολούθως δέχθηκε κατ’ ουσίαν την έφεσή του (αναιρεσιβλήτου) και εξαφάνισε την εκκληθείσα πρωτοβάθμια απόφαση, με την οποία είχε απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη η αγωγή.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο δε στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση ως προς το ουσιώδες ζήτημα της απόρριψης ως αβάσιμου του παραπάνω ισχυρισμού του εναγομένου, αφού εξέθεσε σ’ αυτήν χωρίς αντιφάσεις και με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και ειδικότερα ότι ούτε ο εναγόμενος αναιρεσείων από το 2005, που απέκτησε την κυριότητα του φερομένου ως δεσπόζοντος ακινήτου, ούτε ο δικαιοπάροχός του διήρχοντο από την επίδικη εδαφική λωρίδα με διάνοια δικαιούχου δουλείας διέλευσης και με βάση τα οποία δε συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της απόκτησης του δικαιώματος της ένδικης δουλείας.

Οι αιτιολογίες αυτές, που στηρίζουν το διατακτικό της προσβαλλομένης απόφασης, καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή των ουσιαστικών διατάξεων που προαναφέρθηκαν και εφαρμόσθηκαν.

Συνεπώς όσα αντίθετα υποστηρίζει ο αναιρεσείων με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδοντας στην προσβαλλομένη απόφαση την από τον αρ. 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια της έλλειψης νόμιμης βάσης λόγω αντιφατικών αιτιολογιών ως προς το ουσιώδες ζήτημα της μη απόκτησης από τον αναιρεσείοντα δικαιώματος δουλείας διελεύσεως δια μέσου του ακινήτου του αναιρεσιβλήτου, είναι αβάσιμοι.

Οι περαιτέρω διαλαμβανόμενες στον ίδιο λόγο αιτιάσεις είναι απαράδεκτες, καθ’ όσον αφορούν ελλείψεις στην εκτίμηση των αποδείξεων και στην ανεπάρκεια της αξιολόγησης του αποδεικτικού πορίσματος, που έχει εξαχθεί από αυτές καθώς και σε απλά επιχειρήματα του αναιρεσείοντος προς στήριξη του ισχυρισμού του ότι απέκτησε δικαίωμα δουλείας οδού στην επίδικη εδαφική λωρίδα.

Η αναφορά στην ίδια απόφαση "ότι και αν στο απώτερο παρελθόν χρησιμοποιείτο η επίδικη εδαφική λωρίδα για τη μετάβαση στο ακίνητο του εναγομένου, έχει παύσει να χρησιμοποιείται προ πολλού για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της εικοσαετίας προ του Μαρτίου 2008, έτσι ώστε έχει υποπέσει σε αχρησία και δεν υφίσταται πλέον" συνιστά πλεοναστική αιτιολογία αυτής, αναγόμενη στα πλαίσια της πραγματικής επιχειρηματολογίας του Εφετείου προς στήριξη του αποδεικτικού του πορίσματος ότι ο αναιρεσείων δεν απέκτησε δικαίωμα δουλείας διόδου, και όχι για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος και εφόσον εκ περισσού εκφέρθηκε δε στηρίζει το διατακτικό της.

Επίσης πλεοναστική είναι και η αιτιολογία της προσβαλλομένης απόφασης "ας σημειωθεί δε ότι είναι άλλο ζήτημα και δεν αφορά στο αντικείμενο της προκείμενης δίκης αν ο εναγόμενος μπορεί ή όχι να διέρχεται, λόγω της υφιστάμενης πραγματικής κατάστασης (αμμώδες έδαφος) από την έχουσα καθορισθεί διοικητικά ζώνη της παραλίας, στην οποία έχει πρόσωπο το ακίνητό του και η οποία βρίσκεται μέσα στα όρια του ακινήτου" και ως τέτοια, δε δημιουργεί λόγο αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσης, Συνεπώς ο ίδιος λόγος αναίρεσης κατά το υπόλοιπο μέρος με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια της εκ πλαγίου παραβίασης ουσιαστικής διάταξης νόμου, που απαγορεύει τη χρήση του αιγιαλού και της παραλίας, σε σχέση με την προαναφερόμενη αιτιολογία, είναι απαράδεκτος.

Ο τρίτος λόγος της αίτησης αναίρεσης με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αρ. 8α του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα ισχυρισμό του αναιρεσιβλήτου περί αποσβέσεως της ένδικης δουλείας με εικοσαετή αχρησία, ενώ τέτοιος ισχυρισμός δεν προβλήθηκε από τον εναγόμενο αναιρεσίβλητο, είναι αλυσιτελής καθ’ όσον πλήττει πλεοναστική αιτιολογία αυτής, όπως προαναφέρθηκε.

Επειδή από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 341 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι το δικαστήριο, για να σχηματίσει τη δικανική πεποίθησή του, ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων, τα οποία ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλούνται και προσκομίζουν νομίμως οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, κατ’ αντιδιαστολή προς τα άλλα αποδεικτικά μέσα, τα οποία φέρονται ότι λήφθηκαν υπόψη προς σχηματισμό της κρίσης του.

Δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της, κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νομίμως οι διάδικοι.

Η παράβαση της υποχρεώσεως αυτής ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 παρ.11περγ’ Κ.Πολ.Δ. υπό την αποκλειστική προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός, το οποίο επικαλείται ο διάδικος, ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνον ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός, καθίσταται αντικείμενο αποδείξεως.

Επί παραπόνου για μη λήψη υπόψη αποδεικτικών μέσων, που προσκομίσθηκαν με επίκληση, πρέπει για το παραδεκτό του λόγου αυτού, να εξειδικεύονται στο αναιρετήριο τα αποδεικτικά μέσα, να προσδιορίζεται το περιεχόμενό τους και το παραδεκτό της προσαγωγής τους, να αναφέρεται δηλαδή ότι ο αναιρεσείων επικαλέσθηκε και προσκόμισε στο Εφετείο με τις έγγραφες προτάσεις του μέχρι του πέρατος της συζητήσεως μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση τα αποδεικτικά μέσα, που δεν έλαβε υπόψη το ίδιο δικαστήριο.

Εξάλλου από τις διατάξεις των άρθρων 336 παρ. 3, 339, 432 επ Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι οποιοδήποτε έγγραφο, δημόσιο ή ιδιωτικό, μπορεί να χρησιμεύσει ως βάση για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση, η πλημμέλεια από τον αριθμό 11γ του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.

ότι δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος δεν έλαβε υπόψη και δε συνεκτίμησε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων τα ακόλουθα αποδεικτικά μέσα: 1) την από 10-4-2008 εξώδικη δήλωση, διαμαρτυρία και προειδοποίηση του αναιρεσείοντος και του δικαιοπαρόχου του αναιρεσιβλήτου Α..

Λ. προς τον τελευταίο, 2) την 66/2010 απόφαση του Ειρηνοδικείου Πάρου, 3) την από Ιανουάριο 2010 τεχνική έκθεση φωτοερμηνείας του τοπογράφου μηχανικού Ε. Κ., 4) φωτογραφίες που απεικονίζουν την παραλιακή ζώνη μπροστά στο ακίνητό του αναιρεσείοντος καθώς και της επίδικης διόδου, 5) αποτύπωση της περιοχής στην οποία βρίσκονται τα ακίνητα των διαδίκων από σύστημα δορυφορικής απεικόνισης του έτους 2008 και 6) το ...1967 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Ι.

Κατσαρού και το ...1930 προσύμφωνο του συμβολαιογράφου Δ. Πολυμερόπουλου, τα οποία νομίμως επικαλέσθηκε και προσκόμισε στο Εφετείο ο αναιρεσείων, προς απόδειξη του ισχυρισμού του περί δικαιώματος δουλείας διόδου δια μέσου του ακινήτου του αναιρεσιβλήτου, που είχε αποκτήσει με έκτακτη χρησικτησία. Από την παραδεκτή κατ’ άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.

επισκόπηση των προτάσεων του αναιρεσείοντος, ως διαδικαστικού εγγράφου για την έρευνα της βασιμότητας του αναιρετικού λόγου, που κατέθεσε ως εφεσίβλητος στο Εφετείο, προκύπτει ότι επικαλέσθηκε και δήλωσε ότι προσκομίζει τα προαναφερόμενα έγγραφα ,εκτός από την 66/2010 απόφαση του Ειρηνοδικείου Πάρου, επί πλέον δε επικαλέσθηκε και δήλωσε ότι προσκομίζει και άλλα έγγραφα προς απόδειξη του ίδιου ισχυρισμού του.

Συνεπώς ο λόγος αυτός της αίτησης αναίρεσης, κατά το μέρος που προβάλλεται αιτίαση για τη μη λήψη υπόψη του παραπάνω μη επικληθέντος εγγράφου είναι αβάσιμος. Περαιτέρω από την περιλαμβανομένη στην προσβαλλομένη απόφαση ρητή βεβαίωση του Εφετείου ότι στο αποδεικτικό του πόρισμα κατέληξε αφού έλαβε υπόψη όλα τα έγγραφα τα οποία είχαν επικαλεσθεί και προσκομίσει νομίμως οι διάδικοι, και από το περιεχόμενο της απόφασης δεν καταλείπεται αμφιβολία, παρά τη μη ειδική αναφορά όλων των παραπάνω εγγράφων, πλην της εξώδικης δήλωσης των συμβολαιογραφικών εγγράφων και της τεχνικής έκθεσης, για τα οποία γίνεται ρητή αναφορά σ’ αυτήν, ότι τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε με τις υπόλοιπες αποδείξεις, χωρίς να υποχρεούται να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά.

Συνεπώς ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος. Κατ’ ακολουθίαν τούτων πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 4 Κ.Πολ.Δ., που προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 του Ν.4055/2012, παραβόλου και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, ως ηττηθείς διάδικος, στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου (άρθρα 176, 183 Κ.Πολ.Δ.), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 25-6-2014 αίτηση του Δ. Τ., περί αναιρέσεως της 40/2014 απόφασης του Εφετείου Αιγαίου.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει στο ποσόν των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Μαΐου 2015.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Ιουλίου2015.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ