1040/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣύμφωνα με το άρθρο 201 ΑΚ, "αν με τη δικαιοπραξία τα αποτελέσματά της εξαρτήθηκαν από γεγονός μελλοντικό και αβέβαιο (αναβλητική αίρεση), τα αποτελέσματα αυτά επέρχονται μόλις συμβεί το γεγονός (πλήρωση της αίρεσης)". Και, σύμφωνα με το άρθρο 207 παρ.1 ΑΚ, "η αίρεση θεωρείται ότι πληρώθηκε, αν την πλήρωσή της εμπόδισε αντίθετα προς την καλή πίστη εκείνος, που θα ζημιωνόταν από την πλήρωσή της".
Legislator headnote
AI generated1040/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Αν κριθεί από τον εργοδότη ότι ο μισθωτός δεν συγκεντρώνει τις συμφωνημένες προϋποθέσεις για τη βαθμολογική ή μισθολογική εξέλιξή του, αλλά η κρίση αυτή ελέγχεται ως καταφώρως άδικη, τότε η πλήρωση της αιρέσεως παρακωλύεται εναντίον της καλής πίστεως από μέρους του εργοδότη, οπότε θεωρείται ότι η αίρεση έχει πληρωθεί πλασματικώς (ΑΚ 207 παρ.1).
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1040 / 2012 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1040/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2 Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Δημήτριο Μουστάκα, Χριστόφορο Κοσμίδη και Νικόλαο Τρούσα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 15η Μαΐου 2012, με την παρουσία και του γραμματέως Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
ΤΗΣ ΑΝΑΙΡΕΣΕΙΟΥΣΑΣ: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", όπως εκπροσωπείται νομίμως, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Θεόδωρου Κοντοβαζαινίτη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
ΤΟΥ ΑΝΑΙΡΕΣΙΒΛΗΤΟΥ: Γ. Κ. του Η., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Στυλιανού Παπανδρεόπουλου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-11-2006 (ημερομηνία κατάθεσης) αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Επί της αγωγής εκδόθηκε η 1257/2008 απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 6172/2010 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 4-10-2011 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώθηκε. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Χριστόφορος Κοσμίδης, ανέγνωσε την από 26-4-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης για αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Σύμφωνα με το άρθρο 201 ΑΚ, "αν με τη δικαιοπραξία τα αποτελέσματά της εξαρτήθηκαν από γεγονός μελλοντικό και αβέβαιο (αναβλητική αίρεση), τα αποτελέσματα αυτά επέρχονται μόλις συμβεί το γεγονός (πλήρωση της αίρεσης)". Και, σύμφωνα με το άρθρο 207 παρ.1 ΑΚ, "η αίρεση θεωρείται ότι πληρώθηκε, αν την πλήρωσή της εμπόδισε αντίθετα προς την καλή πίστη εκείνος, που θα ζημιωνόταν από την πλήρωσή της".
Τέτοια δικαιοπραξία με αναβλητική αίρεση, στην οποία εφαρμόζεται η διάταξη του άρθρου 207 παρ.1 ΑΚ, είναι και εκείνη, με την οποία μεταξύ του εργοδότη και του μισθωτού συμφωνείται η προαγωγή αυτού, αν συντρέξουν ορισμένες προϋποθέσεις, η διαπίστωση της συνδρομής των οποίων γίνεται από τον εργοδότη (ή εξουσιοδοτημένο όργανό του), όπως όταν η υπό προϋποθέσεις προαγωγή του υπαλλήλου προβλέπεται από κανονισμό εργασίας, που έχει συμβατική ισχύ.
Αν κριθεί από τον εργοδότη ότι ο μισθωτός δεν συγκεντρώνει τις συμφωνημένες προϋποθέσεις για τη βαθμολογική ή μισθολογική εξέλιξή του, αλλά η κρίση αυτή ελέγχεται ως καταφώρως άδικη, τότε η πλήρωση της αιρέσεως παρακωλύεται εναντίον της καλής πίστεως από μέρους του εργοδότη, οπότε θεωρείται ότι η αίρεση έχει πληρωθεί πλασματικώς (ΑΚ 207 παρ.1).
Καταφώρως άδικη είναι η κρίση του υποχρέου εργοδότη, όταν υπερβαίνει τα ακραία λογικά όρια μέσα στα οποία μπορεί να κινηθεί ο τελευταίος κατά την εκτίμηση της υπηρεσιακής αποδόσεως και συμπεριφοράς του υπαλλήλου. Αν, σε συγκεκριμένη περίπτωση, διαπιστώνεται ότι η μη πλήρωση της αιρέσεως είναι αντίθετη προς στην καλή πίστη υπό την ανωτέρω έννοια του όρου, το δικαίωμα προαγωγής του υπαλλήλου αναγνωρίζεται από το Δικαστήριο και, σύμφωνα με το άρθρο 12 του ν. 1082/1980, μετά την τελεσιδικία της αποφάσεως θεωρείται ότι η προαγωγή πραγματοποιήθηκε από τότε που έπρεπε να έχει διενεργηθεί από τον εργοδότη.
Ο εναγόμενος εργοδότης δύναται, αμυνόμενος κατά της αγωγής, να προτείνει διακωλυτική ένσταση, η οποία θεμελιώνεται στον ισχυρισμό της απλής υπεροχής άλλου υπαλλήλου, που θα έπρεπε να προαχθεί αντί του ενάγοντος, αν δεν είχαν προαχθεί οι αναφερόμενοι στην αγωγή συνάδελφοί του. Η ένσταση αυτή, στην περίπτωση κανονισμού με ισχύ νόμου, θεμελιώνεται στο γεγονός ότι από την αδικοπρακτική συμπεριφορά του εργοδότη ζημιώθηκε τρίτος και όχι ο ενάγων, ενώ στην περίπτωση κανονισμού με συμβατική ισχύ, θεμελιώνεται στο γεγονός ότι η συμπεριφορά του εργοδότη δεν ήταν αντισυμβατική και αντίθετη προς την καλή πίστη έναντι του ενάγοντος, αλλά έναντι του, έστω και απλώς, υπερέχοντος και, επίσης, παραλειφθέντος συναδέλφου του, ως προς τον οποίο θα έπρεπε να θεωρηθεί πληρωθείσα η προαναφερόμενη αίρεση, κατά τη συγκεκριμένη προαγωγική κρίση, ενόψει και του περιορισμένου αριθμού των πληρουμένων με τις προαγωγές κενών θέσεων του ανωτέρου βαθμού.
Εξ άλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 27 παρ. στ', 33 και 38 του Καταστατικού της Τράπεζας της Ελλάδος (κυρ. ν. 3234/1927) προκύπτει ότι οι προαγωγές και η υπηρεσιακή εξέλιξη των υπαλλήλων της ρυθμίζονται από τον εσωτερικό οργανισμό αυτής, ο οποίος καταρτίζεται από το Γενικό Συμβούλιο της Τράπεζας και, ως εκ τούτου, έχει συμβατική ισχύ (ΟλΑΠ 27/1995, ΑΠ 444/2010, ΑΠ 183/2008).
Σύμφωνα δε με τα άρθρα 10 και 12 του Οργανισμού Εσωτερικής Υπηρεσίας και Κανονισμού Βαθμολογικής και Μισθολογικής Τάξεως των Υπαλλήλων της Τράπεζας της Ελλάδος, όπως ισχύει μετά τη συμπλήρωσή του με αποφάσεις του Γενικού Συμβουλίου αυτής, η προαγωγή των υπαλλήλων της, από τον 3ο βαθμό του Εντεταλμένου Τμηματάρχη - Προϊσταμένου στο 2ο βαθμό του Υποδιευθυντή αποφασίζεται, κατ' απόλυτη εκλογή και ελεύθερη κρίση του Γενικού Συμβουλίου, μετά από πρόταση του Διοικητή της, όταν συντρέχουν οι προϋποθέσεις που προβλέπονται στο άρθρο 12 του Οργανισμού (ΑΠ 278/2009).
Οι προαγωγές των υπαλλήλων αυτών τελούν υπό αίρεση, η πλήρωση της οποίας συνίσταται στην απόφαση του Γενικού Συμβουλίου της Τράπεζας για την προαγωγή του υπαλλήλου στον ανώτερο βαθμό (ΑΚ 201). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 εδ. α' ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή. Και κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση, περίπτωση που συντρέχει όταν στις αιτιολογίες, που συνιστούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται διόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και, έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόστηκε.
Αντιθέτως, η απόφαση δεν στερείται από νόμιμη βάση όταν οι ανωτέρω ελλείψεις αφορούν στα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου ή ανάγονται στην αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (ΚΠολΔ 561 παρ.1) και ειδικότερα στην ανάλυση και αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αρκεί τούτο να εκτίθεται στην απόφαση σαφώς.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση δέχθηκε τα εξής ουσιώδη: Ότι δυνάμει συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου ο ενάγων (ήδη αναιρεσίβλητος) από 10-5-1969 υπηρετεί στην εναγομένη τράπεζα (ήδη αναιρεσείουσα), στο λογιστικό κλάδο και από 1-7-1994 κατέχει το βαθμό του Εντεταλμένου Τμηματάρχη - Προϊσταμένου.
Ότι είναι πτυχιούχος α) του τμήματος ΟΠΕ της σχολής ΝΟΕ του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και β) του τμήματος Νομικής, κλάδος ιδιωτικού δικαίου της ίδιας σχολής. Ότι γνωρίζει σε πολύ καλό και πιστοποιημένο επίπεδο την Αγγλική γλώσσα, προσόν που του επέτρεψε να παρακολουθήσει μετεκπαιδευτικά προγράμματα σε θέματα ενέγγυων πιστώσεων και αξιών στο Leeds και στο Manchester του Ηνωμένου Βασιλείου, από 2-9-1979 μέχρι 30-11-1979.
Ότι κατά τη διάρκεια της καριέρας του παρακολούθησε δεκατρία ενδοτραπεζικά και δύο εξωτραπεζικά επιμορφωτικά σεμινάρια, ενώ υπήρξε εισηγητής με θέματα σχετικά με τις τραπεζικές εργασίες σε συνέδρια που έγιναν στη Δράμα (1999) και στις Σέρρες (2003). Ότι μετά την πρόσληψή του υπηρέτησε μέχρι την 5-8-1993 στο υποκατάστημα Θεσσαλονίκης, όπου άσκησε καθήκοντα προϊσταμένου της υπηρεσίας ενέγγυων πιστώσεων από 13-10-1982, αναπληρωτή προϊσταμένου του τμήματος συναλλάγματος από 1-10-1986 και προϊσταμένου του τμήματος συναλλάγματος από 17-2-1992.
Ότι υπηρέτησε από 5-8-1993 και μέχρι την 8-2-2001 στο υποκατάστημα Δράμας ως Διευθυντής, έκτοτε και μέχρι την 5-2-2003 στο υποκατάστημα Φλωρίνης ως Διευθυντής και, τέλος, έκτοτε και μέχρι την προαγωγική κρίση της 15-12-2003 στο υποκατάστημα Σερρών ως Διευθυντής. Ότι έχει αξιολογηθεί κατά τα έτη 1999 έως 2003 ως "εξαίρετος" σε άπαντα (17) τα κριτήρια αξιολόγησης.
Στη συνέχεια, το Εφετείο προχώρησε στη σύγκριση του αναιρεσίβλητου προς τους συναδέλφους του που είχαν προαχθεί κατά τις προαγωγικές κρίσεις της 27-5-2002 και έκρινε ότι αυτός δεν υπερείχε καταφανώς έναντι ουδενός εκ των προαχθέντων και προτεινομένων προς σύγκριση. Γι' αυτό και δεν διέγνωσε σφάλμα της τότε εκκαλουμένης αποφάσεως, με την οποία είχε απορριφθεί η κυρία βάση της ένδικης αγωγής ως αναπόδεικτη.
Κατόπιν, το Εφετείο ερεύνησε τις παραδοχές του Μονομελούς Πρωτοδικείου ως προς την επικουρική βάση της ένδικης αγωγής και δέχθηκε τα εξής ουσιώδη: Ότι κατά τις χρονικώς επόμενες προαγωγικές κρίσεις, που έγιναν την 15-12-2003, μεταξύ άλλων συναδέλφων του ενάγοντος, οι οποίοι είχαν προαχθεί στο βαθμό του Υποδιευθυντή, προήχθη και ο υπάλληλος Χ.
Π.. Ότι ο εν λόγω είχε προσληφθεί από την εναγομένη την 7-8-1974, στο λογιστικό κλάδο και είχε προαχθεί στον αμέσως προηγούμενο βαθμό, του Εντεταλμένου Τμηματάρχη - Προϊσταμένου, από 1-5-2002. Ότι είναι πτυχιούχος α) Παιδαγωγικής Ακαδημίας, β) του τμήματος Δημόσιας Διοίκησης της ΠΑΣΠΕ και γ) του τμήματος Πολιτικής Επιστήμης της ίδιας σχολής.
Ότι γνωρίζει σε καλό και πιστοποιημένο (lower) επίπεδο την Αγγλική γλώσσα. Ότι κατά τη διάρκεια της καριέρας του παρακολούθησε πέντε επιμορφωτικά σεμινάρια και συμμετείχε σε ομάδα εργασίας της Επιτροπής Διαχείρισης Έργου Ανάπτυξης Νέου Λογιστικού Σχεδίου. Ότι μετά την πρόσληψή του άσκησε καθήκοντα αναπληρωτή προϊσταμένου και προϊσταμένου του τμήματος σχέσεων με τις εξαγωγικές επιχειρήσεις από 6-7-1988, από 12-1-1993, από 3-6-1993 και από 2-1-1996, καθώς και αναπληρωτή προϊσταμένου του τμήματος Στατικού Λογισμού της Διεύθυνσης Γενικού Λογιστηρίου, μέχρι την προαγωγική κρίση της 15-12-2003.
Ότι έχει αξιολογηθεί κατά το έτος 1999 ως "εξαίρετος" σε δεκαέξι από τα κριτήρια αξιολόγησης και ως "πολύ καλός" σε ένα από αυτά και κατά τα έτη 2000 έως 2003 ως "εξαίρετος" σε άπαντα (17) τα κριτήρια αξιολόγησης. Σύμφωνα με τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο έκρινε ότι ο αναιρεσίβλητος υπερτερεί έναντι του συγκρινόμενου Χ.
Π. ως προς τη γενική και την ειδική αρχαιότητα, ως προς το επίπεδο γνώσεως της ξένης γλώσσας, ως προς την υπηρεσιακή επιμόρφωση και ως προς τη βαθμολογία του έτους 1999, ενώ είναι ισοδύναμος ως προς την κατοχή τίτλων σπουδών (με την εκτίμηση ότι το πτυχίο της Παιδαγωγικής Ακαδημίας δεν έχει σχέση προς τις τραπεζικές εργασίες) και ως προς τη βαθμολογία των ετών 2000 έως 2003.
Και περαιτέρω, έκρινε ότι η εν λόγω υπεροχή του αναιρεσίβλητου καθίσταται καταφανής εκ του ότι αυτός όχι μόνο άσκησε υπεύθυνα καθήκοντα πολύ νωρίτερα και για πολύ μεγαλύτερο χρονικό διάστημα από ότι ο συγκρινόμενος, αλλά και διετέλεσε για μεγάλο και συνεχές χρονικό διάστημα διευθυντής υποκαταστήματος, θέση στην οποία ουδέποτε είχε υπηρετήσει ο Χ.
Π.. Κατόπιν αυτών, το Εφετείο δέχθηκε ότι η κρίση του Γενικού Συμβουλίου της αναιρεσείουσας να παραλείψει τον αναιρεσίβλητο και να προαγάγει τον ανωτέρω συνάδελφό του ήταν καταφώρως άδικη, διότι ο αναιρεσίβλητος υπερείχε καταφανώς έναντι εκείνου. Και ακόμη, δέχθηκε ότι, ως εκ τούτου, η παράλειψη του αναιρεσίβλητου ήταν παράνομη και, κατ' άρθρο 207 ΑΚ, παρείχε σ' αυτόν το δικαίωμα, κατ' αρχήν, να αξιώσει την προαγωγή του στο βαθμό του Υποδιευθυντή από 15-12-2003.
Στη συνέχεια, το Εφετείο, ερευνώντας τη διακωλυτική ένσταση της αναιρεσείουσας, κατά την οποία, ακόμη και αν δεν προαγόταν ο ως άνω υπάλληλός της, θα προάγονταν οι ομοιόβαθμοι συνάδελφοι Γ. Κ., Ι. Τ. και Α. Ζ., έκρινε ότι κανένας από αυτούς δεν υπερείχε, έστω απλώς, σε σύγκριση με τον αναιρεσίβλητο (οι σχετικές παραδοχές δεν συνδέονται με αναιρετικό παράπονο).
Γι' αυτό και, απορρίπτοντας κατ' ουσίαν την ένσταση, εξαφάνισε την τότε εκκαλουμένη απόφαση και έκανε δεκτή την ένδικη αγωγή ως προς την επικουρική βάση αυτής. Με την κρίση αυτή, το δικαστήριο της ουσίας δεν παραβίασε ούτε ευθέως, με εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία, ούτε εκ πλαγίου, με ελλιπή ή αντιφατική αιτιολογία, τη διάταξη του άρθρου 207 ΑΚ, καθ' όσον, ειδικότερα, δέχθηκε ότι ο μεν αναιρεσίβλητος υπερείχε καταφανώς σε σύγκριση με τον προαχθέντα συνάδελφό του, οι δε μη προαχθέντες δεν υπερείχαν ούτε απλώς έναντι αυτού.
Επομένως, οι πρώτος και δεύτερος από τους λόγους της αιτήσεως, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα και προσάπτονται στην προσβαλλομένη απόφαση οι αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ.1 και 19 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι.
2. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.11 περ. γ' ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπ' όψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αρκεί και η ύπαρξη αμφιβολιών ως προς το αν λήφθηκε υπ' όψη συγκεκριμένο μέσο απόδειξης. Ο λόγος, όμως, δεν ιδρύεται, αν από τη γενική μνεία ότι λήφθηκαν υπ' όψη όλα τα κατ' είδος, έστω, αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, σε συνδυασμό με το υπόλοιπο περιεχόμενο της απόφασης, καθίσταται βέβαιο ότι συνεκτιμήθηκε το αποδεικτικό μέσο που επικαλείται ο αναιρεσείων (ΑΠ 502/2007).
Εν προκειμένω, με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο, κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, δεν έλαβε υπ' όψη "τον επίσημο πίνακα αξιολόγησης των υποψηφίων, ο οποίος είναι το κατ' εξοχήν αποδεικτικό μέσο, που ασκεί καταλυτική επιρροή στην έκβαση της δίκης" και συντάσσεται από ειδική Επιτροπή, η οποία συγκροτείται από τη Διοίκηση της αναιρεσείουσας τράπεζας. Από την επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως, όμως, προκύπτει ότι, πέραν της γενικής αναφοράς του δικαστηρίου της ουσίας σε όλα τα έγγραφα, τα οποία είχαν επικαλεσθεί και προσκομίσει οι διάδικοι, έγινε ειδική μνεία της προεκτίμησης της γνωμοδοτικής Επιτροπής του άρθρου 34 του Γενικού Κανονισμού Καταστάσεως των Υπαλλήλων της αναιρεσείουσας, ως προς την οποία κρίθηκε ότι δεν επιδρά αξιολογικώς στην κρίση του δικαστηρίου, διότι δεν συνιστά εξ αντικειμένου υπηρεσιακό προσόν των υπαλλήλων, αλλά στοιχείο της υπό έλεγχο διαδικασίας. Επομένως, ο εξεταζόμενος τρίτος λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.11 περ. γ' ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.
3. Σύμφωνα με τα παραπάνω και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 4-10-2011 αίτηση περί αναιρέσεως της 6172/ 2010 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. -Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στην πληρωμή χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 29η Μαΐου 2012. -Και
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 12η Ιουνίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ