Legislator Case Law & Legislation
1040/2010 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against lower court's refusal to admit witness testimony due to lack of legal basis.

Case Number 1040/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece dismissed the company BIOCHEM ARBANTIDIS A.E.'s appeal against the Athens Court of Appeal's decision. The appellant argued that the lower court improperly rejected witness testimony and failed to consider specific claims regarding project approval. The court ruled that the appeal was inadmissible because the lower court had explicitly considered and rejected the arguments, and the appeal's claims regarding evidence evaluation fall outside the Supreme Court's jurisdiction.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559(1), 559(8) C.P.D.; An appeal is inadmissible if the lower court considered and rejected the appellant's arguments, as the Supreme Court does not review the evaluation of evidence or the dismissal of claims that were already addressed.

Keywords

AI generated
appeal inadmissibility evidence evaluation lower court consideration witness testimony project approval claims

Cited Legislation

AI generated
Art. 559(1) C.P.D.
Art. 559(8) C.P.D.
Art. 106 C.P.D.
Art. 335 C.P.D.
Art. 338 C.P.D.
Art. 340 C.P.D.

Cited Case Law

AI generated
OL. AP 1/1999
OL. AP 3/1997
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1040 / 2010 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1040/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Ρήγα, προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, κωλυομένου του Αντιπροέδρου Ιωάννη Παπανικολάου, Γεώργιο Χρυσικό, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Δημήτριο Τίγγα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 15 Μαρτίου 2010, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανωνύμου εταιρίας με την επωνυμία "BIOCHEM ΑΡΒΑΝΙΤΙΔΗΣ Α.Ε - Τεχνολογία Νερού και Ενέργειας" και το διακριτικό τίτλο "BIOCHEM ΑΡΒΑΝΙΤΙΔΗΣ Α.Ε", νομίμως εκπροσωπουμένης, η οποία προήλθε εκ μετατροπής της εδρευούσης στην Θεσσαλονίκη εταιρίας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία " BIOCHEM Ε.Π.Ε ", σύμφωνα με την υπ' αριθ. 8290/26.7.2001 πράξη του Συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης , νομίμως δημοσιευθείσης στο υπ' αριθμ. 7361/17.8.2001 Φ.Ε.Κ (τ. Α.Ε & Ε.Π.Ε), η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Κουδρόγλου, με δήλωση κατ' αρθρο 242 παρ. 2ΚΠολΔ.

Του αναιρεσιβλήτου: Συνεταιρισμού περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "ΑΣΤΙΚΟΣ ΠΑΡΑΘΕΡΙΣΤΙΚΟΣ ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΟΣ ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΜΟΣ ΙΑΤΡΩΝ ΣΥΝ.Π.Ε" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, που στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Κωτσόγιαννη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9 Φεβρουαρίου 1996 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5953/1997 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 6663/1998 μη οριστική, 8219/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 10 Ιουλίου 2007 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Γεωργέλλης, ανέγνωσε την από 5 Μαρτίου 2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη της αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ` αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (Ολ.

ΑΠ 1/1999). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ. ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.

Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος.

Τέλος από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμηση τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Περαιτέρω για να είναι ορισμένοι οι λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση α) ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ) και β) έλλειψη νόμιμης βάσης (άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ) απαιτείται να αναφέρονται στο αναιρετήριο, εκτός των άλλων, οι φερόμενοι ως παραβιασθέντες κανόνες ουσιαστικού δικαίου, προκειμένου να ελεγχθεί αναιρετικώς εάν παραβιάσθηκαν οι κανόνες αυτοί ή εάν υπάρχει σχετικά με την εφαρμογή τους έλλειψη αιτιολογιών ή αντίφαση ή ανεπάρκεια αυτών, ενόψει του ότι ο Αρειος Πάγος δεν μπορεί να προβεί σε αυτεπάγγελτη θεμελίωση αυτών βάσει της αρχής jura novit curia , η οποία δεν εφαρμόζεται στην αναιρετική διαδικασία(Α.Π. 535/2009, 649/2005) .Εξάλλου αν η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει δύο ή περισσότερες ιτιολογίες, η κάθε μία των οποίων στηρίζει αυτοτελώς την κρίση της και με την αναίρεση δεν πλήσσεται καθόλου ή δεν πλήσσεται επιτυχώς η μία από τις αιτιολογίες αυτές, ο λόγος αναιρέσεως, που αφορά άλλη αιτιολογία, απορρίπτεται ως αλυσιτελής (Ολ.

ΑΠ 25/1994). Στη προκείμενη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη αυτού κρίση τα εξής : Με την από 15- 12- 1989 σύμβαση έργου, που καταρτίσθηκε εγγράφως μεταξύ των διαδίκων στην ..., o ενάγων συν/σμός και ήδη αναιρεσίβλητος ανέθεσε στην εναγομένη εταιρεία και ήδη αναιρεσείουσα τις συμπληρωματικές εργασίες του εσωτερικού δικτύου υδρεύσεως και απορροής ομβρίων υδάτων στον οικισμό του, πού βρίσκεται στη θέση "..." της Κοινότητας ..., σύμφωνα με τους όρους, που περιλαμβάνονται στην ως άνω σύμβαση και στα παραρτήματα αυτής.

Το έργο εκτελέσθηκε κατά το από 17- 1- 1990 έως την 4- 101990 χρονικό διάστημα, υπό την επίβλεψη του μηχανικού της εναγομένης, Ζ και μετά από τις σχετικές επιμετρήσεις του τελευταίου παρελήφθη προσωρινά από τον ενάγοντα και κατεβλήθη στην εναγομένη εργολάβο η αντίστοιχη αμοιβή της, πού ανήλθε σε 42.214.369 δρχ. Κατά την παραλαβή του έργου όμως από την συγκροτηθείσα προς τούτο Επιτροπή, διαπιστώθηκαν ελλείψεις και κακοτεχνίες στις χυτοσιδηρές δικλείδες (βάνες) στα O.T. 16, 17 και 19, στη "βάνα", που βρίσκεται απέναντι από τα οικόπεδα 7Α και 7Β του 16ου Ο.Τ.

καθώς και στην κεντρική "βάνα" μπροστά από το οικόπεδο 7Α του14ου O.T., στο φρεάτιο της βάνας μπροστά από το οικόπεδο 14 Β του 13ου O.T. και σε δύο (2) όμοιες στο O.T. 14 και 12λ. για τις οποίες (κακοτεχνίες και ελλείψεις) o ενάγων συν/σμός άσκησε αγωγή περί ανάλογης μειώσεως (επιστροφής) της εργολαβικής αμοιβής κατά 7.745.639 δρχ., επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 9786/1994 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία διατάχθηκαν οι δέουσες αποδείξεις.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι κατά την εκτέλεση των οδοποιητικών έργων το έργο έφερε και πρόσθετα ελαττώματα και συγκεκριμένα α) Αρκετοί αγωγοί πού θα αναφερθούν ειδικότερα εν συνεχεία του δικτύου υδρεύσεως, διαφόρων διαμέτρων, είχαν κατασκευασθεί σε βάθος πυθμένα τάφρου 0,30- 0,40 μ., αντί του τεχνικά απαιτούμενου βάθους 1,20 μέτρων και έλειπε εντελώς η προστασία τους και η σήμανσή τους με στρώμα άμμου, β) πλήθος παροχών υδρεύσεως των οικοπέδων, πού θα εξειδικευθούν κατωτέρω, ήσαν αβαθείς είτε βρίσκονταν στις περιοχές αβαθών αγωγών είτε όχι, δηλαδή είχαν τοποθετηθεί σε βάθος πυθμένα τάφρού 0,30- 0,40 , αντί του τεχνικά απαιτουμένου 1,20 μέτρ.

βάθους και γ) ένα τμήμα τσιμεντένιου αγωγού απορροής ομβρίων υδάτων , πού επίσης, θα εξειδικευθεί κατωτέρω, ήταν κι αυτό αβαθές, ώστε κατά τις εργασίες οδοποιϊας να αποκαλυφθεί και να θραυσθεί σε διάφορα σημεία του, έλειπε δε ο προστατευτικός εγκιβωτισμός του με σκυρόδεμα. Τα ανωτέρω πραγματικά ελαττώματα διαπιστώθηκαν από τα μέλη της Επιτροπής προσωρινής και οριστικής παραλαβής του έργου, απαρτιζομένης από τέσσερες πολιτικούς μηχανικούς και ένα μηχανολόγο ηλεκτρολόγο από πλευράς ενάγοντος και από μέλη της εναγομένης, μεταξύ των οποίων και o Ζ, που επέβλεψε το έργο με τα επικαλούμενα και νομίμως προσκομιζόμενα από τον ενάγοντα από 24-3-1992 και 30-5-1992 πρωτόκολλα (διακοπής εργασιών παραλαβής του έργου, το πρώτο), στο οποίο o Ζ διετύπωσε μεν επιφυλάξεις, που θα διετύπωνε γραπτώς, κάτι, πού εν τέλει δεν έπραξε, προσωρινής και οριστικής παραλαβής (το δεύτερο) και από τα μέλη της Τεχνικής Υπηρεσίας του ενάγοντος, ...

και ... με την από 11- 12- 1995 έκθεση αυτοψίας- τεχνική έκθεση, κατά της οποίας δεν αντέταξε αντίστοιχη έκθεση η εναγομένη, που εκτιμάται ελευθέρως ως γνωμοδότηση προσώπων, που έχουν ειδικές γνώσεις επιστημονικής τέχνης (άρθρ. 390 Κ.Πολ.Δ.). Περί των ελαττωμάτων αυτών καταθέτουν σαφώς και πειστικώς και οι μάρτυρες του ενάγοντος, ο ως άνω πολιτικός μηχανικός, ..., (ιδίως αυτός έχων ιδία αντίληψη, από την γενομένη απ'αυτόν αυτοψία) και ...

λογίστρια του ενάγοντος, η οποία, λόγω της ιδιότητάς της αυτής στηρίζει τη γνώση της, από τα έργα επισκευής, πού έγιναν για την αποκατάσταση του δικτύου υδρεύσεως. Οι καταθέσεις τους δεν αναιρούνται από τις καταθέσεις των μαρτύρων των εναγομένων και, μάλιστα, του επιβλέψαντος το έργο μηχανικού Ζ, ο οποίος, όπως ήδη έχει εκτεθεί, στο υπό 24-3- 1992 πρωτόκολλο, ενώ επιφυλάχθηκε να διατυπώσει τις επιφυλάξεις του, δεν τις διετύπωσε ποτέ, γεγονός, που θέτει, σε σοβαρή αμφισβήτηση την αξιοπιστία της καταθέσεώς του.

Την αμφιβολία αυτή επιτείνει και το γεγονός ότι o ενάγων άσκησε την προαναφερθείσα αγωγή του περί μειώσεως της εργολαβικής αμοιβής της εναγομένης, εκτός της τελευταίας και κατ'αυτού, ως εις ολόκληρον ευθυνόμενου με αυτήν. Τα προεκτεθέντα ελαττώματα ήσαν κατά την παραλαβή του έργου κρυμμένα και για τον λόγον αυτό δεν ήταν δυνατόν να διαγνωσθούν αμέσως, παρά την κανονική εξέτασή του, η οποία εκ των πραγμάτων έγινε, με δειγματοληπτικό έλεγχο (βλ.

το από 24-3- 1992 πρωτόκολλο). Αυτά οφείλονται σε υπαιτιότητα της εναγομένης εργολάβου, η οποία δεν εκπλήρωσε τις συμβατικές υποχρεώσεις της, όπως αυτές συνομολογήθηκαν στα συμβατικά τεύχη της εργολαβίας (άρθ. 7 της Γενικής Συγγραφής Υποχρεώσεων, άρθρο 3 της Τεχνικής περιγραφής και άρθρα 11, 32, 36 και 41 των τεχνικών προδιαγραφών του έργου), τα οποία γνώριζε και δολίως απέκρυψε από τον ενάγοντα- εργοδότη, λόγω της προφανούς αδυναμίας αυτού, να τα διαγνώσει αμέσως (βλ.

καταθέσεις των μαρτύρων του). Για τον λόγο αυτό δεν ενέκρινε και δεν παρέλαβε το όλο έργο ανεπιφυλάκτως μετά κανονική εξέτασή του, πού έγινε από τις προς τούτο συγκροτηθείσες Επιτροπές παραλαβής, λόγω της διαπιστώσεως των ελλείψεων και κακοτεχνιών, για τις οποίες άσκησε την προηγούμενη αγωγή του, όπως μαρτυρεί και αίρει την επιφύλαξή του κατά τον γενόμενο δειγματοληπτικό έλεγχο ως προς το τμήμα του έργου, που αφορούσε στο δίκτυο υδρεύσεως, για το οποίο αξίωσε από την εναγομένη εργολάβο να αποκαλύψει εντός προθεσμίας ενός (1) μήνα τις γενόμενες εργασίες, διότι αυτές ήσαν αφανείς, ώστε να μπορέσει η Επιτροπή να προχωρήσει στο έργο της (βλ.

το από 24. 3. 1992 πρωτόκολλο διακοπής εργασιών παραλαβής του έργου στο τέλος ). Πρέπει, επομένως, να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη η κατ'άρθρο 692 AK ένσταση της εναγομένης περί απαλλαγής της , λόγω εγκρίσεως του ένδικου έργου με ανεπιφύλακτη παραλαβή αυτού από τον ενάγοντα κατά παραδοχή ως ουσιαστικά βασίμων των αντενστάσεων, που αντέτεινε o τελευταίος, στηριζόμενες στην ίδια διάταξη του άρθρου 692 ότι τα κρίσιμα ελαττώματα ήσαν κρυμμένα κατά την παραλαβή του έργου και δεν μπορούσαν να διαγνωσθούν, παρά την κανονική εξέτασή του, και ότι αυτά γνώριζε η εναγομένη και τα απέκρυψε δολίως από τον ενάγοντα, λόγω αδυναμίας διαγνώσεώς τους απ'αυτόν.

Στη συνέχεια δέχεται η απόφαση ότι ο ενάγων δαπάνησε για την αποκατάσταση των ελλείψεων και ελαττωμάτων που μνημονεύονται ειδικότερα σ'αυτή το συνολικό ποσό των 31.987,46 Ευρώ. Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές, το Εφετείο, απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την από το άρθρο 692 Α.Κ ένσταση της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας περί απαλλαγής της για τις ελλείψεις του έργου, λόγω εγκρίσεως τούτου με ανεπιφύλακτη παραλαβή του από τον ενάγοντα και ήδη αναιρεσίβλητο ,δέχθηκε την αγωγή και υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των 31.987,46 ευρώ με το νόμιμο τόκο από της επίδοσης της αγωγής.

Ο πρώτος και ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. με τους οποίους προβάλλεται η αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση είναι προεχόντως αόριστοι διότι δεν προσδιορίζονται οι διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου οι οποίες παραβιάστηκαν εκ πλαγίου με την αποδιδόμενη πλημμέλεια.

Ανεξάρτητα τούτου οι ίδιοι λόγοι είναι και αβάσιμοι διότι με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του σαφείς επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες στα ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ώστε να μη στερείται αυτή νόμιμης βάσης .Ειδικότερα με τα ως άνω δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά ότι το έργο που εκτέλεσε και παρέδωσε η εναγομένη δεν είχε εκτελεστεί κατά τον προσήκοντα τρόπο ήτοι κατά τους όρους της σύμβασης και τους κρατούντες στις συναλλαγές κανόνες της τεχνικής (άρθρο 288 Α.Κ.) και είχε τα ως άνω ελαττώματα και ελλείψεις που οφείλονταν σε υπαιτιότητα της εναγομένης και ότι για την αποκατάσταση αυτών δαπάνησε ο ενάγων τα προαναφερθέντα χρηματικά ποσά καθώς και ότι ο ενάγων δεν ενέκρινε και δεν παρέλαβε το έργο ανεπιφύλακτα, καταφάσκεται η ευθύνη της εναγομένης για αποζημίωση του ενάγοντος και αποκρούεται η περί απαλλαγής της τελευταίας ένσταση λόγω εγκρίσεως του έργου.

Η τελευταία δε αυτή αιτιολογία σχετικά με την ένσταση της εναγομένης , η οποία δεν πλήττεται επιτυχώς, στηρίζει αυτοτελώς την απορριπτική, της ένστασης αυτής της εναγομένης ,διάταξη της απόφασης, περί απαλλαγής της από την ευθύνη λόγω εγκρίσεως του έργου από την ενάγουσα, επομένως οι εξεταζόμενοι λόγοι της αναίρεσης κατά το μέρος που οι δι'αυτών προβαλλόμενες αιτιάσεις ανάγονται στη πρόσθετη αιτιολογία της απόφασης ότι τα κρίσιμα ελαττώματα ήσαν κρυμμένα κατά την παραλαβή του έργου και δεν μπορούσαν να διαγνωσθούν , παρά την κανονική εξέτασή του και ότι αυτά τα γνώριζε η εναγομένη και τα απέκρυψε δολίως από τον ενάγοντα λόγω αδυναμίας διαγνώσεώς τους από αυτόν παρά την κανονική εξέτασή του είναι αλυσιτελείς.

Κατά τα λοιπά οι ίδιοι λόγοι είναι απαράδεκτοι καθόσον οι δι'αυτών προβαλλόμενες αιτιάσεις ανάγονται στην εκτίμηση των πραγμάτων και αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο. Ωσαύτως στην εκτίμηση των αποδείξεων που δεν ελέγχεται από τον 'Αρειο Πάγο ανάγεται και η σχετική αιτίαση περί υπάρξεως αντιφατικών αιτιολογιών στη προσβαλλόμενη απόφαση ως εκ του ότι ο Ζ που ήταν επιβλέπτων μηχανικός του ενάγοντος σε άλλα σημεία φέρεται ως μηχανικός της εναγομένης, και σε άλλα σημεία ως επιβλέπων μηχανικός του έργου.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 559 αριθ. 20 και 561 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι ο οριζόμενος από την πρώτη διάταξη λόγος αναιρέσεως για παραμόρφωση εγγράφου, ιδρύεται μόνον όταν το δικαστήριο της ουσίας υποπίπτει σε σφάλμα αναγνώσεως και αποδίδει σε αποδεικτικό, κατά τα άρθρα 339 και 432 ΚΠολΔ, έγγραφο, διαφορετικό περιεχόμενο από εκείνο που πραγματικά αυτό έχει και ακολούθως καταλήγει, στηριζόμενο στο έγγραφο αυτό ή κυρίως σ` αυτό, σε επιζήμιο αποδεικτικό πόρισμα, για πράγματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται και όταν το δικαστήριο εξετίμησε απλώς το περιεχόμενο του εγγράφου, ακριβώς όπως έχει, ύστερα από ορθή ανάγνωση (ΟλΑΠ 1/1999). Εξάλλου από τις διατάξεις των άρθρων 118 περ. 4,566 παρ. 1 και 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι για το ορισμένο του πιο πάνω λόγου αναιρέσεως, πρέπει να εκτίθεται στο αναιρετήριο: 1) το αληθινό περιεχόμενο του φερόμενου ως παραμορφωθέντος εγγράφου 2) το από την προσβαλλόμενη απόφαση δεκτό γενόμενο διαφορετικό, από το αληθινό περιεχόμενο 3) το επιζήμιο αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε, το δικαστήριο για την ύπαρξη ή όχι κρίσιμων πραγματικών γεγονότων και 4) ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός, για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο.

Κατ' ακολουθίαν ο τρίτος λόγος της αναίρεσης κατά το δεύτερο μέρος του, από τον αριθ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με τον οποίο αποδίδεται στη προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της παραμόρφωσής του από 30-5-1992 Πρωτοκόλλου Προσωρινής και Οριστικής Παραλαβής του έργου καθώς και ο ίδιος λόγος (τρίτος) κατά το σχετικό πρώτο μέρος του και ο τέταρτος επίσης κατά το σχετικό μέρος του από τον ίδιο αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με τους οποίους αποδίδεται στη προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της παραμόρφωσής του από 12-3-1991 πρωτοκόλλου προσωρινής παραλαβής του έργου είναι προεχόντως απαράδεκτοι διότι όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της απόφασης το Εφετείο δεν στηρίχθηκε αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στα έγγραφα αυτά για τη συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος αλλά απλώς συνεκτίμησε και τα εν λόγω έγγραφα μαζί με όλα τα' άλλα αποδεικτικά στοιχεία.

Ο τρίτος λόγος κατά το πρώτο μέρος του, επίσης από τον αριθ. 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. είναι προεχόντως αόριστος διότι δεν προσδιορίζεται ποιο ήταν το αληθινό περιεχόμενο των εγγράφων που αναφέρονται στο λόγο αυτό, που φέρεται ότι παραμορφώθηκε και ποιο ήταν το από την απόφαση δεκτό γενόμενο διαφορετικό από το αληθινό .

Κατά τα λοιπά ο τρίτος λόγος της αναίρεσης είναι απαράδεκτος διότι οι δι αυτού προβαλλόμενες αιτιάσεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και τη σχετική επιχειρηματολογία που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο . Κατά το άρθρο 559 αριθ.11 εδ.γ` ΚΠολΔικ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν.

Ο λόγος αυτός απορρίπτεται ως αβάσιμος, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίσθηκαν και των οποίων έγινε επίκληση. Αρκεί δε η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολογήσεως καθενός, εφόσον από τη γενική αυτή αναφορά σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της, προκύπτει αναμφιβόλως η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου.

Κατ' ακολουθίαν ο τέταρτος λόγος της αναίρεσης κατά το σχετικό του μέρος από τον αριθ.11 περ.γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. καθώς και ο πέμπτος κατά το σχετικό του μέρος από τον ίδιο αριθμό πρέπει ν'απορριφθούν ως αβάσιμοι διότι από τη ρητή βεβαίωση που υπάρχει στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη οι καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων που περιλαμβάνονται στις υπ.

αριθ. 180/1999 και 55/2001 εισηγητικές εκθέσεις της Πρωτοδίκη Αθηνών Μαρίας Σιδέρη και Ειρηνοδίκη Θεσσαλονίκης Κυριακούλας Φλωρίδου αντίστοιχα ,καθώς και όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι νόμιμα προσκόμισαν και επικαλέστηκαν, σε συνδυασμό και με όλο το περιεχόμενο αυτής προκύπτει χωρίς αμφιβολία ότι το Εφετείο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα έλαβε υπόψη του και το από 12-3-1991 πρωτόκολλο προσωρινής παραλαβής του επίδικου έργου που προσκόμισε και επικαλέστηκε η αναιρεσείουσα καθώς και την κατάθεση του μάρτυρα αυτής ...

που περιλαμβάνεται στην προαναφερθείσα με αριθ. 55/2001 έκθεση της Ειρηνοδίκου Θεσσαλονίκης. Κατά τα λοιπά ο τέταρτος λόγος της αναίρεσης είναι απαράδεκτος διότι οι δι αυτού προβαλλόμενες αιτιάσεις αφορούν την εκτίμηση των πραγμάτων και την αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο.

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων. Ο λόγος αυτός ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα δύναμη αποδείξεως μικρότερη ή μεγαλύτερη από εκείνη που δεσμευτικά γι'αυτό (δικαστήριο) καθορίζει ο νόμος και δεν στοιχειοθετείται όταν το δικαστήριο, εκτιμώντας ελεύθερα τις αποδείξεις, όπως έχει δικαίωμα από το νόμο (άρθρο 340 ΚΠολΔ), αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα, που κατά νόμο έχουν την ίδια αποδεικτική δύναμη με άλλα, μεγαλύτερη βαρύτητα ή αξιοπιστία. Επομένως ο πέμπτος λόγος της αναίρεσης κατά το σχετικό μέρος του που αποδίδεται παραβίαση της διάταξης του άρθρου 559 αριθ.12 του Κ.Πολ.Δ. για το λόγο ότι το Εφετείο δεν δέχθηκε αυτά που προέκυπταν από τη κατάθεση του μάρτυρα της αναιρεσείουσας ... είναι απαράδεκτος. Κατά το λοιπό μέρος του ο ίδιος λόγος είναι απαράδεκτος διότι οι προβαλλόμενη αιτίαση ανάγεται στην εκτίμηση και αξιολόγηση των αποδείξεων που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο.

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 106, 335 και 338 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι "πράγματα" κατά την έννοια της πρώτης από αυτές (άρθρο 559 αριθ. 8) που προτάθηκαν ή δεν προτάθηκαν, των οποίων η λήψη ή μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο ιδρύει τον προβλεπόμενο από αυτή λόγο αναιρέσεως, αποτελούν οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που θεμελιώνουν ή καταλύουν τη βάση της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως, και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, όχι δε και ο ισχυρισμός που συνέχεται με την ιστορική αιτία της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης, ο οποίος αποκρούεται ή γίνεται δεκτός με την παραδοχή ή την απόρριψη, αντίστοιχα, ως αβασίμων ή βασίμων των θεμελιωτικών της αγωγής ένστασης ή αντένστασης πραγματικών γεγονότων.

Εξάλλου, δεν αποτελούν "πράγματα" και τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων. Επομένως, δεν ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως αν δεν λήφθηκαν υπόψη επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγος εφέσεως, όπως και οι νομικοί ισχυρισμοί ή η νομική επιχειρηματολογία των διαδίκων, ούτε οι ισχυρισμοί που ανάγονται στην κατ` ορθή ερμηνεία έννοια του εφαρμοστέου νόμου (Ολ.

ΑΠ 3/1997). Επίσης, δεν ιδρύεται ο πιο πάνω λόγος αναιρέσεως, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη του ισχυρισμό αλλά τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό, γιατί η απόρριψη αυτή σημαίνει ότι έχει ληφθεί υπόψη ο ισχυρισμός, ανεξάρτητα αν δεν έγινε δεκτός. Από το περιεχόμενο της απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τον περί εγκρίσεως του έργου προβληθέντα ισχυρισμό της αναιρεσείουσας και τον απέρριψε ως αβάσιμο επομένως ο τέταρτος λόγος της αναίρεσης κατά το σχετικό μέρος του από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.

με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι αβάσιμος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 10 Ιουλίου 2007 αίτηση της εταιρείας με την επωνυμία "BIOCHEM AΡΒΑΝΙΤΙΔΗΣ Α.Ε." για αναίρεση της υπ' αριθ. 8219/2006 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείoυσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Απριλίου 2010. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 1 Ιουνίου 2010.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ