Supreme Court dismisses appeal and union intervention regarding bank's liability for moral damages to a rival union.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the Bank of Greece's appeal against a lower court ruling ordering it to pay moral damages to a rival union. The union argued that the bank's conduct restricted its activities and violated its legal personality, while the bank contended the compensation was excessive. The court rejected the claim because the relevant constitutional provision on proportionality does not apply directly in this context, leaving the lower court's assessment of damages unreviewable on appeal.
Legislator headnote
AI generatedArticles 25(1) and 932 of the Civil Code; The principle of proportionality under the Constitution does not apply directly to review the amount of moral damages awarded for infringement of a union's legal personality.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1040 / 2009 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1040/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Ιωάννη - Σπυρίδωνα Τέντε, Βασίλειο Φούκα και Γεωργίου Χρυσικού, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Μαρτίου 2009, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μαρία Κοκύρη -Χρηστίδη.Προσθέτου Παρεμβαίνοντος υπερ της αναιρεσείουσας: Σωματείου με την επωνυμία "Σύλλογος Υπαλλήλων Τραπέζης της Ελλάδος (Σ.Υ.Τ.Ε.) που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα κατά το καταστατικό του, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Καρδάρα.
Του αναιρεσιβλήτου: Σωματείου με την επωνυμία "Σύλλογος Επιστημονικού Προσωπικού Τράπεζας της Ελλάδος (Σ.Ε.Π.Τ.Ε.) που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα , το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νίκο Δούναβη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15 Μαΐου 2003 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6647/2004 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 4299/2006 μη οριστική και825/2007 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 17 Μαΐου 2007 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Αρεοπαγίτης Διονύσιος Γιαννακόπουλος , ανέγνωσε την από 25 Φεβρουαρίου 2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του παρεμβαίνοντος ζήτησε να γίνει δεκτή η παρέμβασή του, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή των, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή από τη διάταξη του άρθρου 80 Κ.Πολ.Δ, κατά την οποίαν αν σε δίκη, που εκκρεμεί μεταξύ άλλων, τρίτος έχει έννομο συμφέρον να νικήσει κάποιος διάδικος, έχει δικαίωμα έως την έκδοση αμετάκλητης απόφασης, να ασκήσει πρόσθετη απόφαση για να τον υποστηρίξει, προκύπτει ότι η πρόσθετη παρέμβαση μπορεί να ασκηθεί και το πρώτο ενώπιον της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου.
Περαιτέρω, από την άνω διάταξη, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 68 του ίδιου κώδικα, προκύπτει ότι αναγκαίος όρος για την άσκηση πρόσθετης παρέμβασης είναι η ύπαρξη εννόμου συμφέροντος στο πρόσωπο του παρεμβαίνοντος. Υφίσταται έννομο συμφέρον προς παρέμβαση όταν με αυτή μπορεί να προστατευθεί δικαίωμα του παρεμβαίνοντος ή να αποτραπεί η δημιουργία εις βάρος του νομικής υποχρεώσεως.
Πρέπει, όμως, αυτά είτε να απειλούνται από τη δεσμευτικότητα ή εκτελεστότητα της αποφάσεως, που θα εκδοθεί, είτε να υπάρχει κίνδυνος προσβολής τους από τις αντανακλαστικές συνέπειές της. Έτσι, για την άσκηση πρόσθετης παρέμβασης, δεν αρκεί ότι σε μεταξύ άλλων εκκρεμή δίκη πρόκειται να λυθεί νομικό ζήτημα, που θα ωφελήσει ή θα βλάψει τον προσθέτως παρεμβαίνοντα, επειδή υπάρχει ή πρόκειται να προκύψει σε μελλοντική δίκη μεταξύ αυτού και κάποιου από τους διαδίκους ή τρίτου συναφής διαφορά, αλλά απαιτείται η έκβαση της δίκης, στην οποία παρεμβαίνει, να θίγει από την άποψη του πραγματικού και νομικού ζητήματος τα έννομα συμφέροντα του.
Επομένως τέτοιο έννομο, συμφέρον δεν υφίσταται για το νομικό πρόσωπο του σωματείου "Σύλλογος Υπαλλήλων Τράπεζας Ελλάδος", από το γεγονός ότι σε μεταξύ τρίτων εκκρεμή δίκη έχει ανακύψει ζήτημα, που ενδέχεται να επηρεάσει τα συμφέροντα των μελών του (ολομ. ΑΠ 14/2008). Στην προκειμένη υπόθεση, στην οποία, με την έρευνα των λόγων αναιρέσεως, πρόκειται να λυθούν τα νομικά ζητήματα της πολλαπλότητας των συνδικαλιστικών οργανώσεων και της παραλλήλου ασκήσεως τωνσυνδικαλιστικών δικαιωμάτων με οικονομικά και άλλα μέσα πολλών σωματείων στον ίδιο εργοδότη, το σωματείο, με την επωνυμία "Σύλλογος Υπαλλήλων Τράπεζας Ελλάδος" που λειτουργεί στην ίδια Τράπεζα (την αναιρεσείουσα), με την από 9-1-09 (αριθ.
καταθ. 1/09 δικόγραφο άσκησαν πρόσθετη παρέμβαση υπέρ της αναιρεσείουσας. Ως έννομο συμφέρον για την άσκησή της επικαλείται, επί λέξει ότι "αποτελεί συνδικαλιστική οργάνωση του Ν. 2164/1982, η οποία έχει ως μέλη εργαζομένους στην αναιρεσείουσα Τράπεζα της Ελλάδος και είμεθα η πλέον αντιπροσωπευτική συνδικαλιστική οργάνωση σε σχέση με το αναιρεσίβλητο σωματείο και στις τάξεις της οργανώσεως μας ανήκει η συντριπτική πλειοψηφία των εργαζομένων υπαλλήλων της αναιρεσείουσας Τράπεζας.
Δηλούμε με την παρούσα, ότι έχουμε έννομο συμφέρον για την άσκηση υπέρ της αναιρεσείουσας της προκείμενης πρόσθετης παρεμβάσεως, γιατί η υπόθεση μεταξύ των κύριων διαδίκων έχει σχέση και με το χαρακτήρα της οργανώσεως μας ως πλέον αντιπροσωπευτικής. Η έκβαση της εκκρεμούς δίκης δυνατόν να επιφέρει δυσμενείς συνέπειες και να θίγει από την άποψη του πραγματικού και του νομικού ζητήματος τα έννομα συμφέροντα μας, λόγω των αιτιολογιών, που διαλαμβάνει η αναιρεσιβαλλόμενη, και κυρίως της πολλαπλότητας των συνδικαλιστικών οργανώσεως" Όμως, αυτά που επικαλείται δεν συγκροτούν δικό του έννομο συμφέρον για την άσκηση (πρόσθετης) παρεμβάσεως, αφού, τυχόν έκδοση μη ευνοϊκής για την αναιρεσείουσα Τράπεζα αποφάσεως, δεν πρόκειται να θίξει ίδιο δικαίωμα και να προσδιορίσει νομικά κατά οποιοδήποτε δυσμενή τρόπο τη θέση του παρεμβαίνοντος.
Συνεπώς, η πρόσθετη αυτή παρέμβαση πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη.
Η τριτανακοπή στην Εκουσία Δικαιοδοσία (άρθρο 773 ΚΠολΔ) αποκτά ιδιαίτερη πρακτική σημασία, καθώς αποτελεί το κύριο μέσο κατοχυρώσεως του δικαιώματος έννομης προστασίας και δικαστικής ακροάσεως κάθε μη συμμετασχόντος στη διαδικασία τρίτου, ο οποίος, μάλιστα, δεν αποκλείεται να είναι και το άμεσα επηρεαζόμενο από την απόφαση πρόσωπο.
Η έννοια του τρίτου στην προκειμένη διάταξη προσδιορίζεται, αρνητικά σε σχέση, με τους διαδίκους της εκουσίας δικαιοδοσίας. Αντιδιαστέλλονται, έτσι, τα νομιμοποιούμενα προς άσκηση τριτανακοπής πρόσωπα από τους διαδίκους της δίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, όπως και η τριτανακοπή καθεαυτήν από τα ένδικα μέσα, που αποτελούν την μοναδική δυνατότητα ανατροπής της αποφάσεως από τους διαδίκους. 'Ετσι, τα πρόσωπα, που δικαιούνται να ασκήσουν τριτανακοπή, εντοπίζονται σε όσους δεν συμμετείχαν στη δίκη ως αιτούντες ή με ένα από τους αναφερόμενους στα άρθρα 748 παρ.3, 752 και 753 τρόπους.
Μεταξύ αυτών συγκαταλέγονται και εκείνος εναντίον του οποίου απευθύνθηκε η αίτηση, χωρίς να το επιβάλλει ο νόμος (ΑΠ 646/1975) ή αυτός που κλητεύθηκε με πρωτοβουλία του αιτούντος, χωρίς διαταγή του δικαστηρίου, εφόσον δεν έλαβον μέρος εκουσίως, με την άσκηση παρεμβάσεως, στη δίκη. Η άσκηση τριτανακοπής προϋποθέτει έννομο συμφέρον του τρίτου για ακύρωση της αποφάσεως, που συνίσταται στην άμεση ή έμμεση βλάβη ή τον ενδεχόμενο κίνδυνο βλάβης των εννόμων συμφερόντων του Α(Π 128/1991).
Η τριτανακοπή δεν υπόκειται, κατ'αρχήν, σε προθεσμία ή παραγραφή, εκτός των εξαιρέσεων, που εισάγονται με τα άρθρα 800 παρ.4 (επί υιοθεσίας), 824 παρ.2 (επί αφαιρέσεως κλπ. κληρονομητηρίου) και 849 (επί αποφάσεως αποκλεισμού μη αναγγελθέντος δικαιώματος). Με την άσκηση τριτανακοπής ο τριτανακόπτων καθίσταται διάδικος στην αρχική δίκη.
Λόγο τριτανακοπής αποτελεί κάθε ισχυρισμός, που βάλλει κατά της ουσιαστικής ή τυπικής ορθότητας της αποφάσεως, όπως λ.χ. ότι δεν συνέτρεχαν οι νόμιμες προϋποθέσεις για την έκδοση της αποφάσεως ή ότι, αν ακουόταν ο ίδιος, η απόφαση θα ήταν διαφορετική. Για την άσκηση δε τριτανακοπής δεν απαιτείται η επίκληση δόλου ή συμπαιγνίας των αρχικών διαδίκων, καθώς η δέσμευση του τρίτου αποτελεί συνέπεια της διαπλαστικής ενέργειας της αποφάσεως και όχι του δεδικασμένου της, καθότι οι αποφάσεις της εκουσίας δικαιοδοσίας δεν παράγουν μεν δεδικασμένο, πλην, όμως, διαπλάσσουν νέα κατάσταση erga omnes (ΑΠ 829/81).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 1264/1982 "Για τον εκδημοκρατισμό του συνδικαλιστικού κινήματος και την κατοχύρωση των συνδικαλιστικών ελευθεριών των εργαζομένων", με την επιφύλαξη της ισχύος των Διεθνών Συμβάσεων Εργασίας, που έχουν κυρωθεί, ο νόμος αυτός κατοχυρώνει τα συνδικαλιστικά δικαιώματα των εργαζομένων και ρυθμίζει την ίδρυση, οργάνωση, λειτουργία και δράση των συνδικαλιστικών οργανώσεων τους.
Για την εφαρμογή αυτού του νόμου εργαζόμενοι είναι όσοι απασχολούνται με σχέση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου (μισθωτοί), στους οποίους περιλαμβάνονται και οι εργαζόμενο στο δημόσιο ή Ν.Π.Δ.Δ. ή Ο.Τ.Α. Με το άρθρο 7 του ίδιου νόμου ρυθμίζονται οι προϋποθέσεις, που απαιτούνται για να γίνει ο εργαζόμενος μέλος του επαγγελματικού σωματείου, καθώς και το δικαίωμα του σωματείου να γίνει μέλος της αντίστοιχης ομοσπονδίας.
Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει, ότι μέλη συνδικαλιστικών οργανώσεων μπορούν να καταστούν μόνον εργαζόμενοι με σχέση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου (μισθωτοί), όχι δε και οι συνταξιούχοι. Ότι αυτή είναι η βούληση του νομοθέτη συνάγεται και από το άρθρο 14 του ν. 1264/1982, στην παρ. 3 του οποίου ορίζεται, ότι δεν επιτρέπεται να συμμετέχουν σε συνδικαλιστική οργάνωση εργαζομένων εργοδότες και στις παρ. 4 και 5 αυτού, ότι είναι άκυρη η καταγγελία της σχέσεως εργασίας για νόμιμη συνδικαλιστική δράση ή η καταγγελία της σχέσεως εργασίας των μελών της διοικήσεως ή προσωρινής διοικήσεως κ.λ.π.
συνδικαλιστικής οργάνωσης, προστασία την οποία μόνον οι εργαζόμενοι μπορούν να απολαμβάνουν (ΑΠ 1121/1988). Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1 του ν. 1264/1982 και 83 ΑΚ, προκύπτει, ότι σε κάθε Πρωτοδικείο τηρείται ειδικό βιβλίο συνδικαλιστικών οργανώσεων, στο οποίο καταχωρίζονται τα στοιχεία του άρθρου 81 ΑΚ, ο αριθμός της δικαστικής απόφασης, που εγκρίνει ή τροποποιεί το καταστατικό της οργάνωσης και σημειώνεται η ενδεχόμενη διάλυσή του.
Μετά την εγγραφή στο παραπάνω βιβλίο, το σωματείο αποκτά νομική προσωπικότητα, η εγγραφή δε αυτή γίνεται μόλις η απόφαση, που τη διατάζει, γίνει τελεσίδικη και ισχύει ως προς τη διαπλαστική της ενέργεια έναντι πάντων. Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 περ.α' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογή τους, ή, αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα (Ολομ.ΑΠ 36/1988, ΑΠ 1399/2005). Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη, εκ των αποδείξεων κρίση του, δέχθηκε τα εξής: "Το ενάγον επαγγελματικό - εργασιακό σωματείο, με την επωνυμία "ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΟΥ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ" (Σ.Ε.Π.Τ.Ε.), ιδρύθηκε το έτος 1976, με έδρα την Αθήνα, και το καταστατικό του εγκρίθηκε με την με αριθμό 951/1976 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Μετά την τελεσιδικία της απόφασης αυτής εγγράφηκε το ενάγον στο βιβλίο των σωματείων του Πρωτοδικείου Αθηνών και έκτοτε απέκτησε αυτό νομική προσωπικότητα. Σκοπός του ενάγοντος, κατά το καταστατικό του, είναι η μελέτη, προάσπιση και προαγωγή των επαγγελματικών - εργασιακών, οικονομικών, ασφαλιστικών, κοινωνικών, συνδικαλιστικών και επιστημονικών συμφερόντων των μελών του, καθώς και η ανάπτυξη πνεύματος αλληλεγγύης και συναδέλφωσης όχι μόνο μεταξύ των μελών του, αλλά και των εργαζομένων γενικότερα.
Σύμφωνα με το άρθρο 8 του, ως άνω, καταστατικού του, τακτικά μέλη του ενάγοντος σωματείου γίνονται Έλληνες πολίτες, που είναι τουλάχιστον 2 μήνες υπάλληλοι της Τράπεζας της Ελλάδος (εναγομένης) και κατέχουν πτυχίο Πανεπιστημιακής σχολής ή ισότιμης ανώτατης σχολής της ημεδαπής ή της αλλοδαπής ή πτυχίο ΤΕΙ ή άλλης ισότιμης ανώτερης σχολής, συμπεριλαμβανομένων και των φοιτητών ΑΕΙ και ΤΕΙ, ενώ έκτακτα μέλη του ενάγοντος μπορούν να καταστούν και συνταξιούχοι υπάλληλοι της Τράπεζας Ελλάδος, οι οποίοι είναι κάτοχοι των προαναφερόμενων πτυχίων.
Στο ίδιο άρθρο ορίζεται ακόμη, ότι επίτιμα μέλη του ενάγοντος μπορούν να καταστούν πρόσωπα που αποδεδειγμένα έχουν προσφέρει αξιόλογες υπηρεσίες στο ενάγον και άτομα που με οποιοδήποτε τρόπο (υλικά ή ηθικά) βοήθησαν για την πραγμάτωση των σκοπών του. Στο άρθρο 10 περ. ε' του καταστατικού του ενάγοντος ρητά αναφέρεται, ότι τα έκτακτα και επίτιμα μέλη του στερούνται του δικαιώματος του εκλέγειν και εκλέγεσθαι.
Εξ άλλου, στην εναγομένη Τράπεζα, από πλευράς εργαζομένων, δραστηριοποιούνται και άλλοι δύο σύλλογοι και ειδικότερα το σωματείο με την επωνυμία "ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΥΠΑΛΛΗΛΩΝ ΤΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΕΛΛΑΔΟΣ" (Σ.Υ.Τ.Ε.) και το σωματείο με την επωνυμία "ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΥΠΑΛΛΗΛΩΝ ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΩΝ ΚΛΑΔΩΝ ΤΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΕΛΛΑΔΟΣ" (Σ.Υ.Ε.Κ.Τ.Ε.). Οι, ως άνω, συνδικαλιστικές οργανώσεις, που δραστηριοποιούνται στο χώρο της εναγομένης, αριθμούσαν κατά την 30/9/2003:
α) ο ενάγων σύλλογος 78 μέλη, από τα οποία τα 73 ήταν πτυχιούχοι, β) ο Σ.Υ.Τ.Ε. 2.873 μέλη, από τα οποία τα 1.020 ήταν πτυχιούχοι και γ) ο Σ.Υ.Ε.Κ.Τ.Ε. 51 μέλη, από τα οποία τα 3 μέλη πτυχιούχοι. Η εναγομένη Τράπεζα, με τον πρώτο λόγο της εφέσεώς της, επικαλείται, ότι το ενάγον σωματείο δεν αποτελεί επιχειρησιακή οργάνωση, επειδή έχει παράνομα ως μέλη του συνταξιούχους και τρίτα, άσχετα, πρόσωπα, τα οποία εξ αντικειμένου επηρεάζουν τη λειτουργία και τη στόχευσή του.
Ο ισχυρισμός αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, δεδομένου ότι ναι μεν, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη, δεν επιτρέπεται να συμμετέχουν σε συνδικαλιστική οργάνωση εργαζομένων συνταξιούχοι ή μη εργαζόμενοι, όμως, το καταστατικό του ενάγοντος σωματείου έχει ελεγχθεί και εγκριθεί με την προαναφερόμενη τελεσίδικη απόφαση, η οποία διέταξε και την εγγραφή αυτού στο βιβλίο σωματείων, που τηρείται στο Πρωτοδικείο Αθηνών.
Ακολούθως, με την με αριθμό 5961/1998 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εγκρίθηκαν οι τροποποιήσεις του καταστατικού του ενάγοντος και μετά την τελεσιδικία και της απόφασης αυτής καταχωρήθηκε στο βιβλίο αναγνωρισμένων επαγγελματικών σωματείων του Πρωτοδικείου Αθηνών αντίγραφο του τροποποιημένου καταστατικού με αύξ.
αριθμό 5968 και ειδικό αριθμό 1709 (βλ. σχετική πράξη του αρμόδιου γραμματέα, με ημερομηνία 2/4/1999, στο τέλος του καταστατικού αυτού) και συνεπώς ισχύει έναντι πάντων, άρα και της αναιρεσείουσας Τράπεζας αφού η τελευταία δεν ισχυρίζεται, ότι ως τρίτη, έχουσα προφανώς έννομο συμφέρον, έχει ασκήσει κατά της εν λόγω πρωτοδικειακής αποφάσεως τριτανακοπή, η οποία και έχει γίνει δεκτή.
Δεν έσφαλε, επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή των άρθρων 1 παρ. 1, 2 παρ. 1 και 7 του ν. 1264/1982 και 83 του ΑΚ, που έκρινε, ότι το ενάγον αποτελεί πρωτοβάθμια συνδικαλιστική οργάνωση στο χώρο της εναγομένης Τράπεζας, και όσα αντίθετα υποστηρίζει αυτή, με τον πιο πάνω λόγο της έφεσής της, κρίνονται απορριπτέα ως αβάσιμα".
Κρίνοντας, έτσι το Εφετείο σωστά εφάρμοσε και ερμήνευσε τις προαναφερθείσες ουσιαστικές διατάξεις και συνεπώς ο περί του αντιθέτου πρώτος λόγος αναιρέσεως, κατά το πρώτο σκέλος του, με αιτίαση εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Αλλά και κατά το δεύτερο σκέλος του ο ίδιος αυτός λόγος, επικαλούμενος πλημμέλεια από τον αρ. 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθεί για την ίδια νομική αιτία, αφού η αναιρεσείουσα Τράπεζα δεν επικαλείται, ότι, ως έχουσα προφανώς έννομο συμφέρον, έχει ασκηθεί αγωγή ή τριτανακοπή και έχουν γίνει δεκτές και άρα έχει αρθεί η διαπλαστική ενέργεια της περί ης πρόκειται τροποποιητικής αποφάσεως του καταστατικού του αναιρεσίβλητου Σωματείου, ώστε το δικάσαν εφετείο, κατά παράβαση του νόμου, να δέχθηκε την ύπαρξη δεδικασμένου.
Από τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1,2,3 παρ. 1 εδ γ' και 5, 6 παρ. 1 και 2 του ν. 1876/1990 "Ελεύθερες Συλλογικές διαπραγματεύσεις και άλλες διατάξεις", προκύπτει, ότι οι επιχειρησιακές συλλογικές συμβάσεις εργασίας, οι κανονιστικοί όροι των οποίων έχουν άμεση και αναγκαστική ισχύ στις εργασιακές σχέσεις όλων των εργαζομένων, που απασχολούνται στην ίδια επιχείρηση, καταρτίζονται, κατά την προβλεπόμενη στο άρθρο 4 διαδικασία, από τον εργοδότη και συνδικαλιστικές οργανώσεις της επιχειρήσεως, που καλύπτουν τους εργαζομένους, ανεξάρτητα από την κατηγορία, τη θέση ή την ειδικότητά τους, και εφόσον αυτές ελλείπουν από τις αντίστοιχες κλαδικές οργανώσεις.
Ικανότητα προς σύναψη συλλογικής σύμβασης εργασίας από την πλευρά των εργαζομένων έχει η πλέον αντιπροσωπευτική συνδικαλιστική τους οργάνωση, που προσδιορίζεται με βάση τον αριθμό των εργαζομένων, που ψήφισε στις τελευταίες εκλογές για ανάδειξη διοίκησης. Στη διαδικασία των διαπραγματεύσεων του άρθρου 4 του, ως άνω, νόμου, δικαιούνται να παρέμβουν και να συνυπογράψουν τη συλλογική σύμβαση εργασίας και οι άλλες συνδικαλιστικές οργανώσεις εργαζομένων στην ίδια επιχείρηση (ΑΠ 52/2005).
Το άρθρο 4 παρ. 1 του ν. 1876/1990 ορίζει, ότι οι συνδικαλιστικές οργανώσεις εργαζομένων και εργοδοτών και οι μεμονωμένοι εργοδότες έχουν δικαίωμα και υποχρέωση να διαπραγματεύονται για την κατάρτιση συλλογικής σύμβασης εργασίας, δηλαδή η διάταξη αυτή ανάγει τη συλλογική διαπραγμάτευση ως δικαίωμα και ταυτόχρονα ως υποχρέωση των συμβαλλομένων μερών.
Εξ άλλου, η ελεύθερη διαπραγμάτευση, ως αναγκαίο προκαταρκτικό στάδιο της όλης διαδικασίας συνάψεως συλλογικής σύμβασης εργασίας, έχει αναγορευθεί σε συνταγματικό δικαίωμα, απορρέον ευθέως από τις διατάξεις των άρθρων 22 παρ. 2 και 23 παρ. 1 του Συντάγματος και κατοχυρώνει την αξίωση των εργαζομένων να συμμετέχουν, μέσω των συνδικαλιστικών τους οργανώσεων, στις αποφάσεις, οι οποίες τους αφορούν.
Αυτή (ελεύθερη διαπραγμάτευση) συνιστά και υποχρέωση του κάθε συμβαλλόμενου μέρους να συναντηθεί και να διαβουλευθεί με το άλλο μέρος με σκοπό τη σύναψη συλλογικής σύμβασης εργασίας, χωρίς, όμως, να έχει την έννοια, ότι εμπεριέχει και αντίστοιχη δέσμευση προς σύναψη συλλογικής σύμβασης εργασίας, αλλά μόνο δέσμευση τηρήσεως ορισμένης συμπεριφοράς κατά το αρχικό - προκαταρκτικό στάδιο επιλύσεως της εκάστοτε αναφυόμενης συλλογικής διαφοράς.
Περαιτέρω, η έχουσα δικαίωμα παρέμβασης στις διαπραγματεύσεις συνδικαλιστική οργάνωση δικαιούται σε οποιοδήποτε στάδιο αυτών να παρέμβει είτε εγγράφως, είτε και με προφορική δήλωσή της ενώπιον των συμβαλλομένων μερών. Ο νόμος, όμως, δεν προβλέπει συνέπειες από την τυχόν παρακώλυση της συμμετοχής της τρίτης συνδικαλιστικής οργάνωσης στις διαπραγματεύσεις ειμή μόνο έμμεσες, και δη αν η παρακώλυση της συμμετοχής εκδηλωθεί από εργοδοτικής πλευράς, να θεωρηθεί, ότι αυτή συνιστά μορφή αντισυνδικαλιστικής συμπεριφοράς κατά την έννοια του άρθρου 14 παρ. 2 του ν. 1264/1982 ή και κακόπιστης συμπεριφοράς κατά τις διαπραγματεύσεις.
Ειδικότερα, σύμφωνα με το άρθρο 14 παρ. 2 του ν.1264/1982, απαγορεύεται στους εργοδότες, σε πρόσωπα που ενεργούν για λογαριασμό τους και σε οποιοδήποτε τρίτο να προβαίνουν σε οποιαδήποτε πράξη ή παράλειψη που κατατείνει στην παρακώλυση της άσκησης των συνδικαλιστικών δικαιωμάτων των εργαζομένων και ιδιαίτερα:
α) ... β) να επιβάλλουν ή να παρεμποδίζουν με οποιοδήποτε τρόπο ή μέσο την προσχώρηση εργαζομένων σε ορισμένη συνδικαλιστική οργάνωση... δ) να υποστηρίζουν ορισμένη συνδικαλιστική οργάνωση, ε) να επεμβαίνουν με οποιοδήποτε τρόπο στη διοίκηση, στη λειτουργία και στη δράση συνδικαλιστικών οργανώσεων και στ) να μεταχειρίζονται με ευμένεια ή δυσμένεια τους εργαζομένους, ανάλογα με τη συμμετοχή τους σε ορισμένη συνδικαλιστική οργάνωση.
Περαιτέρω, η αρχή της ίσης μεταχείρισης, που απορρέει από το άρθρο 288 ΑΚ και στηρίζεται στα άρθρα 22 παρ. 1 του Συντάγματος και 141 της Συνθήκης της ΕΟΚ, που κυρώθηκε με το ν. 3001/2002 (πρώην άρθρο 119), επιβάλλει στον εργοδότη, όταν προβαίνει σε οικειοθελή παροχή σε ορισμένους εργαζόμενους, να μην εξαιρεί από αυτή άλλους μισθωτούς του, που ανήκουν στην ίδια κατηγορία και παρέχουν τις ίδιες υπηρεσίες, κάτω από τις ίδιες συνθήκες, εκτός αν η εξαίρεση είναι, κατά την καλή πίστη, λαμβανομένων υπόψη και των συναλλακτικών ηθών, δίκαιη και εύλογη.
Βασική προϋπόθεση για την εφαρμογή της ανωτέρω αρχής είναι η παροχή του εργοδότη να είναι εκούσια ή οικειοθελής, δηλαδή να χορηγείται από δική του πρωτοβουλία και χωρίς να υπάρχει σχετική υποχρέωση. Διαφορετικά, αν ο εργοδότης έχει υποχρέωση από διάταξη του νόμου ή από όρο Σ.Σ.Ε. ή Δ. Α. ή από δικαστική απόφαση να χορηγήσει κάποια παροχή σε ορισμένους μισθωτούς, δεν πρόκειται για οικειοθελή παροχή και η εξαίρεση από αυτή άλλων μισθωτών, που τελούν υπό τις ίδιες συνθήκες, δεν παραβιάζει την αρχή της ισότητας.
Για την εφαρμογή, πάντως, της ανωτέρω αρχής δεν αρκεί η παροχή να έχει οικειοθελή χαρακτήρα, αλλά θα πρέπει και η χορήγηση αυτής να έγινε νόμιμα. Η παρά το νόμο χορήγηση οικειοθελών παροχών σε ορισμένους μισθωτούς δεν δικαιολογεί ανάλογη αξίωση των μισθωτών, που δεν τις έλαβαν, αφού η αξίωση από την αρχή της ίσης μεταχείρισης δεν μπορεί να θεμελιωθεί στην εργοδοτική παρανομία (ΑΠ 116/2004, ΑΠ 1400/2002, ΑΠ 700/1991, ΑΠ 850/1989).
Στη περίπτωση, που ερευνάται, το δικάσαν Εφετείο, όπως από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, τα εξής: "Από το ίδιο πιο πάνω αποδεικτικό υλικό αποδείχτηκε περαιτέρω, ότι κατά το διάστημα των ετών 1997 - 2003 η εναγομένη συνήψε με τον ως άνω, Σύλλογο Προσωπικού Τραπέζης Ελλάδος, ο οποίος αποτελεί την πλέον αντιπροσωπευτική συνδικαλιστική οργάνωση εργαζομένων της, όπως δεν αμφισβητεί ο ενάγων, συμφωνίες ενοχικού τύπου, σχετικά με διάφορα θέματα, τα οποία άπτονταν της παροχής εργασίας, του μισθού των εργαζομένων (χορήγηση, αύξηση ή διακοπή ορισμένων επιδομάτων), της αναγνώρισης προϋπηρεσίας στον ιδιωτικό τομέα και της στρατιωτικής θητείας, του ασφαλιστικού, των προαγωγών κ.λ.π.
Οι προαναφερόμενες συμβάσεις, συλλογικού τύπου ενοχικές συμφωνίες, δεν αποτελούν Επιχειρησιακές Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας και έγιναν χωρίς τη συμμετοχή του ενάγοντος. Όμως, παρά ταύτα, οι ρυθμίσεις των συμφωνιών αυτών εφαρμόστηκαν σε όλο το προσωπικό της εναγομένης. Ο ενάγων σύλλογος, θεωρώντας ότι οι συμφωνίες αυτές αποτελούν Επιχειρησιακές Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας, κατά την έννοια του άρθρου 3 παρ. 5 του ν. 1876/1990, όπως, άλλωστε, τις ονόμαζε και ο Σ.Υ.Τ.Ε.
στις σχετικές ανακοινώσεις, που κατά καιρούς εξέδιδε, καθώς και η εναγομένη, ζήτησε κατ' επανάληψη από την τελευταία εγγράφως να τον πληροφορήσει για τον τόπο και το χρόνο έναρξης των διαπραγματεύσεων, ώστε να παρέμβει σε αυτές, σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ. 5 του πιο πάνω νόμου (βλ. τα έγγραφα με αριθμό 50 έως 82, που προσκομίζει ο ενάγων).
Η εναγομένη, όσες φορές απάντησε στον ενάγοντα σύλλογο, δήλωνε ότι μπορεί ο τελευταίος να παρέμβει στις διαπραγματεύσεις, εφόσον τηρηθούν οι προϋποθέσεις, που προβλέπονται στο άρθρο 4 παρ. 2 του ν. 1876/1990. Η διάταξη αυτή προβλέπει, ότι "η πλευρά που ασκεί το δικαίωμα για διαπραγμάτευση οφείλει να γνωστοποιεί στην άλλη πλευρά με έγγραφο τον τόπο των διαπραγματεύσεων και τα υπό διαπραγμάτευση θέματα.
Το έγγραφο αυτό κοινοποιείται στην αρμόδια Επιθεώρηση Εργασίας. Με το ίδιο έγγραφο γνωστοποιούνται τα εξουσιοδοτημένα για τη διαπραγμάτευση πρόσωπα. Η άλλη πλευρά οφείλει να προσέλθει σε διαπραγμάτευση μέσα σε 10 εργάσιμες ημέρες από τη γνωστοποίηση των θεμάτων και να ορίσει τους αντιπροσώπους της ...".
Όμως, η εναγομένη ουδέποτε γνωστοποίησε, προφορικώς ή εγγράφως, στη Διοίκηση του ενάγοντος τον τόπο των διαπραγματεύσεων και τα υπό διαπραγμάτευση θέματα, παρόλο που κάθε ένα ή δύο χρόνια κατάρτιζε με τον Σ.Υ.Τ.Ε. τις παραπάνω ενοχικού τύπου συμφωνίες. Αντίθετα, μάλιστα, όταν κάποιες φορές το ενάγον σωματείο πληροφορήθηκε τον τόπο των διαπραγματεύσεων και ζήτησε να παρέμβει, αποπέμφθηκε από τους εκπροσώπους της εναγομένης.
Για το λόγο αυτό το ενάγον προσέφυγε στην Επιθεώρηση Εργασίας της Νομαρχίας Αθηνών, η οποία με το με αριθμό ... έγγραφό της, που κοινοποιήθηκε στην εναγομένη, απάντησε σε αυτό ότι δικαιούται να παρέμβει στις διαπραγματεύσεις για την κατάρτιση Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας, που το αφορά. Ηδη, στα πλαίσια της παρούσας δίκης, η εναγομένη προβάλλει τον ισχυρισμό, ότι, εφόσον με τον Σ.Υ.Τ.Ε.
δεν κατάρτισε Επιχειρησιακή Συλλογική Σύμβαση Εργασίας, δεν ήταν υποχρεωμένη να δεχθεί παρέμβαση του ενάγοντος κατά το στάδιο των διαπραγματεύσεων για τις προαναφερόμενες ενοχικού τύπου συμφωνίες. Πράγματι, οι συλλογικού τύπου ενοχικές συμφωνίες συνάπτονται ελεύθερα και κατά το μέτρο που συνάπτονται απευθείας με τους εργοδότες δεν υπόκεινται στους περιορισμούς του ν. 1876/1990.
Ή συμβατική, όμως, αυτή ελευθερία του εργοδότη για τη χορήγηση μιας παροχής, δεν σημαίνει ότι αυτός μπορεί να παραβιάζει την αργή της ισότητας ως προς την παροχή αυτή. Έτσι, το γεγονός ότι δεν έχει καταρτισθεί, μεταξύ εναγομένης και του αντιπροσωπευτικού σωματείου στο χώρο της (Σ.Υ.Τ.Ε.) Συλλογική Σύμβαση Εργασίας, δεν σημαίνει ότι έπρεπε να αποκλεισθεί το ενάγον σωματείο από τις διαπραγματεύσεις για την κατάρτιση των ως άνω ενοχικών συμφωνιών, εφόσον, όπως συνομολογείται από τους διαδίκους, οι ρυθμίσεις των συμφωνιών αυτών ίσχυσαν για όλους τους εργαζόμενους στην εναγομένη Τράπεζα.
Όφειλε, συνεπώς, η τελευταία βάσει της συνταγματικής αρχής της ισότητας, τις αρχές της συναλλακτικής καλής πίστης και της υποχρέωσης του εργοδότη, που απορρέει από το άρθρο 14 παρ. 2 του ν. 1254/1982, να μην παρεμποδίζει την ελεύθερη συνδικαλιστική δράση των σωματείων των εργαζομένων, να είχε επιτρέψει στο ενάγον να παρέμβει στις σχετικές διαπραγματεύσεις, κατόπιν πληροφόρησης του αναφορικά με το χρόνο και τον τόπο που θα γίνονταν αυτές.
Η εναγομένη -εργοδότρια ισχυρίζεται περαιτέρω, ότι: α) το ενάγον σωματείο, εφόσον δεν εκπροσωπεί όλους τους εργαζόμενους, παρά μόνο πτυχιούχους υπαλλήλους, δεν έχει δικαίωμα παρέμβασης σε κανενός είδους διαπραγματεύσεις, β) με τις ανωτέρω συμφωνίες ρυθμίστηκαν θέματα γενικού ενδιαφέροντος, τα οποία δεν αφορούσαν πτυχιούχους, γ) καμμιά παροχή δεν δόθηκε με αποκλεισμό των πτυχιούχων υπαλλήλων ή των μελών του ενάγοντος, ώστε να δικαιολογείται το έννομο συμφέρον αυτού προς παρέμβαση στις διαπραγματεύσεις και δ) η συμμετοχή του ενάγοντος δεν ήταν απαραίτητη, εφόσον οι ρυθμίσεις των συμφωνιών της με τον Σ.Υ.Τ.Ε.
ίσχυσαν τελικά για όλους τους εργαζόμενους αυτής. Οι ισχυρισμοί αυτοί είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, καθόσον το ενάγον έχει, βάσει των προαναφερόμενων αρχών και διατάξεων νόμου, δικαίωμα παρέμβασης στις διαπραγματεύσεις, ακόμη και όταν αυτές αφορούν ζητήματα γενικότερου ενδιαφέροντος. Εξ άλλου, οι ρυθμίσεις των ενοχικών συμφωνιών με τον Σ.Υ.Τ.Ε.
αφορούσαν κυρίως θέματα παροχής διαφόρων επιδομάτων, μεταξύ των οποίων και το επίδομα "Κεντρικής Τράπεζας", επί του οποίου υπολογίζεται το επίδομα επιστημονικής απόδοσης, το οποίο λαμβάνει μόνο το επιστημονικό προσωπικό της εναγομένης. Έστω δε και αν τελικά αυτή δεν απέκλεισε τα μέλη του ενάγοντος από τη λήψη των οικειοθελών παροχών που χορήγησε στα μέλη του Σ.Υ.Τ.Ε.
με τις παραπάνω συμφωνίες, αυτό δεν αποκλείει την ύπαρξη εννόμου συμφέροντος στο πρόσωπο του ενάγοντος για συμμετοχή στις διαπραγματεύσεις, διότι θα μπορούσε αυτό με τις παρεμβάσεις του να θέσει και άλλα ζητήματα, που ίσως τελικά οδηγούσαν σε διαφορετικό αποτέλεσμα. Απόδειξη του γεγονότος ότι απαιτείται η συμμετοχή του ενάγοντος συνδικαλιστικού οργάνου στις διαπραγματεύσεις που προηγούνται της σύναψης μιας ενοχικού τύπου συμφωνίας με τον Σ.Υ.Τ.Ε., αποτελεί το ακόλουθο παράδειγμα:
Στην σύμβαση του έτους 1998 υπάρχει η ρήτρα "το επίδομα υπηρεσιακής επίδοσης καταργείται από 1/1/1998" και πράγματι αυτό καταργήθηκε για όλους τους εργαζόμενους της εναγομένης, έστω και αν δεν ήταν μέλη του Σ. Υ. Τ.Ε, όπως δεν αμφισβητεί αυτή. Εξ άλλου, στη σύμβαση του έτους 2001 προβλέπεται η χορήγηση έκτακτης αμοιβής σε όλο το προσωπικό της Τράπεζας και παρόλο που και τα μέλη του ενάγοντος περιλαμβάνονται σε αυτό, δεν του επιτράπηκε και πάλι η παρέμβαση στις σχετικές διαπραγματεύσεις".
Κρίνοντας, έτσι, το Εφετείο, σωστά εφάρμοσε και ερμήνευσε τις προπαρατεθείσες ουσιαστικές διατάξεις, αλλά και διέλαβε σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, ώστε η προσβαλλομένη απόφαση να μη στερείται νομίμου βάσεως και να καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος, Συνεπώς, ο περί του αντιθέτου εκ των αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ δεύτερος λόγος αναιρέσεως κατά το πρώτο σκέλος του είναι αβάσιμος, όπως αβάσιμος είναι και κατά το δεύτερο εκ του άρθρ. 559 αρ 20 σκέλος του, καθότι η κρίση του δικαστηρίου περί των ανωτέρω δεν στηρίχθηκε αποκλειστικά στο άρθρο 3 της ενοχικής συμφωνίας του έτους 1998, το οποίον η αναιρεσείουσα διατείνεται, ότι παραποίησε.
Με το τρίτο λόγο αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα Τράπεζα, επικαλούμενη πλημμέλεια εκ των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυρίζεται, ότι η πληττόμενη απόφαση, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη κρίση της, τα ακόλουθα: "Παρότι, λοιπόν, το ενάγον σωματείο είναι συνδικαλιστική οργάνωση και το άρθρο 16 παρ. 4 του ν. 1264/1982 επιτάσσει στον εργοδότη ή σε εξουσιοδοτημένο εκπρόσωπό του να συναντάται με τους εκπροσώπους των συνδικαλιστικών οργανώσεων μετά από αίτησή τους τουλάχιστον μια φορά το μήνα και να μεριμνά για την επίλυση των θεμάτων που απασχολούν τους εργαζομένους ή την οργάνωση τους, η εναγομένη εργοδότης δεν εκπληρώνει την ως άνω, νόμιμη υποχρέωσή της.
Ειδικότερα, όπως πρόκυπτε, από τις επιστολές που προσκομίζει μετ'επικλήσεως το ενάγον (41 τον αριθμό), αυτό επιχείρησε κατ'επανάληψη στο χρονικό διάστημα από 10/10/1997 έως 8/4/2003 να συναντηθεί με κάποιον εξουσιοδοτημένο εκπρόσωπο της εναγομένης για να συζητήσουν διάφορα θέματα, που αφορούσαν τα μέλη του ενάγοντος και το ίδιο ως συνδικαλιστική οργάνωση (π.χ.
συμμετοχή εκπροσώπου του ενάγοντος σε υπηρεσιακά συμβούλια και επιτροπές, συμμετοχή αυτού στο στάδιο των διαπραγματεύσεων για τη σύναψη των επιχειρησιακών συμβάσεων που προβλέπει ο ν.1876/1990, ζητήματα οικονομικής φύσεως των μελών του κ.λ.π.). Όμως, η εναγομένη, που αβάσιμα ισχυρίζεται, ότι το ενάγον δεν έθετε σε αυτή συγκεκριμένα ζητήματα για συζήτηση κατά τις συναντήσεις, που επιδίωκε και περαιτέρω, ότι δεν υπήρχαν θέματα προς επίλυση, αρνιόταν να συναντηθεί με εκπροσώπους του ενάγοντος.
Βέβαια η μάρτυρας που εξετάστηκε με την επιμέλεια της εναγομένης ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, κατέθεσε, ότι η Διοίκηση της εναγομένης επικοινωνεί 8-10 φορές ετησίως τόσο με το ενάγον σωματείο, όσο και με το σωματείο Σ.Υ.Τ.Ε. Η κατάθεση αυτή, ως προς το σημείο αυτό, δεν κρίνεται πειστική, διότι αντικρούεται τόσο από την κατάθεση της μάρτυρος του ενάγοντος ενώπιον του ιδίου Δικαστηρίου, η οποία κατέθεσε ότι ελάχιστες φορές συναντήθηκε το ενάγον με εκπρόσωπο της εναγομένης (μια φορά το χρόνο κατά μέσο όρο), όσο και από την κατάθεση του μάρτυρα του ενάγοντος ...
ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών. Άλλωστε, την άρνηση της εναγομένης να εκπληρώσει την ως άνω νόμιμη υποχρέωσή της επιβεβαιώνει και η πληθώρα των εγγράφων, που αναγκάστηκε να αποστείλει σε αυτή το ενάγον. Την ύπαρξη δε προβλημάτων προς επίλυση αποδεικνύει και το γεγονός, ότι η εναγομένη συναντάτο τακτικότατα με τους εκπροσώπους του σωματείου Σ.Υ.Τ.Ε.
Η, ως άνω, συμπεριφορά των νομίμων εκπροσώπων της εναγομένης, η οποία δεν αντιμετωπίζει ενιαία όλους τους εργαζομένους σε αυτή, ανεξάρτητα από τη συνδικαλιστική οργάνωση στην οποία ανήκουν, αντιβαίνει στην επιβαλλόμενη από το Σύνταγμα αρχή της ισότητας και έχει ως αποτέλεσμα την μη επίσημη και έγκαιρη ενημέρωση του ενάγοντος για τις εξελίξεις στο χώρο της εναγομένης, την αδυναμία αυτού να παρεμβαίνει αποτελεσματικά στα τεκταινόμενα, την μη αποτελεσματική εκπροσώπηση των μελών του και την αποδυνάμωση του ενάγοντος, με τον εξαναγκασμό σε αποχώρηση μελών του και την προσχώρηση αυτών στον ευνοούμενο από την εναγομένη Σύλλογο Υπαλλήλων Τραπέζης Ελλάδος.
Η εναγομένη, με τις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσε ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, προέβαλε την ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος, αναφορικά με την αξίωση του ενάγοντος για επικοινωνία με τη Διοίκησή της μία φορά το μήνα, επικαλούμενη για τη θεμελίωση της ένστασης αυτής τα ακόλουθα:
Ότι η Διοίκηση της εναγομένης έχει κατ' επανάληψη συναντηθεί με εκπροσώπους του ενάγοντος, έχει ακούσει τις εισηγήσεις και τις προτάσεις του, αλλά δεν συντάσσονται πρακτικά για τις συναντήσεις αυτές. Ότι ούτε με τους απρόσωπους του Σ.Υ.Τ.Ε., που εκπροσωπεί περίπου 3,000 υπαλλήλους, συναντάται κάθε μήνα η Διοίκηση της εναγομένης.
Ότι ο ενάγων, προκειμένου να επιδείξει έντονη δραστηριότητα, υποβάλλει συνεχώς αιτήματα για συνάντηση επί θεμάτων, τα οποία έχουν επανειλημμένα συζητηθεί, έχει φθάσει στο σημείο να ενοχλεί το Διοικητή στο προσωπικό του κινητό τηλέφωνο, μη αρκούμενος στις συναντήσεις με το Διευθυντή Διοικητικού, ο οποίος είναι νόμιμος εκπρόσωπος επί θεμάτων προσωπικού.
Ότι ο ενάγων επιδιώκει τις συναντήσεις αυτές αποκλειστικά και μόνο για τη δημιουργία εντυπώσεων στο προσωπικό, χωρίς να υπάρχουν καθόλου θέματα προς συζήτηση, ενώ όταν υπήρχαν θέματα προς συζήτηση ουδέποτε η εναγομένη αρνήθηκε να συναντηθεί με εκπροσώπους του. Η ένσταση αυτή, που είναι νόμιμη, στηριζόμενη στο άρθρο 281 ΑΚ είναι, ενόψει των προεκτεθέντων, απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμη".
Πλην, όμως, έτσι που έκρινε τις προαναφερθείσες ουσιαστικές διατάξεις σωστά και εφάρμοσε και ερμήνευσε, διαλαμβάνοντας επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, ώστε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση να μη στερείται νομίμου βάσεως, αλλά και να είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος.
Συνεπώς, ο υποστηρίζων τα αντίθετα τρίτος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος και, ως εκ τούτου, απορριπτέος. Κατά το άρθρο 559 αρ.9 περ.γ' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως "αίτηση", κατά την έννοια της διάταξης αυτής νοείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας, υπό οποιαδήποτε νόμιμη μορφή αυτής, που δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμότητα δίκης.
Τέτοια αίτηση είναι ιδίως η της αγωγής, ανταγωγής, της κυρίας παρέμβασης, της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, της ανακοπής, της τριτανακοπής και του ενδίκου μέσου (ΑΠ 1143/2003, 960/2000). Στη συγκεκριμένη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως, και με το πρώτο μέρος του, η αναιρεσείουσα, υπό την επίκληση αιτιάσεως εκ του ανωτέρω αρ.9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση, διότι, ενώ "το αίτημα της αγωγής περιελάμβανε μόνο περί συμμετοχής εκπροσώπου του ενάγοντος στα Πειθαρχικά Συμβούλια της Τράπεζας", εν τούτοις "προέβη επί πλέον στην έρευνα της μη συμμετοχής των εκπροσώπων του ενάγοντος και στο Συμβούλιο της Διοικητικής Υπηρεσίας, συγχέοντας, μάλιστα, το τελευταίο με το Γενικό Συμβούλιο της Τράπεζας και...".
Ο λόγος αυτός, όπως εκτίθεται, είναι αβάσιμος, και εντεύθεν απορριπτέος, καθότι δεν συνιστά παράβαση της προαναφερθείσας διατάξεως του αρ. 9, υπό τη προεκτεθείσα του όρου έννοια, αφού δεν επιδικάζει κάτι περισσότερο απ'ότι ζητήθηκε. Αλλά και κατά το δεύτερο μέρος του ο ίδιος αυτός λόγος, διαλαμβάνοντας αιτιάσεις εκ των άρ. 1, 19 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι, υπό το αμέσως αναφερόμενο περιεχόμενο, παραβιάσθηκαν οι παρακάτω μνημονευόμενες διατάξεις, είναι και πάλιν απορριπτέος ως αβάσιμος, καθότι α) σωστά εφαρμόσθηκαν το άρθρο 14 παρ.2 του ν.1264/82 και 4 παρ.1 του Συντάγματος και το άρθρο 21 του Καταστατικού της αναιρεσείουσας (ν. 3424/7-12-19927) περί της αρχής της πολλαπλαστότητας των Σωματείων και της αρχής της ισότητας, αντιστοίχως, β) οι περί αυτών αιτιολογίες είναι σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις, ώστε να είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος και γ) κανένα διαγνωστικό λάθος του 1614/99 εγγράφου των Συλλόγων Επιστημονικού Προσωπικού ΤΕ και Επικουρικών Κλάδων της ΤΕ προέκυψε, ότι έγινε.
Όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 5 παρ. 3 και 4 και 14 περ. δ' του ν. 1264/1982, καθώς και από το άρθρο 11 της Διεθνούς Συμβάσεως Εργασίας 87/1948 και τα άρθρα 1 παρ. 1 και 2 παρ. 1 και 2 της Διεθνούς Συμβάσεως Εργασίας 98/1949, οι οποίες κυρώθηκαν με τα ν.δ. 4204/1961 και 4205/1961 αντίστοιχα, απαγορεύεται η παροχή οικονομικής ενίσχυσης σε συνδικαλιστική οργάνωση, διότι τέτοια οργάνωση, που δέχεται επιχορηγήσεις ή δωρεές τρίτων, δεν θεωρείται ότι εκπληρώνει ανεξάρτητα τους σκοπούς της.
Εξαίρεση από την απαγόρευση αυτή εισάγει το άρθρο 5 παρ. 4 εδ. 2 του ν. 1264/1982, το οποίο ορίζει, ότι "από την παραπάνω απαγόρευση εξαιρούνται παροχές του εργοδότη για την εξυπηρέτηση κοινωφελών σκοπών της μοναδικής πρωτοβάθμιας συνδικαλιστικής οργάνωσης, στην οποία ανήκουν οι εργαζόμενοι σε αυτόν, ή, εφόσον υπάρχουν περισσότερες, ισομερώς σε όλες".
Δηλαδή, βασικές προϋποθέσεις για την υπαγωγή στην εξαιρετική αυτή διάταξη είναι: α) η παροχή προς τη συνδικαλιστική οργάνωση να αφορά στην πραγματικότητα παροχή προς τα μέλη της, β) η παροχή να μη συνδέεται με την άσκηση του συνδικαλιστικού ή απεργιακού δικαιώματος, γ) η παροχή να εξυπηρετεί κοινωνικούς σκοπούς και δ) ο σύλλογος να είναι η μοναδική πρωτοβάθμια συνδικαλιστική οργάνωση της επιχείρησης.
Στη συγκεκριμένη περίπτωση, το δικάσαν εφετείο δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα: "Αποδείχθηκε περαιτέρω, ότι το έτος 1995 εγκρίθηκε με απόφαση της Γενικής του Σ.Υ.Τ.Ε. και στη συνέχεια με την με αριθμό απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ο Κανονισμός Λειτουργίας και Παροχών του Κεφαλαίου Επικουρικής Αποζημίωσης του Σ.Υ.Τ.Ε., ο οποίος είναι ένας ειδικός λογαριασμός συνδικαλιστικής οργάνωσης του οποίου η διοίκηση και η διαχείριση είναι εξαρτημένη από το διοικητικό συμβούλιο αυτής, δεν έχει δηλαδή νομική προσωπικότητα (βλ.
ΑΠ 604/1996 ΕλλΔνη 40, 115, προσκομιζόμενη γνωμοδότηση Κ1 Καθηγητή Δικαίου Κοινωνικής Ασφάλειας της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών). Το ΚΕΑ - Σ.Υ.Τ.Ε. χορηγούσε κάποια εφάπαξ παροχή σε όσα από τα μέλη του συνταξιοδοτούνταν ή εγκατέλειπαν για οποιοδήποτε λόγο την ενεργό υπηρεσία. Τέτοιο ειδικό λογαριασμό, με την ονομασία ΚΕΑ - Σ.Ε.Π.Τ.Ε., διέθετε και το ενάγον σωματείο.
Στα τέλη του έτους 1999 ο Σ.Υ.Τ.Ε. ζήτησε την οικονομική βοήθεια της εναγομένης, προκειμένου να συστήσει λογαριασμό αλληλεγγύης των υπαλλήλων της, ο οποίος (λογαριασμός) θα είχε σαν σκοπό τη χορήγηση υποτροφιών σε αριστούχα τέκνα του προσωπικού της εναγομένης, τη χρηματοδότηση επιμορφωτικών και κοινωνικών δραστηριοτήτων και την παροχή εφάπαξ ποσού στους υπαλλήλους που θα αποχωρούσαν οριστικά από την υπηρεσία.
Για να διερευνηθεί η νομιμότητα ή μη της πιο πάνω οικονομικής ενίσχυσης, η εναγομένη απευθύνθηκε στον Καθηγητή Κοινωνικής Ασφάλειας του Πανεπιστημίου Αθηνών Κ1 και ζήτησε από αυτόν να της απαντήσει στο ερώτημα, αν είναι νόμιμη η ενίσχυση από αυτή του ΚΕΑ - Σ.Υ.Τ.Ε. Ο εν λόγω Καθηγητής, στην από ...γνωμοδότησή του με τίτλο "Εργοδοτική Ενίσχυση σε ειδικό κεφάλαιο συμπληρωματικής εφάπαξ παροχής από επαγγελματικό σωματείο", την οποία προσκομίζει η εναγομένη, αναφέρει, ότι δεν θεωρείται νόμιμη η εργοδοτική οικονομική ενίσχυση στο ΚΕΑ - Σ.Υ.Τ.Ε., διότι μια τέτοια ενίσχυση, ακόμη και αν συμφωνούν τα ενδιαφερόμενα μέρη, θα αντέβαινε στο άρθρο 14 παρ. 2 του ν. 1264/1982.
Επιπλέον, λόγω του συγκεκριμένου σκοπού της, μπορεί να εκληφθεί ως εργοδοτική εισφορά προς "ασφαλιστικό φορέα", κατά το άρθρο 2 παρ. 4 του ν. 2084/1992, με όλες τις επιπτώσεις, που αυτό συνεπάγεται στην ελεύθερη διαχείριση του σχετικού ασφαλιστικού κεφαλαίου. Ότι οι δυνατές μορφές, που κατοχυρώνουν νομικά μια οικονομική ενίσχυση για τις εφάπαξ παροχές προς το εξερχόμενο από την υπηρεσία προσωπικό της εναγομένης, θεωρούνται διαζευκτικά τουλάχιστον δύο:
α) Η επιχειρησιακή συλλογική σύμβαση εργασίας και β) η εταιρική σύμβαση του αστικού δικαίου, στις οποίες μπορεί να αποτυπωθεί τόσο η υπόσχεση του εργοδότη να ενισχύει οικονομικά τις εφάπαξ παροχές των εξερχόμενων από την υπηρεσία υπαλλήλων, όσο και η οργάνωση μελλοντικής συμμετοχικής διοίκησης και διαχείρισης του ασφαλιστικού κεφαλαίου, αφού βέβαια τροποποιηθεί σχετικά το καταστατικό του Σ.Υ.Τ.Ε.
Ακολούθως, το Γενικό Συμβούλιο της εναγομένης ενέκρινε την 24/3/2000 τη σύσταση αστικής εταιρίας μεταξύ αυτής και του Σ.Υ.Τ.Ε. και στις 11/5/2000 υπεγράφη το καταστατικό της αστικής αυτής εταιρίας, μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα, με την επωνυμία "Εταιρία Αλληλεγγύης των Υπαλλήλων της Τραπέζης της Ελλάδος". Σκοπός της εταιρίας αυτής, κατά το καταστατικό της, αποτελεί η χρηματοδότηση επιμορφωτικών και κοινωνικών δραστηριοτήτων, η χορήγηση υποτροφιών σε αριστούχα τέκνα υπαλλήλων της εναγομένης και η παροχή εφάπαξ ποσού στους υπαλλήλους αυτής κατά την οριστική τους αποχώρηση από την εναγομένη.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 5 του καταστατικού της ως άνω εταιρίας, στο κεφάλαιο αυτής συμμετέχουν εξ ημισείας η εναγομένη και ο Σ.Υ.Τ.Ε., κάθε εταίρος καταβάλει για κάθε εργαζόμενο - μέλος του Σ.Υ.Τ.Ε. μηνιαία εισφορά που ανέρχεται στο 50% της εισφοράς του μέλους προς το Σ.Υ.ΤΕ., δηλαδή συνολικά και οι δύο το 100% της εν λόγω εισφοράς.
Δικαιούχος των παροχών της εταιρίας μπορεί να καταστεί και οποιοδήποτε μέλος με οριστικό διορισμό του προσωπικού της Τράπεζας της Ελλάδος, που δεν είναι μέλος του Σ.Υ.Τ.Ε., κατόπιν υποβολής σχετικής αίτησης συμμετοχής και αποδοχής αυτής από το διοικητικό συμβούλιο της εταιρίας (το οποίο διορίζεται από την εναγομένη και τον Σ.Υ.Τ.Ε.).
Στην περίπτωση αυτή η μεν Τράπεζα καταβάλλει τη δική της εισφορά, που αντιστοιχεί στο ανωτέρω ποσοστό, ο δε νεοεισερχόμενος παρέχει ανέκκλητη εξουσιοδότηση στο διοικητικό συμβούλιο της εταιρίας για την αυτόματη παρακράτηση από τη μηνιαία μισθοδοσία του, μέσω του μηχανογραφικού κέντρου της Τράπεζας, του ποσοστού που αντιστοιχεί για κάθε μέλος του συλλόγου.
Με τη σύσταση της πιο πάνω αστικής εταιρίας διαλύθηκε ο προαναφερόμενος ειδικός λογαριασμός του ΚΕΑ - Σ.Υ.Τ.Ε. Ανάλογη οικονομική ενίσχυση δεν δόθηκε στον ενάγοντα σύλλογο, παρότι και αυτός διατηρεί αντίστοιχο κεφάλαιο, το ΚΕΑ - Σ.Ε.Π.Τ.Ε., και εκδήλωσε πολλές φορές εγγράφως την πρόθεσή του να προβεί στις ίδιες ενέργειες, δηλαδή να διαλύσει το ΚΕΑ -Σ.Ε.Π.Τ.Ε.
και να συστήσει με την εναγομένη όμοια αστική εταιρία (βλ. τα προσκομιζόμενα και επικαλούμενα από τον ενάγοντα έγγραφα με αριθμούς 104-128). Στο αίτημα μάλιστα αυτό του ενάγοντος δεν απάντησε η εναγομένη. Πρέπει εδώ να σημειωθεί, ότι το καταργηθέν ΚΕΑ - Σ.Υ.Τ.Ε. έδινε στα μέλη του τις ίδιες παροχές που δίνει και η πιο πάνω αστική εταιρία.
Εξ άλλου, ο όρος που περιέχεται στο καταστατικό της επίμαχης αστικής εταιρίας, ότι μπορεί να συμμετάσχει σε αυτή οποιοσδήποτε εργαζόμενος στην εναγομένη, στόχευε αφενός μεν να ευνοηθεί ο Σ.Υ.Τ.Ε., αφετέρου δε να διαλυθεί ο ενάγων, με την αποχώρηση των μελών του από αυτόν και την προσχώρηση τους στον Σ.Υ.Τ.Ε., προκειμένου να λάβουν τα ωφελήματα που παρέχει η αστική αυτή εταιρία.
Όπως δε προκύπτει από το απόσπασμα πρακτικού Νο 4/7-4-2005, που παραδεκτά προσκομίζει το ενάγον, ο Σ.Υ.Τ.Ε. έφερε προς συζήτηση στο Δ.Σ. αυτού θέμα για τη μεταγραφή μελών του ενάγοντος σε αυτό, ενώ στη σχετική ανακοίνωση που κυκλοφόρησε επισύναψε δύο αιτήσεις για την εγγραφή μελών του ενάγοντος στον Σ.Υ.Τ.Ε., από τις οποίες η μία απευθύνεται στο σύλλογο αυτό και η άλλη στη Διοίκηση της εναγομένης (βλ.
σχετικά Νο 140α και 140β του ενάγοντος). Περαιτέρω, από τους προσκομιζόμενους από τον ενάγοντα "Διοικητικούς και Οικονομικούς Απολογισμούς" του Σ.Υ.Τ.Ε. των ετών 2004 και 2005, προκύπτει ότι η εναγομένη έχει εκταμιεύσει υπέρ των μελών του ευνοούμενου της Σ.Υ.Τ.Ε. το ποσό των 2.150.000 ευρώ κατά το έτος 2004 και το ποσό των 2.800.000 ευρώ κατά το έτος 2005.
Τα ποσά αυτά έχουν καταχωρηθεί στη στήλη "ΚΥΚΛΟΦΟΡΟΥΝ ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΟ" και με την αιτιολογία "ΕΦΑΠΑΞ ΕΝΙΣΧΥΣΗ ΥΠΑΛΛΗΛΩΝ". Το ενάγον σωματείο δεν έχει την οικονομική άνεση να καλύψει την εισφορά των μελών του, που θα θελήσουν να συμμετάσχουν στην προαναφερόμενη αστική εταιρία, σε αντίθεση με τον Σ.Υ.Τ.Ε. Αυτό, όπως γίνεται φανερό, θα έχει σαν συνέπεια τα μέλη του να προτιμήσουν να διαγραφούν από αυτό και να ενταχθούν στο Σ.Υ.Τ.Ε., οπότε θα διαλυθεί το ενάγον σωματείο".
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο ουδόλως έσφαλε περί την εφαρμογή και ερμηνεία του νόμου και, ειδικότερα των διατάξεων των άρθρων 5 παρ.3 και 4 και 14 παρ. 2 περ. δ' του Ν.1264/82, του άρθρου 11 της Διεθνούς Συμβάσεως Εργασίας 87/48 και του άρθρου 1 παρ.1 και 2 της Διεθνούς Συμβάσεως Εργασίας 98/49 που κυρώθηκαν με τα ΝΔ 4204/61 και 4205/61 και συνεπώς δεν στερείται η προσβαλλόμενη απόφαση νομίμου βάσεως αφού έχει επαρκείς και όχι αντιφατικές αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, και ειδικότερα στο ζήτημα, αν η σύσταση της αστικής εταιρείας συνιστά παροχή προς τους εργαζομένους ή προς συνδικαλιστική οργάνωση και άνιση μεταχείριση του ενάγοντος σωματείου, στοιχειοθετούσα αδικοπρακτική συμπεριφορά των οργάνων της Τράπεζας, εκ της οποίας και υπέστη ηθική βλάβη για την αποκατάσταση της οποίας πρέπει να επιδικασθεί χρηματική ικανοποίηση κατ'άρθρον 932 ΑΚ.
Επομένως, και ο πέμπτος λόγος αναιρέσεως, με επίκληση πλημμελειών από το άρθρο 559 αρ.1 και 19 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Κατά τις διατάξεις των άρθρων 57, 59 και 914 ΑΚ, σε περίπτωση παράνομης προσβολής της προσωπικότητας, ο προσβληθείς με πράξη, η οποία συνεπάγεται μειωτική διαταραχή αυτής σε κάποια από τις εκφάνσεις της, δικαιούται να απαιτήσει την αποκατάσταση της προσγενόμενης σε αυτόν ζημίας από την προσβολή αυτή και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, εφόσον συντρέχει υπαιτιότητα του προσβάλλοντος.
Δικαίωμα στην προσωπικότητα αυτού στην έκφανση της πίστεως, της υπολήψεως και των λοιπών άϋλων αγαθών, που του αναγνωρίζονται, έχει και το νομικό πρόσωπο και, συνεπώς, σε περίπτωση προσβολής της προσωπικότητάς του, σε οποιαδήποτε από τις εκφάνσεις αυτές, με κάποια παράνομη πράξη, δικαιούται, με τη συνδρομή και του στοιχείου της υπαιτιότητας του προσβάλλοντος, την ικανοποίηση της ηθικής βλάβης αυτού που έχει προσβληθεί, η οποία συνίσταται στην πληρωμή χρηματικού ποσού, σε δημοσίευμα ή σε ο,τιδήποτε επιβάλλεται από τις περιστάσεις (ΑΠ 849/1985).
Για την αποκατάσταση δε αυτής της ηθικής βλάβης, τα προσβαλλόμενα νομικά πρόσωπα πρέπει, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 216 ΚΠολΔ, να αναφέρουν, ότι με την παράνομη προσβολή της προσωπικότητάς τους προσβλήθηκε η εμπορική τους πίστη, η επαγγελματική τους υπόληψη και γενικά το εμπορικό τους μέλλον, γεγονότα τα οποία πρέπει και να αποδείξουν με κάθε νόμιμο αποδεικτικό μέσο, γιατί η ηθική βλάβη στα νομικά πρόσωπα δεν αναφέρεται, όπως στα φυσικά πρόσωπα, σε ενδιάθετο αίσθημα, αναγόμενο στον εσωτερικό κόσμο και κρινόμενο με τα δεδομένα της ανθρώπινης λογικής χωρίς αποδείξεις, αλλά με συγκεκριμένη βλάβη που έχει υλική υπόσταση.
Στη περίπτωση, που ερευνάται, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, κατά την εκ των πραγμάτων ανεξέλεγκτη κρίση του Εφετείου, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Από όλα τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά αποδεικνύεται, ότι η προπεριγραφόμενη αδικοπρακτική συμπεριφορά των αρμοδίων οργάνων της εναγομένης, που είχαν σαν σκοπό να αποδυναμώσουν και να περιθωριοποιήσουν τον ενάγοντα και να πλήξουν την συνδικαλιστική του φήμη, προσέβαλαν την προσωπικότητα αυτού σε σημαντικό βαθμό.
Η μείωση της προσωπικότητας του ενάγοντος επήλθε από την σημαντική αποδυνάμωση του έναντι του κυρίαρχου σωματείου Σ.Υ.Τ.Ε., η οποία πραγματοποιήθηκε με τους πιο πάνω παράνομους τρόπους, οι οποίοι είχαν ως αποτέλεσμα να εμφανίζουν το ενάγον σωματείο ως υπό διάλυση, (αφού, ενώ αρχικά είχε 500 περίπου μέλη, έφθασε το Σεπτέμβριο του 2003 να έχει μόνον 78 και να έχουν αποχωρήσει από το 1989 έως το 2003 119 μέλη) ανίκανο να διασφαλίσει στα μέλη του προνόμια, που απολάμβαναν τα μέλη του Σ.Υ.Τ.Ε., περιθωριοποιημένο από τη Διοίκηση της εναγομένης, του οποίου αγνοούνται οι προτάσεις και τα αιτήματα.
Από τις προεκτεθείσες αδικοπραξίες σε βάρος του ενάγοντος και την σημαντική προσβολή της προσωπικότητάς του, αυτό υπέστη αναμφίβολα ηθική βλάβη, για την αποκατάσταση της οποίας πρέπει να επιδικαστεί υπέρ αυτού και σε βάρος της εναγομένης χρηματική ικανοποίηση. Το ανάλογο δε ύψος αυτής, υπό τις εκτεθείσες συνθήκες, μετά από εκτίμηση όλων των άνω περιστατικών, και ιδίως της βαρύτητας της προσβολής, της υπαιτιότητας και του βαθμού της, του τρόπου της προσβολής και της διάρκειάς της, της αρχής της αναλογικότητας που εισάγει το άρθρο 25 παρ.1 του Συντάγματος (ΟλΑΠ 43/2005, ΑΠ 132/2006, ΑΠ 1462/2005) και της κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης των διαδίκων μερών, πρέπει να καθοριστεί στο ποσό των 15.000 ευρώ, το οποίο κρίνεται εύλογο μετά την στάθμιση των πιο πάνω στοιχείων (άρθρο 932 ΑΚ)".
Με τη κρίση του αυτή το Εφετείο, διέλαβε επαρκείς και πλήρεις αιτιολογίες ως προς τη μορφή και τη τέλεση εκ μέρους της αναιρεσείουσας και σε βάρος του αναιρεσίβλητου των τελεσθεισών αδικοπραξιών, αλλά και αν το τελευταίο υπέστη όντως ηθική βλάβη, ώστε να μη στερείται η προσβαλλόμενη απόφαση νομίμου βάσεως και να είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος.
Συνεπώς, κατά το πρώτο σκέλος του ο έκτος (και τελευταίος) λόγος αναιρέσεως, με τον οποίον αποδίδεται πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ.1 και 19 ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Τέλος, και όσον αφορά τον ίδιο αυτό λόγο αναιρέσεως, κατά το δεύτερο σκέλος του, ότι το δικάσαν εφετείο παραβίασε την "αρχή της αναλογικότητας", πρέπει να λεχθούν τα εξής:
Με το άρθρο 25 παρ.1 εδ. τέταρτο του Συντάγματος, όπως αυτό ισχύει μετά τη συνταγματική αναθεώρηση του έτους 2001, τίθεται ο κανόνας ότι οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν να επιβληθούν στα ατομικά δικαιώματα "πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού, και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας".
Κατά την αρχή αυτή, η οποία ως γενική αρχή του δικαίου ίσχυε και προ της ρητής αποτυπώσεώς της στο Σύνταγμα κατά την προαναφερθείσα αναθεώρησή του, οι νομίμως επιβαλλόμενοι περιορισμοί των ατομικών δικαιωμάτων πρέπει να πληρούν τα ακόλουθα τρία κριτήρια πρέπει δηλαδή να είναι α) κατάλληλοι, ήτοι πρόσφοροι για την πραγμάτωση του επιδιωκόμενου σκοπού, β) αναγκαίοι, ώστε να προκαλούν τον ελάχιστο δυνατό περιορισμό στον ιδιώτη ή το κοινό, και τέλος γ) εν στενή εννοία αναλογικοί, να τελούν δηλαδή σε εσωτερική αλληλουχία με τον επιδιωκόμενο σκοπό, ώστε η αναμενόμενη ωφέλεια να μην υπολείπεται της βλάβης, που προκαλούν (Ολ.ΑΠ 43/2005).
Η αρχή της αναλογικότητας, ως κανόνας δικαίου, που οριοθετεί τον περιορισμό του ατομικού δικαιώματος νόμου, απευθύνεται κατ'αρχήν στο νομοθέτη. Στο χώρο του ιδιωτικού δικαίου, ήτοι στις σχέσεις μεταξύ ιδιωτών, επίκληση της αρχής της αναλογικότητας, μπορεί να γίνει, αν ο κοινός νομοθέτης είτε έχει παραβιάσει την αρχή αυτή, θεσπίζοντας με νόμο υπέρμετρους περιορισμούς ατομικών δικαιωμάτων, οπότε ο δικαστής μπορεί, ελέγχοντας τη συνταγματικότητα του νόμου, να μην εφαρμόσει αυτόν (άρθρο 93 παρ.4 του Συντάγματος), είτε να έχει παραλείψει να ασκήσει τις συνταγματικές του υποχρεώσεις, καταλείποντας κενό, οπότε η αρχή της αναλογικότητας καλείται επικουρικώς σε εφαρμογή.
Στο πεδίο των αδικοπρακτικών σχέσεων (άρθρα 914 επ. ΑΚ), και ειδικότερα στο ζήτημα του μέτρου της επιδικαστέας χρηματικής ικανοποιήσεως, ο νόμος προβλέπει στο άρθρο 932 ΑΚ, ότι τι δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη, κατά την κρίση του, χρηματική ικανοποίηση, δηλαδή χρηματική ικανοποίηση ανάλογη με τις περιστάσεις της συγκεκριμένης περιπτώσεως.
Με τη διάταξη αυτή οι κοινός νομοθέτης έλαβε υπόψη του την αρχή της αναλογικότητας, εξειδικεύοντάς την στο ζήτημα του προσδιορισμού του ύψους της χρηματικής ικανοποιήσεως. Επομένως, σύμφωνα με τα ανωτέρω, δεν υπάρχει έδαφος άμεσης εφαρμογής της διατάξεως του άρθρου 25 παρ.1 εδάφιο τέταρτο του Συντάγματος, η ευθεία δε επίκληση αυτής κατά τον προσδιορισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποιήσεως στερείται σημασίας, αφού δεν θα οδηγούσε σε διαφορετικά σε σχέση με το άρθρο 932 ΑΚ αποτελέσματα.
Στην προκειμένη περίπτωση, το αναιρεσίβλητο με την υπ'αριθμ. έκθ. καταθ. 5372/2003 από 15-5-2003 κατά της αναιρεσείουσας αγωγή του, ισχυριζόμενο ότι η τελευταία, μέσω της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς της, η οποία θέτει αθέμιτους περιορισμούς στη συνδικαλιστική του δράση, το εμποδίζει να αναπτύξει δραστηριότητα προς προώθηση των συμφερόντων των μελών του και οδηγεί σε αποδυνάμωσή του, καθώς τα μέλη του μειώνονται, ενόψει της ανικανότητας πλέον αυτού να διασφαλίσει, όπως το άλλο σωματείο στην ίδια επιχείρηση, τα ίδια προνόμια στα μέλη του, προσεβλήθη η νομική του προσωπικότητα, ζήτησε, μετά νόμιμο περιορισμό του αιτήματός της σε αναγνωριστικό, την αναγνώριση της υποχρεώσεως της αναιρεσείουσας να του καταβάλει το ποσόν των 2.000.000 ευρώ για χρηματική του ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.
Η αγωγή αυτή έγινε δεκτή εν μέρει με την 5647/2004 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών για το ποσόν των 10.000 ευρώ. Την απόφαση αυτή προσέβαλε με έφεση τόσο η εναγομένη Τράπεζα, όσο και το ενάγον σωματείο, επί των δύο δε αυτών εφέσεων εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη 825/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία απέρριψε με την έφεση της εναγόμενης Τράπεζας, ενώ δέχθηκε την έφεση του ενάγοντος σωματείου και αναγνώρισε στη πρώτη την υποχρέωση να καταβάλει στο δεύτερο ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης το ποσό των 15.000 ευρώ.
Αποδίδεται δε, σ'αυτήν (την εφετειακή απόφαση), με τον προαναφερθέντα λόγο αναιρέσεως (έκτο) και κατά το δεύτερο σκέλος του η αιτίαση ότι, με το να επιδικάσει το ανωτέρω ποσόν, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, για τη προσβολή της νομικής προσωπικότητας του ενάγοντος σωματείου, παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου την αρχή της αναλογικότητας, που καθιερώνεται με το άρθρο 25 του Συντάγματος.
Σύμφωνα, όμως, με όσα αναπτύχθηκαν παραπάνω, η εν λόγω διάταξη του Συντάγματος δεν εφαρμόζεται ευθέως στην προκειμένη περίπτωση και συνεπώς η πληττόμενη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας δεν μπορεί να ελεγχθεί αναιρετικά, με βάση το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση της.
Συνεπώς, και κατά το σκέλος του αυτό (το δεύτερο) ο ίδιος αυτός λόγος (έκτος και τελευταίος) πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, συνακόλουθα δε, μη υπάρχοντος άλλου παραπόνου προς έρευνα πρέπει να απορριφθεί και η αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της, καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, όπως στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 9.1.2009 και υπέρ της αναιρεσείουσας πρόσθετη παρέμβαση του σωματείου με την επωνυμία "Σύλλογος Υπαλλήλων Τράπεζας Ελλάδος".
Απορρίπτει την από 17-5-2007 αίτηση της Τράπεζας της Ελλάδος για αναίρεση της 825/2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου εκ χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Απριλίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 4 Μαΐου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ