Legislator Case Law & Legislation
1040/2008 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against bus company's refusal to pay full severance, ruling 40% statutory cap valid despite pension eligibility.

Case Number 1040/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by eight former bus drivers against a lower court ruling that rejected their claim for full severance pay. The drivers argued that because they met pension age requirements, they should receive the full statutory severance under Article 30 of Law 2556/1997, rather than the reduced 40% rate mandated by Article 8 of Law 3198/1955. The court held that the statutory cap on severance applies regardless of pension eligibility, and since the amounts paid did not exceed the legal limit, the lower court's decision was correct.

Legislator headnote

AI generated

Articles 8 of Law 3198/1955; Article 30 of Law 2556/1997: The statutory reduction of severance pay to 40% for employees meeting pension age requirements applies irrespective of the maximum cap provisions in subsequent legislation, and the employer is not liable for the difference if the reduced amount does not exceed the cap.

Keywords

AI generated
severance pay reduction pension eligibility statutory cap bus company liability appeal dismissal labor law interpretation Article 30 Law 2556

Cited Legislation

AI generated
Article 8, paragraphs b and c of Law 3198/1955
Article 8, paragraph 4 of Presidential Decree 3789/1957
Article 5, paragraph 1 of Law 435/1976
Article 30 of Law 2556/1997
Article 6, paragraph 2 of Law 3198/1955

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1040 / 2008 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1040/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αναστάσιο - Φιλητά Περίδη, Αντιπρόεδρο, Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή, Ειρήνη Αθανασίου, Αλέξανδρο Νικάκη και Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Μαρτίου 2008, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Χ1, 2) ......, 3) ......, 4) ......., 5) ......., 6) ......., 7) ....... και 8) ...... .Εκπροσωπήθηκαν όλοι από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Στυλιανό Βλαστό.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΚΤΕΛ Ν. ΗΛΕΙΑΣ Α.Ε. - ΜΕΤΑΦΟΡΙΚΗ - ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ - ΕΜΠΟΡΙΚΗ Α.Ε.", καθολικής διαδόχου του ιδιωτικού νομικού προσώπου με την επωνυμία "Κοινό Ταμείο Εισπράξεως Λεωφορείων ΚΤΕΛ Ν. Ηλείας", που εδρεύει στον Πύργο Ν. Ηλείας και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Δερβιτσιώτη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-5-2003 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ηλείας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 120/2006 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 27-5-2006 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Μάριος - Φώτιος Χατζηπανταζής διάβασε την από 3-9-2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, με τις διατάξεις του άρθρου 8 εδ. β' και γ' του Ν. 3198/1955, που προστέθηκαν με το άρθρο 8 παρ. 4 του Ν.Δ. 3789/1957 και αντικαταστάθηκαν με το άρθρο 5 παρ.1 του Ν. 435/1976, ορίζονται τα εξής : Μισθωτοί γενικά, που υπάγονται στην ασφάλιση οποιουδήποτε ασφαλιστικού οργανισμού για τη χορήγηση συντάξεως, εφόσον συμπλήρωσαν ή συμπληρώνουν τις προϋποθέσεις για τη λήψη πλήρους συντάξεως γήρατος, μπορούν, εάν μεν έχουν την ιδιότητα του εργατοτεχνίτη, να αποχωρούν από την εργασία, εάν δε έχουν την ιδιότητα του υπαλλήλου, είτε να αποχωρούν, είτε να απομακρύνονται από την εργασία από μέρους του εργοδότη τους.

Σε όλες τις ανωτέρω περιπτώσεις οι μεν επικουρικά ασφαλισμένοι λαμβάνουν τα 40%, οι δε μη επικουρικά ασφαλισμένοι τα 50% της αποζημιώσεως, την οποία δικαιούνται, σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις, για την περίπτωση της απροειδοποίητης καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας από μέρους του εργοδότη. Για τη χορηγούμενη ως άνω μειωμένη αποζημίωση προς τους αποχωρούντας ή τους απομακρυνόμενους μισθωτούς εφαρμόζονται όσα ορίζονται στις διατάξεις των άρθρων 1, 2, 3, 4, 5, 6, 7, 8 και 9 του Ν. 3198/1955, καθώς και εκείνες του Ν. 2112/1920 ή του Β.Δ.

της 16/18-7-1920, πλην των διατάξεων που αφορούν την προειδοποίηση. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 30 του Ν. 2556/1997, του οποίου η ισχύς άρχισε από 24-12-1997, οι εργαζόμενοι στα ΚΤΕΛ (αστικά - υπεραστικά) δικαιούνται από τον εργοδότη τους, απολυόμενοι ή αποχωρούντες λόγω συνταξιοδότησης, την αποζημίωση του Ν. 2112/1920, όπως τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε μεταγενέστερα, χωρίς τους περιορισμούς του Α.Ν. 173/1967.

Η ρύθμιση αυτή καταλαμβάνει όχι μόνο τις εκκρεμείς δίκες ενώπιον οποιουδήποτε δικαστηρίου, όπως ρητά προβλέπεται από την ίδια διάταξη, αλλά και όσους δεν είχαν ασκήσει τη σχετική αγωγή πριν από την έναρξη ισχύος του ανωτέρω νόμου, αν κατά το χρόνο αυτό δεν είχε συμπληρωθεί η εξάμηνη αποκλειστική προθεσμία της αξιώσεως τους, διότι ο αποκλεισμός της αναδρομικότητας της διατάξεως αυτής, για όσους δεν είχαν ασκήσει αγωγή πλήρους αποζημιώσεως μέχρι την έναρξη ισχύος της, αντίκειται στη διάταξη του άρθρου 4 του Συντάγματος, αφού δεν επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος (Ολ.

Α.Π. 19/2004). Τέλος, κατά το άρθρο 2 παρ. 2 του Α.Ν. 173/1967, σε όσες περιπτώσεις εργοδότης είναι το Δημόσιο ή Ν.Π.Δ.Δ. ή Τράπεζες ή επιχειρήσεις και Οργανισμοί κοινής ωφελείας ή επιχειρήσεις επιχορηγούμενες από το Κράτος, στις οποίες συγκαταλέγονται και τα ΚΤΕΛ (Ολ. Α.Π. 18/2003), η οφειλόμενη από το Ν. 2112/1920 αποζημίωση δεν μπορεί να υπερβαίνει σε κάθε περίπτωση το ποσό των 240.000 δρχ., το οποίο μετά την αναπροσαρμογή του με το άρθρο 33 του Ν. 1876/1990 ανήλθε στο ποσό των 1.500.000 δρχ..

Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων συνάγεται ότι οι εργαζόμενοι στα υπεραστικά ΚΤΕΛ, των οποίων η σύμβαση εργασίας λύεται με συνταξιοδότηση λόγω γήρατος, δικαιούνται (οι επικουρικώς ασφαλισμένοι) την αποζημίωση του Ν. 2112/1920, όπως εξειδικεύθηκε αυτή με το άρθρο 30 του Ν. 2556/1997, σε ποσοστό 40%, αφού με την τελευταία διάταξη ήρθη ο περιορισμός της αποζημιώσεως λόγω καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας στο ποσό των 1.500.000 δρχ.

για τους εργαζόμενους στα ΚΤΕΛ και συνεπώς, εφόσον συντρέχουν κατά το Ν. 2112/1920 οι προϋποθέσεις μεγαλύτερης του ποσού αυτού αποζημιώσεως, οφείλεται η μεγαλύτερη αυτή αποζημίωση (Ολ. Α.Π. 41/2002). Στην προκείμενη περίπτωση, από τα προσκομιζόμενα διαδικαστικά έγγραφα προκύπτει ότι οι αναιρεσείοντες ισχυρίσθηκαν με την ένδικη από 25-5-2003 αγωγή τους ότι απασχολήθηκαν στο αναιρεσίβλητο ΚΤΕΛ Ν.

Ηλείας με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου οι μεν επτά πρώτοι ως εισπράκτορες, ο δε τελευταίος ως βοηθός λογιστής, κατά τα αναφερόμενα για τον καθένα χρονικά διαστήματα, οπότε αποχώρησαν από την εργασία τους, διότι συμπλήρωσαν τις προϋποθέσεις συνταξιοδοτήσεως από το ΙΚΑ λόγω γήρατος. Ότι το αναιρεσίβλητο ΚΤΕΛ κατέβαλε στον καθένα απ' αυτούς τα 40% της πλήρους αποζημιώσεως, που με βάση το συνολικό χρόνο της απασχολήσεως του και τις αποδοχές του τελευταίου μηνός πριν από τη λύση της συμβάσεως δικαιούτο κατά τις διατάξεις του Ν. 2112/1920.

Ζήτησαν δε, κατόπιν του προεκτιθεμένου ιστορικού, να υποχρεωθεί το αναιρεσίβλητο ΚΤΕΛ να τους καταβάλει την υπόλοιπη αποζημίωση, η οποία ανέρχεται στο αναφερόμενο για τον καθένα ποσό και αποτελεί τη διαφορά μεταξύ της οφειλόμενης, σύμφωνα με το Ν. 2112/1920 σε συνδυασμό με το άρθρο 30 του Ν. 2556/1997, πλήρους αποζημιώσεως και εκείνης, που καταβλήθηκε ως άνω σ' αυτούς.

Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση του απέρριψε την αγωγή, κατά την εν λόγω κύρια βάση της, ως μη νόμιμη, διότι με το άρθρο 30 του Ν. 2556/1997 ήρθη για τους εργαζόμενους στα ΚΤΕΛ ο περιορισμός του ανωτάτου ορίου της αποζημιώσεως, που προβλέπεται από τον Α.Ν. 173/1967 και δεν εθίγη το ποσοστό της αποζημιώσεως των 40% ή 50% για τους επικουρικώς ή μη ασφαλισμένους αντίστοιχα, που προβλέπεται από το άρθρο 8 εδ.

β' του Ν. 3198/1955, όπως ισχύει μετά την αντικατάσταση του με το άρθρο 5 παρ. 1 του Ν. 435/1976, το οποίο, σε περίπτωση που υπερβαίνει το ποσό των 1.500.000 δρχ., καταβάλλεται ολόκληρο, όπως συμβαίνει στην παρούσα υπόθεση, όπου, όπως ιστορείται στην αγωγή, η αποζημίωση, που έλαβαν οι αναιρεσείοντες και αντιστοιχούσε στα 40% της πλήρους αποζημιώσεως, υπερβαίνει κατά πολύ σε όλες τις περιπτώσεις το όριο των 1.500.000 δρχ..

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις. Επομένως, ο πρώτος λόγος της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ. είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Περαιτέρω, ο δεύτερος λόγος της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ. είναι απορριπτέος, ως αλυσιτελής, διότι η επάλληλη αιτιολογία της προσβαλλομένης αποφάσεως, ότι, σε κάθε περίπτωση, οι αξιώσεις των δευτέρου, τρίτου, τετάρτου, πέμπτου, έκτου και εβδόμου αναιρεσειόντων, που, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, αποχώρησαν από την εργασία τους, έχοντας συμπληρώσει τις προϋποθέσεις συνταξιοδότησης στις 26-10-2002, 30-4-2001, 26-5-2002, 23-11-1998, 5-8-1998 και 10-6-1998 αντίστοιχα, έχουν υποπέσει στην αποσβεστική προθεσμία του άρθρου 6 παρ.2 του Ν. 3198/1955, στηρίζει μεν αυτοτελώς το διατακτικό αυτής, όπως και η κύρια αιτιολογία, αφού το Εφετείο απέρριψε την ένδικη αγωγή κυρίως ως νόμω αβάσιμη και επικουρικώς, ως προς τους εν λόγω αναιρεσείοντας, ως απαράδεκτη, πλην όμως, ενόψει των ανωτέρω εκτιθεμένων, δεν πλήσσεται αποτελεσματικά η κύρια ως άνω αιτιολογία της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 27-5-2006 αίτηση των Χ1 κλπ για αναίρεση της υπ' αριθ. 120/2006 αποφάσεως του Εφετείου Πατρών.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσείοντας στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων διακοσίων (1.200) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 1 Απριλίου 2008.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 20 Μαΐου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ