Legislator Case Law & Legislation
1040/2007 AI generated

1040/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1040/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Φεβρουαρίου 2007, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6/9/2003 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καβάλας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 269/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 229/2006 οριστική του Τριμελούς Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 18/8/2006 αίτησή της.

Legislator headnote

AI generated

1040/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Αν, όμως, συμφωνήθηκε μεταξύ της ασφαλιστικής εταιρίας και του υπαλλήλου της ότι αυτός έχει απλώς την ευχέρεια και όχι υποχρέωση για την κατά τα ανωτέρω μεσολάβηση, τότε πρόκειται για διαφορετική σύμβαση, ήτοι εκείνη της μεσιτείας κατά το άρθρο 703 Α.Κ., η οποία συνάπτεται παραλλήλως προς τη σύμβαση εργασίας, που συνδέει τον εν λόγω υπάλληλο με την εργοδότριά του ασφαλιστική εταιρία.

Keywords

AI generated
voluntary unemployment insured status reintegration into employment pension rights equalization right to disconnect assignment to provisional status
AI generated
2065/2014
Η διάταξη του άρθρου 19 παρ 3 ν.
1590/2010
Εργατικές διαφορές.
668/2015
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Μαΐου 2015, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-2-2006 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1937/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2699/2010 μη οριστική και 7331/2013 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 20-3-2014 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Γεώργιος Αναστασάκος ανέγνωσε την από 8-12-2014 έκθεσή του κωλυομένου να συμμετάσχει Αρεοπαγίτη Μιχαήλ Αυγουλέα, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή των 8ου και 12ου λόγου της κρινόμενης αίτησης και την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης, για αντίστοιχα κεφάλαιά της καθώς και για τα συνεχόμενα αναγκαίως με αυτά, και την απόρριψη των λοιπών λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως.
71/2010
Σύμβαση εξαρτημένης εργασίας - σύμβαση ανεξαρτήτων υπηρεσιών - σύμβαση έργου.
905/2012
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 24 Απριλίου 2012, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2/2/2006 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας και προσώπων που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1937/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2699/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 12/6/2011 αίτησή της.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1040 / 2007 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1040/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο, Ανδρέα Μαρκάκη, Ηλία Γιαννακάκη, Αθανάσιο Θεμέλη, Μάριο-Φώτιο Χατζηπανταζή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Φεβρουαρίου 2007, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΚΟΝΤΡΑΚΤ Ανώνυμη Εταιρία Ασφαλιστικής Πρακτόρευσης" και με διακριτικό τίτλο "ΚΟΝΤΡΑΚΤ Α.Ε." που εδρεύει στη Καβάλα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Ρήγο.

Της αναιρεσίβλητης: ....., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χρυσόστομο Βελάκη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6/9/2003 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καβάλας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 269/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 229/2006 οριστική του Τριμελούς Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 18/8/2006 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Θεμέλης, ανέγνωσε την από 13/2/2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί οι δεύτερος και έκτος λόγοι της αίτησης για αναίρεση της 229/2006 απόφασης του Εφετείου Θράκης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κατά το άρθρο 703 Α.Κ. σύμβαση της μεσιτείας διαφέρει από τη σύμβαση εργασίας (Α.Κ. 648επ.) κατά το ότι ο μεσίτης έχει ευχέρεια και όχι υποχρέωση να προβεί στην παροχή του (μεσολάβηση ή υπόδειξη ευκαιρίας προς σύναψη συμβάσεως), ενώ ο μισθωτός έχει υποχρέωση να παρέχει την εργασία του. Εξάλλου είναι δυνατό ο μισθωτός να συνδέεται με τον εργοδότη του και με άλλες, εκτός της συμβάσεως εργασίας, συμβάσεις, όπως με σύμβαση μεσιτείας, σύμβαση ανεξαρτήτων υπηρεσιών, σύμβαση έργου.

Ειδικότερα ο υπάλληλος ασφαλιστικής εταιρίας μπορεί να συμφωνήσει με αυτήν τη λήψη αμοιβής για τη μεσολάβησή του προς σύναψη ασφαλιστικών συμβάσεων μεταξύ της εταιρίας αυτής και τρίτων, αν οι συμβάσεις αυτές ήθελαν καταρτισθεί κατόπιν της μεσολαβήσεώς του. Αν ο υπάλληλος της ασφαλιστικής εταιρίας υποχρεούται, κατά τη συμφωνία με την εργοδότριά του, στην κατά τα ανωτέρω μεσολάβησή του, τότε η συμφωνία αυτή έχει χαρακτήρα συμβάσεως εργασίας και μπορεί να αποτελεί μέρος της ευρύτερης συμβάσεως εργασίας του εν λόγω υπαλλήλου.

Αν, όμως, συμφωνήθηκε μεταξύ της ασφαλιστικής εταιρίας και του υπαλλήλου της ότι αυτός έχει απλώς την ευχέρεια και όχι υποχρέωση για την κατά τα ανωτέρω μεσολάβηση, τότε πρόκειται για διαφορετική σύμβαση, ήτοι εκείνη της μεσιτείας κατά το άρθρο 703 Α.Κ., η οποία συνάπτεται παραλλήλως προς τη σύμβαση εργασίας, που συνδέει τον εν λόγω υπάλληλο με την εργοδότριά του ασφαλιστική εταιρία.

Διαφορετικές από τις ανωτέρω ρυθμίσεις δεν εισήχθησαν με το ν.δ. 400/1970 "περί ιδιωτικής επιχειρήσεως ασφαλίσεως", διότι ο νόμος αυτός με το να επιτρέπει με το άρθρο 27 παρ. 4 στους υπαλλήλους των ασφαλιστικών εταιριών να μεσολαβούν έναντι αμοιβής για τη σύναψη ασφαλιστικών συμβάσεων μόνο μεταξύ των εταιριών ή των πρακτορείων, όπου υπηρετούν, και τρίτων, ακόμη και αν δεν πληρούν τις από τις παρ. 1-3 του ίδιου άρθρου 27 απαιτούμενες προϋποθέσεις για την άσκηση του ανεξάρτητου επαγγέλματος, δεν προβαίνει σε οποιαδήποτε χαρακτηρισμό της για τη μεσολάβηση αυτή συμφωνίας του υπαλλήλου με την ασφαλιστική εταιρία, στην οποία εργάζεται, αλλ' αφήνει στα μέρη να διαμορφώσουν ελευθέρως τη συμφωνία αυτή και μάλιστα να συμφωνήσουν ότι ο υπάλληλος της ασφαλιστικής εταιρίας θα έχει υποχρέωση ή μόνο ευχέρεια για την ανωτέρω μεσολάβηση, ώστε να υπάρχει γι' αυτήν, αντιστοίχως, σύμβαση εργασίας ή μεσιτείας.

Και ναι μεν, όταν ο υπάλληλος της ασφαλιστικής εταιρίας δεν έχει τα κατά νόμο γενικά (τυπικά και ουσιαστικά) προσόντα για την άσκηση του ανεξάρτητου επαγγέλματος του ασφαλειομεσίτη, η κατά τα ανωτέρω σύμβαση μεσιτείας του, αφού είναι επιτρεπτή μόνο εφόσον αυτός είναι υπάλληλος της ασφαλιστικής εταιρίας για την οποία πρόκειται, προϋπόθεση έχει την υπαλληλική του αυτήν ιδιότητα και παύει ισχύουσα όταν λυθεί η αντίστοιχη σύμβαση εργασίας του με την ασφαλιστική εταιρία.

Από μόνο, όμως, το λόγο αυτό η σύμβαση, που προβλέπει ευχέρεια του υπαλλήλου προς μεσολάβηση έναντι αμοιβής κατά τα ανωτέρω, δεν χάνει το χαρακτήρα της ως συμβάσεως μεσιτείας και η σχετική αμοιβή δεν καθίσταται μισθός υπό την έννοια των άρθρων 648 επ. Α.Κ., ούτε η περί μεσιτείας σύμβαση αυτή καθίσταται μέρος της περί εργασίας του υπαλλήλου συμβάσεως ως ενιαίου όλου (Α.Π. 325/2001, Α.Π. 322/1980).

Τα ανωτέρω ισχύουν αναλόγως και μετά το Ν. 2170/1993 "Τροποποίηση του Ν.Δ. 400/1970 περί ιδιωτικής επιχειρήσεως ασφαλίσεως και άλλες διατάξεις" (Α 150), ο οποίος, επίσης, με το άρθρο 14, με το οποίο αντικαταστάθηκε το άρθρο 19 του Ν. 1569/1985, επιτρέπει σε υπάλληλο ασφαλιστικών επιχειρήσεων ή επιχειρήσεων ασφαλιστικής πρακτόρευσης ή εταιριών μεσιτείας ασφαλίσεων να ασκούν διαμεσολάβηση στη σύναψη ασφαλίσεων για λογαριασμό των επιχειρήσεων στις οποίες εργάζονται ή άλλων συνδεομένων με αυτές, μετά από έγκριση του εργοδότη του, χωρίς τις προϋποθέσεις του άρθρου 17.

Η σχέση του ασφαλιστικού υπαλλήλου με τις προαναφερόμενες επιχειρήσεις, για λογαριασμό των οποίων διαμεσολαβεί κατά τα ανωτέρω, είναι σύμβαση έργου και ανεξάρτητη από την σύμβαση εργασίας. Ο ασφαλιστικός σύμβουλος, που είναι φυσικό ή νομικό πρόσωπο, κατά το άρθρο 16 ν. 1569, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 13 ν. 2170/1993, μελετά την αγορά, παρουσιάζει και προτείνει λύσεις ασφαλιστικής κάλυψης των αναγκών των πελατών με ασφαλιστικές συμβάσεις για λογαριασμό ασφαλιστικών επιχειρήσεων ή ασφαλιστικών πρακτορείων ή μεσιτών, με βάση σύμβαση, έναντι προμηθείας, για την πρόσκτηση εργασιών.

Ο ασφαλιστικός σύμβουλος δεν έχει δικαίωμα υπογραφής ασφαλιστηρίων. Η σχέση που συνδέει τον ασφαλιστικό σύμβουλο με την ασφαλιστική επιχείρηση ή τον ασφαλιστικό πράκτορα ή τον μεσίτη ασφαλίσεων είναι σύμβαση έργου. Η ιδιότητα του ασφαλιστικού υπαλλήλου (κατ' άρθρο 19 παρ. 3 ν. 1569/1985 όπως αντικ. με το άρθρο 14 ν. 2170/1993) είναι ασυμβίβαστη με την ιδιότητα του ασφαλιστικού συμβούλου.

Η αμέσως παραπάνω διάταξη δεν απαγγέλλει ρητώς ακυρότητα της συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας που καταρτίζεται μεταξύ μιάς ασφαλιστικής εταιρίας και του μισθωτού της, ο οποίος παραλλήλως έχει την ιδιότητα του ασφαλιστικού συμβούλου, ούτε δε από τον συναγόμενο εκ της ερμηνείας προστατευτικό σκοπό της εν λόγω διατάξεως, που συνίσταται στην αποφυγή συγχύσεως των καταναλωτών, μπορεί να εξαγχθεί συμπέρασμα ότι η εν λόγω ρύθμιση αποβλέπει στην επαγωγή ακυρότητας της συμβάσεως εργασίας, πράγμα άλλωστε που θα ήταν αντίθετο με το συνταγματικώς προστατευόμενο δικαίωμα της ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητος και της συμμετοχής στην οικονομική ζωή της χώρας (άρθρ. 5 παρ. 1 του Συντάγματος).

Εν προκειμένω το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως από αυτή προκύπτει, δέχθηκε ανελέκτως τα ακόλουθα: Η αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρία, η οποία έχει ως αντικείμενο εργασιών την πρακτόρευση και αντιπροσώπευση ημεδαπών και αλλοδαπών ασφαλιστικών εταιριών, καθώς και την εκτέλεση ασφαλιστικών εργασιών, στην περιφέρεια Ανατολικής Μακεδονίας-Θράκης και με υποκατάστημά της στη .....

προσέλαβε την αναιρεσίβλητη την 1-9-1995 με έγγραφη σύμβαση έργου, με βάση την οποία η τελευταία (αναιρεσίβλητη) θα παρείχε τις υπηρεσίες της ως ασφαλιστική σύμβουλος προωθώντας τα πακέτα ασφάλισης της αναιρεσείουσας ασφαλιστικής επιχείρησης. Στη συνέχεια και ενόψει του ότι η αναιρεσίβλητη είχε αναπτύξει ένα ιδιαίτερο ευρύ και παραγωγικό χαρτοφυλάκιο στα πλαίσια της απασχόλησής της ως ασφαλιστική σύμβουλος στην αναιρεσείουσα την 1-5-1997 οι διάδικοι κατάρτισαν ιδιωτικό συμφωνητικό παροχής ανεξάρτητων υπηρεσιών με βάση το οποίο η αναιρεσίβλητη θα απασχολείτο πέρα από την ιδιότητά της, ως ασφαλιστική σύμβουλος και ως συντονίστρια ασφαλίσεων.

Ειδικότερα η αναιρεσίβλητη ανέλαβε επιπρόσθετα της ανωτέρω σύμβασης έργου, τη "στρατολόγηση" νέων ασφαλιστικών συμβούλων, την εκπαίδευση και την εποπτεία τους και τη συμμετοχή της σε εκπαιδευτικά σεμινάρια. Ότι παράλληλα, η αναιρεσείουσα στα πλαίσια της επάνδρωσης του υποκαταστήματός της στη ..... από άποψη γραμματειακής υποστήριξης και διοικητικού προσωπικού, συνεβλήθη άτυπα (προφορικά) με την αναιρεσίβλητη περί τα τέλη του έτους 1995 για να απασχοληθεί η τελευταία στο ανωτέρω υποκατάστημα και ως υπάλληλος γραφείου (γραμματέας).

Η τρίτη αυτή μορφή παροχής υπηρεσιών της αναιρεσίβλητης στην αναιρεσείουσα έχει τη μορφή σύμβασης εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου για την οποία εφαρμόζονται οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας. Αυτή η μορφή απασχόλησης της αναιρεσίβλητης είναι εντελώς ανεξάρτητη και διάφορη από τις προαναφερθείσες δύο και επομένως δεν πρόκειται για μικτή επαγγελματική απασχόληση της αναιρεσίβλητης, που βάση της έχει την παροχή εξαρτημένης εργασίας, η οποία και για την περίπτωση αυτή διατηρεί τον προέχοντα ρόλο, αλλά για συρροή παραλλήλων συμβατικών σχέσεων, κάθε μία από τις οποίες λειτουργεί αυτοτελώς, παράλληλα και ανεξάρτητα από την άλλη.

Ότι την κρίση του αυτή το Εφετείο στηρίζει στα αναφερόμενα έγγραφα που είχε προσκομίσει και επικαλεσθεί η αναιρεσίβλητη, από τα οποία προκύπτει ότι αυτή (αναιρεσίβλητη) εμφανιζόταν στο οργανόγραμμα της αναιρεσείουσας ως μέλος της ομάδας διοικητικών υπηρεσιών της τελευταίας, ζητούσε κανονική άδεια που ενέκρινε η κάθε φορά προϊσταμένη του διοικητικού προσωπικού μετά από σύμφωνη γνώμη του κάθε φορά συντονιστή, υπεύθυνου του υποκαταστήματος ....., ακολουθούσε σταθερό και ελεγχόμενο ωράριο εργασίας, συμμετείχε σε επιμορφωτικά σεμινάρια διοικητικών υπηρεσιών (ανεξάρτητα από τα σεμινάρια των ασφαλιστικών συμβούλων), υπέκειτο ως προς τον τρόπο εκτέλεσης της εργασίας της ως υπαλλήλου γραφείου στον κανονισμό λειτουργίας των γραφείων της αναιρεσείουσας και ιδιαίτερα στο άρθρο 7 αυτού, που αναφέρει τα καθήκοντα της γραμματείας γραφείου μεταξύ των οποίων να ελέγχει την καθαρίστρια και την καθημερινή προσέλευση των ασφαλιστών σε περίπτωση απουσίας των ομαδαρχών, να υποδέχεται τους πελάτες, να κάνει τις εισπράξεις των ασφαλίστρων και να τις καταθέτει καθημερινά σε λογαριασμό της εταιρίας.

Ότι η αναιρεσίβλητη ελάμβανε μηνιαίως 60.000 δραχμές από την αναιρεσείουσα ως ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα από την παρασχεθείσα εργασία της ως υπαλλήλου γραφείου, που ήταν σαφώς κατώτερο από τις νόμιμες μηνιαίες αποδοχές που θα έπρεπε να της καταβάλει η αναιρεσείουσα, η οποία και την ενθάρρυνε να τις συμπληρώνει και να τις υπερβαίνει με την παράλληλη απασχόλησή της ως ασφαλιστικού συμβούλου.

Με αυτήν άλλωστε την προσδοκία του κέρδους συνέχιζε ως υπάλληλος γραφείου υπό καθεστώς πλήρους απασχόλησης και λαμβάνοντας εν γνώσει της μειωμένες αποδοχές. Την 27-4-2001 η αναιρεσείουσα κατήγγειλε τη σύμβαση ασφαλιστικού συμβούλου, τη σύμβαση συντονιστή ασφαλίσεων και τη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας.

Με τον πρώτο από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης προσάπτεται η αιτίαση της παραβιάσεως από την προσβαλλόμενη απόφαση του άρθρου 14 παρ. 3 Ν. 2170/1993, αφού δέχθηκε ότι η αναιρεσίβλητη με συμβάσεις που κατήρτισε με την αναιρεσείουσα παρείχε σ' αυτήν τις υπηρεσίες της "τον ίδιο χρόνο τόσο ως ασφαλιστική σύμβουλος, όσο και ως συντονίστρια ασφαλίσεων, αλλά και ως υπάλληλος γραφείου (γραμματέας)", ενώ κατά την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 19 παρ. 3 του Ν. 1569/1985, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 παρ. 1 Ν. 2170/1993, η ιδιότητα του ασφαλιστικού υπαλλήλου είναι ασυμβίβαστη με την ιδιότητα του ασφαλιστικού συμβούλου.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, καθόσον η παραπάνω διάταξη δεν επάγεται ακυρότητα της συμβάσεως εργασίας που καταρίστηκε μεταξύ των διαδίκων, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην αρχή της παρούσας σκέψεως.

Ο από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ δεύτερος λόγος αναίρεσης ιδρύεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβα υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Πράγματα κατά την έννοια της άνω διάταξης είναι οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως, ως και οι λόγοι της έφεσης που περιέχουν παράπονα κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης (Ολ.

Α.Π. 25/2003, Ολ. Α.Π. 11/1996). Με τον δεύτερο από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚπολΔ λόγο αναίρεσης προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, παρά το νόμο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό ότι η αναιρεσίβλητη είναι έγγαμη και μητέρα δύο τέκνων, χωρίς να περιέχεται στην ένδικη αγωγή ο ισχυρισμός αυτός, ο οποίος ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, αφού προσαυξάνονται οι μηνιαίες αποδοχές της αναιρεσίβλητης με τον υπολογισμό του επιδόματος γάμου εκ ποσοστού 10%.

Ο λόγος αυτός της αναίρεσης πρέπει να γίνει δεκτός ως κατ' ουσία βάσιμος, καθόσον όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της ένδικης αγωγής, την οποία παραδεκτώς επισκοπεί ο Άρειος Πάγος (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), η αναιρεσίβλητη δεν ισχυρίσθηκε ότι είναι έγγαμη και μητέρα τέκνων, την έλλειψη δε αυτή είχε προτείνει η αναιρεσείουσα στο Εφετείου με τις προτάσεις της, όπως ισχυρίζεται με το αναιρετήριο και προκύπτει από το περιεχόμενο των προτάσεων αυτών.

Κατόπιν αυτών, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να γίνει δεκτή, ως βάσιμη στην ουσία της, να αναιρεθεί και να παραπεμφθεί η υπόθεση (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ) προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 229/2006 απόφαση του Εφετείου Θράκης.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο που θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές. Και

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας εταιρίας, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων εκατό (1.100) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Απριλίου 2007. Και

Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στις 15 Μαΐου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ