Supreme Court dismisses appeal against lower court judgment due to lack of standing and insufficient reasoning.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Thessaloniki Court of Appeal's judgment of 2000. The appellant, a natural person, lacked standing to appeal because the defendant legal entity had been dissolved without liquidation, transferring its assets to a successor company. Furthermore, the court rejected the appeal's arguments regarding the contract's validity and the court's reasoning as insufficient to challenge the lower court's evidentiary evaluation.
Legislator headnote
AI generatedArt. 62, 73, 35 AK; Art. 558, 559 para. 1, 559 no. 19 KPolD: A legal person dissolved without liquidation ceases to be a proper party to the appeal; an appeal is inadmissible if it attacks the evaluation of evidence rather than the lack of reasoning on facts.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1040 / 2006 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1040/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεόδωρο Αποστολόπουλο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καράμπελα, Εμμανουήλ Καλούδη, Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή και Γεώργιο Πετράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Απριλίου 2006, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Θ. Κ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Μακρή.
Της αναιρεσίβλητης: Εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "F.W.WOOLWORTH CO GMBH", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κων/νο Ρούσσο, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-4-1984 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 384/1985 του ίδιου Δικαστηρίου και 216/2000 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 19-4-2000 αίτησή του και τους από 30-1-2004 πρόσθετους λόγους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Πετράκης διάβασε την από 25-2-2005 έκθεση του Αρεοπαγίτη Ιωάννη Δαβίλλα, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Eπειδή κατά το άρθρο 62 του ΚΠολΔ, ικανός να είναι διάδικος είναι εκείνος, που έχει την ικανότητα να είναι υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων. Η ικανότητα αυτή, που εξετάζεται και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο (άρθρ. 73 ΚΠολΔ), παύει να υπάρχει με το θάνατο του φυσικού προσώπου (άρθρ. 35 ΑΚ), προκειμένου δε για νομικό πρόσωπο, αφότου τούτο κατά νόμο έχει λυθεί.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 558 παρ. 1 του ΚΠολΔ, η αναίρεση απευθύνεται κατ' εκείνων, οι οποίοι ήταν διάδικοι στη δίκη, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση ή των καθολικών διαδόχων τους. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι, αν το νομικό πρόσωπο, που ήταν διάδικος, λύθηκε νομίμως, πράγμα που συμβαίνει και σε περίπτωση συγχωνεύσεως εταιρείας ή εταιρειών με απορρόφηση, κατά την οποία μία ή περισσότερες εταιρείες (απορροφούμενες), οι οποίες λύονται χωρίς να ακολουθήσει εκκαθάριση, μεταβιβάζουν σε άλλη υφιστάμενη εταιρία (απορροφούσα) το σύνολο του ενεργητικού και παθητικού της περιουσίας τους (βλ.
και Οδηγία 78/855/ΕΟΚ του Ευρωπαϊκού Εταιρικού Δικαίου, ΑΠ 647/2003) ή απορροφούσα εταιρία, υποκαθιστάμενη σε όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της απορροφουμένης εταιρείας και εξομοιούμενη εντεύθεν με καθολική διάδοχο αυτής, συνεχίζει αυτοδικαίως την εκκρεμή δίκη χωρίς καμιά ειδικότερη διατύπωση εκ μέρους της για τη συνέχιση και χωρίς να επέρχεται, λόγω της συγχωνεύσεως, διακοπή της δίκης, ούτε απαιτείται δήλωση για την επανάληψή της.
Στην προκειμένη περίπτωση, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως απευθύνεται κατά της αλλοδαπής, στη … εδρευούσης, εταιρίας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "F.W. WOOLWORTH CO GMBH", κατά της οποίας είχε απευθυνθεί η αγωγή του αναιρεσείοντος, και η οποία είχε ασκήσει την έφεση κατά της πρωτόδικης αποφάσεως, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση.
Όπως, όμως, προκύπτει από το προσκομιζόμενο από 28.2.2005 πληρεξούσιο ενώπιον του συμβολαιογράφου Φρανκφούρτης Hans Hofman και τη συνεχόμενη σ' αυτό βεβαίωση του συμβολαιογράφου τούτου, η ως άνω αναιρεσίβλητη αλλοδαπή εταιρεία, όπως μετονομάστηκε μετά την μετατροπή της από εταιρεία περιορισμένης ευθύνης σε ομόρρυθμη εταιρεία, από 25.8.2004 συγχωνεύθηκε με απορρόφηση από την εδρεύουσα στην ιδία άνω πόλη της Γερμανίας εταιρεία με την επωνυμία "DEUTSCHE WOOLWORTH GMBH AND CO OHG", που απέκτησε όλα τα περιουσιακά της στοιχεία και έτσι κατέστη καθολική διάδοχος εκείνης.
Την απορροφήσασα δε αυτή εταιρεία με τη εν λόγω ιδιότητά της, κατ' ορθή εκτίμηση της σχετικής δηλώσεώς του, εκπροσώπησε, κατά τη συζήτηση της υπό κρίση αναιρέσεως κατάς την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσης δικάσιμο, ο πληρεξούσιος δικηγόρος της Κων/νος Ρούσσος, στον οποίο χορηγήθηκε από την εταιρεία αυτή με το πιο πάνω πληρεξούσιο ειδική προς τούτο πληρεξουσιότητα.
Η πληρεξουσιότητα αυτή, εφόσον δόθηκε στην αλλοδαπή ενώπιον αλλοδαπού προσώπου καθύλην και κατά τόπο αρμοδίου (συμβολαιογράφου) κατά τις διατυπώσεις, που τάσσονται από το δίκαιο της αλλοδαπής χώρας (Γερμανίας), είναι έγκυρη, κατά τα άρθρα 11 του ΑΚ 96 και 439 του ΚΠολΔ (ΑΠ 77/2002). Κατά συνέπεια, νομίμως συνεχίζει την παρούσα εκκρεμή δίκη χωρίς καμιά ειδικότερη διατύπωση η ως άνω εταιρία ως καθολική διάδοχος της απορροφηθείσης αρχικής διαδίκου εταιρείας.
Επειδή από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 118 αριθ. 4, 566 παρ. 1, 577 παρ. 3, 578 και 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι για να είναι ορισμένος ο από την τελευταία αυτή διάταξη λόγος αναιρέσεως για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο ερεύνησε την ουσία της υποθέσεως, δεν αρκεί να εκτίθενται στο αναιρετήριο η διάταξη, που φέρεται ότι παραβιάστηκε, η έννοια που αποδίδει σ' αυτή ο αναιρεσείων και το συμπέρσμα του δικαστηρίου, που φέρεται ως προϊόν ερμηνευτικού ή υπαγωγικού σφάλματος, αλλά πρέπει επιπλέον να εκτίθενται με πληρότητα και σαφήνεια οι κρίσιμες επί της ουσίας παραδοχές του δικαστηρίου, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, που έγιναν δεκτα', υπό τα οποία συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, διότι μόνο ενόψει των ουσιαστικών αυτών παραδοχών μπορεί να ελεγχθεί αν η νομική πλημμέλεια, που αποδίδεται στην απόφαση, οδήγησε σε σφαλερό διατακτικό, από το οποίο και εξαρτάται τελικώς η ευδοκίμηση της αναιρέσεως (άρθρ. 778 ΚΠολΔ).
Εξάλλου, η αοριστία του λόγου αναιρέσεως δεν δύναται να θεραπευτεί με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (Ολ. ΑΠ 27/1998, 32/1996). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον μοναδικό λόγο του κυρίου αναιρετηρίου και τον πρώτο λόγο του δικογράφου των προσθέτων αποδίδεται στο Εφετείο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, η εκ του αριθ. 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλεια, διότι, με το να κρίνει βάσιμη την προταθείσα από την αρχική εναγομένη εταιρεία ένσταση συμψηφισμού της αγωγικής απαιτήσεως του αναιρεσείοντος, που αφορά την καταβολή υπολοίπου τιμήματος πωλήσεως από αυτόν σ' εκείνη ειδών ενδύσεως (μπλουζών), προς ανταπαίτησή της κατ' αυτού από την εκ μέρους της άσκηση του δικαιώματος μειώσεως του τιμήματος προηγούμενης πωλήσεως όμοιων ειδών, λόγω ελλείψεως συμφωνημένων ιδιοτήτων αυτών, και να αποφανθεί ακολούθως την απόσβεση της αγωγικής απαιτήσεως κατά το μέρος, που καλυπτόταν από την ανταπαίτηση, παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 535 επ.
και 540 επ. του ΑΚ. Στο αναιρετήριο, όμως, και στο δικόγραφο των πρόσθετων λόγων αναιρέσεως, ενώ εκτίθενται το κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος πραγματικό μέρος της υποθέσεως, η έννοια που αυτός αποδίδει στις φερόμενες ως παραβιασθείσες διατάξεις και το συμπέρασμα του δικαστηρίου, που φέρεται ως προϊόν υπαγωγικού σφάλματος, δεν παρατίθεται και μάλιστα με πληρότητα οι αφορώσες την επίμαχη ένσταση συμψηφισμού κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου.
Επομένως, οι πιο πάνω λόγοι αναιρέσεως είναι αόριστοι και πρέπει ν' απορριφθούν ως απαράδεκτοι.
Επειδή κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. α' του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που ο νόμος δεν επιτρέπει. Η περίπτωση αυτή συντρέχει, όταν το αποδεικτικό μέσο απαγορεύεται είτε γενικώς είτε στη συγκεκριμένη υπόθεση και δη είτε βάσει του νόμου είτε βάσει συμβάσεως.
Αλλά, για να είναι ορισμένος αυτός ο λόγος αναιρέσεως πρέπει, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ. 4, 562 παρ. 2, 566 παρ. 1, 577 παρ. 3 και 578 του ΚΠολΔ, να αναφέρεται στο αναιρετήριο, εκτός άλλων, και ότι ο ισχυρισμός περί απαραδέκτου του συγκεκριμένου αποδεικτικού μέσου είχε προβληθεί από τον αναιρεσείοντα στο δικαστήριο της ουσίας κατά τρόπο νόμιμο και ορισμένο.
Με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως του δικογράφου των προσθέτων προσάπτεται στο Εφετείο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, η από το άρθρο 559 αριθ. 11 ΚΠολΔ πλημμέλεια, διότι έλαβε υπόψη προς απόδειξη της συμβάσεως πωλήσεως, στην οποία στηριζόταν η ως άνω προς συμψηφισμό με την αγωγική απαίτηση προβληθείσα ανταπαίτηση της αρχικής εναγομένης αγοράστριας εταιρίας και η οποία είχε αντικείμενο μεγαλύτερο των 50.000 δραχμών, ανεπίτρεπτα από το νόμο αποδεικτικά μέσα, ήτοι μάρτυρες, αλλά και μάρτυρα που είχε συμφέρον από τη δίκη και συγκεκριμένα το νόμιμο εκπρόσωπο της εναγομένης Ρ.
Σ., κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 393 παρ. 1 και 400 αριθ. 3 ΚΠολΔ, ενόψει του ότι η υπόθεση δικάστηκε κατά την τακτική διαδικασία. Αλλά, ο αναιρεσείων δεν ισχυρίζεται με το αναιρετήριο, ότι επικαλέστηκε στο δικαστήριο της ουσίας το απαράδεκτο, για τους ανωτέρω λογους, των αποδεικτικών αυτών μέσων. Επομένως, ο κρινόμενος λόγος αναιρέσεως πρέπει ν' απορριφθεί προεχόντως ως αόριστος.
Επειδή κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ' του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και όταν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει ο αναιρεσείων, εκτός άλλων, να προσδιορίζει και τα αποδεικτικά μέσα, που το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη, καθώς και το αποδεικτικό τους περιεχόμενο.
Εξάλλου , ο από την παραβίαση των ορισμών του νόμου αναφορικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, κατά την έννοια του αριθ. 12 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, όταν το δικαστήριο της ουσίας αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα δύναμη αποδείξεως μικρότερη ή μεγαλύτερη από εκείνη, που δεσμευτικά γι' αυτό (δικαστήριο) κμαθορίζει ο νόμος.
Επομένως, για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο και ποια είναι η αποδεικτική δύναμη που προσδόθηκε στο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο από το δικαστήριο και ποιο είναι το σχετικό σφάλμα αυτού. Με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως του δικογράφου των προσθέτων από τους αριθ. 11 και 12 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια, ότι το Εφετείο, με το να αγνοήσει τους ισχυρισμούς της αναιρεσίβλητης, δεν "έδωσε προσοχή" σε επικληθέντα και προσκομισθέντα από αυτή έγγραφα, που περιείχαν την έντυπη σύμβαση πωλήσεως με τις υπογραφές των συμβαλλομένων, που εκείνη είχε επικαλεσθεί προς απόδειξη της ανταπαιτήσεώς της κατά του αναιρεσείοντος.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως, κατά το μέρος που αφορά τη μη λήψη υπόψη εγγράφων, που περιείχαν την σύμβαση πωλήσεως, είναι αόριστος, διότι δεν εξειδικεύονται τα έγγραφα αυτά, κατά το μέρος δε που αφορά την αιτίαση ότι το δικαστήριο δεν προσέδωσε σε επικληθέντα έγγραφα τη νόμιμη αποδεικτική δύναμη, είναι επίσης αόριστος διότι δεν αναφέρεται ποια αποδεικτική δύναμη προσδόθηκε στα έγγραφα αυτά από το δικαστήριο και ποιο είναι το σφάλμα αυτού.
Επομένως και ο λόγος αυτός πρέπει ν' απορριφθεί, ως αόριστος.
Επειδή, κατά το άρθρο 252 παρ. 1 και 3 του ΚΠολΔ αν μάρτυρας, πραγματογνώμονας ή κάποιος από τους παρισταμένους διαδίκους ή τους νόμιμους αντιπροσώπους τους, που εμφανίζεται αυτοπροσώπως κατά τη συζήτηση ή την επιχείρηση διαδικαστικής πράξεως, αγνοεί την ελληνική γλώσσα, προσλαμβάνεται διερμηνέας, ο οποίος διορίζεται από το δικαστή και στα πολυμελή δικαστήρια από τον πρόεδρο του δικαστηρίου και, εφόσον δεν έχει ορκιστεί ως διερμηνέας, ορκίζεται σύμφωνα με το άρθρο 408 ότι θα ασκήσει το καθήκον του πιστά και με ακρίβεια.
Η διάταξη αυτή αναφέρεται στη διαδικασία της πολιτικής δίκης, που ανοίγεται με την αγωγή, και επιβάλλει τον διορισμό από το δικαστή ή τον πρόεδρο του δικαστηρίου διερμηνέα, εκτός άλλων, και για τον διάδικο που αγνοεί την ελληνική γλώσσα, όταν με την παρουσία του γίνεται η συζήτηση της, υποθέσεως ή επιχειρείται διαδικαστική πράξη, προκειμένου αυτός να κατανοήσει τα συμβαίνοντα και να του παρασχεθεί η δυνατότητα υπερασπίσεως της υποθέσεώς τους.
Επομένως, δεν έχει εφαρμογή κατά την επιχείρηση εξωδικαστικών πράξεων και συγκεκριμένα κατά την κατάρτιση συμβάσεων του ουσιαστικού δικαίου μεταξύ προσώπων, που ο ένας αγνοεί τη γλώσσα του άλλου, έτσι ώστε η μη πρόσληψη κατά τα άνω διερμηνέα για τους συμβαλλομένους αυτούς, δεν συνεπάγεται ακυρότητα της συνομολογηθείσης συμβάσεως βάσει των διατάξεων των άρθρων 352 και 408 του ΚΠολΔ.
Συνακόλουθα, ο τέταρτος πρόσθετος λόγος αναιρέσεως κατά το πρώτο σκέλος του, από το άρθρο 559 αριθ. 14 του ΚΠολΔ, με τον οποίο ψέγεται η προσβαλλόμενη απόφαση, ότι με το να δεχθεί έγκυρη τη σύμβαση πωλήσεως, από την οποία πήγαζε η ανταπαίτηση της αναιρεσίβλητης κατά του αναιρεσείοντος, που αυτή προέτεινε σε συμψηφισμό προς την αγωγική απόκτηση, παρά τη συμμετοχή στην κατάρτιση της συμβάσεως αυτής αφενός του αναιρεσείοντος, που δεν γνώριζε τη γερμανική γλώσσα, αφετέρου δε του εκπροσώπου της αναιρεσίβλητης Ρ.
Σ., που δεν γνώριζε την ελληνική, με την παρουσία και του αντιπροσώπου στην Ελλάδα της αναιρεσίβλητης Γ. Ν., ο οποίος εκτέλεσε καθήκοντα διερμηνέα και μεταφραστή, μολονότι είχε την εν λόγω ιδιότητα και χωρίς να ορκιστεί, κατά παράβαση των εφαρμοζομένων και στην περίπτωση αυτή, διατάξεων των άρθρων 252 και 408 του ΚΠολΔ, παρά το νόμο δεν κήρυξε ακυρότητα (της συμβάσεως), είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.
Ο ίδιος λόγος, κατά το δεύτερο σκέλος του, με τον οποίο αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλειες της ευθείας και εκ πλαγίου παραβιάσεως, με ελλειπή αιτιολογία, της ουσιαστικού δικαίου διατάξεως του άρθρου 167 του ΑΚ, όσον αφορά το ανωτέρω ζήτημα της εγκυρότητας της επίμαχης συμβάσεως πωλήσεως, πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως αόριστος, διότι δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο οι σχετικές παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, όπως έπρεπε, εφόσον το δικαστήριο εξέτασε την ουσία της υποθέσεως, ούτε καθορίζονται τα ελλείποντα στοιχεία του πραγμτικού του πιο πάνω κανόνα δικαίου, που φέρεται ότι παραβιάστηκε.
Επειδή κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας στερείται νομίμου βάσεως κι έτσι ιδρύεται ο οικείος λόγος αναιρέσεως, όταν στο αιτιολογικό της δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται αντιφατικώς ή ανεπαρκώς τα πραγματικά γεγονότα, στα οποία εκείνο στήριξε την κρίση του επί ζητήματος, που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ώστε να μη μπορεί να ελεγχθεί, αν συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόστηκε.
Δεν στερείται, όμως, νομίμου βάσεως η απόφαση, όταν η αντίστοιχη έλλειψη, αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια αφορά την ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση και γενικότερα την εκτίμηση των αποδείξεων, αρκεί το πόρισμα, που έχει εξαχθεί από αυτές, να εκτίθεται σαφώς. Με τον πέμπτο και τελευταίο λόγο του δικογράφου των προσθέτων, κατά το πρώτο μέρος του, υπό την επίκληση του αναιρετικού λόγου του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια, ότι δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, άλλως έχει αντιφατικές ή ανεπαρκείς αιτιολογίες σε ζητήματα, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα δεν προσδιορίζει την σχέση μεταξύ των αναφερόμενων αποδεικτικών μέσων, την αξιοπιστία και τον βαθμό γνώσεως των μαρτύρων, το ειδικότερο περιεχόμενο των εγγράφων, καθώς και τα συναχθέντα δικαστικά τεκμήρια.
Όμως οι αναφερόμενες ελλείψεις ανάγονται αποκλειστικώς στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση των αποδείξεων, που το δικαστήριο έλαβε υπόψη, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, για το οποίο, στο λόγο αυτόν, δεν προβάλλονται συγκεκριμένες ελλείψεις. Επομένως, ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος.
Ο ίδιος λόγος κατά το δεύτερο μέρος του, με τον οποίο ψέγεται η προσβαλλόμενη απόφαση, διότι δεν έχει καθόλου αιτιολογία ως προς το ποσό που δέχθηκε ότι μειώθηκε το τίμημα της πωλήσεως από έλλειψη συνομολογηθεισών ιδιοτήτων των πωληθέντων πραγμάτων και η αναιρεσίβλητη αγοράστρια έχει ανάλογη ανταπαίτηση κατά του πωλητή αναιρεσείοντος, την οποία το δικαστήριο, κατά παραδοχή της σχετικής ενστάσεως εκείνης, συμψήφισε προς την αγωγική απαίτηση αυτού, είναι αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο διέλαβε σ' αυτή αιτιολογίες ως προς το ανωτέρω ουσιώδες ζήτημα.
Επειδή κατ' ακολουθίαν των προεκτεθέντων, πρέπει η ένδικη αίτηση αναιρέσεως με τους πρόσθετους λόγους της ν' απορριφθεί στο σύνολό της.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 19.4.2000 αίτηση του Θ. Κ. περί αναιρέσεως της 216/2000 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που ορίζει σε τετρακόσια είκοσι (420) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα, στις 2 Μαϊου 2006. Και
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 23 Μαϊου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ