Supreme Court allows appeal against excessive damages award for moral harm and fake expenses in tort case.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the appeal against the First Instance Court's decision to award excessive damages in a tort case. The appellant argued that the lower court violated the principle of proportionality by awarding 30,000 euros for moral harm and 20,000 euros for special compensation, which far exceeded customary amounts. Consequently, the Court annulled the specific portions of the judgment regarding these excessive sums and remitted the case for further trial on the corrected amounts.
Legislator headnote
AI generatedArticles 297, 298, 300, 330, 914 of the Civil Code; Article 559(1) of the Code of Civil Procedure: An appeal is admissible only if a substantive law rule was violated, and excessive damages awarded without regard to the principle of proportionality constitute such a violation.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 103 / 2022 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 103/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευστάθιο Νίκα, Μαρία Βάρκα, Άννα Αγγελάτου - Βασιλείου και Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Νοεμβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία ... και ήδη ... που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "Α.Α. ΑΕ", η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Ντανάκα, που δήλωσε στο ακροατήριο, καθώς και με τις από 5-11-2021 κατατεθείσες προτάσεις του την ως άνω μεταβολή της αναιρεσείουσας.
Της αναιρεσίβλητης: Ε. χας Ν. Κ., το γένος Σ. Ν., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Μιχαήλ Νικολιδάκη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31-8-2014 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 538/2016 μη οριστική και 663/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4898/2019 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 14-11-2019 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ.), είναι, επομένως, παραδεκτή (άρθρα 577 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ.) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των προβαλλόμενων λόγων της (άρθρα 577 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δικ.).
Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 του Α.Κ. προκύπτει ότι προϋποθέσεις της ευθύνης προς αποζημίωση από αδικοπραξία, είναι η υπαιτιότητα του υποχρέου, το παράνομο της πράξεως ή παραλείψεως αυτού και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της πράξεως ή της παραλείψεως και της επελθούσας ζημίας.
Εξάλλου, αιτιώδης συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει, κατά την συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα. Η παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας, ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013).
Με τον ως άνω λόγο αναιρέσεως, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λ.π., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσίαν (ΟλΑΠ 27 και 28/1998).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν εμφανή την παράβαση (ΑΠ 531/2014).
Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 7/2006, ΑΠ 114/2016).
Κατά την έννοια δε του λόγου αναιρέσεως από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται συνεπώς εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.
Δηλαδή, ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται μόνον όταν η πλημμέλεια αφορά παράβαση κανόνων ουσιαστικής φύσεως, και όχι δικονομικών διατάξεων, που ρυθμίζουν τη διαδικασία. Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή την κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της αποφάσεως για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περιπτώσεως στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περιπτώσεως.
Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που, είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διατάξεως ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα.
Δηλαδή, δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε, και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και επομένως αιτιολογία της αποφάσεως ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 809/2017, 1361/2013, 1266/2011).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή (αρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως, προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε ως αποδειχθέντα, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά περί των πραγμάτων κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ), ως προς τον επελθόντα κατά το ένδικο ατύχημα τραυματισμό της ενάγουσας- ήδη αναιρεσίβλητης, την εξ αιτίας αυτού ανικανότητά της προς εργασία και την τελούσα σε αιτιώδη συνάφεια με τον τραυματισμό της θετική και αποθετική ζημία αυτής, τα ακόλουθα, κρίσιμα για την έρευνα των συναφών αναιρετικών λόγων, πραγματικά περιστατικά: "Στις 22-5-2013 και περί ώρα 07.00, επί της Ε.Ο.
Ηρακλείου- Αγίας Γαλήνης Κρήτης, προκλήθηκε τροχαίο ατύχημα από αποκλειστική υπαιτιότητα του Σ. Μ. (μη διαδίκου), οδηγού του με αριθμό κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Φ. αυτοκινήτου, το οποίο ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική του ευθύνη στη εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία, το οποίο είχε σαν συνέπεια την πρόκληση υλικών ζημιών στην υπ' αρ.
κυκλ. ... δίκυκλη μοτ/τα, που οδηγούσε η ενάγουσα και τον τραυματισμό της τελευταίας............... Περαιτέρω, αποδείχτηκε ότι εξαιτίας του ένδικου ατυχήματος η ενάγουσα, Ε. Κ., οδηγός της με αριθμό κυκλοφορίας ... δίκυκλης μοτοσικλέτας, διακομίστηκε στο Πανεπιστημιακό Γενικό Νοσοκομείο Ηρακλείου "ΒΕΝΙΖΕΛΕΙΟ", όπου διαπιστώθηκε ότι υπέστη: 1.
Κάταγμα αριστερού μηριαίου οστού, που αντιμετωπίσθηκε χειρουργικά με ανάστροφη ενδομυελική ήλωση, 2. Κατάγματα αριστερού αγκώνα και βάσεως 4ης κεφαλής 5ου μεταταρσίου που αντιμετωπίσθηκαν συντηρητικά και 3. Συντριπτικά κατάγματα κεφαλής 4ου και 5ου μετακαρπίου, που αντιμετωπίσθηκαν χειρουργικά με βελόνες Kirschner (βλ.
τις με αριθμό πρωτ. 221/28-5-2015 και 375/2-7-2013 ιατρικές βεβαιώσεις του Π.Γ.Ν. Ηρακλείου "ΒΕΝΙΖΕΛΕΙΟ". Στο ανωτέρω Νοσοκομείο νοσηλεύθηκε μέχρι την 28-5-2013, οπότε εξήλθε με συστάσεις για αφαίρεση ραμμάτων σε είκοσι (20) ημέρες μετεγχειρητικά, επανεκτίμηση στα τακτικά εξωτερικά ιατρεία της κλινικής, φόρτιση του ΑΡ σκέλους στην περιοχή της πτέρνας, αντιπηκτική αγωγή, ανάπαυση για ένα (1) μήνα και ως προβλεπόμενος πιθανός χρόνος αποκατάστασης της υγείας της εκτιμήθηκε το εξάμηνο (6 μήνες) από την ημέρα του τραυματισμού της (βλ.
τις με αριθμό πρωτ. 221/28- 5-2015 και 375/2-7-2013 ιατρικές βεβαιώσεις του Π.Γ.Ν. Ηρακλείου "ΒΕΝΙΖΕΛΕΙΟ" σε συνδ. με το από 28-5-2013 εξιτήριο του ίδιου νοσοκομείου). Την 12-7-2013 η ενάγουσα επανεισήχθη στην ορθοπεδική κλινική τραυματολογίας & μονάδας σπονδυλικής στήλης του Π.Γ.Ν. Ηρακλείου "ΒΕΝΙΖΕΛΕΙΟ" όπου κατόπιν κλινικού και εργαστηριακού ελέγχου διαπιστώθηκε ότι υπέστη διάνοιξη αποστήματος μηριαίου ΑΡ εξαιτίας σταφυλοκοκκικής λοίμωξης του δέρματος το οποίο αντιμετωπίστηκε με λήψη αντιβιοτικής αγωγής και εξήλθε την 26-7- 2013 με συστάσεις για λήψη αναλγητικής και αντιβιοτικής αγωγής και επανεκτίμηση στα τακτικά ιατρεία την 1-8-2013 για αλλαγή του χειρουργικού τραύματος (βλ.
το από 26- 7-2013 εξιτήριο του Π.Γ.Ν. Ηρακλείου "ΒΕΝΙΖΕΛΕΙΟ" σε συνδυασμό με το από 26-7-2013 ιατρικό ενημερωτικό σημείωμα του ιδίου νοσοκομείου). Εξάλλου, αποδείχτηκε ότι η ενάγουσα κατά τον προ του ατυχήματος χρόνο έπασχε από ρευματοειδή αρθρίτιδα μετακαρποφαλαγγικών, πηχεοκαρπικών, ποδοκνημικών και μεταταρσοφαλαγγικών αρθρώσεων με ποσοστό αναπηρίας, όπως αυτό εκτιμήθηκε από την Α/βάθμια Υγειονομική Επιτροπή του Ν.
Ηρακλείου, άνω του 67% και για πέντε (5) έτη από 1-1-2009 (βλ. την με αριθμό 3064/3-6-2010 γνωμάτευση της Α/θμιας Υγειονομικής Επιτροπής του Ν. Ηρακλείου)......... Από την επισκόπηση της από 21-11-2016 ιατρικής πραγματογνωμοσύνης που διέταξε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την υπ' αριθμ. 538/2016 απόφαση αυτού και πραγματοποιήθηκε από τον πραγματογνώμονα, Σ.
Γ., ιατρό χειρουργό - ορθοπεδικό, προέκυψαν τα ακόλουθα: Η ενάγουσα παρουσιάζει πλήρη πώρωση των καταγμάτων και δη πλήρη πώρωση του κατάγματος της κορωνοειδούς απόφυσης του αριστερού αγκώνα, πλήρη πώρωση σε πολύ καλή θέση του 4ου και 5ου μετακαρπίου της αριστερής άκρας χειρός καθώς και του κατάγματος της διάφυσης του αριστερού μηριαίου με ανάπτυξη υπερτροφικού πώρου ενώ τα κατάγματα του 4ου και 5ου μεταταρσίου του αριστερού άκρου ποδός διαπιστώθηκαν μεν σε πλήρη πώρωση αλλά σε πλημμελή θέση με γωνίωση και βράχυνση (ιδίως του 5ου) παράλληλα δε διαπιστώθηκε και συνοστέωση δηλαδή συνένωση τους με οστική γέφυρα.
Διαπιστώθηκαν, επίσης, υπολειμματικές βλάβες εξαιτίας του ένδικου ατυχήματος και ειδικότερα: α) μείωση της δύναμης δραγμού/σύλληψης στο αριστερό χέρι σε σύγκριση με το δεξί ενώ όλες οι κινήσεις της άρθρωσης του αριστερού αγκώνα (κάμψη, έκταση, πρηνισμός, υπτιασμός) διαπιστώθηκαν πλήρεις και ανώδυνες, β) ήπιος περιορισμός της κίνησης της άρθρωσης του αριστερού γόνατος με πλήρη έκταση και ενεργητική κάμψη περίπου 120° ενώ γενικά ως φυσιολογικό εύρος κίνησης της άρθρωσης του γόνατος θεωρείται η πλήρης έκταση και η κάμψη των 150°, γ) ήπια μετατραυματική δυσκαμψία της αριστερής ποδοκνημικής άρθρωσης με κατάργηση της ενεργητικής ραχιαίας έκτασης του αριστερού ποδός ενώ η αντίστοιχη πελματιαία κάμψη είναι φυσιολογική, δ) πλήρης κατάργηση της κινητικότητας των 4 τελευταίων δακτύλων του αριστερού άκρου ποδός.
Ειδικότερα, κατά την κλινική εξέταση διαπιστώθηκε υπαισθησία στο έξω χείλος του αριστερού άκρου ποδός ενώ η ενάγουσα αδυνατεί να κινήσει τα τέσσερα τελευταία δάκτυλα του ποδός. Τα ευρήματα αυτά πιθανότατα προκύπτουν αφενός από την υψηλής ενέργειας κάκωση στη συγκεκριμένη περιοχή που οδήγησε στην πρόκληση του επιπλεγμένου κατάγματος του 4ου και 5ου μεταταρσίου και αφετέρου από την ανάγκη ακινητοποίησης των δακτύλων με βελόνες Kirschner, γεγονότα που προκάλεσαν την μετατραυματική υπαισθησία και δυσκαμψία αντίστοιχα, ε) υπαισθησία αλλά και δυσαισθησία (ως δυσάρεστο αίσθημα καύσου και νυγμού) στη ραχιαία επιφάνεια του αριστερού ταρσού του πέλματος συμπτώματα που γίνονται βασανιστικότερα σε συνθήκες παρατεταμένης ορθοστασίας ή κόπωσης οδηγώντας σε εντονότερη δυσχέρεια βάδισης πέραν της ήδη υπάρχουσας χωλότητας όπως και σε ιδιαίτερη δυσκολία κατά την άνοδο και κάθοδο σε κλίμακα.
Η ανωτέρω κατάσταση της υγείας της ενάγουσας έχει σύμφωνα με τον διορισθέντα μόνιμο χαρακτήρα και δεν επιδέχεται βελτίωση ενώ η ενδεχόμενη αναγκαιότητα επιδιόρθωσης όλων των παραπάνω βλαβών θέτουν την παθούσα σε υπαρκτές μετεγχειρητικές επιπλοκές (π.χ. φλεγμονές) που περιπλέκουν ακόμα περισσότερο μια ήδη αμφίβολη λειτουργικά έκβαση.
Σύμφωνα με τον ισχύοντα ενιαίο πίνακα προσδιορισμού ποσοστού αναπηρίας (ΦΕΚ/Τεύχος Β/4-5-2012 παρ.3.320, 4.3.19 σελ. 23438 και 23439 αντίστοιχα) τον οποίο έλαβε υπόψη του ο διορισθείς από το δικαστήριο πραγματογνώμονας, η ενάγουσα εμφανίζει ποσοστό αναπηρίας 25% ως απότοκο των μυοσκελετικών βλαβών που υπέστη εξαιτίας του ένδικου ατυχήματος χωρίς να συνυπολογίζεται εν προκειμένω το ποσοστό αναπηρίας 67% το οποίο εμφάνιζε κατά τον χρόνο προ του ατυχήματος εξαιτίας της αυτοάνοσης πάθησης (ρευματοειδής αρθρίτιδα) καθόσον αυτή δεν συνδέεται αιτιωδώς με το ένδικο ατύχημα.
Τα παραπάνω επιβεβαιώνονται σε μεγάλο βαθμό τόσο από την από 16-6-2014 ιατρική βεβαίωση του ορθοπεδικού χειρουργού Θ. Κ. που προσκομίζεται από την ενάγουσα όσο και από τον διορισθέντα τεχνικό σύμβουλο της εναγομένης, Γ. Κ., ο οποίος, επίσης, διαπιστώνει πώρωση των προκληθέντων καταγμάτων, σύλληψη ΑΡ άκρας χειρός, απόκλιση δακτύλων Αρ χειρός (πλημμελής πώρωση), μυϊκή ατροφία 2 εκ δεξιού τετρακέφαλου (υπερτροφικός πώρος), υπαισθησία ΑΡ άκρου ποδός με αδυναμία κίνησης των 4 τελευταίων δακτύλων.............
Περαιτέρω η ενάγουσα μετά την έξοδο της από το νοσοκομείο και για χρονικό διάστημα 5,5 μηνών, που η αυτοεξυπηρέτηση της ήταν δυσχερής, είχε την ανάγκη των υπηρεσιών τρίτου προσώπου προκειμένου να αντιμετωπίσει τις καθημερινές της ανάγκες, που σχετίζονται με την υγιεινή, τη διατροφή της, την καθαριότητα της κτλ.
Την αναγκαία αυτή βοήθεια την παρείχαν για το ανωτέρω χρονικό διάστημα οι κόρες της Α. Κ. και Μ. Κ., άνευ ανταλλάγματος και με εντατικοποίηση των προσπαθειών της, επιπλέον από αυτές που προσέφερε και προ του ατυχήματος, στα πλαίσια της συγγενικής τους σχέσης, και με υπηρεσίες που υπερβαίνουν την από την ηθική επιβαλλόμενη υποχρέωση της για φροντίδα και βοήθεια.
Αν προσλάμβανε η ενάγουσα υποκατάστατη δύναμη (νοσοκόμα - οικιακή βοηθό) προς παροχή των ως άνω υπηρεσιών θα δαπανούσε κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων και την κοινή των ανθρώπων πείρα, το ποσό των 600 ευρώ μηνιαίως και όχι σε μεγαλύτερο ή μικρότερο (ποσό), όπως αυτός και η δεύτερη εναγόμενη, αντιστοίχως, ισχυρίζονται, το οποίο και δεν δικαιολογείται σύμφωνα με την πραγματική κατάσταση του ενάγοντος, σε συνδυασμό με τις κρατούσες στον οικείο επαγγελματικό τομέα συναλλακτικές συνθήκες και αντιλήψεις, ουδεμία δε επιρροή στην δικαστική επιδίωξη της συγκεκριμένης δαπάνης, εκ μέρους του ενάγοντος, ενέχει, η τυχόν προσφορά, χωρίς αντάλλαγμα, των ανωτέρω υπηρεσιών από τρίτα, συγγενικά ή φιλικά του πρόσωπα, όπως συνέβη εν προκειμένου, με την υπερένταση των δυνάμεων τους, και τις οποίες (υπηρεσίες) αν δεν κάλυπταν εκείνες, η ενάγουσα θα ήταν αναγκασμένη να αναθέσει, αντί της παραπάνω αμοιβής, σε τρίτο πρόσωπο, μη δυναμένου του ως άνω γεγονότος να αποβεί προς όφελος των ήδη υπόχρεων σε αποζημίωση του εναγομένων κατ' άρθρο 930 παρ. 3 ΑΚ ........
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, η ενάγουσα δικαιούται για την ανωτέρω αιτία το συνολικό ποσό των 3.600 (5,5 μήνες Χ 600 ευρώ) ευρώ................. Περαιτέρω, αποδείχτηκε ότι κατά το χρόνο του ατυχήματος η ενάγουσα εργαζόταν ως μόνιμη υπάλληλος κλάδου ΥΕ προσωπικού καθαριότητας με την ειδικότητα ΥΕ επιμέλειας Κήπων του Πανεπιστημιακού Γενικού Νοσοκομείου Ηρακλείου "ΒΕΝΙΖΕΛΕΙΟ" ασφαλισμένη στο Δημόσιο με μηνιαίες ακαθάριστες αποδοχές ύψους 1.069,00 ευρώ, όπως προκύπτει από την με αριθμό πρωτ. 1116/20-6-2014 βεβαίωση της οικονομικής υπηρεσίας του Π.Γ.Ν.
Ηρακλείου "ΒΕΝΙΖΕΛΕΙΟ". Εξαιτίας του ένδικου ατυχήματος κατέστη ανίκανη για εργασία και δεν παρείχε εργασία λαμβάνοντας αναρρωτική άδεια μέχρι την 5-12-2013. Πλην, όμως, επειδή δεν μπορούσε πλέον να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις της εργασίας της και να μεταβαίνει από την οικία της στο Καμηλάρι Ηρακλείου στο Ηράκλειο αναγκάστηκε να υποβάλει την παραίτηση της και να συνταξιοδοτηθεί.
Σημειώνεται ότι το ποσοστό αναπηρίας της που ανέρχεται σε ποσοστό 25% και οφείλεται στο ένδικο ατύχημα, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι την καθιστά ανίκανη για εργασία. Όμως το γεγονός ότι το άνω ποσοστό προστίθεται στο ήδη υπάρχον ποσοστό αναπηρίας (67%) που προϋπήρχε του ατυχήματος, λόγω της ρευματοειδούς αρθρίτιδας, ασθένεια από την οποία έπασχε η ενάγουσα, το οποίο όμως δεν την καθιστούσε ανίκανη προς εργασία, έχει σαν αποτέλεσμα η ενάγουσα να μην μπορεί να ανταποκριθεί πλέον στις απαιτήσεις της εργασίας της, ως ασχολούμενης με την περιποίηση των κήπων του Νοσοκομείου, καθόσον βαδίζει με χωλότητα και σε κατάσταση παρατεταμένης ορθοστασίας έχει ανάγκη χρήσης βοηθήματος (μπαστουνιού).
Επίσης, νιώθει αίσθημα καύσου και νυγμού στην περιοχή του τραυματισμού του αριστερού ταρσού και του πέλματος, συμπτώματα που γίνονται βασανιστικότερα σε συνθήκες παρατεταμένης ορθοστασίας ή κόπωσης οδηγώντας σε εντονότερη δυσχέρεια βάδισης πέραν της ήδη υπάρχουσας χωλότητας, όπως και σε ιδιαίτερη δυσκολία κατά την άνοδο και κάθοδο σε κλίμακα.
Επιπλέον, η προσπάθεια γονατίσματος είναι επώδυνη και περιορισμένη ενώ η προσπάθεια πλήρους καθιστικής θέσης (βαθέος καθίσματος) καθίσταται ιδιαίτερα δυσχερής. Αν δε μεσολαβούσε το ένδικο ατύχημα και η συνεπεία αυτού ανικανότητα της για εργασία θα εξακολουθούσε με πιθανότητα και κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων να παρέχει την εργασία της ως υπάλληλος του Δημοσίου κερδίζοντας από αυτή το σύνολο των μηνιαίων ακαθάριστων αποδοχών της ανερχόμενων κατά το επίδικο χρονικό διάστημα από 22-5-2013 μέχρι 31-8- 2014 στο ποσό των 15.286,7 [14.966 (14 μήνες Χ 1.069) + 320,70 (1.069 Χ 9 ημέρες, ήτοι 22-5- 2013 μέχρι 31-5-2013 /30 ημέρες] ευρώ.
Εν προκειμένω η ενάγουσα εργαζόμενη ως μόνιμος δημόσιος υπάλληλος στο Π.Γ.Ν. Ηρακλείου εξαιτίας του τραυματισμού της από υπαιτιότητα τρίτου, έχει καταστεί ανίκανη προς εργασία και στερείται τις αποδοχές τις οποίες θα λάμβανε από το Δημόσιο αν δεν μεσολαβούσε η από το λόγο αυτό ανικανότητα της προς εργασία, η ζημία της δε προσδιορίζεται από το ύψος αυτών των αποδοχών της και αυτήν επιβάλλεται να καλύψει η αποζημίωση.
Εφόσον λόγω της ανικανότητας της αυτής συνταξιοδοτήθηκε πρόωρα από το Δημόσιο, το ποσό της συντάξεως της δεν εκπίπτει από την ως άνω αποζημίωση, αφού αυτό έχει ως αιτία τις γενόμενες κρατήσεις από το μισθό που έπαιρνε κατά το διάστημα που παρείχε την εργασία της............ Κατά συνέπεια, το ανωτέρω ποσό μπορεί να αξιώσει αθροιστικά η ενάγουσα κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 930 παρ. 3 ΑΚ, καθόσον η υποχρέωση της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας σε αποζημίωση της παθούσας δεν μπορεί να αποκρουστεί, επειδή τρίτος και εν προκειμένω το Δημόσιο, παρέχει σύνταξη σ' αυτήν λόγω της πρόωρης συνταξιοδότησης της, στην οποία αυτή εξαναγκάστηκε λόγω της ανικανότητας της να εκτελεί πλέον τα υπηρεσιακά της καθήκοντα ως δημόσιος υπάλληλος, επειδή είχε εξαντλήσει το δικαιούμενο χρόνο αναρρωτικών αδειών λόγω του σοβαρού τραυματισμού της κατά το ατύχημα, εξαιτίας του οποίου κατέστη μονίμως ανάπηρη σε ποσοστό 25% ................".
Με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, αιτιώμενη ότι το Εφετείο 1) κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 298 ΑΚ, επιδίκασε υπέρ της ενάγουσας το σύνολο των απολεσθεισών αποδοχών της, και όχι το 25% αυτών, που αντιστοιχεί στο ποσοστό αναπηρίας της εξ αιτίας του τραυματισμού της κατά το ένδικο ατύχημα και συνδέεται αιτιωδώς με αυτό και 2) εσφαλμένα δεν εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 54 παρ. 1 του Ν. 3528/2007 (Δημοσιοϋπαλληλικός Κώδικας), που προβλέπει τη δυνατότητα χορήγησης στην αναιρεσίβλητη αναρρωτικής αδείας 24 μηνών (λόγω της 24ετούς, μέχρι το χρόνο του ατυχήματος, υπηρεσίας της), και η εφαρμογή της οποίας θα οδηγούσε στην παραδοχή ότι, αφού η προαναφερόμενη έλαβε αναρρωτική άδεια μόλις έξι (6) μηνών και δεκατεσσάρων (14) ημερών, και δεν εξάντλησε το δικαιούμενο χρόνο αδειών, δεν εξαναγκάστηκε σε παραίτηση λόγω του τραυματισμού της, αλλά παραιτήθηκε οικειοθελώς.
Από το προαναφερόμενο όμως περιεχόμενο της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο έκρινε, ανέλεγκτα, ότι η ανικανότητα της ενάγουσας- αναιρεσίβλητης προς εργασία συνδέεται αιτιωδώς με τον τραυματισμό της κατά το ένδικο ατύχημα, δεχθέν ότι η ρευματοειδής αρθρίτιδα, από την οποία έπασχε προ του ενδίκου ατυχήματος, με ποσοστό αναπηρίας 67%, δεν την είχε καταστήσει ανίκανη προς εργασία, όταν όμως στο ποσοστό αυτό προστέθηκε το ανερχόμενο σε 25% ποσοστό της εξ αιτίας του τραυματισμού αναπηρίας της, κατέστη πλέον αυτή ανίκανη να ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις της εργασίας της, ως ασχολούμενης με την περιποίηση των κήπων του Π.Γ.Ν Ηρακλείου "ΒΕΝΙΖΕΛΕΙΟ".
Επομένως, κατ' ορθή ερμηνεία και εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 298 ΑΚ επιδίκασε υπέρ της ενάγουσας το σύνολο των απολεσθεισών αποδοχών της, απορριπτομένης ως αβάσιμης της ανωτέρω υπό τον αριθμό 1 αιτιάσεως. Επίσης, με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως τη διάταξη του άρθρου 298 ΑΚ, καθόσον, τα ανελέγκτως ως άνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, πληρούν το πραγματικό των νομικών εννοιών της αποζημίωσης σε περίπτωση βλάβης του σώματος ή της υγείας από ζημία που επήλθε από παράνομη και υπαίτια πράξη τρίτου, η επικαλούμενη δε ανωτέρω υπό τον αριθμό 2 αιτίαση, της μη εφαρμογής της διατάξεως του άρθρου 54 παρ. 1 του Ν. 3528/2007, είναι απορριπτέα ως αβάσιμη, ενόψει του ότι η τελευταία αυτή διάταξη σκοπεί στην προστασία άλλου εννόμου συμφέροντος, και δη την προστασία του υπαλλήλου που νοσεί και χρήζει αναρρωτικής αδείας, και όχι στο ενδιαφέρον, εν προκειμένω, ζήτημα των προϋποθέσεων ευθύνης προς αποζημίωση από αδικοπραξία.
Επομένως, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Περαιτέρω, το Εφετείο, με την ως άνω κρίση του, δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του Α.Κ. και διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά αιτιολογίες, ως προς τα ζητήματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ως άνω διατάξεων, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων αιτιολογιών για να δικαιολογηθεί χωρίς αμφιβολία η επελθούσα, εξ αιτίας του τραυματισμού της ενάγουσας- αναιρεσίβλητης κατά το ένδικο ατύχημα, ανικανότητα αυτής προς εργασία και η τελούσα σε αιτιώδη συνάφεια με τον τραυματισμό της θετική και αποθετική ζημία αυτής, και, συνεπώς, η προσβαλλομένη απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσεως.
Με τον δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ, αιτιώμενη ότι το Εφετείο α) δέχτηκε ότι η ενάγουσα- αναιρεσίβλητη, εξ αιτίας του τραυματισμού της κατά το ένδικο ατύχημα, κατέστη ανίκανη προς εργασία και εξαναγκάστηκε σε παραίτηση και συνταξιοδότηση, χωρίς να αιτιολογήσει γιατί, ενώ ως δημόσιος υπάλληλος, με υπηρεσία είκοσι τεσσάρων (24) ετών κατά το χρόνο του ατυχήματος, είχε, με βάση τη διάταξη του άρθρου 54 του Ν. 3528/2007 (Δημοσιοϋπαλληλικού Κώδικα), δικαίωμα αναρρωτικής αδείας είκοσι τεσσάρων (24) μηνών, είχε λάβει για την αιτία αυτή αναρρωτική άδεια μόλις έξι (6) μηνών και δεκατεσσάρων (14) ημερών, καθώς και γιατί, σε περίπτωση που απορρίφθηκε αίτημά της για περαιτέρω αναρρωτική άδεια, δεν προσέβαλε την απόφαση με ένσταση β) χωρίς αιτιολογία επιδίκασε στην ενάγουσα- αναιρεσίβλητη το σύνολο των απολεσθέντων εισοδημάτων της, παρότι δέχτηκε ότι έπασχε προ του ατυχήματος από ρευματοειδή αρθρίτιδα, με ποσοστό αναπηρίας 75%, ενώ ο τραυματισμός της προκάλεσε αναπηρία μόλις 25% και γ) ενώ δέχτηκε ότι η πλασματική δαπάνη νοσοκόμου- οικιακής βοηθού ανέρχεται σε 600 ευρώ μηνιαίως, αντιφατικά επιδίκασε, για χρονικό διάστημα 5,5 μηνών, το συνολικό ποσό 3.600 ευρώ, αντί του ορθού των 3.300 ευρώ.
Η πρώτη από τις ως άνω αιτιάσεις είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, αφού δεν πρόκειται εν προκειμένω για ισχυρισμό, που τείνει σε κατάλυση του ενδίκου δικαιώματος, αλλά για επιχείρημα της εναγομένης- αναιρεσείουσας υπέρ της απόψεώς της ότι μετά την παρέλευση 6 1/2 μηνών από την ημέρα του ατυχήματος η αντίδικός της δεν ήταν πλέον ανίκανη προς εργασία, ως προς το οποίο δεν απαιτείται, κατά τα αναφερθέντα στη μείζονα σκέψη, ιδιαίτερη και διεξοδική ανάλυση, αρκούσας της υπάρχουσας στην προσβαλλόμενη απόφαση συνοπτικής, αλλά πλήρους αιτιολογίας.
Σε κάθε δε περίπτωση είναι απορριπτέα ως αβάσιμη, ενόψει του ότι το Εφετείο δέχτηκε, ανέλεγκτα, ότι εξ αιτίας του τραυματισμού της κατά το ένδικο ατύχημα η ενάγουσα- αναιρεσίβλητη κατέστη πλέον πλήρως και μονίμως ανίκανη να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις της εργασίας της και αναγκάστηκε να υποβάλει την παραίτησή της και να συνταξιοδοτηθεί.
Επίσης, απορριπτέα ως αβάσιμη είναι και η δεύτερη, ως άνω, αιτίαση, ενόψει της αναιρετικώς ανέλεγκτης κρίσεως του Εφετείου ότι η αναπηρία της ενάγουσας λόγω της ρευματοειδούς αρθρίτιδας, από την οποία έπασχε ήδη προ του ατυχήματος, δεν την εμπόδιζε να εργάζεται, κατέστη δε πλήρως ανίκανη προς εργασία, όταν στην ήδη υπάρχουσα αναπηρία της προστέθηκε και αυτή που οφείλεται στον τραυματισμό της.
Βασίμως όμως παραπονείται η αναιρεσείουσα για την επιδίκαση υπέρ της ενάγουσας ποσού 3.600 ευρώ για πλασματική δαπάνη, που έρχεται σε αντίφαση με την κρίση της ότι η τελευταία δικαιούται ως αποζημίωση από αυτή την αιτία 600 ευρώ μηνιαίως, για χρονικό διάστημα 5 1/2 μηνών, ήτοι συνολικά 3.300 (5 1/2 μήνες Χ 600) ευρώ.
Ο αναιρετικός λόγος από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή ισχυρισμών, δηλαδή λυσιτελών, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διαμορφώνοντας το διατακτικό της αποφάσεως (ΟλΑΠ 42/2002), το οποίο θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη.
Κατά την έννοια αυτή, ο ισχυρισμός, για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου έγινε η προσκόμιση και η επίκληση του κρίσιμου αποδεικτικού μέσου, πρέπει να είναι νόμιμος και να προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας. Καμία, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και την χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, ούτε και την διάκριση από ποια από αυτά προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων (μάρτυρες, έγγραφα, κ.λπ.) που λήφθηκαν υπόψη.
Έτσι, απαιτείται ειδική μνεία της εκθέσεως πραγματογνωμοσύνης, γιατί αποτελεί ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, ενώ οι κατ` άρθρο 390 ΚΠολΔ γνωμοδοτήσεις προσώπων με ειδικές γνώσεις δεν είναι ιδιαίτερα αποδεικτικά μέσα, αλλά έγγραφα με ιδιάζουσα ρύθμιση, και γι' αυτό η μνεία της αποφάσεως ότι ελήφθησαν υπόψη τα προσκομισθέντα έγγραφα, περιλαμβάνει και τις γνωμοδοτήσεις αυτές (Ολ.ΑΠ 12/2005, ΑΠ 64/2019).
Βέβαια δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της, κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεώς του ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι.
Για την ίδρυση πάντως του παραπάνω λόγου αναιρέσεως αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, τα οποία όφειλε αυτό να λάβει υπόψη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339 και 346 του ΚΠολΔ (ΑΠ 1183/2020, 1454/2017). Εξάλλου, ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, αφού η σχετική εκτίμηση δεν υπόκειται, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ., στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (Α.Π. 498/2018, Α.Π. 1569/2010).
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 339 και 352 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ομολογία του διαδίκου, προφορική ή γραπτή, ενώπιον του δικαστηρίου που δικάζει, αποτελεί η παραδοχή αμφισβητούμενου και επιβλαβούς για τον ομολογούντα γεγονότος. Δικαστική ομολογία, δηλαδή, συνιστά η παραδοχή ενός γεγονότος κρίσιμου, η οποία γίνεται με μονομερή δήλωση, που απευθύνεται προς το δικαστήριο το οποίο δικάζει την υπόθεση, από τον αντίδικο εκείνου που φέρει το βάρος επικλήσεως και αποδείξεώς του, πρέπει δε αυτή να είναι σαφής και συγκεκριμένη (ΑΠ 450/2019, 1711/2008).
Η κατά τα παραπάνω δικαστική ομολογία αποτελεί πλήρη απόδειξη εναντίον εκείνου που ομολόγησε. Όταν δε το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη δικαστική ομολογία που είχε επικαλεσθεί νομίμως ο διάδικος, για ισχυρισμό που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υπό την προϋπόθεση ότι το δικαστήριο αυτό, στο οποίο έγινε επίκληση της δικαστικής ομολογίας, δέχθηκε διαφορετικό πόρισμα από το αναφερόμενο σ' αυτή, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ.11γ ΚΠολΔ (ΑΠ 336/2020, 1025/2019, 685/2014).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη 1) την περιεχόμενη στην ένδικη αγωγή, έχουσα ισχύ πλήρους αποδείξεως, δικαστική ομολογία της ενάγουσας ότι με αποφάσεις της αρμόδιας υγειονομικής επιτροπής κρίθηκε ανίκανη προς εργασία κατά το χρονικό διάστημα από 22-5-2013 μέχρι 5-12-2013, και 2) την από 28-5-2013 ιατρική βεβαίωση, τα με αρ.
πρωτ. 7345/22-5-2013 και 12346/4-9-2014 έγγραφα και το από 29-5-2018 εξιτήριο του ΠΑΓΝΗ "ΒΕΝΙΖΕΛΕΙΟ", το υπ' αριθμ. πρωτ. 2514/9/103-β'/27-5-2013 έγγραφο της Τροχαίας Ηρακλείου προς την Ιατροδικαστική Υπηρεσία Κρήτης, με την οποία παραγγέλλεται η διενέργεια ιατροδικαστικής εξέτασης για την κατάσταση της υγείας της ενάγουσας- αναιρεσίβλητης, το υπ' αριθμ.
πρωτ. 451/1006/2013 έγγραφο της Ιατροδικαστικής Υπηρεσίας Κρήτης, που βεβαιώνει ότι η ενάγουσα- αναιρεσίβλητη δεν μετέβη στην ως άνω υπηρεσία για να διενεργηθεί η εξέταση, την από 16-12-2013 ιατρική έκθεση του χειρουργού- ορθοπαιδικού Ι. Μ., την υπ' αριθμ. 144/2016 έκθεση πραγματογνωμοσύνης διορισθέντος πραγματογνώμονα Σ.
Γ., την από 20-11-2016 ιατρική έκθεση του Γ. Κ., την από 13-1-2017 ιατρική έκθεση του τεχνικού της συμβούλου Μ. Π. και το υπ' αριθμ. 3064/3-6-2010 πιστοποιητικό αναπηρίας της πρωτοβάθμιας υγειονομικής επιτροπής του Νομού Ηρακλείου. Από τις εμπροθέσμως κατατεθείσες έγγραφες προτάσεις της ήδη αναιρεσείουσας, ενώπιον του Εφετείου, προκύπτει ότι πράγματι η τελευταία, προκειμένου να αποδείξει τον ισχυρισμό της ότι η ήδη αναιρεσίβλητη μετά την 5η-12-2012 δεν ήταν ανίκανη προς εργασία και όφειλε να επιστρέψει στην υπηρεσία της, επικαλέστηκε και προσκόμισε στο Εφετείο τα έγγραφα που προαναφέρθηκαν, από δε την προσβαλλομένη απόφαση δεν διαπιστώθηκε έλλειψη προσκομίσεως αυτών.
Όπως, όμως, προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο βεβαιώνει ότι για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα έλαβε υπόψη "όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν τα οποία λαμβάνονται υπόψη προς άμεση ή έμμεση απόδειξη για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων ...... μερικών μάλιστα των οποίων (εγγράφων) γίνεται ειδικότερη μνεία κατωτέρω χωρίς να παραγνωρίζεται η αποδεικτική δύναμη των λοιπών ........
από την υπ' αριθμ. 144/2016 έκθεση ιατρικής πραγματογνωμοσύνης του ιατρού χειρουργού - ορθοπεδικού, Σ. Γ. και την υπ' 135/2016 έκθεση ιατρικής πραγματογνωμοσύνης της ιατρού πλαστικής χειρουργού, Μ. Κ., οι οποίες διατάχθηκαν δυνάμει της υπ' αριθμ. 538/2016 απόφασης αυτού του Δικαστηρίου καθώς και από τις ιατρικές γνωματεύσεις των τεχνικών συμβούλων της εναγομένης, Γ.
Κ., ιατρού ορθοπεδικού χειρουργού και Μ. Π., ιατρού πλαστικού χειρουργού, οι οποίες εκτιμώνται ελεύθερα ......". Από την ρητή αυτή διαβεβαίωση της προσβαλλόμενης αποφάσεως, σε συνδυασμό και με το όλο περιεχόμενό της, προκύπτει χωρίς καμία αμφιβολία ότι το δικαστήριο εκείνο, για την συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις και τα ως άνω φερόμενα ως αγνοηθέντα έγγραφα, που νόμιμα είχε προσκομίσει και επικαλεσθεί στο Εφετείο η ήδη αναιρεσείουσα, χωρίς να υποχρεούται το Δικαστήριο να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση αυτών και καθενός εγγράφου, με την επιπλέον επισήμανση ότι αναφέρονται ρητώς στην προσβαλλόμενη τα ιατρικά έγγραφα του ΠΑΓΝΗ "ΒΕΝΙΖΕΛΕΙΟ" (βλ.
πρώτη και δεύτερη όψη 8ου φύλλου αυτής), η έκθεση ιατρικής πραγματογνωμοσύνης του Σ. Γ. (βλ. πρώτη όψη 9ου φύλλου), η από 20-11-2016 ιατρική έκθεση του Γ. Κ. (βλ. πρώτη όψη 10ου φύλλου) και το υπ' αριθμ. 3064/3-6-2010 πιστοποιητικό αναπηρίας της πρωτοβάθμιας υγειονομικής επιτροπής του Νομού Ηρακλείου (βλ. δεύτερη όψη 8ου φύλλου της προσβαλλόμενης αποφάσεως).
Η επικαλούμενη δε δικαστική ομολογία της ενάγουσας-αναιρεσίβλητης, ότι με αποφάσεις της αρμόδιας υγειονομικής επιτροπής κρίθηκε ανίκανη προς εργασία κατά το χρονικό διάστημα από 22-5-2013 μέχρι 5-12-2013, ελήφθη υπόψη από το Εφετείο, το οποίο όμως έκρινε περαιτέρω, αναιρετικά ανέλεγκτα, ότι και μετά την 5η -12-2013 η προαναφερόμενη δεν ήταν ικανή, εξ αιτίας του τραυματισμού της, να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις της εργασίας της.
Επομένως, ο πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Ο ίδιος δε λόγος, όσον αφορά στην προβαλλομένη αιτίαση ότι από τα προαναφερόμενα έγγραφα συνάγεται αντίθετο πόρισμα από εκείνο που δέχθηκε το Εφετείο, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού αναφέρεται στην εκτίμηση της αποδεικτικής βαρύτητας των εγγράφων αυτών, η οποία, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί στην μείζονα σκέψη, δεν ελέγχεται αναιρετικά.
Σύμφωνα με το άρθρο 932 του Α.Κ. "Σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη, κατά την κρίση του, χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του.
Σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου η χρηματική ικανοποίηση μπορεί να επιδικαστεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης". Κατά την έννοια του άρθρου αυτού, το δικαστήριο της ουσίας, αφού δεχθεί ότι, συνεπεία αδικοπραξίας, προκλήθηκε σε κάποιο πρόσωπο ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη, καθορίζει στην συνέχεια το ύψος της οφειλόμενης γι' αυτήν χρηματικής ικανοποιήσεως, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη, ως κριτήρια, το είδος της προσβολής, την έκταση της βλάβης, τις συνθήκες τελέσεως της αδικοπραξίας, την βαρύτητα του πταίσματος του υποχρέου, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων μερών.
Ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποιήσεως αφέθηκε στην ελεύθερη εκτίμηση του δικαστηρίου, η σχετική κρίση του οποίου δεν υπόκειται, κατ' αρχήν, σε αναιρετικό έλεγχο, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ.), χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να κριθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, είτε ευθέως, είτε εκ πλαγίου, για έλλειψη νόμιμης βάσεως.
Επιβάλλεται, όμως, σε κάθε περίπτωση, να τηρείται, κατά τον καθορισμό του ποσού που επιδικάζεται, η αρχή της αναλογικότητας, ως γενική νομική αρχή και μάλιστα αυξημένης τυπικής ισχύος, υπό την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου δεν πρέπει να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας (Ολ.ΑΠ 10/2017, Ολ.ΑΠ 9/2015, ΑΠ 847/2018), πράγμα που, αν συμβαίνει, ελέγχεται ως παραβίαση της πιο πάνω γενικής νομικής αρχής, ήτοι ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δικ..
Και τούτο, διότι μία απόφαση, με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές ή υπέρμετρα μεγάλο ποσό, ως δήθεν εύλογο, κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης ή της ψυχικής οδύνης, ευτελίζει, στην πρώτη περίπτωση (όσον αφορά τον δικαιούχο - παθόντα), το σεβασμό της αξίας του ανθρώπου και στη δεύτερη (όσον αφορά τον υπόχρεο), το δικαίωμα της περιουσίας του, αφού το δικαστήριο, επεμβαίνοντας στη διαφορά μεταξύ ιδιωτών, πρέπει να τηρεί μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων (ΑΠ 747/2017).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 931 ΑΚ, η αναπηρία ή η παραμόρφωση που προξενήθηκε στον παθόντα λαμβάνεται ιδιαίτερα υπόψη κατά την επιδίκαση της αποζημίωσης, αν επιδρά στο μέλλον του. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι επιδικάζεται σε εκείνον που έχει υποστεί την αναπηρία ή την παραμόρφωση ένα εύλογο χρηματικό ποσό χωρίς σύνδεση με περιουσιακή ζημία, το ύψος του οποίου καθορίζεται με βάση ορισμένους προσδιοριστικούς παράγοντες, δηλαδή το είδος και τις συνέπειες της αναπηρίας ή της παραμόρφωσης, την ηλικία, το φύλο και τις κλίσεις του παθόντος, καθώς και με τη συνεκτίμηση του ποσοστού συνυπαιτιότητας του τελευταίου στην πρόκληση της αναπηρίας ή της παραμόρφωσης, όπως συμβαίνει και στην περίπτωση της κατά τη διάταξη του άρθρου 932 ΑΚ αξίωσης για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης (ΑΠ 213/2017, ΑΠ 405/2015, ΑΠ 150/2015).
Και στην περίπτωση αυτή επιβάλλεται να τηρείται, κατά τον καθορισμό του ποσού που επιδικάζεται, η αρχή της αναλογικότητας, η παραβίαση της οποίας ελέγχεται, όπως και στο άρθρο 932 ΑΚ, ως πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ (ΑΠ 142/2019).
Εν προκειμένω, το δικάσαν Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε περαιτέρω, κατά το ενδιαφέρον τον υπό έρευνα τέταρτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, πλέον των αμέσως παραπάνω αναφερομένων, και τα εξής: "........ η ενάγουσα, ηλικίας 59 ετών κατά το χρόνο του ατυχήματος λόγω του σοβαρού τραυματισμού της στο τροχαίο ατύχημα και της μόνιμης αναπηρίας της σε ποσοστό 25%, που προστέθηκε στο ποσοστό μόνιμης αναπηρίας της σε ποσοστό 67% που προϋπήρχε του ατυχήματος που τον καθιστά ανίκανη προς εργασία με σοβαρές επιπτώσεις στον επαγγελματικό κοινωνικοοικονομικό βίο της, βλάβη που παράλληλα προκαλεί σ' αυτήν τις προαναφερθείσες συνέπειες στον τρόπο ζωής της, στις καθημερινές ενασχολήσεις της που απαιτούν ορθοστασία, βάδιση, ανέβασμα και κατέβασμα σκαλοπατιών και που την καθιστούν γενικά άτομο που μειονεκτεί έναντι των άλλων ατόμων της ηλικίας της και που έχουν δυσμενείς επιδράσεις στις κοινωνικές συναναστροφές, που αποτελούν έκφραση της συνταγματικά προστατευόμενης προσωπικότητας και ατομικότητας του ανθρώπου, δικαιούται την επιδίκαση της προβλεπόμενης από το άρθρο 931 του ΑΚ ιδιαίτερης εύλογης αποζημίωσης, η οποία, βάσει των συνθηκών του ατυχήματος, της ηλικίας της ενάγουσας, του ποσοστού μόνιμης αναπηρίας της, ανέρχεται στο ποσό των 20.000 ευρώ.
Επομένως το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλουμένη απόφαση έκρινε ότι η ενάγουσα δικαιούται πρόσθετης αποζημίωσης, κατ' άρθρο 931 του ΑΚ, ορθά εφάρμοσε το νόμο και τις αποδείξεις εκτίμησε και όσα αντίθετα ισχυρίζεται η εναγομένη - εκκαλούσα με το σχετικό λόγο της εφέσεως της πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα, καθό μέρος, όμως, επιδίκασε για την ως άνω αιτία στην ενάγουσα ποσό 10.000 ευρώ, ενώ όφειλε να επιδικάσει το επιδικαζόμενο με την παρούσα ποσό, έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, γενομένου δεκτού εν μέρει ως κατ' ουσία βάσιμου του σχετικού λόγου εφέσεως της ενάγουσας-εκκαλούσας και απορριπτόμενου ως κατ' ουσία αβάσιμου του σχετικού λόγου εφέσεως της εναγομένης-εκκαλούσας.
Τέλος, εν όψει των συνθηκών που έγινε η σύγκρουση, του είδους των ζημιών και σωματικών βλαβών που προκλήθηκαν στην ενάγουσα, του βαθμού του πταίσματος του υπαιτίου οδηγού, η ενάγουσα υπέστη ηθική βλάβη και επομένως πρέπει να της επιδικαστεί ως χρηματική της ικανοποίηση το ποσό των 30.000 ευρώ, το οποίο μετά την στάθμιση των παραπάνω στοιχείων κρίνεται εύλογο(αρθ.932 του Α.Κ.).
Επομένως το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλουμένη απόφαση έκρινε επιδίκασε για την ως άνω αιτία στην ενάγουσα ποσό 20.000 ευρώ, έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, γενομένου δεκτού εν μέρει ως κατ' ουσία βάσιμου του σχετικού λόγου εφέσεως της ενάγουσας-εκκαλούσας και απορριπτόμενου ως κατ' ουσία αβάσιμου του σχετικού λόγου εφέσεως της εναγομένης-εκκαλούσας.....".
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, καθορίζοντας δηλαδή τη χρηματική ικανοποίηση της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης στο ποσό των 30.000 ευρώ και την εκ του άρθρου 931 ΑΚ ειδική αποζημίωση αυτής στο ποσό των 20.000 ευρώ, παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας και υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, δεδομένου ότι τα ποσά αυτά, κατά την κοινή πείρα, την δικαστηριακή πρακτική και την περί δικαίου συνείδηση, υπερτερούν και μάλιστα καταφανώς, εκείνων που συνήθως επιδικάζονται σε παρόμοιες περιπτώσεις.
Επομένως, ο τέταρτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο η αναιρεσείουσα, επικαλούμενη την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο, επιδικάζοντας στην αναιρεσίβλητη το ποσό των 30.000 ευρώ, ως χρηματική της ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, και το ποσό των 20.000 ευρώ, ως ειδική αποζημίωση εκ του άρθρου 931 ΑΚ, παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 932 και 931 του Α.Κ., καθώς επίσης και την αρχή της αναλογικότητας, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει, μετά την παραδοχή ως βασίμου του δευτέρου λόγου αναιρέσεως, ως προς την αιτίαση που αφορά στην επιδίκαση αποζημιώσεως ύψους 3.600 ευρώ για πλασματική δαπάνη νοσοκόμου- οικιακής βοηθού, καθώς και του τετάρτου λόγου αναιρέσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το μέρος που αφορά στην ύψους 3.600 ευρώ αποζημίωση για πλασματική δαπάνη, στο ύψος της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης και στο ύψος της ειδικής αποζημίωσης εκ του άρθρου 931 ΑΚ, και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, κατά το αναιρεθέν μέρος, στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλον δικαστή, εκτός από εκείνον που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση.
Επίσης πρέπει να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη, λόγω της ήττας της, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα της τελευταίας (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ.), η οποία κατέθεσε προτάσεις, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του κατατεθέντος για την άσκηση της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως παραβόλου στην καταθέσασα τούτο αναιρεσείουσα, ενόψει της νίκης της (άρθρο 495 παρ. 4 εδ.
ε' του Κ.Πολ.Δικ., όπως ίσχυε και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 αυτού, για τα κατατιθέμενα, από 1.1.2016, ένδικα μέσα).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 4898/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό μέρη της.
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά τα ως άνω αναιρούμενα μέρη της, για περαιτέρω εκδίκασή της στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλον Δικαστή, εκτός εκείνου που δίκασε προηγουμένως.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, το ύψος των οποίων καθορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ. Και
Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στην καταθέσασα τούτο αναιρεσείουσα.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Δεκεμβρίου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Ιανουαρίου 2022.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ