Supreme Court dismisses appeal against municipal contract award decision due to vague grounds and failure to raise issues previously.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by the Municipality of Tanagra against the Third Instance Court's decision upholding a contract award. The municipality argued the lower court's reasoning was contradictory regarding the contractor's qualifications and the legality of the award. The court rejected this appeal because the grounds were too vague, failed to reference specific contradictory parts of the judgment, and did not raise the alleged issues in prior proceedings.
Legislator headnote
AI generatedArticles 495, 552, 553, 556, 558, 564, 566, 567, 577 of the Code of Civil Procedure; An appeal must contain clear, specific grounds referencing contradictory parts of the judgment and must have been raised in previous proceedings, otherwise it is inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 103 / 2021 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 103/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλτάνα Κοκκοβού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Τζανερρίκο, Γεώργιο Χριστοδούλου, Βασίλειο Μαχαίρα και Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 16 Νοεμβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΤΑΝΑΓΡΑΣ" που εδρεύει στο Σχηματάρι Βοιωτίας και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Ψυχογιό και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Ι. Α. του Ν. , κατοίκου ... Βοιωτίας, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Λεωνίδα Παπαδάκο και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 04-08-2012 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θηβών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 77/2019 του Τριμελούς Εφετείου Ευβοίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείων με την από 12-07-2019 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
[Α] Με την υπό κρίση από 12-07-2019 (288/8/12-7-2019) αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία εκδοθείσα, 77/2019 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Εύβοιας, που έκρινε επί εφέσεως του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος κατά της 31/2017 οριστικής αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θηβών, με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή ως ουσία βάσιμη η από 04-08-2012 (487/12-9-2012) αγωγή του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου. Η ως άνω προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσία την έφεση, εξαφάνισε την ως άνω εκκληθείσα απόφαση και, αφού κράτησε την υπόθεση και δίκασε επί της αγωγής του αναιρεσιβλήτου, τη δέχθηκε εν μέρει ως κατ' ουσία βάσιμη και υποχρέωσε τον εναγόμενο και ήδη αναιρεσείοντα να καταβάλει στον ενάγοντα - αναιρεσίβλητο το υπόλοιπο της οφειλόμενης σ' αυτόν αμοιβής, λόγω διαδοχικών άκυρων συμβάσεων έργου, κατά τις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού διατάξεις. Η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495 παρ. 3 Β' αριθμ. 4, 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 του ΚΠολΔ). Είναι, συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα) και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων αυτής, κατ' άρθρο 577 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 118 αρ.4, 566 παρ.1 και 577 παρ.3 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης πρέπει να περιέχει, κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο, τους αναιρετικούς λόγους, ώστε όχι μόνο να εξάγεται σε ποιον από αυτούς, οι οποίοι αναφέρονται περιοριστικά στη διάταξη του άρθρου 559 του ίδιου Κώδικα, υπάγονται, αλλά να προκύπτουν και οι νομικές πλημμέλειες, που αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση, διαφορετικά, με αυτεπάγγελτη έρευνα του Αρείου Πάγου, ο λόγος αναίρεσης κρίνεται αόριστος και, εντεύθεν, απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΟλΑΠ 32/1996).
Ο αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 8β' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, επιτρέπει την αναίρεση και στην περίπτωση, που το δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως 'πράγματα' νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση (ΟλΑΠ 3/1997), όχι, όμως, ισχυρισμοί που συνιστούν άρνηση της αγωγής ή της ένστασης ή επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 404/2019). Για την πληρότητα του αναιρετικού αυτού λόγου, πρέπει στο αναιρετήριο, μεταξύ άλλων, να αναφέρεται ποια ήταν τα 'πράγματα', που, παρά το νόμο, το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη, μολονότι προτάθηκαν παραδεκτά και ποια επίδραση θα ασκούσαν στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 2/2005).
Ο από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος ιδρύεται, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά, χωρίς απόδειξη (ή δεν διέταξε απόδειξη γι αυτά). Η έννοια του όρου 'πράγματα' είναι η ίδια, όπως και στο λόγο από τον αριθμό 8 της ίδιας διάταξης και αναφέρεται στην απόδειξή τους. Δηλαδή, ο λόγος αυτός ιδρύεται, αν το δικαστήριο δέχεται ότι αποδείχθηκε το ουσία βάσιμο ή αβάσιμο ορισμένου ισχυρισμού, χωρίς να προσαχθεί αποδεικτικό μέσο ή χωρίς το δικαστήριο της ουσίας να δέχεται, έστω και γενικώς, ότι την περί αποδείξεως πεποίθησή του σχημάτισε από κάποια αναφερόμενα στην απόφαση αποδεικτικά μέσα ή ότι πρόκειται για γεγονότα πασίδηλα ή γνωστά στο δικαστήριο από άλλη δικαστική ενέργειά του. Για το ορισμένο του λόγου, πρέπει ν' αναφέρεται στο αναιρετήριο ποιος ήταν ο ισχυρισμός, που έλαβε υπόψη το δικαστήριο, χωρίς απόδειξη και ποια ήταν η ουσιώδης επίδραση του στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης.
Ο αναιρετικός λόγος, που προβλέπεται από τον αριθμό 11 του ίδιου άρθρου του ΚΠολΔ, ιδρύεται αν το δικαστήριο: α) έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει ή β) παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν ή γ) δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Για το παραδεκτό του παρόντος λόγου, πρέπει να εκτίθενται στο αναιρετήριο, μεταξύ άλλων, τα αποδεικτικά μέσα, που έλαβε υπόψη το δικαστήριο, τα οποία ο νόμος δεν επιτρέπει, ο ισχυρισμός προς απόδειξη του οποίου έχει ληφθεί υπόψη το αποδεικτικό μέσο, που δεν το επιτρέπει ο νόμος και ο λόγος, για τον οποίο ήταν ανεπίτρεπτα από το νόμο τα αποδεικτικά μέσα.
Ο αναιρετικός λόγος, που προβλέπεται από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, για παραβίαση από το δικαστήριο της ουσίας των ορισμών του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, ιδρύεται, αν το δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, προσέδωσε σε κάποιο αποδεικτικό μέσο μικρότερη ή μεγαλύτερη αποδεικτική δύναμη από όση, δεσμευτικά γι' αυτό, ορίζει ο νόμος.
Κατ’ αρχήν, τα αποδεικτικά μέσα έχουν, κατά νόμο, ίση αποδεικτική δύναμη και εκτιμώνται ελεύθερα από το δικαστήριο της ουσίας (άρθρο 340 του ίδιου Κώδικα), που σταθμίζει, κατά συνείδηση, την αποδεικτική τους βαρύτητα και την αξιοπιστία τους. Δεν ιδρύεται, συνεπώς, ο λόγος αυτός, αν το δικαστήριο θεωρήσει πιο αξιόπιστο κάποιο από τα πολλά, ισοδύναμα, αποδεικτικά μέσα.
Ισοδύναμα αποδεικτικά μέσα είναι, κατά νόμο, οι μάρτυρες, τα τεκμήρια, η πραγματογνωμοσύνη, ακόμη και αν το δικαστήριο τη διέταξε υποχρεωτικά, η εξέταση των διαδίκων, οι ένορκες βεβαιώσεις, η εξώδικη ομολογία, τα έγγραφα, ιδιωτικά ή δημόσια, όταν χρησιμεύουν προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Δεσμευτική αποδεικτική δύναμη έχουν τα δημόσια έγγραφα, ως προς τα γεγονότα, που αναφέρονται στα άρθρα 438 και 439 του ΚΠολΔ και η δικαστική ομολογία, κατ' άρθρο 352 παρ.1 του ίδιου Κώδικα.
Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ο συγκεκριμένος ισχυρισμός, για την απόδειξη του οποίου προσκομίστηκε το αποδεικτικό μέσο, ποια επίδραση θα ασκούσε ο ισχυρισμός αυτός στην έκβαση της δίκης, ποια αποδεικτική δύναμη προσδόθηκε στο αποδεικτικό αυτό μέσο από το δικαστήριο της ουσίας και ποιο είναι το σχετικό σφάλμα της απόφασης.
Τέλος, ο από τον αριθμό 13 του άρθρου 559 λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης. Μετά την κατάργηση της παρεμπίπτουσας περί αποδείξεως απόφασης, η διάταξη αναφέρεται μόνο στο υποκειμενικό βάρος απόδειξης, προσδιορίζει, δηλαδή, το διάδικο που φέρει τις συνέπειες της μη πλήρους απόδειξης των κρίσιμων για τη θεμελίωση του ισχυρισμού του περιστατικών. Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός, πρέπει στο αναιρετήριο να καθορίζεται ο συγκεκριμένος ισχυρισμός, ως προς τον οποίο εφαρμόστηκαν εσφαλμένα οι ορισμοί του νόμου για το βάρος απόδειξης, η επίδραση του ισχυρισμού αυτού στην έκβαση της δίκης και το σφάλμα του δικαστηρίου, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, εκτός εάν, εντεύθεν, παραβιάσθηκαν κανόνες δικαίου, συμπεριλαμβανομένων των ερμηνευτικών ή αν υπάρχει λόγος αναιρέσεως κατ άρθρο 559 αριθ. 19 και 20 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 1/1995).
[Β] Στην προκειμένη περίπτωση, με τους πρώτο, τρίτο και τέταρτο λόγους της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, ο αναιρεσείων ψέγει την προσβαλλόμενη απόφαση, αντίστοιχα α) γιατί εσφαλμένως, έλαβε υπόψη δύο αόριστες ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων Χ. Π. και Μ. Κ. και αγνόησε το 485/2015 έγγραφο της τεχνικής του υπηρεσίας και την ένορκη κατάθεση του Ε.
Κ. , χημικού μηχανικού και συνεπώς υπέπεσε στις αναιρετικές πλημμέλειες από τους αριθμούς 8, 10, 11, 12 και 13 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, β) γιατί δεν έλαβε υπόψη πράγματα, που πρότεινε και επιβεβαιώθηκαν με έγγραφα, που δεν προσβλήθηκαν ως πλαστά και συγκεκριμένα το ως άνω έγγραφο καθώς και την ένορκη κατάθεση του προαναφερόμενου μάρτυρα και, συνεπώς, υπέπεσε στις αναιρετικές πλημμέλειες από τους αριθμούς 10, 11 και 12 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ και γ) γιατί ερμήνευσε πλημμελώς τη διάταξη της παραγράφου 3 του άρθρου 336 του ΚΠολΔ, καθόσον δεν προέκυψαν αποδεδειγμένα πραγματικά γεγονότα σχετικά με την αξιούμενη οφειλή, δεδομένου ότι το δικαστήριο της ουσίας δεν διέταξε τη διενέργεια τεχνικής και λογιστικής πραγματογνωμοσύνης και υπέπεσε στις αναιρετικές πλημμέλειες από τους αριθμούς 10, 11 και 12 του ΚΠολΔ.
Οι λόγοι αυτοί είναι διττώς απαράδεκτοι, εξαιτίας της αοριστίας τους και πρέπει ν' απορριφθούν. Και τούτο διότι, εκτός από την αριθμητική μόνο επίκληση των ανωτέρω διατάξεων, που αφορούν σε αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο οποιοδήποτε στοιχείο από εκείνα, που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση μιας εκάστης εξ αυτών, κατά τα αναλυτικά εκτιθέμενα στην ανωτέρω μείζονα σκέψη, ενώ, επιπροσθέτως, υπό την επίφαση των άνω νομικών πλημμελειών, πλήττεται ευθέως η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Εφετείου περί τα πράγματα.
Με το δεύτερο λόγο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, το αναιρεσείον βάλλει κατά της προσβαλλόμενης απόφασης, για το λόγο ότι το Εφετείο στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα σχετικά με το ποσό της οφειλής του προς τον αναιρεσίβλητο σε μη επιτρεπόμενα αποδεικτικά μέσα και δη στις ένορκες βεβαιώσεις δύο (2) μαρτύρων. Ο λόγος αυτός, ο οποίος, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου του, ερείδεται στη διάταξη του αριθμού 11α του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, πρέπει ν' απορριφθεί ως απαράδεκτος, αφενός μεν, λόγω αοριστίας του αναιρετηρίου δικογράφου, καθόσον δεν αναφέρεται σ' αυτό ότι ο αναιρεσείων πρότεινε παραδεκτά τον ισχυρισμό αυτό στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και τον επανέφερε με λόγο έφεσης στη δευτεροβάθμια δίκη, αφετέρου δε, κατ' άρθρο 562 παρ.2 του ΚΠολΔ, καθόσον, από την επισκόπηση των από 09-02-2016 έγγραφων προτάσεων, που ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων κατέθεσε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θηβών και του από 17-07-2017 (57/18-7-2017) δικογράφου της έφεσής του προκύπτει ότι αυτός δεν προέβαλε τον εν λόγω ισχυρισμό ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και με λόγο έφεσης ενώπιον του Εφετείου.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως, αν στις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης περιλαμβάνονται αντιφατικές αιτιολογίες σε ζητήματα, τα οποία ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Εξάλλου, για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός, πρέπει να καθορίζεται στο αναιρετήριο σε τι συνίσταται η αντίφαση και εκ ποίων αντιτιθεμένων μερών της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με ισχυρισμούς, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Συγκεκριμένα, ο αναιρείων ισχυρίζεται ότι το Εφετείο δέχθηκε ότι καταβλήθηκε στον Ι.
Ρ. το ποσό των 33.938,40 ευρώ για έργα του Δήμου και δεν θεωρεί ότι η καταβολή αυτή έγινε και για λογαριασμό του ενάγοντος - αναιρεσιβλήτου καθώς και ότι ο τελευταίος, παρότι έλαβε εργοληπτικό πτυχίο το 2008, φέρεται να αναλαμβάνει την εκτέλεση δημοτικών έργων το 2007 και έτσι να δημιουργείται η εικόνα της μη νόμιμης λειτουργίας του Δήμου.
Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, αφενός μεν λόγω αοριστίας του αναιρετηρίου δικογράφου, καθόσον δεν αναφέρονται σ' αυτό τα στοιχεία, που απαιτούνται, κατά νόμο, για τη θεμελίωσή του, αφετέρου δε για το λόγο ότι, υπό την επίφαση της ως άνω νομικής πλημμέλειας, παρατίθενται υπό του αναιρεσείοντος επιχειρήματα, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων.
Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως πρέπει ν' απορριφθεί και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή του νόμιμου και βάσιμου αιτήματος του (άρθρ. 176, 180 παρ.1, 182, 183, 189 παρ.1 και 191 παρ.2 του ΚΠολΔ), μειωμένα, όμως, κατ' άρθρο 281 παρ.2 του ν. 3463/2006, όπως ειδικότερα ορίζονται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 12-07-2019 (288/8/12-7-2019) αίτηση του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, με την επωνυμία "Δήμος Τανάγρας Βοιωτίας" για αναίρεση της 77/2019 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Εύβοιας.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των πεντακοσίων (500) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 22 Δεκεμβρίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Ιανουαρίου 2021.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ