Legislator Case Law & Legislation
103/2020 AI generated

103/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 103/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Τζανάκη, Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου και Λουκά Μόρφη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

103/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11/2/2014 αγωγή των ως άνω υπό στοιχεία Α1, Α2, Α4 αναιρεσειόντων και των μετέπειτα αποβιωσάντων αρχικών διαδίκων Σ. Μ. του Β. και Ε. Π.-Τ. του Α., που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2424/2014 του ίδιου Δικαστηρίου, 4558/2015 μη οριστική και 447/2017 οριστική του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 103 / 2020 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 103/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Τζανάκη, Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου και Λουκά Μόρφη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 12 Μαρτίου 2019, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει τις εξής υποθέσεις μεταξύ:

Α)Των αναιρεσειόντων - καλούντων: 1)Δ. Γ. του Σ., κατοίκου ..., 2)Γ. Κ. του Σ., κατοίκου ..., 3)κληρονόμων του Σ. Μ. του Β., α)Ε., χήρας Σ. Μ., το γένος Μ. Π., κατοίκου οικισμού ..., β)Μ. Σ. Μ., κατοίκου ..., γ)Β. Μ. του Σ., κατοίκου ..., 4)Ν. Δ. του Π., κατοίκου ..., και 5)κληρονόμων του Ε. Π. - Τ. του Α., α)Ε., χήρας Ε. Π.- Τ., το γένος Θ. Α., κατοίκου ..., β)Α.

Π. - Τ. του Ε., κατοίκου ..., γ)Α. Π. - Τ. του Ε., κατοίκου ..., και δ)Ε. Π. - Τ. του Θ., κατοίκου ... και ε)Α. Π. - Τ. του Θ., ως κληρονόμων του προαποβιώσαντος υιού του Θ. Π. - Τ. του Ε., κληρονόμου του αρχικού διαδίκου Ε. Π. - Τ., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους Εμμανουήλ και Μύρωνα Γιαννακάκη, οι οποίοι ανακάλεσαν τις από 7/3/2019 δηλώσεις τους, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., παραστάθηκαν αυτοπροσώπως και κατέθεσαν τις από 15/12/2017 προτάσεις και την από 17/1/2018 προσθήκη.

Των αναιρεσιβλήτων - καθών η κλήση: ευρισκόμενης σε εκκαθάριση ένωσης προσώπων χωρίς νομική προσωπικότητα με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΟΧΩΝ ΧΕΙΡΙΣΤΩΝ ΚΑΙ ΙΠΤΑΜΕΝΩΝ ΜΗΧΑΝΙΚΩΝ ΟΛΥΜΠΙΑΚΗΣ ΑΕΡΟΠΟΡΙΑΣ" (Pension Fund of Olympic Airways and Flight Engineers) και το διακριτικό τίτλο FOAPE, με έδρα την …, νομίμως εκπροσωπουμένης, 2)Π. Σ., κατοίκου ..., 3)Γ.

Κ., κατοίκου ..., 4)Κ. Ο., κατοίκου ..., 5)Η. Π., κατοίκου ... 6)Π. Ρ., κατοίκου ..., 7)Ε. Α., κατοίκου ..., 8)Δ. Ζ., κατοίκου ..., 9)Σ. Σ., κατοίκου ... 10)Ι. Γ., κατοίκου ..., 11)Γ. Ρ., κατοίκου ..., 12)Σ. Γ., κατοίκου ... Αττικής, 13)Κ. Κ., κατοίκου ..., 14)Ι. Δ., κατοίκου ..., 15)Γ. Φ., κατοίκου ..., 16)Α. Μ., κατοίκου ..., και 17)Γ. Κ., κατοίκου .... Οι 1ο, 2ος, 8ος, 10ος και 11ος εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Δημήτριο Τσικρικά και Ιωάννη Νικολακόπουλο, με δηλώσεις κατ' άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., οι οποίοι κατέθεσαν τις από 15/1/2018 και από 7/3/2019 προτάσεις τους και την από 12/3/2019 προσθήκη.

Οι λοιποί (3ος, 4ος, 5ος, 6ος, 7ος, 9ος, 12ος, 13ος, 14ος, 15ος, 16ος και 17ος) δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, και Β)Της αναιρείουσας - καθής η κλήση: ευρισκόμενης σε εκκαθάριση ένωσης προσώπων χωρίς νομική προσωπικότητα με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΟΧΩΝ ΧΕΙΡΙΣΤΩΝ ΚΑΙ ΙΠΤΑΜΕΝΩΝ ΜΗΧΑΝΙΚΩΝ ΟΛΥΜΠΙΑΚΗΣ ΑΕΡΟΠΟΡΙΑΣ" (Pension Fund of Olympic Airways and Flight Engineers) και το διακριτικό τίτλο FOAPE, που έχει έδρα στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Δημήτριο Τσικρικά και Ιωάννη Νικολακόπουλο, με δηλώσεις του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που κατέθεσαν τις από 15/1/2018 και από 7/3/2019 προτάσεις και την από 12/3/2019 προσθήκη.

Των αναιρεσιβλήτων - καλούντων: 1)Δ. Γ. του Σ., κατοίκου ..., 2)Γ. Κ. του Σ., κατοίκου ..., 3) α)Ε., χήρας Σ. Μ., το γένος Μ. Π., κατοίκου οικισμού ..., β)Μ. Σ. Μ., κατοίκου ..., γ)Β. Μ. του Σ., κατοίκου ..., ως κληρονόμων του αρχικού διαδίκου Σ. Μ., 4)Ν. Δ. του Π., κατοίκου ..., και 5)α)Ε., χήρας Ε. Π. - Τ., το γένος Θ. Α., κατοίκου ..., β)Α. Π. - Τ. του Ε., γ)Α.

Π. - Τ. του Ε., κατοίκου ..., ως κληρονόμων του αρχικού διαδίκου Ε. Π.-Τ., καθώς επίσης και των: δ)Ε. Π. - Τ. του Θ., κατοίκου ... και ε)Α. Π. - Τ. του Θ.ά, ως κληρονόμων του προαποβιώσαντος πατρός τους Θ. Π. - Τ. του Ε., κληρονόμου του αρχικού διαδίκου Ε. Π. - Τ., ο οποίος απεβίωσε κατά την κατ' έφεση διαδικασία, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους Εμμανουήλ Γιαννακάκη και Μύρωνα Γιαννακάκη, οι οποίοι ανακάλεσαν τις από 7/3/2019 δηλώσεις τους κατ' άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., παραστάθηκαν αυτοπροσώπως και κατέθεσαν τις από 19/12/2017 προτάσεις και την από 17/1/218 προσθήκη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11/2/2014 αγωγή των ως άνω υπό στοιχεία Α1, Α2, Α4 αναιρεσειόντων και των μετέπειτα αποβιωσάντων αρχικών διαδίκων Σ. Μ. του Β. και Ε. Π.-Τ. του Α., που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2424/2014 του ίδιου Δικαστηρίου, 4558/2015 μη οριστική και 447/2017 οριστική του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι (Α) αναιρεσείοντες με την από 27/4/2017 αίτησή τους, επί της οποίας εκδόθηκε η 1167/2018 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου που διέταξε την επανάληψη της επ' ακροατηρίου συζητήσεως της υποθέσεως, προκειμένου να προσκομισθούν επιμελείας του πρώτου των (Α) αναιρεσιβλήτων τα αναφερόμενα στο σκεπτικό έγγραφα.

Κατόπιν της απόφασης αυτής, η υπόθεση επαναφέρεται προς συζήτηση με την από 23/11/2018 κλήση των καλούντων. Ομοίως την αναίρεση της ως άνω (447/2017) απόφασης του Εφετείου Αθηνών ζήτησε η (Β) αναιρεσείουσα ένωση με την από 2/5/2017 αίτησή της, επί της οποίας εκδόθηκε η 1126/2018 απόφαση του δικαστηρίου τούτου, η οποία διέταξε την επανάληψη της επ' ακροατηρίου συζήτησης της υποθέσεως, προκειμένου να προσκομισθούν επιμελεία του (Β) αναιρεσείοντος τα αναφερόμενα στο σκεπτικό έγγραφα.

Κατόπιν της απόφασης αυτής και με την 23/11/2018 κλήση των καλούντων η υπόθεση επαναφέρεται προς συζήτηση. Κατά τη συζήτηση των αιτήσεων αυτών, που εκφωνήθηκαν από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι αυτοπροσώπως παραστάντες πληρεξούσιοι των (Α) αναιρεσειόντων και (Β) αναιρεσιβλήτων ζήτησαν την παραδοχή της από 27/4/2017 αίτησης αναίρεσης και την απόρριψη της από 2/5/2017 αίτησης αναίρεσης καθώς και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη των εντολέων τους.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, από τις διατάξεις του άρθρου 254 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ, οι οποίες εφαρμόζονται και επί της διαδικασίας της κατ' αναίρεση δίκης συμφώνως προς την διάταξη του άρθρου 573 παρ. 1 ιδίου Κώδικος, συνάγεται αφ' ενός ότι το δικαστήριο δύναται να διατάξει την επανάληψη της επ' ακροατηρίου συζητήσεως, η οποία έχει κηρυχθεί περαιωμένη, όταν κατά την μελέτη της υποθέσεως ή την διάσκεψη παρουσιάζονται κενά ή αμφίβολα σημεία χρήζοντα συμπληρώσεως ή επεξηγήσεως, και αφ' ετέρου ότι κατά την επαναλαμβανομένη συζήτηση η υπόθεση εκδικάζεται από τον ίδιο δικαστή ή, επί πολυμελών δικαστηρίων, από την ιδία σύνθεση δικαστών, εκτός εάν τούτο είναι ανέφικτο ένεκα λόγων φυσικών ή νομικών, η συνδρομή των οποίων πρέπει να καταφάσκεται, άλλως, υφίσταται κακή σύνθεση του δικαστηρίου.

Συνεπώς, παραδεκτώς δια των από 23ης Νοεμβρίου 2018 κλήσεων των αναιρεσειόντων της από 27ης Απριλίου 2017 αιτήσεως αναιρέσεως επαναφέρεται προς εκδίκαση η υπόθεση, μετά την έκδοση των υπ' αριθμ. 1126/2018 και 1167/2018 αποφάσεων του Τμήματος τούτου, δια των οποίων διετάχθη η επανάληψη της επ' ακροατηρίου συζητήσεως της υποθέσεως, προκειμένου να προσκομισθούν επιμελεία της αναιρεσειούσης της από 2ας Μαΐου 2017 αιτήσεως αναιρέσεως, ενώσεως προσώπων υπό την επωνυμία "Ταμείο Παροχών Χειριστών και Ιπταμένων Μηχανικών Ολυμπιακής Αεροπορίας", τα αναφερόμενα νομιμοποιητικά της πληρεξουσιότητος των παραστάντων κατά την συζήτηση δικηγόρων Ιωάννη Νικολακόπουλου και Δημητρίου Τσικρικά έγγραφα, σημειουμένου ότι οι Αρεοπαγίτες Απόστολος Παπαγεωργίου και Γεώργιος Μιχολιάς, οι οποίοι υπήρξαν μέλη της συνθέσεως του Τμήματος, υπό την οποία εξεδόθησαν οι προαναφερόμενες αποφάσεις περί επαναλήψεως της συζητήσεως, νομίμως αντικατεστάθησαν κατά την ενεστώσα, επαναληφθείσα συζήτηση από τους Αρεοπαγίτες Νικόλαο Πιπιλίγκα και Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου, καθ' όσον δεν είναι πλέον μέλη του Αρείου Πάγου.

Επειδή, συμφώνως προς την διάταξη του άρθρου 246 ΚΠολΔ, η οποία κατά την διάταξη του άρθρου 573 παρ. 1 ιδίου Κώδικος εφαρμόζεται και επί της διαδικασίας της κατ' αναίρεση δίκης, πρέπει να διαταχθεί η ένωση και συνεκδίκαση των υπό κρίση από 27ης Απριλίου 2017 και 2ας Μαΐου 2017 αιτήσεων αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμόν 447/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, καθ' όσον λόγω της μεταξύ τους συναφείας διευκολύνεται η διεξαγωγή της δίκης.

Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 94 παρ. 1, 96 παρ. 1 και 3 και 104 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ενώπιον του Αρείου Πάγου έχουν υποχρέωση οι διάδικοι να παρίστανται δια πληρεξουσίου δικηγόρου, ότι ως προς τις προπαρασκευαστικές πράξεις και τις κλήσεις έως την συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υφίσταται πληρεξουσιότης, ενώ ως προς την συζήτηση απαιτείται ρητή πληρεξουσιότης, η οποία δίδεται μόνον με συμβολαιογραφική πράξη ή με προφορική δήλωση του διαδίκου καταχωριζομένη στα πρακτικά ή στην έκθεση και προκειμένου περί υποθέσεων εργατικών διαφορών και με ιδιωτικό έγγραφο φέρον βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής του διαδίκου από Κέντρο Εξυπηρετήσεως Πολιτών ή οποιαδήποτε άλλη δημοσία ή δημοτική αρχή. Αφ' ετέρου, κατά την διάταξη του άρθρου 64 παρ. 3 ΚΠολΔ, οι μη αποτελούσες σωματείο ενώσεις προσώπων προς επιδίωξη σκοπού παρίστανται επί δικαστηρίου δια των προσώπων, στα οποία έχει ανατεθεί η διαχείριση των υποθέσεών τους.

Εν προκειμένω, από τα προσκομισθέντα από την ως άνω ένωση προσώπων, "Ταμείο Παροχών Χειριστών και Ιπταμένων Μηχανικών Ολυμπιακής Αεροπορίας", εις εκτέλεση των προαναφερομένων υπ' αριθμ. 1126/2018 και 1167/2018 αποφάσεων έγγραφα: το από 15ης Δεκεμβρίου 1973 καταστατικό του Ταμείου, ως έχει τροποποιηθεί μεταγενεστέρως, το από 22ας Δεκεμβρίου 2003 πρακτικό αρχαιρεσιών αναδείξεως Διοικούσης Επιτροπής, το από 5ης Ιανουαρίου 2004 πρακτικό συγκροτήσεως Εκτελεστικής Επιτροπής, το από 15ης Μαρτίου 2004 πρακτικό Γενικής Συνελεύσεως και το υπ' αριθμ. .../20 Ιουνίου 2017 πληρεξούσιο του Γενικού Προξένου της Ελλάδος στο Μόντρεαλ προκύπτει ότι η ως άνω ένωση προσώπων εκπροσωπείται δικαστικώς κατά τον ενεστώτα χρόνο από εννεαμελή Εκτελεστική Επιτροπή αποτελουμένη από τους Σ.

Σ., Ι. Γ., Δ. Π., Α. Μ., Κ. Σ., Ι. Μ., Π. Σ., Δ. Ζ. και Β. Μ.. Περαιτέρω, από το επίσης προσκομισθέν έγγραφο με τίτλο "Απόφαση βεβαίωσης πληρεξουσιότητας", το οποίο φέρει τις υπογραφές των μελών της Εκτελεστικής Επιτροπής και βεβαίωση περί του γνησίου αυτών από τον δικηγόρο Ιωάννη Νικολακόπουλο με ημερομηνία 7 Μαρτίου 2019, προκύπτει ότι τα ως άνω οκτώ πρώτα μέλη της Εκτελεστικής Επιτροπής ενέκριναν την παροχή από τον Β.

Μ. δια του υπ' αριθμόν .../18 Ιουλίου 2017 πληρεξουσίου του Συμβολαιογράφου Αθηνών Κ. Δ. προς τους δικηγόρους Ιωάννη Νικολακόπουλο και Δημήτριο Τσικρικά, προκειμένου να παραστούν κατά την συζήτηση των υπό κρίση αιτήσεων αναιρέσεως. Επίσης προσκομίζονται τα υπ' αριθμούς .../11 Ιανουαρίου 2018 πληρεξούσια του προαναφερομένου Συμβολαιογράφου, δια των οποίων οι Π.

Σ. του Ν., Ι. Γ. του Δ., Γ. Ρ. του Κ. και Δ. Ζ. του Γ. αντιστοίχως παρέσχον πληρεξουσιότητα προς τους ως άνω δικηγόρους προς παράσταση κατά την συζήτηση της ως άνω από 27ης Απριλίου 2017 αιτήσεως αναιρέσεως. Ωσαύτως προσκομίζονται τα πληρεξούσια υπ' αριθμούς: .../6 Οκτωβρίου 2016 της Συμβολαιογράφου Χανίων Χ. Γ. - Μ., ...11 Οκτωβρίου 2016 της Συμβολαιογράφου Αθηνών ..., ...18 Οκτωβρίου 2016 της Συμβολαιογράφου Αθηνών Α.

Σ. - Ρ., ...21 Απριλίου 2017 της Συμβολαιογράφου Αθηνών Ε. Κ., .../28 Απριλίου 2017 της Συμβολαιογράφου Αθηνών Δ. Σ., .../28 Δεκεμβρίου 2017 της Συμβολαιογράφου Αθηνών Τ. Κ. και .../12 Ιανουαρίου 2018 του Συμβολαιογράφου Κρωπίας Κ. Β., δια των οποίων οι αναιρεσείοντες της από 27ης Απριλίου 2017 αιτήσεως αναιρέσεως παρέσχον πληρεξουσιότητα προς παράσταση κατά την συζήτηση των υπό κρίση αιτήσεων αναιρέσεως προς τους δικηγόρους Εμμανουήλ Γιαννακάκη και Μύρωνα Γιαννακάκη.

Συνεπώς, προσηκόντως παρίστανται οι προαναφερόμενοι διάδικοι δια των ως άνω δικηγόρων, στους οποίους έχουν νομίμως χορηγήσει πληρεξουσιότητα προς εκπροσώπηση αυτών.

Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ. 2, 498 παρ. 1, 568 παρ. 1, 2, 4 και 576 παρ. 2 ΚΠολΔ συνάγεται ότι, εάν κατά την συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως απολείπεται ο αντίδικος του επιμεληθέντος της συζητήσεως και νομίμως παρισταμένου κατ' αυτή διαδίκου, εξετάζει ο Άρειος Πάγος εάν ο εν λόγω διάδικος έχει κλητευθεί νομίμως και εμπροθέσμως, οπότε, εάν προκύπτει νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση, προβαίνει στην συζήτηση εν απουσία αυτού.

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 74, 75, 76 παρ. 1 και 576 παρ. 3 ΚΠολΔ συνάγεται ότι επί περισσοτέρων αναιρεσειόντων ή αναιρεσιβλήτων, εάν απολείπεται ή δεν μετέχει προσηκόντως της συζητήσεως ένας εξ αυτών και πρόκειται περί αναγκαίας ομοδικίας, έχει δε ο απολειπόμενος ή μη μετέχων προσηκόντως της συζητήσεως αναιρεσείων ή αναιρεσίβλητος επισπεύσει εγκύρως την συζήτηση ή έχει κλητευθεί νομίμως, θεωρείται αντιπροσωπευόμενος από τους άλλους ομοδίκους, οι οποίοι μετέχουν προσηκόντως της συζητήσεως.

Αναγκαία ομοδικία κατά την προαναφερομένη διάταξη του άρθρου 76 παρ. 1 ΚΠολΔ υπάρχει όταν η διαφορά επιδέχεται ενιαία μόνον ρύθμιση ή η ισχύς της αποφάσεως, η οποία θα εκδοθεί, εκτείνεται επί πάντων των ομοδίκων ή όταν οι ομόδικοι μόνον από κοινού δύνανται να εναγάγουν ή να εναχθούν ή λόγω των συντρεχουσών περιστάσεων δεν δύνανται να υπάρχουν αντίθετες αποφάσεις έναντι αυτών.

Περίπτωση αναγκαίας ομοδικίας υφίσταται και επί κοινής εναγωγής ενώσεως προσώπων και των μελών αυτής ατομικώς, αφού η ισχύς της εκδιδομένης αποφάσεως εκτείνεται επί πάντων των ομοδίκων, καθ' όσον δυνάμει των διατάξεων των άρθρων 329 και 919 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναλόγως εφαρμοζομένων, η μεταξύ ενώσεως προσώπων και τρίτου εκδοθείσα απόφαση αφορώσα δικαιώματα ή υποχρεώσεις της ενώσεως αποτελεί δεδικασμένο και έναντι των μελών αυτής ως προς τα εν λόγω δικαιώματα ή τις υποχρεώσεις και δύναται να χωρήσει εκτέλεση και κατά της ατομικής περιουσίας των μελών, τα οποία ευθύνονται προσωπικώς ως προς τις υποχρεώσεις της ενώσεως κατά το ποσοστό ευθύνης εκάστου.

Αφ' ετέρου, από τις διατάξεις των άρθρων 96 και 143 παρ. 1, 2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο διοριζόμενος ως δικαστικός πληρεξούσιος είναι αυτοδικαίως και αντίκλητος ως προς όλες τις επιδόσεις τις αναγόμενες στη δίκη, στην οποία είναι πληρεξούσιος, μέχρι και της εκδόσεως αμετακλήτου αποφάσεως, εξαιρουμένων όσων επιδόσεων επιβάλλουν ενέργεια δυναμένη να γίνει μόνον προσωπικώς από τον καθ' ου η επίδοση, εκτός εάν αυτός έχει διαμονή ή έδρα στο εξωτερικό ή είναι αγνώστου διαμονής.

Εν προκειμένω, από τις υπ' αριθμούς .../18 Μαΐου 2017 και ...7 Δεκεμβρίου 2018 εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελητρίας του Πρωτοδικείου Αθηνών Σ. Μ. προκύπτει ότι ακριβή αντίγραφα της υπό κρίση από 27ης Απριλίου 2017 αιτήσεως αναιρέσεως και της από 23ης Νοεμβρίου 2018 κλήσεως προς συζήτηση της εν λόγω αιτήσεως κατά την αναφερομένη στην αρχή της παρούσης δικάσιμο έχουν νομίμως και εμπροθέσμως κατά τις διατάξεις των άρθρων 122 επ., 498, 499 και 568 ΚΠολΔ επιδοθεί επιμελεία των αναιρεσειόντων της ως άνω από 27ης Απριλίου 2017 αιτήσεως αναιρέσεως προς τους δικηγόρους Ιωάννη Νικολακόπουλο και Ευαγγελία Κωνσταντάκη, οι οποίοι κατά την συζήτηση της υποθέσεως ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου, το οποίο εξέδωσε την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, παρέστησαν ως πληρεξούσιοι δικηγόροι, ο Ιωάννης Νικολακόπουλος, των αναιρεσιβλήτων Γ.

Κ., Κ. Ο., Η. Π., Π. Ρ., Ε. Α., Σ. Σ., Σ. Γ., Κ. Κ., Ι. Δ., Γ. Φ. και Γ. Κ., και η Ευαγγελία Κωνσταντάκη, του αναιρεσιβλήτου Α. Μ., και συνεπώς συμφώνως προς την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 143 παρ. 1 ΚΠολΔ φέρουν αντιστοίχως την ιδιότητα του αντικλήτου αυτών. Κατά την προαναφερομένη δικάσιμο δεν παρέστησαν οι εν λόγω αναιρεσίβλητοι, οι οποίοι πάντες ενάγονται ως μέλη της επίσης αναιρεσιβλήτου ως άνω ενώσεως προσώπων, ούτε είχε κατατεθεί κατά τα άρθρα 573 παρ. 1 και 242 παρ. 2 ΚΠολΔ δήλωση ότι δεν θα παραστούν κατά την εκφώνηση της υποθέσεως, συνεπώς η συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως πρέπει να χωρήσει εν απουσία αυτών, θεωρουμένων όμως ως αντιπροσωπευομένων από την κατά τα ανωτέρω αναγκαία ομόδικο αυτών ένωση προσώπων υπό την επωνυμία "Ταμείο Παροχών Χειριστών και Ιπταμένων Μηχανικών Ολυμπιακής Αεροπορίας", η οποία παρέστη προσηκόντως.

Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 62 εδ. α', 73, 159 αρ. 2, 160 παρ. 1, 556 παρ. 1 ΚΠολΔ και 34, 35, 1710 ΑΚ προκύπτει ότι η ικανότης του φυσικού προσώπου να είναι υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων και επομένως να είναι διάδικος, η οποία παύει με τον θάνατο αυτού, εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο κατά πάσα στάση της δίκης, οπότε, αίτηση αναιρέσεως, έχουσα ασκηθεί επ' ονόματι ή κατά προαποβιώσαντος προσώπου, πάσχει ακυρότητα λόγω ελλείψεως της προαναφερομένης διαδικαστικής προϋποθέσεως και απορρίπτεται αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτη, εκ τούτου δε αποκλείεται στην περίπτωση αυτή η εφαρμογή των ως άνω διατάξεων των άρθρων 286, 287 και 290 ΚΠολΔ περί βιαίας διακοπής και επαναλήψεως της δίκης, αφού οι εν λόγω διατάξεις προϋποθέτουν νομίμως αρξαμένη εκκρεμή δίκη.

Εν προκειμένω, η υπό κρίση από 2ας Μαΐου 2017 αίτηση αναιρέσεως του Ταμείου Παροχών Χειριστών και Ιπταμένων Μηχανικών Ολυμπιακής Αεροπορίας στρέφεται κατά των τρίτου και πέμπτου των αναιρεσιβλήτων, Σ. Μ. του Β. και Ε. Π. - Τ. του Α., οι οποίοι όμως έχουν αποβιώσει, ο πρώτος, την 5η Ιανουαρίου 2016, κληρονομηθείς από τους Ε. χήρα Ε. Π. - Τ., Α. Π. - Τ. του Ε., Α. Π. - Τ. του Ε., Ε. θυγ. Θ. Π. - Τ. και Α. θυγ. Θ. Π. - Τ., και ο δεύτερος, την 21η Μαρτίου 2016, κληρονομηθείς από τους Ε. χήρα Σ. Μ., το γένος Μ. Π., Μ. θυγ. Σ. Μ. και Β. Μ. του Σ., προ της συζητήσεως της υποθέσεως ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών κατά την δικάσιμο της 11ης Οκτωβρίου 2016, κατά την οποία η δίκη επανελήφθη εν ονόματι των εν λόγω κληρονόμων, οι οποίοι υπεισήλθαν αντιστοίχως στην θέση των ως άνω αποβιωσάντων αρχικών διαδίκων.

Συνεπώς, η προαναφερομένη αίτηση αναιρέσεως, καθ' ο μέρος ασκείται κατά των τρίτου και πέμπτου των αναιρεσιβλήτων, Σ. Μ. και Ε. Π. - Τ., και όχι κατά των ως άνω κληρονόμων αυτών, πάσχει συμφώνως προς τα ανωτέρω ακυρότητα και πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη.

Επειδή, αρχικώς οι Δ. Γ. του Σ., Γ. Κ. του Σ. και Ν. Δ. του Π. ως και οι ως άνω Σ. Μ. του Β. και Ε. Π. - Τ. του Α. άσκησαν κατά του Ταμείου Παροχών Χειριστών και Ιπταμένων Μηχανικών Ολυμπιακής Αεροπορίας και των λοιπών δέκα έξι αναιρεσιβλήτων της από 27ης Απριλίου 2017 αιτήσεως αναιρέσεως την από 11ης Φεβρουαρίου 2014 αγωγή, αφορώσα ασφαλιστική διαφορά κατά το άρθρο 663 αρ. 5 ΚΠολΔ, η οποία απερρίφθη κατ' ουσίαν δια της υπ' αριθμόν 2424/2014 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Κατά της εν λόγω αποφάσεως οι ενάγοντες άσκησαν την από 5ης Δεκεμβρίου 2013 έφεση. Εξεδόθησαν η υπ' αριθμόν 4558/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, δια της οποίας διετάχθη η επανάληψη της συζητήσεως της υποθέσεως, προκειμένου να προσκομισθούν διάφορα έγγραφα, και εν συνεχεία, αντιμωλία των κληρονόμων των Σ.

Μ. και Ε. Π. - Τ., οι οποίοι υπεισήλθαν στην θέση αυτών, και των λοιπών αρχικών διαδίκων η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, δια της οποίας έγινε δεκτή η έφεση κατ' ουσίαν και μετ' εξαφάνιση της εκκαλουμένης αποφάσεως έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή καθ' όσον αφορά το εναγόμενο Ταμείο - ένωση προσώπων, ενώ απερρίφθη ως προς τους λοιπούς εναγομένους.

Εν συνεχεία, οι Δ. Γ., Γ. Κ., Ν. Δ. και οι κληρονόμοι των Σ. Μ. και Ε. Π. - Τ. αφ' ενός και το Ταμείο Παροχών Χειριστών και Ιπταμένων Μηχανικών Ολυμπιακής Αεροπορίας αφ' ετέρου άσκησαν τις υπό κρίση από 27ης Απριλίου 2017 και 2ας Μαΐου 2017 αιτήσεις αναιρέσεως αντιστοίχως. Η από 2ας Μαΐου 2017 αίτηση, καθ' ο μέρος στρέφεται κατά των Δ.

Γ., Γ. Κ. και Ν. Δ., ως και η από 27ης Απριλίου 2017 αίτηση έχουν ασκηθεί νομίμως και εμπροθέσμως συμφώνως προς τις διατάξεις των άρθρων 552, 553, 556, 558, 564 και ... ΚΠολΔ, και πρέπει κατά την διάταξη του άρθρου 577 παρ. 3 ιδίου Κώδικος να εξετασθούν περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων τους.

Επειδή, από την διάταξη του άρθρου 288 ΑΚ, κατά την οποία, ο οφειλέτης έχει υποχρέωση να εκπληρώσει την παροχή, όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπ' όψιν και τα συναλλακτικά ήθη, θεσπίζεται η γενική αρχή της καλής πίστεως, η οποία διέπει την εκπλήρωση των υποχρεώσεων τόσον του οφειλέτη όσον και του δανειστή από οιαδήποτε έγκυρη ενοχική σχέση και λειτουργεί ως συμπληρωματική και διορθωτική ρήτρα των δικαιοπρακτικών βουλήσεων των μερών (ΑΠ 1269/1999).

Από το άρθρο αυτό απορρέει η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως, η οποία τυγχάνει εφαρμογής και επί των σχέσεων μεταξύ Ταμείου Συντάξεων αποτελούντος ένωση προσώπων και των μελών αυτού, οπότε το Ταμείο υπέχει την συμβατική υποχρέωση να τηρεί την εν λόγω αρχή υπό την έννοια ότι ο τρόπος υπολογισμού των συντάξεων και των λοιπών παροχών πρέπει να είναι ενιαίος ως προς όλα τα μέλη.

Επομένως, μέλη, τα οποία παρουσιάζουν τα αυτά προσωπικά στοιχεία αφορώντα το συνταξιοδοτικό καθεστώς του Ταμείου, πρέπει να τυγχάνουν ίσων παροχών, εκτός και υφίσταται συγκεκριμένος λόγος δικαιολογών την ανισότητα των καταβαλλομένων παροχών, άλλως γεννάται αξίωση των αδικουμένων μελών προς απόληψη των παροχών, των οποίων έτυχαν τα ευνοηθέντα μέλη.

Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται εάν έχει παραβιασθεί κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, εάν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αντιθέτως, εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι εν λόγω προϋποθέσεις, ως επίσης εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένως, η δε παραβίαση γίνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με εσφαλμένη υπαγωγή.

Εάν το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση συντελείται ειδικότερα, εάν το δικαστήριο εφήρμοσε τον νόμο, παρ' ότι τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία έκρινε ως αποδειχθέντα, δεν ήσαν επαρκή προς τούτο, ή αντιθέτως δεν εφήρμοσε τον νόμο, παρ' ότι τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά ήσαν επαρκή, ως επίσης εάν προέβη σε υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας τα περιστατικά αυτά δεν υπήγοντο.

Κατά δε την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση συγχωρείται εάν η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως και ιδίως εάν στερείται παντελώς αιτιολογιών ή έχει αντιφατικές ή ανεπαρκείς αιτιολογίες επί ζητήματος ασκούντος ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Τούτο συμβαίνει όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται παντελώς πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία, τα οποία απαιτούνται προς εφαρμογή της εφαρμοσθείσης διατάξεως του ουσιαστικού δικαίου, ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους.

Κατά πάσα περίπτωση, λόγος αναιρέσεως, με τον οποίον επικαλείται ο αναιρεσείων ότι δια της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως έχουν ή δεν έχουν γίνει δεκτά ωρισμένα πραγματικά περιστατικά ή έχει γίνει ή δεν έχει γίνει δεκτός ωρισμένος ισχυρισμός ή ωρισμένο αίτημα, ενώ από την εν λόγω απόφαση προκύπτει το αντίθετο, απορρίπτεται ως απαράδεκτος ως επί αναληθούς προϋποθέσεως ερειδόμενος, ενώ, εάν η προσαπτομένη δια του λόγου αναιρέσεως πλημμέλεια δεν ασκεί επίδραση επί του διατακτικού της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ο λόγος είναι απαράδεκτος ως αλυσιτελής.

Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Μονομελές Εφετείο εδέχθη τα εξής: "Το εφεσίβλητο Ταμείο, με τον διακριτικό του τίτλο FOAPE, τα έτη 1995 και 1997 ανέθεσε στον αναλογιστικό οίκο του εξωτερικού ... τη σύνταξη αναλογιστικών μελετών σχετικά με την οικονομική θέση του Ταμείου στις 31.12.1995 με σκοπό να διαπιστωθεί αν τα επίπεδα των εισφορών που καταβάλλονταν, παράλληλα με τα υπάρχοντα στοιχεία του ενεργητικού, επαρκούσαν για να καλύψουν τις παροχές που ενδέχονταν να προκύψουν στο μέλλον προς τα ασφαλισμένα μέλη και δικαιούχους και την 1.9.1997 με σκοπό να διαπιστωθεί αν τα ποσοστά των συνεισφορών, που είχαν πληρωθεί σε συνάρτηση με το υπάρχον ενεργητικό, ήταν ικανά να καλύψουν τα οφέλη που ενδέχονταν να προκύψουν στο μέλλον όσον αφορά τους ασφαλισμένους και τους δικαιούχους.

Έτσι συντάχθηκαν οι εκθέσεις με ημερομηνία 31.12.1995 και 1.9.1997. Ότι οι εκθέσεις αυτές που προσκομίζονται σε μετάφραση αφορούν την οικονομική θέση του FOAPE, συνάγεται από το περιεχόμενό τους, αφού σ' αυτές γίνεται αναφορά για το σκοπό τους, τα μέλη του Ταμείου, τις εισφορές, υποχρεώσεις, εκτιμώμενα έσοδα συνεισφοράς, αυξήσεις συντάξεων, ποσοστά επιτοκίων, αποδόσεις αυτών, αποτελέσματα σε σχέση με το FOAPE.

Επιβεβαιώνεται δε από τα με αριθμ. πρωτ. .../6.6.2011 έγγραφα της Εθνικής Αναλογιστικής Αρχής, που εκδόθηκαν κατόπιν αιτήσεων των εναγόντων και σύμφωνα με τις οποίες αποτελούν αναλογιστικές μελέτες που αφορούν την οικονομική θέση του ταμείου στις 31.12.1995 και 1.9.1997. Άλλη αναλογιστική μελέτη δεν έγινε έκτοτε. Άλλα έγγραφα σχετικά με το πώς διαμορφώθηκαν οι μερίδες των εκκαλούντων και των συγκρινομένων με αυτούς δεν προσκομίζονται.

Ομοίως δεν προσκομίζονται έγγραφα σχετικά με τους πλασματικούς λογαριασμούς, τις εισφορές των μελών, τις εισφορές της Ο.Α., τις αποδόσεις των επενδύσεων, τους ατομικούς λογαριασμούς. Ως εκ τούτου δεν αποδεικνύεται ότι το πρώτο εναγόμενο ακολούθησε τη μεθοδολογία που συμφωνήθηκε στη συνέλευση της 15.9.1998 και περιγράφεται στην προηγούμενη υπ' αριθμ. 4558/2015 απόφαση, πώς η συμφωνία διαμορφώθηκε στην πράξη με συγκεκριμένα ποσά και συγκεκριμένα πώς η εφάπαξ παροχή προσδιορίσθηκε ανάλογα με τις εισφορές, τις συνεισφορές, τις αποδόσεις τους και με βάση τα προσωπικά στοιχεία του κάθε δικαιούχου το μαθηματικό απόθεμα.

Το πρώτο εναγόμενο, όπως και όλα τα μέλη της Εκτελεστικής Επιτροπής υποστηρίζουν ότι δεν διατηρούν τα στοιχεία αυτά, που αφορούσαν το έτος 1998, όμως ο ισχυρισμός είναι αδικαιολόγητος, διότι οι κανόνες επιμέλειας, ενόψει των αμφισβητήσεων, που εξ αρχής εγέρθησαν από πολλά μέλη του Ταμείου σχετικά με τον τρόπο υπολογισμού των εφάπαξ παροχών, τους δικαστικούς αγώνες που ακολούθησαν και ειδικότερα τον 18ετή δικαστικό αγώνα των εναγόντων, επέβαλλαν τη διατήρηση και διαφύλαξη όλων εκείνων των στοιχείων και λογαριασμών, που αποδεικνύουν τη βασιμότητα των ισχυρισμών τους.

Περαιτέρω, από τα ποσά που έλαβαν οι εκκαλούντες και οι συγκρινόμενοι με αυτούς αποδεικνύεται ότι δεν υπολογίσθηκαν με τον ίδιο τρόπο οι μερίδες των, γιατί παρατηρείται ότι συνταξιούχοι με τα ίδια ή παρόμοια πραγματικά προσωπικά στοιχεία, όπως την ηλικία, το ποσό σύνταξης, τα προστατευόμενα μέλη ή με ελάχιστες διαφορές μεταξύ τους στα πιο πάνω δεδομένα, να έχουν μεγάλες διαφορές στις μερίδες, που προσδιορίσθηκαν και αποδόθηκαν.

Όλως ενδεικτικά αναφέρεται από τους ενάγοντες ο Σ. Μ., Κυβερνήτης, ο οποίος γεννήθηκε στις 10.10.1932, προσλήφθηκε την 1.8.1959, ασφαλίσθηκε στο FOAPE και κατέβαλε εισφορές από 1.6.1969 μέχρι 5.5.1990, που συνταξιοδοτήθηκε, δηλαδή για 21 έτη. Ο λογαριασμός του στις 30.4.1998 ήταν 296.996 δολάρια ΗΠΑ. Ο συγκρινόμενος με αυτόν Ε. Μ., Κυβερνήτης, γεννήθηκε 21.9.1931, προσλήφθηκε 1.2.1971 και κατέβαλε εισφορές από 16.5.1971 μέχρι την 21.9.1991 που αποχώρησε, συνταξιοδοτηθείς δηλαδή για 20 έτη.

Ο λογαριασμός του στις 30.4.1998 ήταν ....444 δολλάρια δηλαδή 269.448 δολλάρια περισσότερα από τον Σ. Μ.. Ο Μ. συνταξιοδοτείτο από 21.9.1991 έως 30.4.1998 λιγότερο 6 έτη και 7 μήνες, ενώ ο Μ. συνταξιοδοτείτο από 5.5.1990 μέχρι 30.4.1998 δηλαδή περί τα 8 έτη, που σημαίνει ότι από τη μερίδα τού θα αφαιρείτο μεγαλύτερο ποσό συντάξεων που είχε λάβει δηλαδή θα αφαιρούντο συντάξεις 17 μηνών περισσότερο σε σχέση με τον Μ.

Όμως, και σε αυτή την περίπτωση, λαμβανομένου υπόψη ότι ελάμβαναν την ίδια σύνταξη ήτοι το ποσό των 1594 ευρώ, δεν δικαιολογείται μαθηματικά η πιο πάνω διαφορά. Υποστηρίζει ακόμη το FOAPE ότι έχουν σημασία οι εισφορές που έχουν καταβληθεί για τον καθένα εξ αυτών. Όμως και σε αυτή την περίπτωση, ενόψει του ότι ο Σ.

Μ. ανήκε στην κλάση Ε και ο Ε. Μ. στην κλάση Δ η διαφορά των εισφορών μεταξύ των δύο είναι 2% περισσότερο για τις εισφορές μέλους της κλάσης Δ [6% της κλάσης Δ και 4% της κλάσης Ε για το μέλος] και 4% για τις συνεισφορές της Ολυμπιακής Αεροπορίας [12% της κλάσης Δ και 8% της κλάσης Ε για την OA] και συνολικά [μέλος συν OA] 6% [βλ.

Καταστατικό Λειτουργίας του Ταμείου άρθρ. 6 παρ.2β]. Δεν προσκομίζονται αναλυτικά στοιχεία έστω και για έναν από τους ενάγοντες σε σχέση με έναν συγκρινόμενο για να διαπιστωθεί αν καλύπτεται η διαφορά. Οι εναγόμενοι στις προτάσεις τους αναφέρουν το σύνολο των εισφορών, που έχουν καταβληθεί για τον καθένα από τους ενάγοντες και τον καθένα από τους συγκρινομένους με αυτούς [συνολικά από τους ίδιους και την OA], Ειδικότερα, όπως υποστηρίζουν ο Δ.

Γ. με 17 έτη ασφάλισης και 5 μήνες έχει σύνολο εισφορών 585.671 δολλάρια ΗΠΑ, ο Γ. Κ. με 18 έτη ασφάλισης και 1 μήνα έχει σύνολο εισφορών 586.310 δολλάρια ΗΠΑ, ο Σ. Μ.ς με 20 έτη και 11 μήνες ασφάλισης έχει σύνολο εισφορών 625.563 δολλάρια, ο Ε. Π. με 15 έτη και 10 μήνες έχει 489.499 δολλάρια, ο Ν. Δ. με 12 έτη και 3 μήνες έχει 347.554 δολλάρια.

Από τους συγκρινομένους ο Δ. Φ. με 20 έτη και 5 μήνες έχει 896.274 δολλάρια, ο Α. Γ. με 20 έτη και 5 μήνες έχει 981.799 δολλάρια, ο Ε. Μ. με 20 έτη και 7 μήνες έχει 922.474 δολλάρια, ο Δ. Κ. με 9 έτη και 10 μήνες ασφάλισης είχε 1.409.621 δολλάρια και ο Μ. Μ. με 25 χρόνια και 9 μήνες είχε 726.313 δολλάρια. Από όλους τους προαναφερόμενους, ενάγοντες και συγκρινομένους Α] ο ενάγων Δ.

Γ., που πλησιάζει περισσότερο στα πραγματικά στοιχεία με τον συγκρινόμενο Α. Γ., αφού γεννήθηκαν τα έτη 1930 και 1929 αντίστοιχα, προσλήφθηκαν τα έτη 1959 ο πρώτος και 1958 ο δεύτερος, ασφαλίσθηκαν στο ταμείο και οι δύο από το έτος 1969, ο πρώτος συνταξιοδοτήθηκε στις 24.12.1986 με έτη ασφάλισης 17 και 5 μήνες, ενώ ο δεύτερος στις 31.12.1989 με έτη ασφάλισης 20 και 5 μήνες, δηλαδή ο τελευταίος συνταξιοδοτήθηκε 3 έτη μετά τον πρώτο.

Ο πρώτος εμφανίζεται να έχει λάβει για συντάξεις 402.738 δολλάρια και ο δεύτερος 208.264 δολλάρια δηλαδή ποσό μειωμένο περίπου κατά το ήμισυ, ενώ τους χωρίζουν μόνο 3 χρόνια συνταξιοδότησης [ο ενάγων Γ. από τον συγκρινόμενο Γ.]. Όπως εκθέτει το εναγόμενο στις προτάσεις του ο πρώτος είχε μαθηματικό απόθεμα 277.549 δολλάρια ενώ ο δεύτερος 267.836 δολλάρια.

Ο Α. Γ.ς εν τέλει έλαβε στις 30.4.1998 559.002 δολλάρια, ενώ ο Δ. Γ. έλαβε 277.549 δολλάρια, χωρίς να αποδεικνύεται μαθηματικά η διαφορά. Β] ο δεύτερος ενάγων [Γ. Κ.] ομοίως πλησιάζει περισσότερο τον ως άνω Α. Γ., ο πρώτος γεννήθηκε το 1934, ενώ ό Γ.ς το 1929, προσλήφθηκε το 1965 ενώ ο Γ.ς το έτος 1958, η ασφάλιση και των δύο στο FOAPE άρχισε το έτος 1969, συνταξιοδοτήθηκαν ο πρώτος το 1987 με έτη ασφάλισης 18 και 1 μήνα και δεύτερος [Γ.ς] το έτος 1989 με έτη ασφάλισης 20 και 5 μήνες.

Ο πρώτος εμφανίζεται να έχει λάβει συντάξεις 375.970 δολλάρια ενώ ο δεύτερος 202.255 δολλάρια με δύο χρόνια περίπου διαφορά στον χρόνο συνταξιοδότησης. Επίσης ο πρώτος εμφανίζεται με μαθηματικό απόθεμα 325.989 δολλάρια και ο δεύτερος με 267.836 δολλάρια. Έλαβαν στις 30.4.1998 ο πρώτος 325.989 δολλάρια και ο δεύτερος 559.002 δολλάρια χωρίς να αποδεικνύεται πως προκύπτει η διαφορά. ...

Δ] ο τέταρτος Ν. Δ., ο οποίος πλησιάζει περισσότερο στα πραγματικά στοιχεία τον συγκρινόμενο Δ. Κ., σύζυγο της Ε. Κ., η οποία έλαβε την παροχή του θανόντος συζύγου της. Ο Δ. γεννήθηκε το 1931, ενώ ο Δ. Κ. το έτος 1914. Ο Δ. προσλήφθηκε το 1965, ενώ ο Δ. Κ. το 1948. Ασφαλίσθηκαν στο ταμείο το έτος 1969. Συνταξιοδοτήθηκαν ο πρώτος το 1981 με έτη ασφάλισης 12 και 3 μήνες, ενώ ο δεύτερος το 1979 με έτη ασφάλισης 9 και 10 μήνες.

Φέρονται να έχουν λάβει για συντάξεις ο πρώτος 720.664 δολλάρια και ο δεύτερος 734.359 δολλάρια. Μαθηματικό απόθεμα ο πρώτος 287.275 δολλάρια και ο δεύτερος 143.674 δολλάρια. Έλαβαν στις 30.4.1998 ο πρώτος 287.275 δολλάρια και η σύζυγος του δευτέρου 577.568 δολλάρια χωρίς να αιτιολογείται η διαφορά μαθηματικά. ... Το εναγόμενο υποστηρίζει ακόμη ότι τα μαθηματικά αποθέματα υπολογίσθηκαν με τεχνικό επιτόκιο 8%, γιατί στο ποσό αυτό υπολογίσθηκε από τους αναλογιστές η τεκμαρτή μελλοντική απόδοση των επενδύσεων του Ταμείου.

Ο ισχυρισμός αυτός ελέγχεται ως αβάσιμος, γιατί από ουδέν αποδεικτικό στοιχείο αποδεικνύεται ότι το τεχνικό επιτόκιο του 8% υπολογίσθηκε για όλους, ενάγοντες και συγκρινόμενους στο ποσοστό αυτό. Εξ άλλου, για να είναι νόμιμος ό τρόπος αυτός υπολογισμού θα πρέπει να βασίζεται σε συγκεκριμένη νομική διάταξη, γιατί αν παρά το νόμο εφαρμόσθηκε το επιτόκιο αυτό στους συγκρινομένους δεν μπορεί να εφαρμοσθεί ό ίδιος μη νόμιμος τρόπος υπολογισμού και για τούς ενάγοντες, αφού ισότητα στην παρανομία δεν χωρεί.

Ούτε από κάποια τροποποιητική διάταξη του Καταστατικού, που να έχει περιβληθεί το κύρος του δεδικασμένου με δικαστική απόφαση προκύπτει, ώστε να είναι δεσμευτική. Ο υπολογισμός του μαθηματικού αποθέματος από τον ενόρκως βεβαιούντα υπέρ των εναγομένων στην από 7.10.2016 ένορκη βεβαίωση που προσκομίζεται με βάση τη μηνιαία σύνταξη των 1594 δολλαρίων, που ήταν κοινή για όλους [ενάγοντες και συγκρινομένους], τα ατομικά στοιχεία των μελών και των δύο ομάδων συνταξιούχων πέρα από το ότι δεν είναι αναλυτική, βασίζεται σε τεχνικό επιτόκιο 8%, παρότι σύμφωνα με την ΥΑ 18/1999 [ΦΕΚ Β' 8334/1999 "περί θεμάτων ασφαλίσεως ζωής"], του ΠΔ 252/1996, άρθρ. 29 Ν. 2496/1997 τα εγγυημένα τεχνικά επιτόκια, όπως καθορίζονται στο άρθρο 6 παρ.

ΙΑ περ. β κυμαίνονται από 2,5% έως 4% ανάλογα με τα νομίσματα των χωρών, στα οποία υπολογίζονται τα μαθηματικά αποθέματα, γι' αυτό και δεν είναι αξιόπιστος. Περαιτέρω, σύμφωνα με την αναλογιστική μελέτη της Εθνικής Αναλογιστικής Αρχής, που έγινε με χρονικό σημείο αναφοράς την 30.4.1998, ημερομηνία πλησιέστερη προς την 16.9.1998, αφού ελήφθησαν υπόψη ως πίνακας θνησιμότητας ο .../64 ΜΚΗ και ως εγγυημένο τεχνικό επιτόκιο το 5%, εναλλακτικά δε ως πίνακας θνησιμότητας ο αντίστοιχος της Ένωσης Ελλήνων Αναλογιστών του 1990 με εγγυημένο τεχνικό επιτόκιο το 3,35%, η πραγματική ηλικία του κάθε ενάγοντα και κάθε συγκρινόμενου την 30.4.1998, η οικογενειακή του κατάσταση και δη η πραγματική ηλικία της κάθε συζύγου, το ύψος της ετήσιας χορηγούμενης σύνταξης κατά το έτος 1998, που ανέρχονταν σε 22.316 δολλάρια ΗΠΑ και μηνιαία σε 1594 δολλάρια ΗΠΑ, ετήσια ποσοστιαία αύξηση των μελλοντικών περιοδικών παροχών 5% σε σταθερή βάση και προέκυψε ότι από τους συγκρινομένους στις 30.4,1998 α] ο Ε.

Μ., που γεννήθηκε το έτος 1931, με βάση τον πίνακα ΡΜ ... έπρεπε να λάβει το ποσό των 354.332 δολλαρίων και με βάση τον πίνακα ...90 το ποσό των 464.259 δολλαρίων. Έλαβε ....444 δολλάρια ΗΠΑ, β] ο Δ. Φ., που γεννήθηκε το έτος 1931, με βάση τον πίνακα ΡΜ έπρεπε να λάβει 387.188 δολλάρια ΗΠΑ και με βάση τον πίνακα ...90 520.732 δολλάρια ΗΠΑ, έλαβε 541.115 δολλάρια ΗΠΑ, γ] ο Α.

Γ., που γεννήθηκε το έτος 1929 με βάση τον πίνακα ΡΜ έπρεπε να λάβει 348.831 δολλάρια ΗΠΑ και με βάση τον πίνακα ...90 το ποσό των 459.169 δολλ. ΗΠΑ, έλαβε 559.062 δολλάρια ΗΠΑ, δ] Κ. Μ., που γεννήθηκε το έτος 1938, έπρεπε να λάβει με βάση τον πίνακα ΡΜ ... το ποσό των 246.665 δολλ. ΗΠΑ και με βάση τον πίνακα ...0 το ποσό των 349.972 δολλ. ΗΠΑ, έλαβε 527.791 δολλ.

ΗΠΑ., ε] η Ε. Κ., που γεννήθηκε το έτος 1928 με βάση τον πίνακα ΡΜ ... έπρεπε να λάβει 146.072 δολλ. ΗΠΑ και με βάση τον πίνακα ...90 το ποσό των 189.033 δολλ. ΗΠΑ, έλαβε 577.568 δολλάρια ΗΠΑ. Από την παραβολή των ποσών που έλαβαν οι ως άνω συγκρινόμενοι με τα ποσά που δικαιούνταν, όπως αναφέρονται πιο πάνω, συνάγεται ότι τα ποσά που υπολογίσθηκαν με βάση τον πίνακα ...90 είναι μεγαλύτερα, ενώ τα ποσά που έλαβαν υπερβαίνουν και τον πίνακα ...90.

Εξ αυτού συνάγεται ότι με βάση την αρχή της ίσης μεταχείρισης, που επιβάλλει την ίση αντιμετώπιση όμοιων κατηγοριών προσώπων, πραγμάτων σχέσεων ή καταστάσεων, πρέπει να υπολογισθούν οι εφάπαξ παροχές για την αποπληρωμή των μελλοντικών συντάξεων των εναγόντων σύμφωνα με τον πίνακα ...90 ως πλησιέστερο με τον τρόπο υπολογισμού των εφάπαξ παροχών, που έλαβαν οι συγκρινόμενοι.

Με τα επί πλέον ποσά που έλαβαν οι τελευταίοι δεν μπορούν να εξισωθούν οι μερίδες των εναγόντων, γιατί δεν αποδείχθηκε ότι ελήφθησαν με νόμιμο τρόπο, ... άλλωστε ούτε οι ενάγοντες επικαλούνται κάποια σχετική διάταξη. Ο τρόπος αυτός δεν αντιβαίνει στην αρχή της ίσης μεταχείρισης, όπως διαγράφεται μέσα από τη μεθοδολογία, που υποστηρίζει το FOAPE λόγω της αοριστίας της και της μη απόδειξης της εφαρμογής της στην πράξη.

Σύμφωνα με τον ως άνω πίνακα ...90 οι ενάγοντες έπρεπε να λάβουν, όπως αναφέρεται στο με αριθ. πρωτ. 41/29.1.2014 έγγραφο της Προέδρου της Εθνικής Αναλογιστικής Αρχής, ως εφάπαξ παροχή για την αποπληρωμή των μελλοντικών συντάξεων Α] ο πρώτος Δ. Γ. το ποσό των 508.612 δολλ. ΗΠΑ Β] Ο δεύτερος Γ. Κ. το ποσό των 555.514 δολλαρίων ΗΠΑ, ...

Δ] ο τέταρτος Ν. Δ. το ποσό των 496.141 δολλ. ΗΠΑ ... Έλαβαν ο Α 277.549 δολλ. ΗΠΑ, ο Β έλαβε 325.989 δολλ. ΗΠΑ, ..., ο Δ έλαβε 287.275 δολλ. ΗΠΑ, ... Επομένως, δικαιούνται τη διαφορά και συγκεκριμένα Α] ο Δ. Γ. [508.612 μείον 277.549] 231.063 δολλ. ΗΠΑ, Β] ο Γ. Κ. [555.514 μείον 325989] 229.525 δολλ. ΗΠΑ, ... Δ] ο Ν. Δ. [496.141 μείον 287.275] 208.866 δολλ. ΗΠΑ ... Τα ποσά αυτά θα πρέπει να αναγνωρισθεί ότι οφείλει να καταβάλει το πρώτο εναγόμενο Ταμείο ...".

Υπό τις ως άνω παραδοχές, το Μονομελές Εφετείο εδέχθη την έφεση και μετ' εξαφάνιση της εκκαλουμένης αποφάσεως εδέχθη εν μέρει την αγωγή κατ' ουσίαν και επιδίκασε υπέρ των πρώτου, δευτέρου και τετάρτου των αναιρεσιβλήτων της από 2ας Μαΐου 2017 αιτήσεως αναιρέσεως τα προαναφερόμενα ποσά. Με την εν λόγω κρίση ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε το Μονομελές Εφετείο την διάταξη του άρθρου 288 ΑΚ, αφού συμφώνως προς τα ανωτέρω η αρχή της καλής πίστεως διέπει την εκπλήρωση των υποχρεώσεων τόσον του οφειλέτη όσον και του δανειστή από οιαδήποτε έγκυρη ενοχική σχέση και λειτουργεί ως συμπληρωματική και διορθωτική ρήτρα των δικαιοπρακτικών βουλήσεων των μερών και συνεπώς ετύγχανε εφαρμογής και επί των σχέσεων μεταξύ της αναιρεσειούσης ενώσεως προσώπων (Ταμείου Συντάξεων) και των μελών αυτής, υπό την έννοια ότι υπείχε την υποχρέωση η αναιρεσείουσα να τηρεί την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως, ώστε ο τρόπος υπολογισμού των συντάξεων και των λοιπών παροχών να είναι ενιαίος ως προς όλα τα μέλη.

Διέλαβε δε το Μονομελές Εφετείο επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες καθιστώσες εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή εφαρμογή της ανωτέρω διατάξεως. Συγκεκριμένως εδέχθη ότι, παρ' ότι δια της υπ' αριθμόν 4558/2015 προδικαστικής αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών είχε διαταχθεί η επανάληψη της συζητήσεως της υποθέσεως, προκειμένου να προσκομίσει το Ταμείο έγγραφα στοιχεία σχετικώς με τον τρόπο διαμορφώσεως των μερίδων, τους πλασματικούς λογαριασμούς, τις εισφορές των μελών, τις εισφορές της Ολυμπιακής Αεροπορίας, τις αποδόσεις των επενδύσεων και τους ατομικούς λογαριασμούς των εκκαλούντων και των προς αυτούς συγκρινομένων μελών, εν τούτοις το Ταμείο δεν προσεκόμισε τα εν λόγω έγγραφα επικαλούμενο ότι δεν είχε διατηρήσει τα σχετικά στοιχεία, ισχυρισμός, ο οποίος παρίστατο ανεπέρειστος εν όψει των εξ αρχής εγερθεισών αμφισβητήσεων και των εκκρεμουσών έκτοτε δικών, και ότι τα ποσά, τα οποία εφέροντο ως αφορώντα τις καταβληθείσες εισφορές και τις εισπραχθείσες συντάξεις των εκκαλούντων και των προς αυτούς συγκρινομένων μελών, βάσει των αναλυτικώς εκτιθεμένων περιστατικών, δεν εδικαιολογούντο μαθηματικώς.

Εκ τούτων κατέληξε ότι δεν απεδείχθη ότι το Ταμείο ακολούθησε, προκειμένου να υπολογίσει το ποσόν της εφ' άπαξ παροχής των εκκαλούντων και των συγκρινομένων προς αυτούς μελών, την αυτή μεθοδολογία ούτε ότι προσδιόρισε το μαθηματικό απόθεμα κατ' αναλογίαν προς τις εισφορές, τις συνεισφορές και τις αποδόσεις των επενδύσεων αυτών ούτε βάσει των προσωπικών στοιχείων εκάστου, ούτε ότι εφήρμοσε ως προς όλους το αυτό τεχνικό επιτόκιο.

Περαιτέρω εδέχθη το Μονομελές Εφετείο ότι οι ήδη αναιρεσίβλητοι Δ. Γ., Γ. Κ. και Ν. Δ. παρουσίαζαν τα αυτά ή επουσιωδώς διάφορα πραγματικά προσωπικά στοιχεία αφορώντα το συνταξιοδοτικό καθεστώς του Ταμείου (ηλικία, διάρκεια της εργασιακής σχέσεως με την Ολυμπιακή Αεροπορία, διάρκεια της ασφαλιστικής σχέσεως, ύψος αποδοχών - εισφορών κλπ), κατά τα αναλυτικώς εκτιθέμενα, προς τον Αθανάσιο Γ., οι δύο πρώτοι, και τον Δ.

Κ., ο τρίτος, προς τους οποίους εκ των συγκρινομένων μελών του Ταμείου προσήγγιζαν περισσότερο, και ότι εν τούτοις έλαβαν ως εφ' άπαξ παροχή τα ποσά των 277549, 325989 και 287275 δολλαρίων ΗΠΑ αντιστοίχως, ενώ ο Α. Γ. και η χήρα του Δ. Κ. έλαβαν τα ποσά των 599002 και 577568 δολλαρίων ΗΠΑ αντιστοίχως, ήτοι προέκυπτε διαφορά εις βάρος των Δ.

Γ., Γ. Κ. και Ν. Δ. ποσού 321453, 273013 και 290293 δολλαρίων ΗΠΑ αντιστοίχως. Από τις εν λόγω παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως προσδιορίζονται επαρκώς τα βασικά στοιχεία της παραβιάσεως εκ μέρους του Ταμείου της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως ως αντισυμβατικής συμπεριφοράς και θεμελιώνονται οι αξιώσεις των ως άνω αναιρεσιβλήτων ως προς τα προαναφερόμενα ποσά, αφού, ενώ παρουσίαζαν τα αυτά ή επουσιωδώς διάφορα πραγματικά προσωπικά στοιχεία προς άλλα μέλη του Ταμείου, υπήρξε διαφοροποίηση εις βάρος αυτών του ύψους των καταβληθέντων ως εφ' άπαξ παροχών ποσών, την οποία η αναιρεσείουσα δεν εδικαιολόγησε βάσει συγκεκριμένων στοιχείων, ενώ οι περαιτέρω παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, δια των οποίων εκρίθη εφαρμοστέα προς εύρεση των ποσών, των οποίων εδικαιούντο οι ως άνω αναιρεσίβλητοι, η αναλογιστική μελέτη της Εθνικής Αναλογιστικής Αρχής βάσει μικροτέρου τεχνικού επιτοκίου, κείνται εκτός του εύρους εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως, η οποία και μόνον αποτελεί το αντικείμενο της υπό κρίση διαφοράς, ως καταλήγουσες όμως στην επιδίκαση υπέρ των αναιρεσιβλήτων ησσόνων ποσών (231.063, 229.525 και 208.866 δολλαρίων ΗΠΑ αντιστοίχως) εκείνων των οποίων προέκυψε ότι εδικαιούντο βάσει της εν λόγω αρχής (321453, 273013 και 290293 δολλαρίων ΗΠΑ αντιστοίχως), δεν ιδρύουν λόγο αναιρέσεως υπέρ της αναιρεσειούσης.

Εν όψει των ανωτέρω, οι πρώτος και τέταρτος λόγοι της υπό κρίση από 2ας Μαΐου 2017 αιτήσεως αναιρέσεως, εκ του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, δια των οποίων προσάπτεται στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια της ανεπαρκούς, ασαφούς και αντιφατικής αιτιολογίας, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν, επίσης οι δεύτερος, τρίτος και έκτος λόγοι της εν λόγω αιτήσεως αναιρέσεως, εκ του αριθμού 1 εδ.

α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, δια των οποίων προσάπτεται η πλημμέλεια της παραβιάσεως κανόνων ουσιαστικού δικαίου, διότι, κατά τον δεύτερο λόγο, η αρχή της ισότητος, η οποία ερείδεται επί της διατάξεως του άρθρου 4 του Συντάγματος, δεν ετύγχανε εφαρμογής επί των σχέσεων του ως άνω Ταμείου προς τα μέλη αυτού, κατά τον τρίτο λόγο, διότι βάσει των ανελέγκτως γενομένων δεκτών περιστατικών δεν υπήρξε άνιση μεταχείριση των αναιρεσιβλήτων, και, κατά τον έκτο λόγο, διότι η λήψη ως βάσεως υπολογισμού των μαθηματικών αποθεμάτων αυτών τεχνικού επιτοκίου 8% δεν υπήρξε παράνομη, είναι απορριπτέοι, ο δεύτερος λόγος ως απαράδεκτος ως επί αναληθούς προϋποθέσεως ερειδόμενος, αφού το Μονομελές Εφετείο δεν εφήρμοσε την διάταξη του άρθρου 4 του Συντάγματος, η οποία προβλέπει την αρχή της ισότητος, αλλά την διάταξη του άρθρου 288 ΑΚ, ο τρίτος λόγος ως αβάσιμος, αφού κατά τα ανωτέρω από τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως προσδιορίζονται επαρκώς τα βασικά κριτήρια της παραβιάσεως της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως εις βάρος των αναιρεσιβλήτων, και ο έκτος λόγος ως απαράδεκτος ως αλυσιτελής, αφού και εάν ήθελε γίνει δεκτός, δεν θα είχε τούτο επίδραση επί του διατακτικού της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το οποίο θεμελιώνεται αυτοτελώς επί μόνης της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως, εντεύθεν δε αποβαίνει αδιάφορη η νομιμότης ή μη της εφαρμογής αναλογιστικής μελέτης βάσει τεχνικού επιτοκίου 8%, ενόσω μάλιστα κατά τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως δεν απεδείχθη ότι εφηρμόσθη ως προς όλους το αυτό τεχνικό επιτόκιο.

Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 324 και 331 ΚΠολΔ προκύπτει ότι δεδικασμένο υφίσταται μεταξύ των αυτών διαδίκων υπό την αυτή ιδιότητα μόνον ως προς το κριθέν δικαίωμα και εφ' όσον πρόκειται περί του ιδίου αντικειμένου και της ιδίας ιστορικής και νομικής αιτίας, εκτείνεται δε το δεδικασμένο και επί των παρεμπιπτόντως κριθέντων ζητημάτων, τα οποία αποτελούν αναγκαία προϋπόθεση του κυρίου ζητήματος, εφ' όσον το δικαστήριο είχε καθ' ύλην αρμοδιότητα να αποφασίσει επ' αυτών. Κατά δε την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 16 εδ. β' ΚΠολΔ, αναίρεση συγχωρείται και εάν το δικαστήριο, κατά παράβαση του νόμου, εδέχθη ότι δεν υφίσταται δεδικασμένο.

Εν προκειμένω, με τον πέμπτο λόγο της υπό κρίση από 2ας Μαΐου 2017 αιτήσεως αναιρέσεως προσάπτεται η πλημμέλεια ότι το Μονομελές Εφετείο παρά τον νόμο απέρριψε τον ισχυρισμό της αναιρεσειούσης ότι επί της κρινομένης διαφοράς υφίσταται δεδικασμένο από την υπ' αριθμόν 1426/2008 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο, δικάζον επί αγωγών των αναιρεσειόντων κατά του Ταμείου εδέχθη ότι ο καθορισμός τεχνικού επιτοκίου ποσοστού 8%, ο οποίος και απετέλεσε ουσιαστική προϋπόθεση της τροποποιήσεως του καταστατικού του Ταμείου και βάσει του ποσοστού αυτού έγινε η μεριδοποίηση, υπήρξε νόμιμος.

Όμως η προαναφερομένη απόφαση δεν αποτελεί δεδικασμένο ως προς την υπό κρίση διαφορά, αφού δεν υφίσταται ταυτότης αντικειμένου και ιστορικής και νομικής αιτίας, καθ' όσον οι από 14ης και 17ης Ιουλίου 2003 συνεκδικασθείσες αγωγές, επί των οποίων εξεδόθη η εν λόγω απόφαση, αντικείμενο είχαν την επιδίκαση αποζημιώσεως λόγω της εφαρμογής κατά την μεριδοποίηση υψηλού τεχνικού επιτοκίου, ποσοστού 8%, με αποτέλεσμα τα προκύψαντα μαθηματικά αποθέματα να είναι μειωμένα και να ζημιωθούν οι ενάγοντες, ενώ η υπό κρίση αγωγή, αντικείμενο έχει την αξίωση των αναιρεσιβλήτων βάσει της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως προς απόληψη των παροχών, των οποίων έτυχαν τα ευνοηθέντα μέλη.

Ωσαύτως, ούτε η παραδοχή ότι ο καθορισμός τεχνικού επιτοκίου ποσοστού 8% υπήρξε νόμιμος συνιστά παρεμπιπτόντως κριθέν ζήτημα, το οποίο να αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση του υπό κρίση ζητήματος της συνδρομής ή μη παραβιάσεως της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως, αφού κατά τα ανωτέρω το εν λόγω στοιχείο είναι εν προκειμένω αδιάφορο, ενόσω μάλιστα κατά τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως δεν απεδείχθη ότι εφηρμόσθη ως προς όλους το αυτό τεχνικό επιτόκιο.

Συνεπώς ορθώς το Μονομελές Εφετείο εδέχθη ότι δεν προκύπτει δεδικασμένο από την προαναφερομένη απόφαση και ο ως άνω λόγος, εκ του άρθρου 559 αρ. 16 εδ. β' ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Επειδή, επί αγωγής ερειδομένης επί της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως, την συνδρομή των προϋποθέσεων, οι οποίες, κατ' εφαρμογή της εν λόγω αρχής, θεμελιώνουν την αξίωση προς απόληψη ωρισμένης παροχής, οφείλει να επικαλεσθεί και να αποδείξει ο ενάγων, συμφώνως προς την διάταξη του άρθρου 338 παρ. 1 ΚΠολΔ, κατά την οποία, έκαστος διάδικος οφείλει να αποδείξει τα πραγματικά γεγονότα, τα οποία είναι αναγκαία προς υποστήριξη της αυτοτελούς αιτήσεως ή ανταιτήσεως αυτού, ενώ ο παρέχων την παροχή εναγόμενος βαρύνεται να επικαλεσθεί και να αποδείξει κατ' ένσταση την ύπαρξη λόγου δικαιολογούντος την ανισότητα των καταβαλλομένων παροχών παρά την ύπαρξη των προϋποθέσεων, τις οποίες επικαλείται ο ενάγων (ΑΠ 161/1986, 819/1981). Κατά δε την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 13 ΚΠολΔ, αναίρεση συγχωρείται εάν το δικαστήριο εσφαλμένως εφήρμοσε τους νόμους περί του βάρους αποδείξεως. Ο εν λόγω λόγος συντρέχει, όταν το δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένως επέβαλε το βάρος αποδείξεως ωρισμένου ισχυρισμού στον αναιρεσείοντα, με συνέπεια να απορριφθεί ο εν λόγω ισχυρισμός λόγω ελλείψεως ή ανεπαρκείας των αποδείξεων.

Εν προκειμένω, με τον έβδομο και τελευταίο λόγο της αυτής αιτήσεως αναιρέσεως προσάπτεται η πλημμέλεια της εσφαλμένης κατανομής του βάρους της αποδείξεως, διότι το Μονομελές Εφετείο εδέχθη ότι δεν απεδείχθη ότι το Ταμείο ακολούθησε κατά τον υπολογισμό των μερίδων των αναιρεσιβλήτων την συμφωνηθείσα μεθοδολογία ούτε ότι προσδιόρισε τις εφ' άπαξ παροχές αναλόγως των εισφορών και των λοιπών προσωπικών στοιχείων εκάστου, ούτε ότι εφήρμοσε ως προς όλους το αυτό τεχνικό επιτόκιο. Ο ως άνω λόγος, εκ του αριθμού 13 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, αφού κατά τα ανωτέρω η επίκληση των λόγων ανισότητος των εφ' άπαξ παροχών συνιστά ένσταση του Ταμείου, το οποίο φέρει και το βάρος αποδείξεως αυτής. Κατ' ακολουθίαν η από 2ας Μαίου 2017 αίτηση αναιρέσεως, καθ' ο μέρος αφορά τους Δ. Γ. του Σ., Γ. Κ. του Σ. και Ν. Δ. του Π., πρέπει να απορριφθεί.

Επειδή, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 εδ. β' ΚΠολΔ, αναίρεση συγχωρείται και εάν το δικαστήριο παρά τον νόμο δεν έλαβε υπ' όψιν πράγματα προταθέντα και έχοντα ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Πράγματα κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως θεωρούνται οι ισχυρισμοί, οι οποίοι έχοντες αυτοτελή υπόσταση τείνουν στην θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ασκηθέντος ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος και στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως, αντενστάσεως ή λόγου εφέσεως. Εάν όμως το δικαστήριο έλαβε υπ' όψιν τους εν λόγω ισχυρισμούς και απέρριψε αυτούς ρητώς ή σιωπηρώς, εκ του πράγματος, δεχόμενο ως αποδειχθέντα αντίθετα περιστατικά, ή οι προβαλλόμενοι ισχυρισμοί δεν ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, ο ως άνω λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος.

Εν προκειμένω, με τον πρώτο λόγο της υπό κρίση από 27ης Απριλίου 2017 αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το πρώτο σκέλος του, προβάλλεται η αιτίαση ότι το Μονομελές Εφετείο δεν έλαβε υπ' όψιν πράγμα νομίμως προταθέν και δη την εξ αδικοπραξίας βάση της αγωγής. Όπως προκύπτει από την επισκόπηση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Μονομελές Εφετείο, το οποίο κατά τα ανωτέρω εδέχθη εν μέρει την έφεση και μετ' εξαφάνιση της εκκαλουμένης αποφάσεως, εδέχθη εν μέρει την ένδικη αγωγή ως προς την βάση εκ της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως καθ' όσον αφορά το εναγόμενο Ταμείο - ένωση προσώπων και απέρριψε αυτή ως προς τους λοιπούς εναγομένους, διέλαβε σχετικώς τα εξής: "(η αγωγή πρέπει) Να γίνει εν μέρει δεκτή ως βάσιμη κατ' ουσίαν ως προς το πρώτο εναγόμενο και να απορριφθεί ως προς τους λοιπούς εναγομένους μέλη της Εκτελεστικής Επιτροπής του Ταμείου, γιατί δεν συνδέεται έκαστος εξ αυτών ατομικά με οιαδήποτε σχέση με τους ενάγοντες, η δε αγωγή βασίζεται στις διατάξεις περί ισότητος και ειδικότερα της ίσης μεταχείρισης, που ενώνει τα μέλη του Ταμείου, και όχι στις διατάξεις περί αδικοπραξιών. Εφόσον δε, η αγωγή δεν έχει βάση αδικοπραξία, δεν μπορεί να γεννηθεί και αξίωση για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, γι' αυτό τα σχετικά αιτήματα θα πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα".

Συνεπώς, ο ως άνω λόγος, κατά το πρώτο σκέλος του, εκ του αριθμού 8 εδ.. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι συμφώνως προς τα ανωτέρω αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, καθ' όσον, όπως σαφώς προκύπτει από την προπαρατεθείσα περικοπή της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Μονομελές Εφετείο έλαβε υπ' όψιν τους ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων περί αδικοπραξίας των εναγομένων, αλλά απέρριψε αυτούς, διότι έκρινε ότι η αγωγή δεν περιείχε σχετική βάση.

Επειδή, ο προαναφερθείς εκ του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος της ελλείψεως νομίμου βάσεως αναφέρεται αποκλειστικώς στις ουσιαστικές παραδοχές της αποφάσεως, η έλλειψη, αντίφαση ή ανεπάρκεια των οποίων καθιστά ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής του κανόνος του ουσιαστικού δικαίου, επομένως προϋποθέτει ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου και δεν ιδρύεται εάν το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη ή νόμω αβάσιμη (ΑΠ 598/2019, 538/2018, 403/2017).

Εν προκειμένω, με τον πρώτο λόγο της υπό κρίση από 27ης Απριλίου 2017 αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το δεύτερο (τελευταίο) σκέλος του, προσάπτεται στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση επικουρικώς η αιτίαση της ανεπαρκούς και αντιφατικής αιτιολογίας ως προς την απόρριψη της εξ αδικοπραξίας βάσεως της αγωγής. Ο ως άνω όμως λόγος, κατά το δεύτερο σκέλος του, εκ του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, δεν ιδρύεται συμφώνως προς τα ανωτέρω και συνεπώς είναι απαράδεκτος και πρέπει να απορριφθεί, αφού το Μονομελές Εφετείο εδέχθη κατά τα ανωτέρω ότι η αγωγή δεν περιείχε βάση εξ αδικοπραξίας και δεν εχώρησε ως προς αυτήν σε ουσιαστική κρίση.

Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του ως προς τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, οι οποίοι ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπ' όψιν πάντα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία οι διάδικοι νομίμως επικαλούνται και προσκομίζουν.

Δεν απαιτείται όμως να γίνεται στο σκεπτικό της αποφάσεως ειδική μνεία ενός εκάστου αποδεικτικού μέσου, αλλά αρκεί να αναφέρεται ότι ελήφθησαν υπ' όψιν πάντα τα νομίμως μετ' επικλήσεως προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα, τα οποία να προσδιορίζονται κατ' είδος, χωρίς να υφίσταται ανάγκη και ειδικής αξιολογήσεως ενός εκάστου και διακρίσεως εάν παρέχει άμεση απόδειξη ή αποτελεί δικαστικό τεκμήριο, εάν εν τούτοις από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως καταλείπεται αμφιβολία εάν ελήφθη υπ' όψιν συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, του οποίου έγινε νομίμως επίκληση και κατά περίπτωση και προσαγωγή, αφορών ουσιώδη πραγματικό ισχυρισμό, ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως της διατάξεως του άρθρου 559 αρ. 11 εδ.

γ' ΚΠολΔ, ότι το δικαστήριο δεν έλαβε υπ' όψιν νομίμως μετ' επικλήσεως προσκομισθέν αποδεικτικό μέσον. Τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλείται και προσκομίζει έκαστος διάδικος, καθίστανται μεν κοινά όλων των διαδίκων, όμως, προκειμένου να ιδρυθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως υπέρ άλλου διαδίκου εκτός του επικαλεσθέντος και προσκομίσαντος το αποδεικτικό μέσον, πρέπει να έχει ο έτερος διάδικος επικαλεσθεί και αυτός ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας προς απόδειξη των ισχυρισμών του το εν λόγω αποδεικτικό μέσον (ΑΠ 845/2018, 1967/2009, 70/2008).

Εν προκειμένω, με τον δεύτερο και τελευταίο λόγο της υπό κρίση από 27ης Απριλίου 2017 αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το πρώτο σκέλος του, προσάπτεται η πλημμέλεια ότι το Μονομελές Εφετείο κατά την διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος δεν έλαβε υπ' όψιν τα εξής έγγραφα, τα οποία προσεκόμισαν νομίμως μετ' επικλήσεως οι αναιρεσείοντες:

την από 14ης Ιουλίου 2003 αγωγή, τα πρακτικά της υπ' αρ. 2164/2004 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, από τα οποία προκύπτει ότι συνεζητήθη η εν λόγω αγωγή και παρέστησαν οι αναιρεσίβλητοι εκπροσωπηθέντες από πληρεξούσιο δικηγόρο, την υπ' αρ. 1426/2008 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και την υπ' αρ. 5481/2013 απόφαση του Εφετείου Αθηνών αλλ' ούτε και το προσκομισθέν από τους αναιρεσιβλήτους επιδοθέν προς αυτούς αντίγραφο της από 14ης Ιουλίου 2003 αγωγής, το οποίο έφερε την σχετική επισημείωση του επιδώσαντος δικαστικού επιμελητού, με συνέπεια να επιδικάσει το Μονομελές Εφετείο τόκους επί των επιδικασθέντων υπέρ των αναιρεσειόντων ποσών μόνον από της επιδόσεως της υπό κρίση από 11ης Φεβρουαρίου 2014 αγωγής, δεχόμενο ότι τότε αποδεικνύεται όχληση, και όχι, ως είχαν αιτηθεί οι αναιρεσείοντες, από της επιδόσεως της από 14ης Ιουλίου 2003 αγωγής, η οποία είχε την αυτή βάση και το αυτό αίτημα με την ένδικη αγωγή και είχε απορριφθεί τελεσιδίκως ως αόριστη, ενώ από τα ως άνω μη ληφθέντα υπ' όψιν έγγραφα προέκυπτε ότι είχε γίνει επίδοση της εν λόγω αγωγής προς τους αναιρεσιβλήτους.

Ο εν λόγω λόγος είναι απαράδεκτος, καθ' ο μέρος αφορά το μνημονευόμενο ως προσκομισθέν επιδοθέν προς τους αναιρεσιβλήτους αντίγραφο της από 14ης Ιουλίου 2003 αγωγής, με την σχετική επισημείωση του επιδώσαντος δικαστικού επιμελητού, διότι, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των προτάσεων των διαδίκων ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου, οι μεν αναιρεσείοντες δεν επεκαλέσθησαν, ως ισχυρίζονται, προς απόδειξη του ισχυρισμού τους περί επιδόσεως της εν λόγω αγωγής το συγκεκριμένο έγγραφο, ούτε και ανέφεραν τον συγκεκριμένο χρόνο επιδόσεως της αγωγής οι δε αναιρεσίβλητοι επεκαλέσθησαν μεν ότι προσκομίζουν αντίγραφο της αγωγής όχι όμως και ότι το εν λόγω προσκομιζόμενο αντίγραφο είναι το επιδοθέν προς αυτούς και ότι φέρει τούτο επισημείωση του επιδώσαντος δικαστικού επιμελητού, ώστε να προκύπτει επίδοση της από 14ης Ιουλίου 2003 αγωγής, αβάσιμος δε καθ' ο μέρος αφορά τα λοιπά ως άνω έγγραφα, αφ' ενός διότι προκύπτει από την επισκόπηση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως ότι το Μονομελές Εφετείο μνημονεύει ότι έλαβε υπ' όψιν προς σχηματισμό της κρίσεώς του και όλα τα μετ' επικλήσεως προσκομιζόμενα έγγραφα, αφ' ετέρου δε διότι από τα εν λόγω έγγραφα, τα οποία ο Άρειος Πάγος επισκοπεί χάριν των αναγκών του αναιρετικού ελέγχου, δεν προκύπτει ότι έγινε επίδοση της από 14ης Ιουλίου 2003 αγωγής προς τους αναιρεσιβλήτους, ούτε ότι η αγωγή, της οποίας το καταψηφιστικό αίτημα περιωρίσθη κατά την συζήτηση της υποθέσεως σε αναγνωριστικό, περιείχε και όχληση προς καταβολή των οφειλομένων ποσών, ούτε άλλωστε προσκομίζεται έκθεση επιδόσεως αυτής ή το επιδοθέν αντίγραφο μετά της επισημειώσεως του επιδώσαντος δικαστικού επιμελητού, ούτε προϋποθέτει αναγκαίως προηγουμένη επίδοση η γενομένη συζήτηση της εν λόγω αγωγής ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων.

Συνεπώς, ο δεύτερος λόγος της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το πρώτο σκέλος του, εκ του αριθμού 11 εδ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθεί.

Επειδή, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 118 παρ. 4, ... παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ, το δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως πρέπει να περιέχει κατά τρόπο σαφή, ωρισμένο και ευσύνοπτο τους λόγους αναιρέσεως, ώστε να προκύπτουν σαφώς οι νομικές πλημμέλειες οι αποδιδόμενες στην προσβαλλομένη απόφαση, συνεπώς, λόγοι αναιρέσεως αντιφάσκοντες μεταξύ τους είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι. Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 12 ΚΠολΔ, αναίρεση συγχωρείται, εάν το δικαστήριο παρέβη τους ορισμούς του νόμου εν σχέσει προς την δύναμη των αποδεικτικών μέσων. Ο εν λόγω λόγος ιδρύεται, εάν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, απέδωσε σε ωρισμένο αποδεικτικό μέσο μείζονα ή ήσσονα αποδεικτική δύναμη εκείνης, την οποία καθορίζει ως προς αυτό ο νόμος, όχι όμως και εάν έκρινε απλώς ωρισμένο αποδεικτικό μέσο ως πλέον αξιόπιστο από άλλα ισοδύναμα προς αυτό κατά νόμο αποδεικτικά μέσα. Ο ως άνω λόγος και ο προαναφερθείς εκ του αριθμού 11

εδ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος, σωρευτικώς ασκούμενοι, αντιφάσκουν μεταξύ τους και αποκλείονται αμοιβαίως ως απαράδεκτοι, αφού η μη λήψη υπ' όψιν από το δικαστήριο ωρισμένου αποδεικτικού μέσου δεν είναι συμβατή προς την απόδοση στο εν λόγω αποδεικτικό μέσο μείζονος ή ήσσονος αποδεικτικής δυνάμεως εκείνης, την οποία καθορίζει ως προς αυτό ο νόμος, και αντιστρόφως.

Εν προκειμένω, με τον δεύτερο λόγο της υπό κρίση από 27ης Απριλίου 2017 αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το δεύτερο σκέλος του, προσάπτονται οι πλημμέλειες εκ των αριθμών 11 εδ. γ' και 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι το Μονομελές Εφετείο κατά την διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος αφ' ενός δεν έλαβε υπ' όψιν την γενομένη δια των προτάσεων των αναιρεσιβλήτων ομολογία αυτών περί επιδόσεως προς αυτούς της ως άνω αγωγής, αφ' ετέρου δεν προσέδωσε στην εν λόγω ομολογία την κατά νόμον αποδεικτική δύναμη, αφού δεν εδέχθη την εξ αυτής προκύπτουσα πλήρη απόδειξη του σχετικού ισχυρισμού των αναιρεσειόντων. Ο εν λόγω λόγος, κατά το δεύτερο σκέλος του, εκ των αριθμών 11 εδ. γ' και 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος και πρέπει να απορριφθεί, αφού οι ως άνω αιτιάσεις, σωρευτικώς ασκούμενες, αντιφάσκουν μεταξύ τους και αποκλείονται αμοιβαίως, καθ' όσον κατά τα ανωτέρω η μη λήψη υπ' όψιν της ομολογίας των αναιρεσιβλήτων δεν είναι συμβατή με την μη πρόσδοση στο εν λόγω αποδεικτικό μέσο της κατά νόμον αποδεικτικής δυνάμεως αυτού.

Επειδή, κατά τις διατάξεις των άρθρων 340, 345 εδ. α' και 346 ΑΚ αντιστοίχως, "Ο οφειλέτης ληξιπρόθεσμης παροχής γίνεται υπερήμερος, αν προηγήθηκε δικαστική ή εξώδικη όχληση του δανειστή", "Όταν πρόκειται για χρηματική οφειλή, ο δανειστής σε περίπτωση υπερημερίας έχει δικαίωμα να απαιτήσει τον τόκο υπερημερίας που ορίζεται από το νόμο ή με δικαιοπραξία χωρίς να είναι υποχρεωμένος να αποδείξει ζημία" και "Ο οφειλέτης χρηματικής οφειλής, και αν δεν είναι υπερήμερος, οφείλει νόμιμους τόκους αφότου επιδόθηκε η αγωγή για το ληξιπρόθεσμο χρέος".

Από τις ως άνω διατάξεις συνάγεται ότι η πρόσκληση του δανειστή προς τον οφειλέτη να εκπληρώσει την παροχή (όχληση) δεν περιβάλλεται ωρισμένο τύπο, δυναμένη να γίνει και σιωπηρώς, και συντελείται είτε εξωδίκως, είτε δικαστικώς δια της επιδόσεως αγωγής ή επιταγής προς εκτέλεση. Η αγωγή πρέπει να είναι καταψηφιστική και όχι απλώς αναγνωριστική, αφού δια της οχλήσεως πρέπει ο οφειλέτης να καλείται σαφώς να εκπληρώσει την συγκεκριμένη παροχή και όχι απλώς να αναγνωρίσει το χρέος του.

Δυνατόν όμως το δικόγραφο της αναγνωριστικής αγωγής εκτός του αναγνωριστικού αιτήματος να περιέχει και πρόσκληση προς τον δανειστή να εκπληρώσει το χρέος του, οπότε υφίσταται όχληση. Η όχληση, η οποία έγινε δια της επιδόσεως αγωγής, ισχύει και διατηρεί τα αποτελέσματά της και εάν εν συνεχεία ο ενάγων παραιτηθεί από την αγωγή ή η αγωγή απορριφθεί ένεκα τυπικών λόγων ή το καταψηφιστικό αίτημα περιορισθεί σε αναγνωριστικό.

Εν προκειμένω, όπως προανεφέρθη, το Μονομελές Εφετείο εδέχθη εν μέρει την έφεση και μετ' εξαφάνιση της εκκαλουμένης αποφάσεως, δεχόμενο εν μέρει την αγωγή, επιδίκασε υπέρ των αναιρεσειόντων τα αναφερόμενα ποσά εντόκως από της επιδόσεως της υπό κρίση από 11ης Φεβρουαρίου 2014 αγωγής μέχρι εξοφλήσεως και όχι, ως είχαν αιτηθεί οι αναιρεσείοντες, από της επιδόσεως της από 14ης Ιουλίου 2003 αγωγής, με την αιτιολογία "αφού από τότε αποδεικνύεται όχληση του εναγομένου". Με την εν λόγω κρίση το Μονομελές Εφετείο δεν παρεβίασε τις διατάξεις των άρθρων 340, 345 και 346 ΑΚ, διέλαβε δε επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες καθιστώσες εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή εφαρμογή των προαναφερομένων διατάξεων, αφού η ως άνω διαληφθείσα αιτιολογία ενέχει την προφανή νοηματική έννοια ότι δεν απεδείχθη η επίδοση της από 14ης Ιουλίου 2003 αγωγής και ως εκ τούτου δεν συνετελέσθη όχληση του αναιρεσιβλήτου προ της επιδόσεως της νέας από 11ης Φεβρουαρίου 2014 αγωγής, ενόσω μάλιστα αναφορικώς με την από 14ης Ιουλίου 2003 αγωγή οι αναιρεσείοντες δεν επεκαλέσθησαν και άλλη γενομένη, δικαστικώς ή εξωδίκως, ρητώς ή σιωπηρώς, όχληση εκτός της μη αποδειχθείσης επιδόσεως αυτής, ούτε ισχυρίσθησαν ότι η αγωγή περιείχε και πρόσκληση προς τους εναγομένους, όπως εκπληρώσουν το συγκεκριμένο χρέος.

Συνεπώς, ο δεύτερος λόγος, κατά τα τρίτο και τέταρτο (τελευταίο) σκέλη αυτού, εκ των αριθμών 1 εδ. α' και 19 άρθρο 559 ΚΠολΔ δια των οποίων προσάπτονται οι αιτιάσεις της παραβιάσεως των διατάξεων άρθρων 340, 345 και 346 ΑΚ και της ανεπαρκούς αιτιολογίας επί ζητήματος ασκούντος ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Κατ' ακολουθίαν, η υπό κρίση από 27ης Απριλίου 2017 αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί. Επειδή, συμφώνως προς τις διατάξεις των άρθρων 176, 180 παρ. 1, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ, πρέπει να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες της από 27ης Απριλίου 2017 αιτήσεως αναιρέσεως στα δικαστικά έξοδα του Ταμείου Παροχών Χειριστών και Ιπταμένων Μηχανικών Ολυμπιακής Αεροπορίας και των Π. Σ. του Ν., Δ. Ζ. του Γ., Ι. Γ. του Δ. και Γ. Ρ. του Κ. (αναιρεσιβλήτων), κατά παραδοχή νομίμου αιτήματος αυτών, ως ορίζεται στο διατακτικό, ωσαύτως να καταδικασθεί το αναιρεσείον της από 2ας Μαΐου 2017 αιτήσεως αναιρέσεως (ως άνω Ταμείο) στα δικαστικά έξοδα των καλούντων της από 23ης Νοεμβρίου 2018 κλήσεως (Δ. Γ. του Σ., Γ. Κ. του Σ., Ν. Δ. του Π. και των κληρονόμων των Σ. Μ. του Β. και Ε. Π. - Τ. του Α.), κατά παραδοχή νομίμου αιτήματος αυτών, ως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Διατάσσει την ένωση και συνεκδίκαση των από 27ης Απριλίου 2017 και 2ας Μαΐου 2017 αιτήσεων αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμόν 447/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Απορρίπτει τις ως άνω αιτήσεις αναιρέσεως.

Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντας της από 27ης Απριλίου 2017 αιτήσεως αναιρέσεως στα δικαστικά έξοδα του Ταμείου Παροχών Χειριστών και Ιπταμένων Μηχανικών Ολυμπιακής Αεροπορίας και των Π. Σ. του Ν., Δ. Ζ. του Γ., Ι. Γ. του Δ. και Γ. Ρ. του Κ. ποσού χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ και το ως άνω Ταμείο στα δικαστικά έξοδα των Δ. Γ. του Σ., Γ. Κ. του Σ., Ν. Δ. του Π. και των κληρονόμων των Σ. Μ. του Β. και Ε. Π.- Τ. του Α. ποσού χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Σεπτεμβρίου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Φεβρουαρίου 2020.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ