103/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Οκτωβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated103/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ως ανώτερη βία, από την οποία ήταν αδύνατη η έγκαιρη προσκομιδή των νέων κρίσιμων εγγράφων, συνιστά, κατά την έννοια της ως άνω διατάξεως, κάθε γεγονός τυχερό και απρόβλεπτο το οποίο υπό τις συγκεκριμένες συνθήκες δεν μπορούσε να αποτραπεί ούτε με μέτρα άκρας επιμέλειας και συνέσεως. Δεν αποτελεί όμως ανώτερη βία το γεγονός ότι ο διάδικος από δική του προηγηθείσα ενέργεια δεν μπόρεσε να βρει εγκαίρως το έγγραφο (ΑΠ 447/2014, 830/2014).
Full text
Απόφαση 103 / 2018 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 103/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Σακκά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Γεώργιο Κοντό, Αβροκόμη Θούα και Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Οκτωβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ο. Κ. συζύγου Δ. Π., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο της Αντωνία Τσίκα.
Της αναιρεσίβλητης: Ε. Κ. του Ν., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-2-2010 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 47/2011 του ίδιου Δικαστηρίου, επί της οποίας ασκήθηκε αίτηση αναψηλάφησης και στη συνέχεια εκδόθηκε η 191/2014 του Ειρηνοδικείου Πειραιά. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 10-3-2015 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσείουσα, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Μιλτιάδης Χατζηγεωργίου ανέγνωσε την από 15-10-2017 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από τις διατάξεις των άρθρων 568 § 4 και 576 §§ 1-2 Κ.Πολ.Δ. συνάγεται ότι, επί ερημοδικίας στην αναιρετική δίκη, ερευνάται αυτεπαγγέλτως αν ο απολειπόμενος διάδικος επισπεύδει τη συζήτηση ή αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε αρνητική περίπτωση κηρύσσεται απαράδεκτη η συζήτηση ως προς το διάδικο αυτό. Στην προκειμένη περίπτωση, κατά τη συζήτηση στην αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο εμφανίσθηκε και παραστάθηκε μόνον η αναιρεσείουσα, ενώ δεν εμφανίσθηκε ούτε παραστάθηκε κατά τη συζήτηση αυτή η αναιρεσίβλητη. Η παρισταμένη αναιρεσείουσα προσκομίζει το επιδοθέν σ' αυτή δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως με την επ' αυτού επισημείωση του δικαστικού επιμελητή Φ. Δ., από το οποίο προκύπτει ότι η επίδοση έγινε στις 20-2-2017 με παραγγελία του πληρεξουσίου δικηγόρου της αναιρεσίβλητης Εμμανουήλ Γερακιού και με αυτή καλούνταν η αναιρεσείουσα στη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως που είχε προσδιοριστεί για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (23-10-2017). Παράλληλα από το υπάρχον στη δικογραφία υπ' αριθμ. …/4-10-2016 πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Α.-Μ. Β.-Λ. προκύπτει ότι ο άνω επιμεληθείς την επίδοση δικηγόρος είχε διορισθεί νομίμως ως πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης. Επομένως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως, παρά την απουσία της αναιρεσίβλητης.
ΙΙ. Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 191/2014 απόφαση του Ειρηνοδικείου Πειραιώς, η οποία, εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των μικροδιαφορών (άρθρ. 466 επ. ΚΠολΔ), απέρριψε την από 15-4-2011 αίτηση αναψηλαφήσεως της αναιρεσείουσας, η οποία εστρέφετο κατά της 47/2011 αποφάσεως του ιδίου δικαστηρίου. Η τελευταία είχε απορρίψει κατ' ουσίαν την από 3-2-2010 αγωγή της αναιρεσείουσας, με την οποία αυτή ζητούσε να υποχρεωθεί η αναιρεσίβλητη να της καταβάλει το ποσό των 1500 ευρώ που είχε λάβει ως δάνειο. Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα, δεδομένου ότι, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 551 ΚΠολΔ, η υπ' αριθμ. 47/2011 απόφαση, που είχε εκδοθεί στην αρχική δίκη, ήταν μεν ανέκκλητη, αλλά μπορούσε να προσβληθεί με το ένδικο μέσο της αναιρέσεως.
ΙΙΙ. Κατά το άρθρο 544 αριθ. 7 του Κ.Πολ.Δ., αναψηλάφηση επιτρέπεται αν ο διάδικος που ζητεί την αναψηλάφηση βρήκε ή πήρε στην κατοχή του μετά την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης νέα κρίσιμα έγγραφα, τα οποία δεν μπορούσε να προσκομίσει εγκαίρως από ανώτερη βία ή γιατί τα κατακράτησε ο αντίδικός του ή τρίτος που είχε συνεννοηθεί με τον αντίδικό του και των οποίων την ύπαρξη αγνοούσε, όπως αγνοούσε και την κατοχή τους από τον αντίδικο ή τον τρίτο κατά τη διάρκεια της δίκης.
Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι το νέο έγγραφο, που βρήκε ή έλαβε στην κατοχή του ο ζητών την αναψηλάφηση, για να μπορεί να στηρίξει την αίτηση, πρέπει: α) να υπήρχε κατά το χρόνο εκδόσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως, β) να είναι κρίσιμο, με την έννοια ότι από το έγγραφο αυτό προκύπτει απόδειξη ή ανταπόδειξη ουσιώδους πραγματικού ισχυρισμού που είχε προβληθεί στη διεξαχθείσα δίκη, ώστε να καθίσταται εμφανές ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι εσφαλμένη και θα μπορούσε να εκδοθεί διαφορετική απόφαση υπέρ του ζητούντος την αναψηλάφηση, αν το έγγραφο είχε τεθεί υπόψη του δικαστηρίου και γ) η μη έγκαιρη προσκομιδή του να οφείλεται σε ανώτερη βία ή σε παρακράτησή του από τον αντίδικο του αιτούντος ή τρίτο σε συνεννόηση με τον τελευταίο.
Ως ανώτερη βία, από την οποία ήταν αδύνατη η έγκαιρη προσκομιδή των νέων κρίσιμων εγγράφων, συνιστά, κατά την έννοια της ως άνω διατάξεως, κάθε γεγονός τυχερό και απρόβλεπτο το οποίο υπό τις συγκεκριμένες συνθήκες δεν μπορούσε να αποτραπεί ούτε με μέτρα άκρας επιμέλειας και συνέσεως. Δεν αποτελεί όμως ανώτερη βία το γεγονός ότι ο διάδικος από δική του προηγηθείσα ενέργεια δεν μπόρεσε να βρει εγκαίρως το έγγραφο (ΑΠ 447/2014, 830/2014).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 1 του ίδιου Κώδικα "Κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο: 1) αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.
Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς. Ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν μπορεί να προβληθεί σε μικροδιαφορές". Εξ άλλου, η διάταξη αυτή του άρθρου 544 αριθ. 7 Κ.Πολ.Δικ.
είναι δικονομικού και όχι ουσιαστικού δικαίου και συνεπώς η παραβίασή της δεν ιδρύει το λόγο αναιρέσεως, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ., αλλά αυτόν του αριθμού 14 του ιδίου άρθρου (ΑΠ 643/2009, 698/2009). Στην προκειμένη περίπτωση με την 15-4-2011 αίτηση η αιτούσα την αναψηλάφηση και ήδη αναιρεσείουσα ισχυρίστηκε ότι, μετά την έκδοση της υπ' αριθμ. 47/2011 αποφάσεως επί της από 3-2-2010 αγωγής της, περιήλθε στην κατοχή της η από 29-3-2011 επιστολή της ... (...) με την οποία βεβαιώνεται ότι την 1-9-2005 έγινε κατάθεση σ' αυτήν εκ μέρους της ίδιας στο λογαριασμό της ήδη αναιρεσίβλητης ποσού 1500 ευρώ χωρίς μηχανογραφημένη αιτιολογία καταθέσεως και ότι το έγγραφο αυτό δεν μπορούσε να το προσκομίσει στη συζήτηση, προς αντίκρουση του ισχυρισμού της αναιρεσίβλητης περί εικονικότητας της καταθέσεως, από ανώτερη βία.
Με το ιστορικό αυτό ζήτησε την εξαφάνιση της πρωτόδικης αποφάσεως προς το σκοπό της παραδοχής της αγωγής της. Το δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε την αίτηση αναψηλαφήσεως ως απαράδεκτη διότι δεν συνέτρεχε η προϋπόθεση της ανώτερης βίας, δεδομένου ότι η προβολή του ισχυρισμού περί εικονικότητας δεν συνιστά γεγονός τυχηρό και απρόβλεπτο, το οποίο υπό τις συγκεκριμένες συνθήκες δεν θα μπορούσε να αποτραπεί ούτε με μέτρα άκρας επιμέλειας.
Με τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου η αναιρεσείουσα κατ' επίκληση πλημμέλειας από το άρθρο 560 αρ. 1 ΚΠολΔ προβάλλει την αιτίαση ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση παραβίασε τον κανόνα ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 138 ΑΚ σε συνδυασμό με τις διατάξεις περί ανωτέρας βίας και τυχηρών γεγονότων. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, καθόσον πρόκειται περί υποθέσεως που δικάστηκε με τη διαδικασία των μικροδιαφορών και δεν προβλέπεται η δυνατότητα προσβολής της αποφάσεως με το συγκεκριμένο λόγο.
Απαράδεκτος επίσης είναι και ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το δικάσαν δικαστήριο παραβίασε τον κανόνα του άρθρου 544 αρ. 7 ΚΠολΔ όσον αφορά την έννοια της ανώτερης βίας, εφόσον όλοι οι κανόνες του άρθρου 544 δεν είναι ουσιαστικού αλλά δικονομικού δικαίου (ΑΠ 909/2011). Περαιτέρω και ο τρίτος και ο τέταρτος λόγοι, με τους οποίους κατ' επίκληση πλημμέλειας από το άρθρο 560 αρ. 1β και 1α του ΚΠολΔ, όσον αφορά την παραβίαση διδάγματος της κοινής πείρας ότι οι αιτιολογίες των τραπεζικών καταθέσεων είναι μηχανογραφημένες και όχι χειρόγραφες και την παραβίαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών, αντίστοιχα, η αναιρεσείουσα ψέγει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, κρίνονται απαράδεκτοι γιατί, όπως ελέχθη, δεν ιδρύεται ο παρών λόγος αναιρέσεως επί μικροδιαφορών.
Κατ' ακολουθίαν τούτων πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο. Λόγος περί δικαστικών εξόδων δεν γίνεται, αφού η αναιρεσίβλητη δεν παρέστη για να υποβάλει σχετικό αίτημα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 10 Μαρτίου 2015 αίτηση της Ο. Κ. συζ. Δ. Π. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 191/2014 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Πειραιώς και
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Δεκεμβρίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 16 Ιανουαρίου 2018.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ