103/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 103 / 2017 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Legislator headnote
AI generated103/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 103 / 2017 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Full text
Απόφαση 103 / 2017 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 103/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές: Ευφημία Λαμπροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χριστόφορο Κοσμίδη, Στυλιανή Γιαννούκου, Σοφία Καρυστηναίου και Μαρία Νικολακέα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, στις 18 Οκτωβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Γ. Γ. του Χ., κατοίκου ..., 2) Ι. Κ. του Α., κατοίκου ..., 3) Ι. Γ. του Λ., κατοίκου ..., 4) Ε. Α.-Τ. του Σ., κατοίκου ..., 5) Σ. Α. του Π., κατοίκου ..., 6) Α. Ι.-Χ. του Ι., κατοίκου ... και 7) Ε. Π.-Μ. του Ι., κατοίκου ..., από τους οποίους η μεν έκτη δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, οι δε λοιποί εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Μ. Σ.-Π. και κατέθεσαν προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Δημόσια Επιχείρηση Ηλεκτρισμού" (Δ.Ε.Η. Α.Ε.) και 2) Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Διαχειριστής Ελληνικού Δικτύου Διανομής Ηλεκτρικής Ενέργειας" (Δ.Ε.Δ.Δ.Η.Ε. Α.Ε.) που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Δημόσια Επιχείρηση Ηλεκτρισμού Α.Ε." (Δ.Ε.Η. Α.Ε.) που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Περικλή Κατσαούνη και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-12-2000 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων και άλλων δύο ήδη μη διαδίκων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2433/2006 του ίδιου δικαστηρίου και 6770/2013 του Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 27-2-2015 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Στυλιανή Γιαννούκου ανέγνωσε την από 19-1-2016 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη όλων των λόγων της αίτησης.
Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων δήλωσε ότι η έκτη αναιρεσείουσα, της οποίας ήταν πληρεξούσια δικηγόρος, έχει αποβιώσει και ζήτησε την παραδοχή της αίτησης ως προς τους λοιπούς αναιρεσείοντες, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 286 περ. α, 287, 290, 291 και 292 Κ.Πολ.Δ. που εφαρμόζονται και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση (άρθρο 573 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.) προς εκείνες των άρθρων 1710 επ. Α.Κ. προκύπτει ότι η δίκη διακόπτεται μεταξύ άλλων και όταν εωσότου τελειώσει η προφορική συζήτηση μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση του Αρείου Πάγου, πεθάνει κάποιος διάδικος.
Η διακοπή επέρχεται από τη γνωστοποίηση προς τον αντίδικο του λόγου της διακοπής με επίδοση δικογράφου ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός ακροατηρίου κατά την επιχείρηση της διαδικαστικής πράξης από πρόσωπο που έχει δικαίωμα να επαναλάβει τη δίκη ή από αυτόν που μέχρι την επέλευση του θανάτου ήταν πληρεξούσιος του θανόντος.
Ως διάδικος υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή της δίκης σε περίπτωση θανάτου του αρχικού διαδίκου νοείται ο καθολικός του διάδοχος (κληρονόμος του). Η επανάληψη της δίκης που έχει διακοπεί μπορεί να είναι είτε εκούσια, με ρητή ή σιωπηρή δήλωση του διαδίκου υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή είτε και αναγκαστική, με πρόσκληση του αντιδίκου ή του ομοδίκου του που πρέπει να γίνει με κοινοποίηση δικογράφου.
Οι διάδικοι αυτοί μπορούν να προκαλέσουν την επανάληψη και χωρίς να έχει προηγηθεί γνωστοποίηση του λόγου της διακοπής, μη επικαλούμενοι την έλλειψη της γνωστοποίησης και θεωρώντας ότι η δίκη έχει διακοπεί, να επισπεύσουν την επανάληψή της, τηρώντας όμως τη διαδικασία που διαγράφεται από το άρθρο 291 Κ.Πολ.Δ., δηλαδή κοινοποιώντας δικόγραφο περί επαναλήψεως της δίκης στον υπέρ ου η διακοπή διάδικο και ειδικότερα, σε περίπτωση διακοπής συνεπεία θανάτου διαδίκου, στον καθολικό διάδοχό του (κληρονόμο του).
Και τούτο ανεξαρτήτως αν, κατά την κρίση του επισπεύδοντος, οι κληρονόμοι του αρχικού διαδίκου έχουν ή όχι έννομο συμφέρον να συνεχίσουν τη δίκη (Α.Π. 1251/2014, 331/2013, 1054/2012). Στην προκειμένη περίπτωση φέρεται για συζήτηση η από 27-2-2015 αίτηση για αναίρεση της 6770/2013 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του οικείου πινακίου κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας νόμιμη δικάσιμο αυτής δεν εμφανίσθηκε η έκτη αναιρεσείουσα Α.
Ι.-Χ. του Ι. αλλά η δικηγόρος Μ. Σ.-Π., η οποία δήλωσε ότι ήταν πληρεξούσια δικηγόρος της ανωτέρω απολειπομένης αναιρεσείουσας και ότι η τελευταία απεβίωσε. Τη δήλωση αυτή επανέλαβε η ίδια δικηγόρος και στις από 21-10-2016 έγγραφες προτάσεις τις οποίες κατέθεσε ως πληρεξούσια των λοιπών αναιρεσειόντων, χωρίς όμως να προβεί και σε δήλωση επανάληψης της δίκης από τους καθολικούς διαδόχους (κληρονόμους) της ανωτέρω αναιρεσείουσας.
Το γεγονός του θανάτου της προαναφερθείσης διαδίκου δεν αμφισβητήθηκε από τις αναιρεσίβλητες. Ενόψει τούτων, εφόσον δεν επαναλήφθηκε η βιαίως διακοπείσα δίκη με νόμιμο τρόπο, πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της υπό κρίση αίτησης ως προς την ανωτέρω (έκτη) αναιρεσείουσα.
Κατά το άρθρο 216 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. η αγωγή, εκτός από τα στοιχεία που ορίζονται στα άρθρα 118 ή 117 του ίδιου κώδικα, πρέπει να περιέχει: α) σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο αυτήν και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, β) ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και γ) ορισμένο αίτημα, σε τρόπο ώστε να παρέχεται στο μεν εναγόμενο η ευχέρεια της άμυνας, στο δε δικαστήριο η δυνατότητα ελέγχου του βασίμου κατά το νόμο της αγωγής.
Εξ άλλου η νομική αοριστία της αγωγής, η οποία συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως παραβίαση από το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ. αν το δικαστήριο, για το σχηματισμό της περί νομικής επάρκειας της αγωγής κρίσης του, αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος προς θεμελίωση του αξιούμενου δικαιώματος ή αρκέσθηκε σε λιγότερα.
Η δε ποσοτική αοριστία, δηλαδή η επίκληση των στοιχείων του νόμου χωρίς αναφορά περιστατικών και η ποσοτική αοριστία, δηλαδή η μη αναφορά όλων των στοιχείων που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής, ελέγχονται από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 αντίστοιχα αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη την αγωγή λαμβάνοντας υπόψη γεγονότα που δεν αναφέρονται σ’ αυτή ή αντιθέτως έκρινε αόριστη την αγωγή μη λαμβάνοντας υπόψη τέτοια γεγονότα (Α.Π. 205/2016).
Περαιτέρω κατά τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1 και 3, 3, 4 παρ. 1 και 8, 5 παρ. 3 και 4 και 42 παρ. 4 του Κανονισμού Καταστάσεως Προσωπικού της Δημόσιας Επιχείρησης Ηλεκτρισμού (ΚΚΠ/ΔΕΗ), που δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ Β 1274) με την 2842/1973 απόφαση του Υπουργού Απασχολήσεως, κυρώθηκε με το άρθρο 2 του ν.δ. 210/1974 και επέχει ισχύ νόμου, όπως ισχύει μετά τη δημοσίευση της από 28-2-1990 ΣΣΕ Προσωπικού ΔΕΗ (ΦΕΚ Β 227), το προσωπικό της ΔΕΗ συνδέεται με αυτήν με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου και διακρίνεται σε τακτικό και έκτακτο.
Έκτακτο προσωπικό είναι εκείνο που προσλαμβάνεται με σύμβαση ορισμένου ή αορίστου χρόνου για την κάλυψη έκτακτων ή πρόσκαιρων αναγκών και μπορεί να ενταχθεί μετά από διετή υπηρεσία στο τακτικό προσωπικό με απόφαση του διοικητή, μετά από γνώμη του πρωτοβάθμιου συμβουλίου κρίσεως. Το τακτικό προσωπικό κατατάσσεται σε κλάδους, υποδιαιρούμενους σε κατηγορίες, που μπορούν να υποδιαιρεθούν σε βαθμίδες, στις οποίες αντιστοιχούν μισθολογικά κλιμάκια και ποσοστό οργανικών θέσεων, που καθορίζεται για κάθε κατηγορία με απόφαση του γενικού διευθυντή, ανάλογα με τις υπάρχουσες ανάγκες.
Κάθε μισθωτός, κατά την ένταξή του στο τακτικό προσωπικό, κατατάσσεται σε μισθολογικό κλιμάκιο, βαθμίδα, κατηγορία και κλάδο προς πλήρωση οργανικής θέσεως. Η κατάταξη σε μισθολογικό κλιμάκιο αποτελεί αποκλειστικά μισθολογική διαβάθμιση και δεν παρέχει δικαίωμα ασκήσεως καθηκόντων ορισμένης θέσεως στη διάρθρωση των υπηρεσιών της επιχείρησης.
Ο συνολικός αριθμός των οργανικών θέσεων καθορίζεται κάθε φορά από το διοικητικό συμβούλιο και είναι αντίστοιχος με την εκάστοτε ισχύουσα διάρθρωση της επιχείρησης, ενώ η κατανομή αυτών ενεργείται ανάλογα με τις υφιστάμενες ανάγκες με απόφαση του διοικητή, ο οποίος μπορεί να μεταβάλλει το ποσοστό των οργανικών θέσεων.
Η κατάταξη γίνεται σε μισθολογικό κλιμάκιο της κατώτερης βαθμίδας κάθε κατηγορίας με απόφαση του διοικητή, κατόπιν προτάσεως της ιεραρχίας. Το διοικητικό συμβούλιο μετά από εισήγηση του διοικητή αποφασίζει για την ένταξη των τακτικών μισθωτών σε οποιοδήποτε μισθολογικό κλιμάκιο κάθε κατηγορίας. Από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται ότι η ένταξη του έκτακτου προσωπικού σε οργανικές θέσεις του τακτικού προσωπικού, μετά τη συμπλήρωση του ελάχιστου χρόνου υπηρεσίας, αποτελεί υποχρέωση της ΔΕΗ, η οποία απορρέει από τις διατάξεις του ΚΚΠ/ΔΕΗ και πρέπει να εκπληρώνεται από αυτήν όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη (άρθρο 288 Α.Κ., Ολ.Α.Π. 4/2007).
Περαιτέρω όμως συνάγεται με σαφήνεια ότι κατά την ένταξη του έκτακτου στο τακτικό προσωπικό της ΔΕΗ και την κατάταξή του σε συγκεκριμένο κλάδο, κατηγορία, βαθμίδα και μισθολογικό κλιμάκιο απαραίτητη προϋπόθεση αποτελεί εκτός των άλλων η ύπαρξη αντίστοιχης κενής οργανικής θέσης (Α.Π. 210/2014, 1596/2012, 1113/2011).
Συνεπώς στο δικόγραφο αγωγής με την οποία ζητείται να αναγνωρισθεί η υποχρέωση της ΔΕΗ να κατατάξει τον ενάγοντα μισθωτό αυτής σε συγκεκριμένη κατηγορία, βαθμίδα και μισθολογικό κλιμάκιο του τακτικού προσωπικού της με βάση τις προαναφερόμενες διατάξεις του ΚΚΠ/ΔΕΗ, απαιτείται να διαλαμβάνεται εκτός των άλλων στοιχείων η ύπαρξη κενής οργανικής θέσης κατά τον αναφερόμενο χρόνο ένταξης από του οποίου ζητείται η ορθή κατάταξη, διαφορετικά η αγωγή είναι αόριστη και ως εκ τούτου απορριπτέα ως απαράδεκτη (Α.Π. 1113/2011).
Στην προκειμένη περίπτωση με την από 20-12-2000 αγωγή τους επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση οι ήδη αναιρεσείοντες (πλην της έκτης) εξέθεσαν τα εξής: Ότι κατά την αναφερόμενη για τον καθένα ημερομηνία προσλήφθηκαν από την εναγομένη και ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη αρχικά ως έκτακτο ημερομίσθιο προσωπικό με έγγραφες συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου.
Ότι στις 20-11-1980, 20-11-1980, 9-12-1991, 15-9-1980, 10-11-1988 και 15-9-1980 αντίστοιχα προσλήφθηκαν από την εναγομένη με διαδοχικές συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου στην κατηγορία ΔΟ2-Λοιποί Διοικητικοοικονομικοί. Ότι με τις αναφερόμενες αντίστοιχα για κάθε ένα αποφάσεις του διοικητή της εναγομένης, κατόπιν σύμφωνης γνώμης του πρωτοβάθμιου συμβουλίου κρίσεως, εντάχθηκαν στο τακτικό προσωπικό στην κατηγορία ΔΟ2-Λοιποί Διοικητικοοικονομικοί και συγκεκριμένα οι πρώτος και δεύτερος την 1-7-1983 στο 12ο μισθολογικό κλιμάκιο, ο τρίτος την 1-4-1994 στο 10ο μισθολογικό κλιμάκιο, η τέταρτη την 1-1-1983 στο 12ο μισθολογικό κλιμάκιο, η πέμπτη την 1-5-1991 στο 12ο μισθολογικό κλιμάκιο και η έβδομη την 1-1-1983 στο 12ο μισθολογικό κλιμάκιο, ενώ ταυτόχρονα προήχθησαν όλοι στο επόμενο μισθολογικό κλιμάκιο σύμφωνα με το άρθρο 6 του ΚΚΠ/ΔΕΗ.
Ότι όλοι είναι πτυχιούχοι των αναφερόμενων στην αγωγή για κάθε ένα αντιστοίχως ανωτάτων σχολών διοικητικοοικονομικής κατεύθυνσης και ότι τα πτυχία τους γνωστοποίησαν αμέσως με την πρόσληψή τους στην εναγομένη και κατόπιν αυτών μετατάχθηκαν στην κατηγορία ΔΟ1-Πτυχιούχων και συγκεκριμένα οι πρώτος και δεύτερος από την 1-6-1984 στο 8ο μισθολογικό κλιμάκιο και στη συνέχεια με τις μνημονευόμενες αποφάσεις του διοικητικού συμβουλίου και του γενικού διευθυντή της εναγομένης εγκρίθηκε η αναδρομική μετάταξή τους στην κατηγορία αυτή και η ένταξή τους στο 8ο μισθολογικό κλιμάκιο από την 1-9-1983, ο τρίτος την 1-5-1995 στο 7ο μισθολογικό κλιμάκιο, η τέταρτη την 1-6-1984 στο 8ο μισθολογικό κλιμάκιο και στη συνέχεια με τις μνημονευόμενες αποφάσεις του διοικητικού συμβουλίου και του γενικού διευθυντή της εναγομένης εγκρίθηκε η αναδρομική μετάταξή της στην κατηγορία αυτή και η ένταξή της στο 8ο μισθολογικό κλιμάκιο από την 1-9-1983, η πέμπτη την 1-3-1992 στο 7ο μισθολογικό κλιμάκιο και η έβδομη την 1-5-1984 στο 8ο μισθολογικό κλιμάκιο και στη συνέχεια με τις μνημονευόμενες αποφάσεις του διοικητικού συμβουλίου και του γενικού διευθυντή της εναγομένης εγκρίθηκε η αναδρομική μετάταξή της στην κατηγορία αυτή και η ένταξη της στο 8ο μισθολογικό κλιμάκιο από 1-3-1983, ενώ ταυτόχρονα εγκρίθηκε η καταβολή σ’ αυτούς των οικονομικών διαφορών που προέκυψαν.
Ότι με την από 28-2-1990 ΕΣΣΕ προσωπικού της εναγομένης θεσπίστηκε ανακλιμάκωση της μισθολογικής εξέλιξης του υπηρετούντος την 1-1-1990 τακτικού προσωπικού, κατόχου πτυχίου ανωτάτης εκπαίδευσης, που υπάγεται στις διατάξεις του ΚΚΠ/ΔΕΗ, η οποία μετά την ολοκλήρωσή της (1-10-1991) θα ανέρχεται σε ένα μισθολογικό κλιμάκιο ανώτερο του κατεχομένου (βάσει των διατάξεων του ΚΚΠ-ΔΕΗ) περί προαγωγών στις 30-9-1991 και καθορίστηκε πλέον για τη μισθολογική εξέλιξη των αποφοίτων σχολών μέσης εκπαίδευσης εισαγωγικό κλιμάκιο πρόσληψης το 10ο αντί του 12ου που ίσχυε (κατηγορία ΔΟ2), ενώ για τη μισθολογική εξέλιξη των πτυχιούχων ανωτάτων σχολών εισαγωγικό κλιμάκιο πρόσληψης το 7ο αντί του 9ου που ίσχυε (κατηγορία ΔΟ1).
Σύμφωνα με το ιστορικό αυτό οι ήδη αναιρεσείοντες, επικαλούμενοι τις διατάξεις του ΚΚΠ/ΔΕΗ και των άρθρων 281, 288 Α.Κ., καθώς και ότι η εναγομένη, επιδεικνύοντας αντισυμβατική συμπεριφορά, αρνήθηκε παρανόμως, υπαιτίως και κατά παράβαση της καλής πίστης και των χρηστών συναλλακτικών ηθών να τους κατατάξει στα οικεία αντίστοιχα μισθολογικά κλιμάκια της κατηγορίας τους, αρνούμενη επίσης την προαγωγή τους μετά πάροδο κάθε τριετίας στο επόμενο μισθολογικό κλιμάκιο μετά αναγνώριση όλης της προγενέστερης προϋπηρεσίας τους (κατά το άρθρο 9 της από 5-10-1989 ΕΣΣΕ προσωπικού ΔΕΗ, σε συνδυασμό με το άρθρο 6 ΚΚΠ/ΔΕΗ) και ότι από τη λανθασμένη ένταξή τους και τη μη προαγωγή τους μετά τη συμπλήρωση κάθε τριετίας ευδόκιμης υπηρεσίας στο ανώτερο μισθολογικό κλιμάκιο και τη μη αναγνώριση της άνω προϋπηρεσίας υπέστησαν χρηματική απώλεια, ζήτησαν:
Α) να αναγνωρισθεί ότι κατά την ένταξή τους στο τακτικό προσωπικό της εναγομένης έπρεπε να καταταχθούν στο μισθολογικό κλιμάκιο 8 της κατηγορίας ΔΟ1 οι ενταχθέντες πριν την ισχύ της από 28-2-1990 Ειδικής ΣΣΕ, δηλαδή οι πρώτος, δεύτερος, τέταρτη και έβδομη και στο μισθολογικό κλιμάκιο 7 της κατηγορίας ΔΟ1 οι ενταχθέντες μετά την ισχύ της ίδιας ειδικής ΣΣΕ, δηλαδή οι τρίτος και πέμπτη και μετά πάροδο κάθε τριετίας να προαχθούν στο επόμενο μισθολογικό κλιμάκιο κατά τα οριζόμενα στην αγωγή, με αναγνώριση όλης της προγενέστερης προϋπηρεσίας τους και Β) να αναγνωρισθεί ότι η εναγομένη οφείλει να τους καταβάλει "τις εντεύθεν προκύπτουσες μισθολογικές διαφορές", νομιμότοκα από τη δήλη ημέρα οφειλής τους.
Με αυτό το περιεχόμενο και αίτημα η αγωγή ήταν απορριπτέα ως αόριστη για το λόγο ότι σ’ αυτήν δεν αναφερόταν ότι κατά τους χρόνους κατά τους οποίους ζητήθηκε να αναγνωρισθεί ότι οι ενάγοντες έπρεπε να ενταχθούν στα αναφερόμενα μισθολογικά κλιμάκια υπήρχαν αντίστοιχες κενές οργανικές θέσεις. Και τούτο διότι με βάση τις ρηθείσες διατάξεις του ΚΚΠ/ΔΕΗ (που κυρώθηκε με το ν.δ. 210/1974 και επέχει ισχύ νόμου, αποτελεί δε γενεσιουργό λόγο των ενδίκων αξιώσεων) κατά τις οποίες για την ένταξη του έκτακτου προσωπικού σε κάποια από τις κατηγορίες του τακτικού προσωπικού και για την εν συνεχεία προαγωγή ή εξέλιξή του απαιτείται η ύπαρξη κενής οργανικής θέσης, η συνδρομή της προϋπόθεσης αυτής που είναι θεμελιωτική του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, δεν μπορεί να συναχθεί σιωπηρώς αλλά πρέπει να εκτίθεται σαφώς στο αγωγικό δικόγραφο.
Το γεγονός ότι η επιχείρηση είχε ανάγκη από τις υπηρεσίες του εργαζομένου διότι τον απασχολούσε ως έκτακτο, δεν υποδηλώνει και την ύπαρξη αντίστοιχης κενής οργανικής θέσης, αφού σύμφωνα με τον ΚΚΠ/ΔΕΗ το έκτακτο προσωπικό προσλαμβάνεται για την εξυπηρέτηση έκτακτων ή πρόσκαιρων αναγκών για τις οποίες δεν επαρκεί το προσωπικό που καλύπτει τις οργανικές θέσεις.
Και το γεγονός ότι αργότερα η επιχείρηση κατέταξε τον εργαζόμενο στην προσήκουσα κατηγορία, βαθμίδα και μισθολογικό κλιμάκιο δεν σημαίνει επίσης ότι υπήρχε αντιστοίχως κενή οργανική θέση και κατά την προγενέστερη ημερομηνία από την οποία ο εργαζόμενος επιδιώκει την κατάταξη που αναφέρεται στην αγωγή.
Γι’ αυτό πρέπει να γίνεται ειδική μνεία στην αγωγή, ώστε να αποτελεί αντικείμενο απόδειξης, ότι κατά την ημερομηνία της ένταξης της οποίας η ορθότητα αμφισβητείται, υπήρχε κενή οργανική θέση και στην οποία η διοίκηση της επιχείρησης ενεργώντας αντίθετα προς την καλή πίστη παρέλειψε να κατατάξει τον εργαζόμενο, τα οποία αποτελούν προϋπόθεση και για τη μετέπειτα υπηρεσιακή του εξέλιξη και προαγωγή και τη στηριζόμενη στα ανωτέρω περαιτέρω αξίωση για καταβολή μισθολογικών διαφορών.
Συνεπώς το εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε την έφεση της πρώτης αναιρεσίβλητης, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση που είχε κρίνει την αγωγή νόμιμη και ορισμένη και, αφού κράτησε την υπόθεση και δίκασε την αγωγή, την απέρριψε στο σύνολό της ως απαράδεκτη συνεπεία αοριστίας του δικογράφου της για τους ανωτέρω λόγους, δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1, 4 παρ. 2, 5 παρ. 3, 5 παρ. 4, 6, 22 παρ. 1, 22 παρ. 3 εδ. β και 42 παρ. 4 του Κανονισμού Καταστάσεως Προσωπικού της Δημόσιας Επιχείρησης Ηλεκτρισμού (ΚΚΠ/ΔΕΗ) και 288 Α.Κ. Ειδικότερα το εφετείο δεν αξίωσε περισσότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος για την κατάταξη και προαγωγή των εναγόντων μισθωτών σε συγκεκριμένη κατηγορία, βαθμίδα και μισθολογικό κλιμάκιο του τακτικού προσωπικού της εναγομένης.
Συνεπώς ο πρώτος κατά τα πρώτο και τρίτο σκέλη του λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθ. 1 και 14 (πράγματι δε μόνο αριθ. 1) Κ.Πολ.Δ., είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Ο λόγος αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 14 Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο.
Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την ανωτέρω αναιρετική πλημμέλεια και συγκεκριμένα ότι το εφετείο παρά το νόμο απέρριψε το παρεπόμενο αίτημα αναγνώρισης της υποχρέωσης της εναγομένης προς καταβολή των μισθολογικών διαφορών ως απαράδεκτο λόγω αοριστίας διότι δέχθηκε ότι έπρεπε να προσδιορίζονται οι αιτούμενες μισθολογικές διαφορές κατά ποσά.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως ερειδόμενος επί εσφαλμένης προϋποθέσεως και συνακόλουθα αβάσιμος. Τούτο διότι το εν λόγω αίτημα δεν απορρίφθηκε διότι το εφετείο δέχθηκε ότι "έπρεπε να προσδιορίζονται οι αιτούμενες μισθολογικές διαφορές κατά ποσά" αλλά απορρίφθηκε λόγω του παρεπόμενου χαρακτήρα του μετά την απόρριψη της αγωγής στο σύνολό της ως αόριστης.
Με τον τρίτο κατά το πρώτο σκέλος του λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ. και συγκεκριμένα ότι το εφετείο με εσφαλμένη ερμηνεία των διατάξεων των άρθρων 340, 341 και 345 Α.Κ. απέρριψε την έφεσή τους, με την οποία αυτοί παραπονούνταν για τη μη επιδίκαση νομίμων τόκων επί των μισθολογικών διαφορών που τους είχαν επιδικασθεί με την πρωτόδικη απόφαση, από τη δήλη ημέρα καταβολής τους.
Και ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος διότι ερείδεται επί εσφαλμένης προϋποθέσεως. Τούτο διότι, μετά την παραδοχή ως και κατ’ ουσίαν βάσιμης της έφεσης της εναγομένης, την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης και την απόρριψη της αγωγής των ήδη αναιρεσειόντων ως αόριστης στο σύνολό της, απορρίφθηκε εκ τούτου ως αβάσιμη η έφεση των τελευταίων, με την οποία ζητούσαν μεταρρύθμιση της εκκληθείσας για την ως άνω αιτία, χωρίς το εφετείο να υπεισέλθει στην έρευνα του σχετικού λόγου της έφεσής τους και των προϋποθέσεων εφαρμογής των φερομένων ως παραβιασθεισών διατάξεων.
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται μόνο όταν το δικαστήριο εισήλθε στην έρευνα της ουσίας της υπόθεσης και διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα, όχι δε και όταν αυτό απέρριψε την αγωγή, την ένσταση ή την αντένσταση ως απαράδεκτη, αόριστη ή μη νόμιμη (Ολ.
Α.Π. 3/1997, 44/1990). Στην προκειμένη περίπτωση με τους πρώτο κατά το δεύτερο σκέλος του και τρίτο κατά το δεύτερο σκέλος του λόγους αναίρεσης οι αναιρεσείουσες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ. και συγκεκριμένα ότι το εφετείο: α) απέρριψε την αγωγή τους ως αόριστη παραβιάζοντας εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1, 4 παρ. 2, 5 παρ. 3, 5 παρ. 4, 6, 22 παρ. 1, 22 παρ. 3 εδ.
β και 42 παρ. 4 του Κανονισμού Καταστάσεως Προσωπικού της Δημόσιας Επιχείρησης Ηλεκτρισμού (ΚΚΠ/ΔΕΗ), καθώς και εκείνη του άρθρου 288 Α.Κ. (πρώτος λόγος κατά το δεύτερο σκέλος του) και β) απέρριψε το αίτημα της αγωγής τους για επιδίκαση τόκων υπερημερίας με ανεπαρκείς αιτιολογίες (τρίτος λόγος κατά το δεύτερο σκέλος του).
Οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, αφού κατά τα προεκτεθέντα στην περίπτωση απόρριψης της αγωγής ως αόριστης δεν παρέχεται ο λόγος αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ.
Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση στο σύνολό της όσον αφορά τους λοιπούς (πλην της έκτης) αναιρεσείοντες, να συμψηφισθεί δε ολικά μεταξύ των παρισταμένων διαδίκων η εκατέρωθεν δικαστική δαπάνη (άρθρο 179 εδαφ. τελευταίο Κ.Πολ.Δ. σε συνδυασμό με άρθρο 183 του ίδιου κώδικα).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση ως προς την έκτη αναιρεσείουσα Α. Ι.-Χ. του Ι..
Απορρίπτει την από 27-2-2015 αίτηση για αναίρεση της 6770/2013 απόφασης του Εφετείου Αθηνών ως προς τους λοιπούς (πλην της έκτης) αναιρεσείοντες.
Συμψηφίζει ολικά μεταξύ των παρισταμένων διαδίκων την εκατέρωθεν δικαστική δαπάνη.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Δεκεμβρίου 2016.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Ιανουαρίου 2017.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ