Legislator Case Law & Legislation
103/2016 AI generated

103/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 103/2016
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 103 / 2016 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 103/2016 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β1 Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ευφημία Λαμπροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Στυλιανή Γιαννούκου, Χαράλαμπο Μαχαίρα, Γεώργιο Ανασ...

Legislator headnote

AI generated
103/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 103 / 2016 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 103/2016 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β1 Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ευφημία Λαμπροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Στυλιανή Γιαννούκου, Χαράλαμπο Μαχαίρα, Γεώργιο Ανασ... «ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ευφημία Λαμπροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Στυλιανή Γιαννούκου, Χαράλαμπο Μαχαίρα, Γεώργιο Αναστασάκο και Σοφία Καρυστηναίου, Αρεοπαγίτες.»

Keywords

AI generated
exemption from unemployment insurance discontinuation of benefits withdrawal of unemployment benefits termination of public employment suspension of unemployment benefits termination of benefits

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 103 / 2016 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 103/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1 Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ευφημία Λαμπροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Στυλιανή Γιαννούκου, Χαράλαμπο Μαχαίρα, Γεώργιο Αναστασάκο και Σοφία Καρυστηναίου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 3 Νοεμβρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό Οικονομικών που κατοικοεδρεύει στην …, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Ευθυμία Γκαράνη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ. και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Γ. Α. του Ι., κατοίκου ..., 2) Ε. Α. του Ι., κατοίκου ... 3) Ι. Β. του Η., κατοίκου ..., 4) Α. Γ. του Ε., κατοίκου ..., 5) Χ. Δ. του Ι., κατοίκου ..., 6) Α. Δ. του Ι., κατοίκου ..., 7) Μ. Ε. του Θ., κατοίκου ..., 8) Γ. Ε. του Χ., κατοίκου ..., 9) Ο. Ε. του Γ., κατοίκου ..., 10) Γ. Κ. του Ι., κατοίκου ..., 11) Ι. Κ. του Χ., κατοίκου ... 12) Φ. Κ. του Β., κατοίκου ..., 13) Κ. Κ. του Σ., κατοίκου ..., 14) Ε. Κ. του Θ., κατοίκου ..., 15) Λ. Κ. του Κ., κατοίκου ..., 16) Β. Κ. του Φ., κατοίκου ..., 17) Δ. Κ. του Γ., κατοίκου ..., 18) Κ. Λ. του Α., κατοίκου ..., 19) Χ. Μ. του Α., κατοίκου ..., 20) Ε. Μ. του Α., κατοίκου ..., 21) Γ. Μ. του Δ., κατοίκου ..., 22) Χ. Μ. του Γ., κατοίκου ... 23) Ε. Μ. του Ν., κατοίκου ..., 24) Σ. Μ. του Α., κατοίκου ..., 25) Μ. Μ. του Δ., κατοίκου ... 26) Θ. Ν. του Π., κατοίκου ..., 27) Π. Ν. του Α., κατοίκου ..., 28) Π. Π. του Ι., κατοίκου ..., 29) Δ. Π. του Σ., κατοίκου ... 30) Ι. Π. του Ν., κατοίκου ..., 31) Κ. Π. του Ν., κατοίκου ..., 32) Β. Π. του Χ., κατοίκου ..., 33) Μ. Π. του Ι., κατοίκου ..., 34) Α. Π. του Π., κατοίκου ..., 35) Ε. Π. του Δ., κατοίκου ..., 36) Η. Π. του Π., κατοίκου ..., 37) Π. Σ. του Ν., κατοίκου ..., 38) Δ. Σ. του Α., κατοίκου ... 39) Η. Τ. του Ι., κατοίκου ..., 40) Σ. Τ. του Δ., κατοίκου ... 41) Ο. Φ. του Σ., κατοίκου ..., 42) Β. Β. του Σ., κατοίκου ..., 43) Ζ. Μ. του Ε., κατοίκου ... 44) Ν. Π. του Ε., κατοίκου ... και 45) Σ. Π. του Ε., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Γαρυφαλλιά Λυμπούση-Βέργου και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-12-2006 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 432/2008 του ίδιου Δικαστηρίου και 2446/2011 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 21-5-2013 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Αναστασάκος ανέγνωσε την από 23-10-2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως. Η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αναιρεσείοντος στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η διάταξη του άρθρου 4 παρ.1 του Συντάγματος, η οποία ορίζει ότι "Οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου", καθιερώνει όχι μόνο την ισότητα των πολιτών έναντι του νόμου αλλά και την ισότητα του νόμου έναντι αυτών, δεσμεύει δε και υποχρεώνει τον κοινό νομοθέτη, όταν πρόκειται να ρυθμίσει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις και κατηγορίες προσώπων, να μη μεταχειρίζεται κατά τρόπο ανόμοιο τις περιπτώσεις αυτές εισάγοντας εξαιρέσεις και κάνοντας διακρίσεις, εκτός αν αυτό επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, η συνδρομή των οποίων υπόκειται στον έλεγχο των δικαστηρίων. Επομένως, αν γίνει από το νόμο ειδική ρύθμιση για ορισμένη κατηγορία προσώπων και αποκλείεται από τη ρύθμιση αυτή, κατ' αδικαιολόγητη δυσμενή διάκριση, άλλη κατηγορία προσώπων για την οποία συντρέχει ο ίδιος λόγος που επιβάλλει την ειδική μεταχείριση, η διάταξη αυτή που εισάγει την αδικαιολόγητη δυσμενή μεταχείριση είναι ανίσχυρη ως αντισυνταγματική. Τα ίδια ισχύουν και όταν η ειδική ρύθμιση αφορά μισθό, σύνταξη ή άλλη παροχή προς δημόσιο λειτουργό ή υπάλληλο και γενικώς μισθωτό, οπότε, στην περίπτωση κατά την οποία διαπιστώνεται αδικαιολόγητη διάκριση, τα δικαστήρια επιδικάζουν την παροχή αυτή και σε εκείνους που αδικαιολόγητα εξαιρούνται. Η παροχή όμως αυτή θα πρέπει να είναι νόμιμη, δεδομένου ότι αν αυτή χορηγήθηκε κατά παράβαση του Συντάγματος, των νόμων ή της δι'?αυτών χορηγούμενης εξουσιοδότησης προς τη διοίκηση, επέκταση αυτής και σε άλλη κατηγορία μισθωτών δεν είναι επιτρεπτή, διότι ισότητα στην παρανομία δεν νοείται. Ειδικότερα, όταν παρέχεται από τον νόμο εξουσία στη διοικητική αρχή να ρυθμίζει θέματα με την έκδοση κανονιστικής πράξης, παράλειψη οφειλόμενης νόμιμης ενέργειας κατ' αρχήν δεν υφίσταται, διότι η εκτίμηση της σκοπιμότητας για την έκδοση ή μη κανονιστικής πράξης και για το χρόνο έκδοσης αυτής ανήκει στην ανέλεγκτη από το δικαστή κρίση της διοίκησης. Εξαίρεση από την αρχή αυτή υπάρχει είτε όταν η νομοθετική εξουσιοδότηση επιβάλλει την υποχρέωση για την έκδοση της κανονιστικής πράξης, εφόσον συντρέχουν ορισμένες αντικειμενικές προϋποθέσεις ή εντός ορισμένης προθεσμίας είτε όταν η υποχρέωση της διοίκησης να προβεί σε κανονιστική ρύθμιση προκύπτει ευθέως από το Σύνταγμα. Εξάλλου με τις διατάξεις του ν.2738/1999 (κεφάλαιο Α) εισήχθη ο θεσμός των συλλογικών διαπραγματεύσεων για τη σύναψη συλλογικών συμβάσεων εργασίας στη δημόσια διοίκηση. Κατά το άρθρο 3 παρ.1 του νόμου αυτού η συλλογική σύμβαση εργασίας ρυθμίζει τους όρους και τις συνθήκες απασχόλησης των υπαλλήλων τους οποίους αφορά, για τα θέματα που προβλέπονται στην παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου, μεταξύ των οποίων δεν περιλαμβάνονται και θέματα μισθών. Με τις παραγράφους 1 και 2 του άρθρου 13 με τον τίτλο "Συλλογικές συμφωνίες" ορίζονται τα εξής: "1. Συλλογική διαπραγμάτευση για ρύθμιση ζητημάτων των όρων και συνθηκών απασχόλησης των υπαλλήλων, που δεν ρυθμίζονται σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο άρθρο 3 του παρόντος λόγω συνταγματικών περιορισμών (όπως ιδίως είναι ζητήματα μισθών, συντάξεων, σύστασης οργανικών θέσεων, προσόντων, τρόπου διορισμού κ.λπ.), μπορεί να καταλήγει σε συλλογική συμφωνία. 2. Η συμφωνία αυτή δεν αποτελεί συλλογική σύμβαση εργασίας, συνεπάγεται όμως για το Δημόσιο ή ν.π.δ.δ. ή ο.τ.α.: α) είτε την έκδοση κανονιστικών πράξεων, εφόσον τα θέματα της συμφωνίας μπορεί να ρυθμιστούν κανονιστικώς βάσει υπάρχουσας σχετικής εξουσιοδότησης νόμου, β) είτε την προώθηση σχετικής νομοθετικής ρύθμισης των θεμάτων της συμφωνίας. Αντικείμενο του περιεχομένου της συμφωνίας μπορεί να αποτελεί και ο χρόνος υλοποίησης της δέσμευσης για έκδοση κανονιστικών πράξεων ή προώθησης νομοθετικών ρυθμίσεων, κατά περίπτωση". Στη συνέχεια με το ν.3016/2002 "Για την εταιρική διακυβέρνηση, θέματα μισθολογίου και άλλες διατάξεις" και ειδικότερα με το άρθρο 14 του νόμου αυτού με τον τίτλο "Υλοποίηση συλλογικών συμφωνιών" ορίσθηκαν τα εξής: "1. Με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού ρυθμίζονται τα θέματα των συλλογικών συμφωνιών που συνάπτονται κατ' εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου13 του ν.2738/1999 (ΦΕΚ 180 Α') και αφορούν θέματα μισθών και αμοιβών, συμπεριλαμβανομένων και αυτών που υπεγράφησαν το 2001. 2. Με όμοιες αποφάσεις οι ρυθμίσεις της προηγούμενης παραγράφου είναι δυνατόν να επεκτείνονται, εν όλω ή εν μέρει, και στο λοιπό προσωπικό του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α.) και λοιπών νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.), που δεν συμμετείχε στη σύναψη των συλλογικών συμφωνιών του άρθρου 13 του ν.2738/1999 και μέχρι του ποσού των εκατόν εβδομήντα έξι (176) ευρώ. 3. Αν καταβάλλονται οποιουδήποτε είδους πρόσθετες μισθολογικές παροχές, που υπολείπονται του ποσού των εκατόν εβδομήντα έξι (176) ευρώ, επιτρέπεται να χορηγείται μόνο η διαφορά μέχρι του ποσού αυτού. Οι ρυθμίσεις αυτές όσον αφορά το προσωπικό των Ο.Τ.Α. και το προσωπικό των λοιπών Ν.Π.Δ.Δ. περιορίζονται στις υφιστάμενες από τον προϋπολογισμό τους δυνατότητες. 4. Με τις προβλεπόμενες από τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου αυτού κοινές υπουργικές αποφάσεις καθορίζονται ειδικότερα: α) Οι δικαιούχοι των παροχών και το ύψος τους, λαμβάνοντας υπόψη για τη χορήγηση ή μη των παροχών αυτών το συνολικό ποσό των καταβαλλόμενων μηνιαίων αποδοχών και λοιπών παροχών, επιδομάτων και αποζημιώσεων από οποιαδήποτε πηγή. β) Οι όροι, οι προϋποθέσεις και οι περιορισμοί για τη χορήγηση των ανωτέρω παροχών, η διαδικασία και ο χρόνος καταβολής, καθώς και ο τρόπος αντιμετώπισης της σχετικής δαπάνης. γ) Κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για τη χορήγησή τους. 5... 6. Οι διατάξεις του άρθρου αυτού ισχύουν από 1-1-2002". Μεταξύ των κοινών υπουργικών αποφάσεων που εκδόθηκαν κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 14 ν.3016/2002 περιλαμβάνεται και η 2/40326/ 0022/11-6-2001 κοινή απόφαση των υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και Πολιτισμού, με τις παραγράφους 1 έως 4 της οποίας ορίσθηκαν τα εξής: "Χορηγείται μηνιαία ειδική παροχή: α) Στους υπαλλήλους του Υπουργείου Πολιτισμού, που δεν είναι δικαιούχοι άλλου ποσού από επίδομα ή αποζημίωση από ειδικό λογαριασμό, μόνιμους και με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, των οποίων οι αποδοχές διέπονται από τις διατάξεις του ν.2470/1997. β) Στους υπαλλήλους της Κρατικής Ορχήστρας Αθηνών, της Κρατικής Ορχήστρας Θεσσαλονίκης, της Εθνικής Πινακοθήκης Μουσείου Αλεξάνδρου Σούτζου, του Μουσείου Ελληνικής Λαϊκής Τέχνης και του Προπαρασκευαστικού Επαγγελματικού Σχολείου Καλών Τεχνών Πανόρμου Τήνου, μόνιμους και με σύμβαση ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, των οποίων οι αποδοχές διέπονται από τις διατάξεις του ν.2470/1997 και οι σχετικές πιστώσεις εγγράφονται στον τακτικό προϋπολογισμό του ΥΠΠΟ. γ) Στους αποσπασμένους ή τοποθετούμενους από άλλα Υπουργεία, Ο.Τ.Α, ή λοιπά Ν.Π.Δ.Δ." (παρ.1). "Το ύψος της ειδικής παροχής ορίζεται σε 88 ευρώ από 1-1-2002 και σε 176 ευρώ από 1-7-2002" (παρ.2). "Η ειδική παροχή συμψηφίζεται με οποιεσδήποτε άλλες παροχές, επιδόματα και αποζημιώσεις ανεξάρτητα από την πηγή που καταβάλλονται εκτός των καταβαλλομένων από συμμετοχή σε συλλογικά όργανα αποζημιώσεων, που λαμβάνουν οι δικαιούχοι αυτής καθώς και των ειδικών αποζημιώσεων που προβλέπονται από την ΚΥΑ 2050905/5583/0022/29-7-1994 και το άρθρο 8 του π.δ. 97/1999" (παρ.3). "Όσοι υπάλληλοι είναι αποσπασμένοι εντός ή εκτός των υπηρεσιών της παραγράφου 1 της παρούσας και λαμβάνουν αντίστοιχα επιδόματα ή αποζημιώσεις με οποιαδήποτε μορφή, τα οποία αθροιστικώς υπερβαίνουν το ποσό της ειδικής παροχής, δεν δικαιούνται αυτή. Σε περίπτωση που τα εν λόγω επιδόματα και αποζημιώσεις υπολείπονται της ειδικής παροχής της παραγράφου 1 της παρούσας, τότε καταβάλλεται η εκάστοτε προκύπτουσα διαφορά..." (παρ.4). Από τις προαναφερθείσες διατάξεις προκύπτει ότι οι υπουργοί Οικονομίας και Οικονομικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και ο κατά περίπτωση αρμόδιος υπουργός δεν είχαν υποχρέωση αλλ'? απλώς διακριτική ευχέρεια να εκδώσουν, μετά από εκτίμηση της δημοσιονομικής κατάστασης της χώρας, κοινές υπουργικές αποφάσεις με τις οποίες να επεκτείνουν εν όλω ή εν μέρει τις ευνοϊκές μισθολογικές ρυθμίσεις που προβλέπονται από κοινές υπουργικές αποφάσεις εκδιδόμενες δυνάμει συλλογικών συμφωνιών κατά την παράγραφο 1 και στο λοιπό προσωπικό του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου που δεν συμμετείχαν στη σύναψη συλλογικών συμφωνιών. Σε περίπτωση δε επέκτασης των ευνοϊκών αυτών μισθολογικών ρυθμίσεων, οι ανωτέρω υπουργοί είχαν περαιτέρω διακριτική ευχέρεια, κατ'?εκτίμηση επίσης της δημοσιονομικής κατάστασης της χώρας, να καθορίσουν το ύψος της πρόσθετης μισθολογικής παροχής, η οποία πάντως δεν μπορούσε να υπερβαίνει το ποσό των εκατόν εβδομήντα έξι ευρώ. Δηλαδή προϋπόθεση για τη χορήγηση πρόσθετης μισθολογικής παροχής κατ' εφαρμογή της ανωτέρω διάταξης ήταν, ενόψει των οριζομένων στην παράγραφο 3 του ίδιου πιο πάνω άρθρου 14 του ν.3016/20002 και του σκοπού της ρύθμισης (που συνίστατο, κατά τα αναφερόμενα στη σχετική εισηγητική έκθεση, στην ενίσχυση των χαμηλόμισθων υπαλλήλων) να μη λαμβάνει ο υπάλληλος οποιαδήποτε άλλη πρόσθετη μισθολογική παροχή ίση ή ανώτερη με το ανωτέρω ποσό. Σε περίπτωση δε υπαλλήλων που ελάμβαναν άλλη πρόσθετη μισθολογική παροχή μικρότερη από το ποσό αυτό (των εκατόν εβδομήντα έξι ευρώ) ήταν επιτρεπτό να χορηγηθεί με τις ανωτέρω υπουργικές αποφάσεις μόνο η διαφορά έως το ποσό αυτό. Ενόψει των ανωτέρω δεν συνιστά παραβίαση των προαναφερομένων διατάξεων η παράλειψη της διοίκησης να ασκήσει την προβλεπόμενη από τις διατάξεις αυτές κανονιστική αρμοδιότητα με την έκδοση υπουργικής απόφασης για την επέκταση της χορήγησης της ένδικης παροχής και πάντως δεν ήταν επιτρεπτή η χορήγηση αυτής σε υπαλλήλους οι οποίοι ελάμβαναν οποιουδήποτε είδους άλλη πρόσθετη μισθολογική παροχή ίση ή ανώτερη του ποσού των εκατόν εβδομήντα έξι ευρώ (Ολ.Σ.τ.Ε.95/2013). Η δε τυχόν κατά παράβαση των εξουσιοδοτικών διατάξεων του άρθρου 14 παρ.2, 3 και 4 του ν.3016/2002, συστηματική έστω, έκδοση κοινών υπουργικών αποφάσεων για τη χορήγηση της ειδικής παροχής των εκατόν εβδομήντα έξι ευρώ σε διάφορες κατηγορίες υπαλλήλων του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου συνιστά μη επιτρεπόμενη από το Σύνταγμα τροποποίηση των εξουσιοδοτικών ως άνω διατάξεων εκ μέρους της διοίκησης και δεν μπορεί να μεταβάλει τη φύση της ειδικής αυτής παροχής σε γενική προσαύξηση των αποδοχών όλων των ανωτέρω υπαλλήλων. Αν ο νομοθέτης ήθελε την παροχή αυτή ως γενική προσαύξηση των αποδοχών όλων των υπαλλήλων που υπάγονται στο ενιαίο μισθολόγιο της δημόσιας διοίκησης, θα το όριζε ρητά και δεν θα παρείχε σ' αυτή, με εξουσιοδοτικές διατάξεις τυπικού νόμου, τη διακριτική ευχέρεια να εκδώσει κανονιστικές πράξεις για τη χορήγησή της υπό τις προεκτεθείσες και μόνο προϋποθέσεις. Ακολούθως, με το άρθρο 28 παρ.4 του ν.3205/2003 "Μισθολογική ρύθμιση λειτουργών και υπαλλήλων του Δημοσίου, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ, μονίμων στελεχών των Ενόπλων Δυνάμεων και αντιστοίχων της Ελληνικής Αστυνομίας, του Πυροσβεστικού και Λιμενικού Σώματος και άλλες συναφείς διατάξεις", καταργήθηκε από 1-1-2004 (άρθρο 56 του νόμου αυτού), εκτός των άλλων, "το άρθρο 14 του ν.3016/2002 (ΦΕΚ 110 Α') και όλες οι κοινές υπουργικές αποφάσεις που εκδόθηκαν κατ' εξουσιοδότηση του". Με το άρθρο 24 παρ.3 του ίδιου νόμου 3205/2003 ορίσθηκε ότι τα θέματα που ρυθμίζονται με το νόμο αυτό δεν αποτελούν αντικείμενο συλλογικών διαπραγματεύσεων και ότι η χορήγηση οποιωνδήποτε άλλων παροχών ή αποζημιώσεων εν γένει, πέραν των προβλεπομένων στο νόμο αυτό, επιτρέπεται μόνο με τροποποίηση των διατάξεών του και με την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου ορίσθηκε ότι "...ποσά που καταβάλλονται μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου, σύμφωνα με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού, που εκδόθηκαν κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 14 του ν.3016/2002 (ΦΕΚ 110 Α') ως ειδική παροχή... διατηρούνται ως προσωπική διαφορά μειούμενη από οποιαδήποτε μελλοντική χορήγηση νέου επιδόματος, παροχής ή αποζημίωσης ή από αύξηση του κινήτρου απόδοσης του άρθρου 12 του παρόντος νόμου. Οι ανωτέρω κοινές υπουργικές αποφάσεις καταργούνται από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου. Μετά την 31-12-2003, δεν καταβάλλεται σωρευτικά η ως άνω προσωπική διαφορά μαζί με οποιαδήποτε πρόσθετη μισθολογική παροχή που συμψηφιζόταν με αυτή σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 14 του ν.3016/2002 και τις κατ' εξουσιοδότηση αυτού εκδοθείσες κοινές υπουργικές αποφάσεις...". Από τις αμέσως ανωτέρω διατάξεις προκύπτει ότι με την κατάργηση του άρθρου 14 του ν.3016/2002, καθώς και των κατ' εξουσιοδότηση αυτού εκδοθεισών κοινών υπουργικών αποφάσεων, για να μη χειροτερεύσει από την 1-1-2004 η μισθολογική κατάσταση των χαμηλόμισθων υπαλλήλων οι οποίοι ελάμβαναν μέχρι τις 31-12-2003 την ειδική παροχή των εκατόν εβδομήντα έξι ευρώ με βάση κοινές υπουργικές αποφάσεις που είχαν εκδοθεί, διατηρήθηκε η ειδική αυτή παροχή ως προσωπική διαφορά για τους υπαλλήλους αυτούς, υπό την προϋπόθεση ότι δεν ελάμβαναν άλλη πρόσθετη παροχή ίση ή μεγαλύτερη του ποσού των εκατόν εβδομήντα έξι ευρώ, η οποία συμψηφιζόταν με την παροχή αυτή, μειούμενη σε περίπτωση χορήγησης οποιασδήποτε μελλοντικής παροχής ή νέου επιδόματος ή αποζημιώσεως ή αύξησης του κινήτρου απόδοσης. Τέλος από τη διάταξη του άρθρου 2 παρ.3 του ν.3336/2005, το οποίο φέρει τον τίτλο "Εισοδηματική πολιτική έτους 2005" και ορίζει ότι: "Οι υπάλληλοι του Δημοσίου, Ν.Π.Δ.Δ. και Ο.Τ.Α., οι οποίοι διορίσθηκαν ή μετατάχθηκαν μετά την 1-1-2004 σε Υπηρεσίες, στους υπαλλήλους των οποίων χορηγούνται τα ποσά που διατηρήθηκαν ως προσωπική διαφορά με τη διάταξη της παραγράφου 2 του άρθρου 24 του ν.3205/2003, δικαιούνται την καταβολή της προσωπικής διαφοράς, με τους ίδιους όρους και προϋποθέσεις που τη λαμβάνουν και οι υπόλοιποι υπάλληλοι των Υπηρεσιών αυτών. Η διάταξη αυτή έχει εφαρμογή από 1-1-2005", προκύπτει ότι απαραίτητη προϋπόθεση για τη χορήγηση της ειδικής παροχής των εκατόν εβδομήντα έξι ευρώ ως προσωπικής διαφοράς σε υπαλλήλους που διορίσθηκαν ή μετατάχθηκαν μετά την 1-1-2004 σε υπηρεσίες στις οποίες διατηρήθηκε ως προσωπική διαφορά η παροχή των εκατόν εβδομήντα έξι ευρώ, είναι να τη λαμβάνει το προσωπικό των υπηρεσιών αυτών, καθώς και η νόμιμη χορήγησή της στο προσωπικό αυτό, διότι αν το τελευταίο λαμβάνει την προσωπική διαφορά χωρίς να συντρέχουν οι νόμιμοι όροι και προϋποθέσεις για την απόληψή της, μεταξύ των οποίων είναι να μη λαμβάνει άλλες πρόσθετες παροχές ίσες ή ανώτερες του ποσού των εκατόν εβδομήντα έξι ευρώ που συμψηφίζονται με την παροχή αυτή, οι διορισθέντες ή μεταταχθέντες στις υπηρεσίες αυτές δεν την δικαιούνται από 1-1-2005 με βάση την αρχή της ισότητας διότι, όπως προαναφέρθηκε, ισότητα στην παρανομία δεν νοείται (Ολ.Α.Π.16 και 17/2015). Στην προκειμένη περίπτωση το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε τα εξής: Ότι οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι προσλήφθηκαν με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου από το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο και ειδικότερα από το Υπουργείο Πολιτισμού με τις αναφερόμενες ειδικότητες ο καθένας, υπαγόμενοι στο ενιαίο μισθολογικό καθεστώς του προσωπικού της δημόσιας διοίκησης. Ότι παρά ταύτα, κατά παράβαση των συνταγματικών αρχών της ισότητας και της ίσης αμοιβής για παρεχόμενη εργασία ίσης αξίας, δεν τους χορηγήθηκε η ειδική παροχή του άρθρου 14 του ν.3016/2002, η χορήγηση της οποίας συνιστά ευθεία και γενική αύξηση των αποδοχών των υπαλλήλων του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου και δεν συναρτάται με καμία άλλη προϋπόθεση. Με βάση την πιο πάνω ερμηνεία το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έκρινε ακολούθως ότι οι ενάγοντες δικαιούνται να λάβουν τη ζητούμενη με την επικουρική βάση της αγωγής τους ειδική παροχή του άρθρου 14 του ν.3016/2002 κατά το μέρος της που δεν είχε υποκύψει σε παραγραφή, στη συνέχεια δε, κατά παραδοχή της εφέσεώς τους, εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με την είχε απορριφθεί στο σύνολό της την αγωγή ως μη νόμιμη και δέχθηκε την αγωγή κατά την επικουρική βάση της και κατά το προαναφερθέν μέρος της. Έτσι που έκρινε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 560 αριθ.1 Κ.Πολ.Δ και συγκεκριμένα παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ.1 του Συντάγματος και του αποτελούντος ειδικότερη έκφανσή του άρθρου 22 παρ.1 εδ.β αυτού, 14 του ν.3016/2002, 24 παρ.2 και 28 παρ.4 του ν.3205/2003 και της 2/40326/0022/11-6-2001 κοινής απόφασης των υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και Πολιτισμού αφού, κατά τα προεκτεθέντα, η ένδικη παροχή των εκατόν εβδομήντα έξι ευρώ δεν συνιστά προβλεπόμενη από το νόμο ευθεία και γενική αύξηση των αποδοχών όλων των υπαλλήλων του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου εξομοιούμενη με μισθό, με μόνη προϋπόθεση την υπαγωγή αυτών στο ενιαίο μισθολόγιο του προσωπικού της δημόσιας διοίκησης, αλλά αποτελεί ειδική παροχή μη εξομοιούμενη με μισθό και παρέχεται αν η διοίκηση ασκήσει τη διακριτική της ευχέρεια, μετά συνεκτίμηση της δημοσιονομικής κατάστασης της χώρας, να εκδώσει κανονιστική πράξη για επέκταση της χορήγησης της παροχής αυτής σε υπαλλήλους που πληρούν τις προϋποθέσεις τις οποίες τάσσει το άρθρο 14 του ν.3016/2002, μία των οποίων είναι να μη λαμβάνει ο υπάλληλος άλλες πρόσθετες παροχές, ίσες ή ανώτερες του ποσού των εκατόν εβδομήντα έξι ευρώ. Επί πλέον, όπως επίσης έχει εκτεθεί προηγουμένως, από τη συνταγματική αρχή της ισότητας δεν απέρρεε υποχρέωση της διοίκησης να επεκτείνει τη χορήγηση της ένδικης παροχής στους αναιρεσίβλητους από μόνο το λόγο ότι η παροχή αυτή χορηγήθηκε παρανόμως σε άλλες κατηγορίες υπαλλήλων διότι ισότητα στην παρανομία δεν νοείται.

Συνεπώς ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πιο πάνω πλημμέλεια, είναι βάσιμος. Ενόψει όλων αυτών πρέπει να γίνει δεκτός ο αναιρετικός αυτός λόγος και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος που έκρινε νόμιμη και μερικώς κατ' ουσίαν βάσιμη την αγωγή των αναιρεσιβλήτων κατά την επικουρική βάση της, παρελκούσης της έρευνας του δευτέρου λόγου αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλονται ωσαύτως αιτιάσεις για τη μερική παραδοχή της ίδιας βάσεως της αγωγής. Ενόψει δε του ότι η υπόθεση δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση, πρέπει να κρατηθεί και να δικασθεί από το παρόν δικαστήριο (άρθρο 580 παρ.3 εδ.α' Κ.Πολ.Δ.). Στη συνέχεια πρέπει να ερευνηθεί κατ' ουσίαν η ασκηθείσα από τους αναιρεσιβλήτους έφεση κατά της αποφάσεως του πρωτοβαθμιου δικαστηρίου, κατά το δεύτερο λόγο της με τον οποίο αυτοί παραπονούνταν για την απόρριψη της επικουρικής βάσεως της αγωγής τους (αφού ο πρώτος λόγος με τον οποίο παραπονούνταν για την απόρριψη της κύριας βάσεως απορρίφθηκε από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο χωρίς να ασκηθεί αναίρεση από αυτούς) και να απορριφθεί η έφεση, δεδομένου ότι η επικουρική βάση της αγωγής των αναιρεσιβλήτων (με την οποία ζητούσαν να υποχρεωθεί το εναγόμενο να τους καταβάλει την ένδικη παροχή του άρθρου 14 ν.3016/2002 με μόνη την επίκληση της αρχής της ισότητας και χωρίς την επίκληση της συνδρομής των προϋποθέσεων που τάσσει το άρθρο αυτό, μεταξύ των οποίων και το ότι δεν ελάμβαναν άλλες πρόσθετες παροχές ίσες ή ανώτερες του ποσού των εκατόν εβδομήντα έξι ευρώ) ήταν μη νόμιμη κατά τα προεκτεθέντα και ορθώς απορρίφθηκε για το λόγο αυτό από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο. Τέλος πρέπει να συμψηφισθούν στο σύνολό τους τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων του δευτέρου βαθμού δικαιοδοσίας και της παρούσας δίκης, λόγω του δυσερμηνεύτου των εφαρμοσθεισών διατάξεων (άρθρο 179 περ.β Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 2446/2011 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος της.

Κρατεί και δικάζει την υπόθεση.

Απορρίπτει την έφεση.

Συμψηφίζει στο σύνολό τους τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων του δεύτερου βαθμού δικαιοδοσίας και της παρούσας δίκης.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Ιανουαρίου 2016.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στις 2 Φεβρουαρίου 2016.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ