Legislator Case Law & Legislation
103/2015 AI generated

103/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 103/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημητρούλα Υφαντή, Γεώργιο Σακκά, Παναγιώτη Χατζηπαναγιώτη και Χαράλαμπο Καλαματιανό, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

103/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στην περίπτωση που η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου, ή δεν επιδόθηκε νόμιμα και εκπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση μετά νέα κλήτευση. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου ο πρώτος και η τέταρτη των αναιρεσιβλήτων Ε.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 103 / 2015 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 103/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημητρούλα Υφαντή, Γεώργιο Σακκά, Παναγιώτη Χατζηπαναγιώτη και Χαράλαμπο Καλαματιανό, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Νοεμβρίου 2014, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Π. Γ. του Α., 2) Ε. συζ. Π. Γ., το γένος Ν. Μ., κατοίκων ... και 3) ανώνυμης εταιρίας γενικών ασφαλίσεων ζημιών με την επωνυμία "ΙΝΤΕΡΣΑΛΟΝΙΚΑ ΑΕΓΑΖ", που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Καραγκούνη, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ανακαλεί την από 6-11-2014 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίσταται.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ε. Σ. του Δ., 2) Α. Σ. του Γ., συζ. Π. Σ., 3) Π. Σ., 4) Ε. Τ. του Ι., όλων κατοίκων ... και 5) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "ΙΝΤΕΡΑΜΕΡΙΚΑΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΖΗΜΙΩΝ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Οι 2η και 3ος των αναιρεσιβλήτων εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σταύρο Τσάμη, η 5η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χαράλαμπο Δρακόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, ενώ οι 1ος και 4η δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6-8-2004 αγωγή του ήδη 1ου των αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάστηκε με τις από 24-6-2005, 1-8-2005 και 12-10-2005 αγωγές των ήδη 1ου και 2ης των αναιρεσειόντων, 4ης αναιρεσίβλητης και 2ης και 3ου των αναιρεσιβλήτων, αντίστοιχα. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 8022/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1127/2011 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 5-5-2013 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Δημητρούλα Υφαντή διάβασε την από 3-11-2014 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της με αριθμ. καταθέσεως 115/28-5-2014 αίτησης για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1127/2011 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των 2ης και 3ου των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Από το συνδυασμό των διατάξεων του άρθρου 576 ΚΠολΔ προκύπτει ότι εάν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως, αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ή αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπομένου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως, αν ο τελευταίος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.

Στην περίπτωση που η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου, ή δεν επιδόθηκε νόμιμα και εκπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση μετά νέα κλήτευση. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου ο πρώτος και η τέταρτη των αναιρεσιβλήτων Ε.

Σ. και Ε. Τ. δεν εμφανίσθηκαν κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, κατά την οποία εκφωνήθηκε η υπόθεση από το πινάκιο στη σειρά της. Από τα υπάρχοντα στη δικογραφία έγγραφα δεν προκύπτει ότι οι απολειπόμενοι διάδικοι Ε. Σ. και Ε. Τ. (1ος και 4η των αναιρεσιβλήτων) επισπεύδουν τη συζήτηση της υπόθεσης, ή ότι αυτοί κλήθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα να παραστούν κατ' αυτήν, από τους αναιρεσείοντες.

Επομένως η συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη για τους δύο πιο πάνω αναιρεσίβλητους, εφόσον δε οι αναιρεσίβλητοι αυτοί στην ένδικη υπόθεση βρίσκονται σε σχέση απλής ομοδικίας με τους λοιπούς αναιρεσιβλήτους, οι οποίοι εκπροσωπούνται και παρίστανται νόμιμα, πρέπει η υπόθεση να χωριστεί για τους τελευταίους και η συζήτηση της υπόθεσης να χωρήσει νομίμως ως προς αυτούς δηλαδή τη δεύτερη, την τρίτη και την πέμπτη των αναιρεσιβλήτων Α.

Σ., Π. Σ. και την Ασφαλιστική Εταιρεία με την επωνυμία "INTERAMERICAN ΑΕΕΓΑ" (άρθρ. 576 παρ. 3 εδ. β' ΚΠολΔ όπως προστέθηκε με το άρθρο 62 του ν. 4139/2013, που καταλαμβάνει και τις εκκρεμείς υποθέσεις).

ΙΙ. Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005). Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.ΑΠ 27 και 28/1998).

Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.ΑΠ 1/1999).

Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559, αριθ. 19 λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης με την έννοια της ανεπαρκούς αιτιολογίας αφορά ελλείψεις αναγόμενες αποκλειστικά στη διατύπωση του αιτιολογικού πορίσματος αναφορικά με τη συνδρομή ή μη γεγονότων, που στη συγκεκριμένη περίπτωση συγκροτούν το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έτσι ώστε, από την ανεπαρκή ή αντιφατική έκθεσή τους, να μην μπορεί να κριθεί αν η απόφαση στηρίζεται ή όχι νομικώς (Ολ.ΑΠ 13/1995).

Η ύπαρξη νόμιμης βάσης και η αντίστοιχη έλλειψή της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο δε Άρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του προκειμένου λόγου αναίρεσης, ελέγχοντας μόνο την προσβαλλόμενη απόφαση και το αιτιολογικό της και όχι το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων σε εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ.

Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.

Η παράνομη συμπεριφορά ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.

Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου, που μπορεί να είναι και ο ζημιωθείς στην περίπτωση που συνετέλεσε και ο ίδιος την πρόκληση ή την επαύξηση της ζημιάς, ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα.

Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ως αποδειχθέντα επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.

Αντίθετα, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, περί του ότι στη συγκεκριμένη (ένδικη) περίπτωση η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε ή δεν αποτέλεσε την αιτία του επιζήμιου αποτελέσματος, περί του ότι δηλαδή το ζημιογόνο γεγονός σε σχέση με τη ζημία βρίσκεται ή δεν βρίσκεται σε σχέση αιτίου και αποτελέσματος, ως αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Τέλος, η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση του αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος (ΑΠ 468/2003).

Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 1127/2011 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης έγιναν δεκτά τα ακόλουθα κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας εκτίμηση των αποδείξεων. "Στις 15.6.2004 και περί ώρα 22:40' περίπου ο Ε. Σ. οδηγώντας το υπ' αριθμ. κυκλ. ΝΕΡ ... αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του, κινούνταν στην Περιφερειακή οδό Θεσσαλονίκης στην περιοχή Φοίνικα με κατεύθυνση προς τη δυτική πλευρά της πόλης, στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας.

Στην οδό αυτή και ομόρροπα προς αυτόν κινούνταν, στη μεσαία λωρίδα κυκλοφορίας, ο Π. Γ., οδηγώντας το υπ' αριθμ. κυκλ. ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, συνιδιοκτησίας αυτού και της συζύγου του Ε. Γ. κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου ο καθένας, που ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στην ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "ΙΝΤΕΡΣΑΛΟΝΙΚΑ ΑΕ" έχοντας συνεπιβάτιδά του την Ε.

Τ.. Η περιφερειακή οδός στο 1ο χιλιόμετρο μετά την έξοδο προς Θεσσαλονίκη είναι διπλής κατευθύνσεως με 10,5 μέτρα πλάτος οδοστρώματος ανά κατεύθυνση, τρεις λωρίδες κυκλοφορίας, και ευθεία. Κατά τον ως άνω χρόνο ήταν νύχτα πλην όμως υπήρχε επαρκής τεχνητός φωτισμός, η κυκλοφορία οχημάτων ήταν αραιή, οι καιρικές συνθήκες καλές και η ορατότητα δεν περιοριζόταν.

Ο Π. Γ. αφού κινήθηκε αρχικά στη μεσαία λωρίδα κυκλοφορίας κατόπιν στο 1ο χιλιόμετρο της παραπάνω οδού πραγματοποίησε αλλαγή λωρίδας κυκλοφορίας, εισήλθε χωρίς να ανάψει το δεξιό δείχτη αλλαγής πορείας στη δεξιά λωρίδα όπου κινούνταν κανονικά το αυτοκίνητο του Ε. Σ. με αριθμ. κυκλοφορίας ... και κινούμενος με αυξημένη λόγω της προσπέρασης που πραγματοποιούσε άνω των 80 χιλιομέτρων την ώρα ταχύτητα, παρεμβλήθηκε στην πορεία του αυτοκινήτου του πρώτου Ε.

Σ. και επήλθε η σύγκρουση αυτών. Λόγω της σφοδρότητας της συγκρούσεως ενεργοποιήθηκε ο προστατευτικός σάκος που βρίσκεται στη θέση του οδηγού του αυτοκινήτου αυτού (του Ε. Σ.) και απέτρεψε τον τραυματισμό του. Στη συνέχεια το όχημα του Π. Γ. έφυγε από την πορεία του χτυπώντας στη μεταλλική προστατευτική μπάρα.

Αποτέλεσμα της συγκρούσεως ήταν να υποστεί το αυτοκίνητο του Ε. Σ. σοβαρές υλικές ζημίες στο μπροστινό και μπροστινό αριστερό και δεξιό τμήμα του. Το ζημιογόνο όχημα των Π. και Ε. Γ. μετά τη σύγκρουση με το παραπάνω όχημα κινήθηκε κάθετα στο οδόστρωμα και αφού επέπεσε στη διαχωριστική νησίδα, όπως αναφέρθηκε, παρεμβλήθηκε και έφραξε το ρεύμα πορείας του συννόμως κινούμενου στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας υπ' αριθμ.

κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκινήτου, ιδιοκτησίας της Α. Σ. που οδηγούσε η ίδια και η οποία ήταν αδύνατο να αποφύγει τη σύγκρουση λόγω του ότι το συμβάν αυτό έγινε ξαφνικά. Επίσης στο ζημιογόνο παραπάνω όχημα των Π. και Ε. Γ. επέβαινε και η Ε. Τ., ενάγουσα της τρίτης αγωγής, η οποία από το ατύχημα τραυματίσθηκε. Με βάση τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά αποκλειστικά υπαίτιος του επίδικου αυτοκινητικού ατυχήματος και των ζημιογόνων αποτελεσμάτων που προέκυψαν από αυτό είναι ο Π.

Γ., ο οποίος με αυξημένη ταχύτητα επιχείρησε προσπέραση του οχήματος του Ε. Σ., ο οποίος οδηγούσε κανονικά το όχημά του στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας χωρίς προειδοποίηση και εντελώς ξαφνικά ενώ έπρεπε πρώτα να ανάψει το δεξιό δείκτη πορείας για να ειδοποιήσει τους πίσω από αυτόν κινούμενους οδηγούς και τον ενάγοντα που κινούνταν στο ίδιο ύψος της οδού με αυτόν, για την πρόθεση του να αλλάξει λωρίδα κυκλοφορίας και να κινηθεί δεξιά προς Πυλαία και εφόσον στο ρεύμα αυτό δεν βρισκόταν άλλο όχημα να πραγματοποιήσει την αλλαγή λωρίδας χωρίς να προκαλέσει κίνδυνο στα οχήματα που βρίσκονταν στην οδό και όχι με τον τρόπο που την πραγματοποίησε ήτοι ξαφνικά απρόβλεπτα και χωρίς να ειδοποιήσει τους οδηγούς των λοιπών οχημάτων που βρίσκονταν στην οδό.

Καμία δε υπαιτιότητα δεν βαρύνει τους λοιπούς ενάγοντες ήτοι τον Ε. Σ. και την Α. Σ., καθόσον όπως αναφέρθηκε παραπάνω η κίνηση των οχημάτων τους ήταν σύννομη και κανονική". Το Εφετείο με το να δεχθεί με τις ανωτέρω σκέψεις τους αντίστοιχους λόγους της έφεσης των αναιρεσιβλήτων κατά της αντιθέτως κρίνασας πρωτόδικης απόφασης, με την οποία είχε κριθεί ο πρώτος αναιρεσίβλητος Ε.

Σ. αποκλειστικά υπαίτιος της ένδικης συγκρούσεως, κρίνοντας τελικά το Εφετείο τον πρώτο αναιρεσείοντα οδηγό Π. Γ. αποκλειστικά υπαίτιο της ένδικης πολλαπής σύγκρουσης, και τελικά δεχόμενο (το Εφετείο) τις αγωγές των αναιρεσιβλήτων και απορρίπτοντας την αγωγή των δύο πρώτων αναιρεσειόντων ορθά εφάρμοσε και δεν παραβίασε τις εφαρμοσθείσες ως άνω ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330, 914 του Α.Κ., 17 παρ. 1, 19 και 21 παρ. 1 έως 3 του Κ.Ο.Κ.

καθόσον τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά για την υπαίτια και αμελή συμπεριφορά του πρώτου αναιρεσείοντος οδηγού Π. Γ., κατά την υπέρβαση του παράλληλα κινουμένου αυτοκινήτου του πρώτου αναιρεσίβλητου Ε. Σ. και κατά την προσπάθεια να κινηθεί εμπρός από το αυτοκίνητο του Ε.

Σ. στο δεξιό του ρεύματος πορείας, όπου εκινούντο και τα δύο οχήματα πληρούν το πραγματικό των νομικών εννοιών της υπαίτιας αμελούς οδήγικής συμπεριφοράς που κατ' αιτιώδη συνάφεια οδήγησε στην πρόκληση του πολλαπλού ένδικου τροχαίου ατυχήματος και δικαιολογούν την παραδοχή της έφεσης και της αγωγής των αναιρεσιβλήτων και την απόρριψη της αγωγής των δύο πρώτων αναιρεσειόντων, όπως και την απόρριψη της ένστασης των τελευταίων για συντρέχουσα υπαιτιότητα του πρώτου αναιρεσίβλητου οδηγού Ε.

Σ., άλλως για την αποκλειστική υπαιτιότητα τρίτου εμπλακέντος στο ένδικο ατύχημα. Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες με τον δεύτερο λόγο του αναιρετηρίου, κατά το ένα μέρος του, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 1 του αρθρ. 559 του ΚΠολΔ κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης.

Από τις ίδιες πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα με τις οποίες το Εφετείο, αφ' ενός μεν δέχτηκε την έφεση των αναιρεσιβλήτων κατά της αντιθέτως κρίνασας πρωτόδικης απόφασης, με την οποία είχε κριθεί ο πρώτος αναιρεσίβλητος Ε. Σ. αποκλειστικά υπαίτιος της ένδικης πολλαπλής σύγκρουσης προκύπτει ότι έχει νόμιμη βάση και δη την απαιτούμενη αιτιολογία, γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς το πραγματικό των εφαρμοστέων εδώ κανόνων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 297, 298, 300, 330, 914, 932 του Α.Κ., τους οποίους η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων για να αιτιολογηθεί χωρίς αμφιβολία η αποκλειστική υπαιτιότητα του πρώτου αναιρεσείοντος Π.

Γ. και ο αιτιώδης σύνδεσμος της υπαίτιας αυτής συμπεριφοράς αντίστοιχα με το ζημογόνο αποτέλεσμα που δεν διακόπηκε από οποιαδήποτε ανύπαρκτη αμελή συμπεριφορά του πρώτου αναιρεσίβλητου Ε. Σ.. Επομένως τα όσα αντίθετα υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες με τους συναφείς πρώτο, δεύτερο κατά το ένα μέρος του, τρίτο κατά το ένα μέρος του λόγους του αναιρετηρίου, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 19 του άρθρ. 559 του Κ.Πολ.Δ.

κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και οι αντίστοιχοι λόγοι αναίρεσης, ως προς όλα τα μέρη τους, εφόσον άλλωστε η υπαγωγή όλων των προαναφερθέντων πραγματικών περιστατικών στους κανόνες δικαίου περί αδικοπραξιών και του ΚΟΚ που εφαρμόσθηκαν δεν βρίσκεται σε καμία απολύτως αντίθεση με τα διδάγματα της κοινής πείρας.

Εξ άλλου, οι ίδιοι λόγοι της αναίρεσης κατά την σ' αυτούς κατά το άλλο μέρος τους περιλαμβανόμενη αιτίαση από τις διατάξεις των άρθρων 559 αριθ. 19 και 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ ότι υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης ή ανεπάρκεια των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης, σχετικά με την εκτίμηση των αποδείξεων, που αφορούν το ίδιο πιο πάνω προαναφερόμενο κρίσιμο ζήτημα της αποκλειστικής υπαιτιότητας του πρώτου αναιρεσείοντος οδηγού Π.

Γ. και της ελλείψεως οποιασδήποτε συνυπαιτιότητας του πρώτου αναιρεσίβλητου οδηγού Ε. Σ. και τα αντίστοιχα επιχειρήματα των αναιρεσιβλήτων και τα περί του αντιθέτου επιχειρήματα των αναιρεσειόντων, που έχουν σχέση με το τελικό αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο, και βρίσκονται κατά τους αναιρεσείοντες σε αντίθεση με το ότι:

α) δεν καθορίζεται στην απόφαση η ακριβής ταχύτητα του Π. Γ. αλλά χρησιμοποιείται η έκφραση "αυξημένη ταχύτητα άνω των 80 χιλ. την ώρα", β) δεν καθορίζεται η ταχύτητα του Ε. Σ., αλλά χρησιμοποιείται η έκφραση "εκινείτο κανονικά", γ) δεν προσδιορίζεται η διαφορά της ταχύτητας των δύο οχημάτων, δ) δεν προσδιορίζεται στην απόφαση εάν κατά το χρόνο της αλλαγής λωρίδας από το όχημα του Π.

Γ. τα δύο οχήματα εκινούντο παράλληλα, ε) δεν προσδιορίζεται ο τρόπος πρόκλησης της σύγκρουσης και εάν το όχημα του Π. Γ. παρεμβλήθηκε μπροστά από το αυτοκίνητο του Σ., στ) δεν διευκρινίζει εάν η παράβαση της μη προειδοποίησης εκ μέρους του Π. Γ. απετέλεσε αιτία του ατυχήματος είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, αφού κατά τα προεκτιθέμενα, το από τις αποδείξεις πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, πειστικότητα και κατά λογική ακολουθία τρόπο στην προσβαλλόμενη απόφαση, όπου εκτίθεται και ότι αποκλειστική αιτία του ένδικου ατυχήματος είναι το γεγονός ότι ο Π.

Γ. επιχείρησε προσπέραση του οχήματος του Ε. Σ., το οποίο εκινείτο από δεξιά του και με κανονική ταχύτητα, χωρίς προειδοποίηση και εντελώς ξαφνικά με αποτέλεσμα κινούμενος ο Π. Γ. με την υπερβολική ταχύτητα άνω των 80 χιλιομέτρων την ώρα να προσπεράσει το αυτοκίνητο του πρώτου αναιρεσίβλητου Ε. Σ., σε χρόνο δε που προσπαθούσε να κινηθεί στο δεξιό μέρος του οδοστρώματος να παρεμβληθεί μπροστά από το αυτοκίνητο του Ε.

Σ., το οποίο αναγκαστικά προσέκρουσε με το μπροστινό τμήμα του στο αυτοκίνητο του Π. Γ., με τους ίδιους δε λόγους κατά τα λοιπά, εκ του περιεχομένου των οποίων δεν συντρέχει εξαιρετική περίπτωση από εκείνες του άρθρ. 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, πλήττεται πλέον, μέσω των προαναφερομένων επιχειρημάτων των αναιρεσειόντων η ουσία αποκλειστικά της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

II. Ο λόγος αναίρεσης του αριθ. 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ δίδεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν, ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα του προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώληση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης λόγου έφεσης όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί (Ολ.ΑΠ 3/1997, ΑΠ 1933/2006). Εξ άλλου δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.ΑΠ 12/1997) αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ.ΑΠ 11/1996).

Με τον δεύτερο λόγο του αναιρετηρίου κατά το ένα μέρος του αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 8 άρθρου 559 του ΚΠολΔ ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τους ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων ότι "ο πρώτος αναιρεσίβλητος οδηγός Ε. Σ. με την έννοια του τρίτου είναι αποκλειστικά υπαίτιος της ένδικης σύγκρουσης, άλλως ότι υπήρξε συνυπαίτιος αυτής κατά 50%", παρέλειψε δε να συνεκτιμήσει τα πραγματικά περιστατικά που στήριζαν τους ίδιους ισχυρισμούς όπως αναλύθηκαν στην προηγούμενη παράγραφο της παρούσας. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, γιατί τα ίδια πραγματικά περιστατικά εκτιμήθηκαν προσηκόντως από το Εφετείο, απορρίφθηκαν δε τελικά με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντιθέτων προς εκείνα που συγκροτούν τους ισχυρισμούς αυτούς.

Επομένως, εφόσον όλοι οι λόγοι της αίτησης αναίρεσης είναι απορριπτέοι, συνακόλουθα απορριπτέα είναι και η κρινομένη αίτηση αναίρεσης, όσο κρίθηκε παραδεκτή η συζήτησή της. Τέλος πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο των κατατεθέντων παραβόλων (ΚΠολΔ 495 παρ. 4 εδ. 4), και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των παρόντων αναιρεσιβλήτων (άρθρ. 183 ΚΠολΔ) που κατέθεσαν και προτάσεις, χωριστά για τη δεύτερη και τρίτη των αναιρεσιβλήτων αφενός και την πέμπτη των αναιρεσιβλήτων αφετέρου, που είχαν διαφορετικούς πληρεξούσιους Δικηγόρους.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 5.5.2013 αίτησης αναίρεσης για αναίρεση της υπ' αριθ. 1127/2011 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης ως προς τους πρώτο και τετάρτη των αναιρεσιβλήτων Ε. Σ. και Ε. Τ. και διαχωρίζει τη συζήτηση της ίδιας αίτησης αναίρεσης ως προς τους λοιπούς αναιρεσίβλητους Α. Σ., Π. Σ. και την Ασφαλιστική Εταιρεία με την επωνυμία "INTERAMERICAN ΑΕΕΓΑ".

Απορρίπτει την από 5-5-2013 αίτηση αναίρεσης για αναίρεση της υπ' αριθ. 1127/2011 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης, κατά το μέρος της που κατά διαχωρισμό ερευνήθηκε ως προς τους αναιρεσίβλητους Α. Σ., Π. Σ. και την ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "INTERAMERICAN ΑΕΕΓΑ".

Διατάσσει την εισαγωγή των κατατεθέντων παραβόλων (13022, 13023, 13024/14 ΤΑΧΔΙΚ και παράβολα Δημοσίου 1326947, 2804663/14) στο Δημόσιο Ταμείο. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη των παρόντων αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες εφτακόσια (2.700) ευρώ ενιαία για τη δεύτερη και τον τρίτο των αναιρεσιβλήτων και σε δύο χιλιάδες εφτακόσια (2.700) ευρώ χωριστά για την πέμπτη των αναιρεσιβλήτων ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "INTERAMERICAN ΑΕΕΓΑ".

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Δεκεμβρίου 2014.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Φεβρουαρίου 2015.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ