Legislator Case Law & Legislation
103/2014 AI generated

103/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 103/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Νοεμβρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-5-2003 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσπρωτίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 42/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 131/2005 οριστική του Εφετείου Κέρκυρας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο ήδη αναιρεσίβλητος με την από 19-3-2007 αίτησή του.

Legislator headnote

AI generated

103/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): O αναιρεσίβλητος Ιερός Ναός άσκησε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας την από 12-5-2003 (αρ. καταθ. 98/31-7-2003) αγωγή κατά του Ελληνικού Δημοσίου, με την οποία ζήτησε να υποχρεωθεί το εναγόμενο να καταβάλει σε αυτόν το συνολικό ποσό 312.217,07 Ευρώ, ως αποζημίωση για τα απαλλοτριωθέντα αναγκαστικώς, για λόγους δημόσιας ωφέλειας, τμήματα της ιδιοκτησίας του, ως προς τα οποία δεν αποζημιώθηκε, επειδή κατ' εφαρμογή του.

Keywords

AI generated
access road roadside setback road infrastructure refurbishment right of necessary way access to property trunk road
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 103 / 2014 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 103/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Νικόλαο Λεοντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Δημητρούλα Υφαντή, Ιωάννα Πετροπούλου και Χαράλαμπο Καλαματιανό, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Νοεμβρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομίας, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο Πάρεδρο του ΝΣΚ Βασίλειο Κυριαζόπουλο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΑΓΙΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΛΑΔΟΧΩΡΙΟΥ ΗΓΟΥΜΕΝΙΤΣΑΣ" που εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Περικλή Στρούμπο και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-5-2003 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσπρωτίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 42/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 131/2005 οριστική του Εφετείου Κέρκυρας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο ήδη αναιρεσίβλητος με την από 19-3-2007 αίτησή του.

Εκδόθηκε η 1056/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την προσβαλλομένη απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο.

Εκδόθηκε η 116/2010 απόφαση του Εφετείου Κέρκυρας. Την αναίρεση της παραπάνω απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 25-10-2010 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Χαράλαμπος Καλαματιανός, ανέγνωσε την από 31-10-2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

I. O αναιρεσίβλητος Ιερός Ναός άσκησε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας την από 12-5-2003 (αρ. καταθ. 98/31-7-2003) αγωγή κατά του Ελληνικού Δημοσίου, με την οποία ζήτησε να υποχρεωθεί το εναγόμενο να καταβάλει σε αυτόν το συνολικό ποσό 312.217,07 Ευρώ, ως αποζημίωση για τα απαλλοτριωθέντα αναγκαστικώς, για λόγους δημόσιας ωφέλειας, τμήματα της ιδιοκτησίας του, ως προς τα οποία δεν αποζημιώθηκε, επειδή κατ' εφαρμογή του.

τεκμηρίου της ωφελείας του άρθρου 1 του ν. 653/1977 θεωρήθηκε ως ωφελούμενος παρόδιος ιδιοκτήτης, καθώς και για τη διαφορά μεταξύ της προσωρινής και οριστικής τιμής μονάδας αποζημιώσεως. Επί της ως άνω αγωγής εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία η υπ' αριθμ. 42/2004 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας, με την οποία η αγωγή αυτή έγινε εν μέρει δεκτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη και το Ελληνικό Δημόσιο υποχρεώθηκε να καταβάλει στον αναιρεσίβλητο Ιερό Ναό ως αποζημίωση για αμφότερες τις ανωτέρω αιτίες το συνολικό ποσό των 293.982 Ευρώ.

Κατά της ανωτέρω απόφασης το Δημόσιο άσκησε ενώπιον του Εφετείου Κέρκυρας την από 27-5-2004 (αρ. κατ. 58/27-5-2004) έφεση, με την, οποία ζήτησε την εξαφάνιση της εκκαλουμένης απόφασης κατά το μέρος, κατά το οποίο έγινε δεκτό το σχετικό αίτημα της αγωγής του αναιρεσιβλήτου για επιδίκαση αποζημιώσεως και για τα απαλλοτριωθέντα τμήματα της ιδιοκτησίας του, για τα οποία αυτός δεν αποζημιώθηκε κατ' εφαρμογή του ως άνω τεκμηρίου ωφέλειας.

Επί της ως άνω έφεσης του Δημοσίου εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 131/2005 απόφαση του Εφετείου Κέρκυρας, με την οποία έγινε δεκτή η έφεση του Δημοσίου και εξαφανίσθηκε η εκκαλουμένη απόφαση κατά το ως άνω εκκληθέν μέρος της, καθ' όσον με την απόφαση αυτή η αγωγή κατά το σχετικό κεφάλαιο και αίτημα αυτής κρίθηκε απαράδεκτη, με το σκεπτικό ότι το ως άνω αίτημα αυτής, που έχει ως βάση και προϋπόθεση την ανατροπή του τεκμηρίου της ωφέλειας του άρθρου 1 του ν. 653/1977, ασκήθηκε, "μετά την ισχύ του άρθρου 33 του ν. 2971/2001, με αγωγή ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου και όχι σύμφωνα με τη διαγραφόμενη από το νόμο αυτό διαδικασία και μέσα στην οριζόμενη ανατρεπτική προθεσμία των δύο μηνών από την έκδοση της απόφασης περί προσωρινού προσδιορισμού της αποζημίωσης, και σε κάθε περίπτωση (εφόσον ο ν. 2971/2001 δεν ίσχυε κατά το χρόνο αυτό) μέσα σε προθεσμία δύο μηνών από τη δημοσίευση του νόμου αυτού".

Η ως άνω απόφαση του Εφετείου Κέρκυρας, ύστερα από την άσκηση αίτησης αναίρεσης εκ μέρους του νυν αναιρεσιβλήτου, αναιρέθηκε με την υπ' αριθμ. 1056/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου και η υπόθεση παραπέμφθηκε για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Κέρκυρας, το οποίο αφού δίκασε εκ νέου την ως άνω έφεση του Δημοσίου, με την υπ' αριθμ. 116/2010 τελεσίδικη απόφαση του απέρριψε αυτήν ως αβάσιμη.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 1 του ν.653/1977 " περί υποχρεώσεως των παρόδιων ιδιοκτητών για τη διάταξη εθνικών οδών κ.λ.π.", όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 62 παρ. 9 και 10 του ν.947/1979 αναφορικά με την εφαρμογή αυτών και στις περιπτώσεις των προς βελτίωση των υφισταμένων οδών πραγματοποιούμενων νέων χαράξεων ή διαπλατύνσεων αυτών ή τμημάτων, καθώς και επί των επαρχιακών οδών για το μέχρι 20 μέτρων πλάτους αυτών, προκειμένου περί διάνοιξης εκτός σχεδίου πόλεων εθνικών οδών πλάτους κατάληψης 30 μέτρων, οι ωφελούμενοι παρόδιοι ιδιοκτήτες κάθε πλευράς υποχρεούνται σε αποζημίωση ζώνης πλάτους 15 μέτρων με τη συμμετοχή τους στις δαπάνες της απαλλοτρίωσης των καταλαμβανόμενων από τις οδούς αυτές ακινήτων.

Με την παράγραφο 3 του ως άνω άρθρου ορίστηκε ότι ως ωφελούμενοι παρόδιοι ιδιοκτήτες για την εφαρμογή του θεωρούνται εκείνοι των οποίων τα ακίνητα αποκτούν πρόσωπο επί των διανοιγόμενων οδών, ενώ κατά την παρ. 4 του ίδιου άρθρου όταν οι δικαιούχοι της αποζημίωσης για την απαλλοτρίωση είναι υπόχρεοι για την πληρωμή αυτής επέρχεται συμψηφισμός δικαιωμάτων και υποχρεώσεων.

Οι προαναφερόμενες διατάξεις του άρθρου παράγραφοι 1, 3 και 4 του Ν. 653/1977 που εισάγουν αμάχητο τεκμήριο ωφέλειας, κρίθηκε ότι αντίκεινται στο άρθρο 1 του πρώτου (πρόσθετου) πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης δικαιωμάτων του ανθρώπου (ΕΣΔΑ) που, μετά την επικύρωση της με το ν.δ. 53/1974, αποτελεί εσωτερικό δίκαιο και υπερισχύει από κάθε άλλη διάταξη του ημεδαπού δικαίου, άρα και της πιο πάνω διάταξης του Ν 653/1977 (άρθρο 28 παρ. 1 Συντάγματος).

Ωστόσο, το τεκμήριο αυτό δεν καταργείται, αλλά εξακολουθεί να ισχύει ως μαχητό όπως προβλέπεται ρητά πλέον και από το άρθρο 33 του Ν. 2971/2001, από το συνδυασμό των διατάξεων των παραγράφων 1 και 4 του οποίου προκύπτει ότι τα στοιχεία για την ωφέλεια ή μη του ακινήτου διευρύνονται και ότι εκτός από την πρόσοψη επί της διανοιγόμενης οδού, που προέβλεπε ο ως άνω νόμος 653/1977, ορίζονται (ενδεικτικά) και η δυνατότητα πρόσβασης του ακινήτου στο έργο, που περιλαμβάνεται στη ζώνη απαλλοτρίωσης, η δημιουργία επιπτώσεων στις χρήσεις του ακινήτου και η, κατά τις ισχύουσες διατάξεις, αρτιότητα και οικοδομησιμότητα του ακινήτου.

Έτσι, ο ισχυριζόμενος ότι το απομένον τμήμα του ακινήτου του δεν ωφελείται, αλλά αντιθέτως ζημιώνεται από την απαλλοτρίωση, μπορεί, αποδεικνύοντας το αντίθετο της τεκμαιρομένης ωφέλειας, δηλαδή την επικαλούμενη ζημία του και ανατρέποντας το ως άνω μαχητό τεκμήριο, να αποζημιωθεί και για την αυτοαποζημιούμενη έκταση του και να ζητήσει τον καθορισμό οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης και γι' αυτή.

Η αξίωση αυτή του ιδιοκτήτη του απαλλοτριούμενου ακινήτου εισαγόταν προς κρίση κατά την τακτική διαδικασία ενώπιον του αρμοδίου πολιτικού δικαστηρίου, διότι κατά την κρατούσα στη νομολογία άποψη (Ολ.ΑΠ 1/1988, Ολ.ΑΠ 8/1999) δεν ήταν αντικείμενο της δίκης για τον προσδιορισμό της τιμής μονάδας, άποψη που τελικά κρίθηκε ότι παραβιάζει το άρθρο 1 ΠρΠρΠρ (Ολ.

ΑΠ 10/2004), κατά την ίδια δε (τακτική διαδικασία) και όχι κατά την ειδική διαδικασία των απαλλοτριώσεων, διεξάγεται και η δίκη για την καταβολή της αποζημίωσης, η οποία έχει ήδη καθορισθεί, με δικαστική απόφαση (ΑΠ 1781/2008). Περαιτέρω, ο από το αρθρ. 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ λόγος αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται όταν ο κανόνας δικαίου δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα.

Επίσης ο από το αρθ. 559 αριθμ. 19 λόγος αναίρεσης, για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της απόφασης, τα περιστατικά που είναι αναγκαία, για την κρίση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί της συνδρομής των όρων και προϋποθέσεων, για την εφαρμογή της εφαρμοσθείσας διάταξης, ή της μη συνδρομής των όρων αυτών, που αποκλείουν την εφαρμογή της, όπως, επίσης και όταν η απόφαση έχει ελλείπεις ή αντιφατικές αιτιολογίες, σε ότι αφορά το νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, που έγιναν δεκτά και ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, όχι δε και όταν πρόκειται για ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων (ανάλυση - στάθμιση -αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού) και στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος (Α.Π. 534/2012, 1806/2012, 346/2012, 203/2012).

Στην προκειμένη περίπτωση με τους πρώτο και δεύτερο λόγους αναίρεσης, προβάλλεται από το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο η αιτίαση ότι το Εφετείο, το οποίο, με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση του, απέρριψε κατ1 ουσίαν την έφεση του κρίνοντας ότι το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ορθώς έκανε δεκτή την ένδικη αγωγή των αναιρεσιβλήτων, κατά το αίτημα αυτής, περί ανατροπής του τεκμηρίου ωφέλειας, για τα απαλλοτριούμενα τμήματα των ακινήτων τους, στηριζόμενο σε στοιχεία άλλα, πέραν των στοιχείων, που ορίζονται με την ως άνω διάταξη του αρθ. 1 Ν. 653/1977, υπέπεσε στην πλημμέλεια, την προβλεπόμενη από το αρθρ. 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ, εκ του ότι παρεβίασε ευθέως τη διάταξη αυτή, αλλά και εκ πλαγίου, διότι διέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες, οι οποίες καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς το εάν συνέτρεχαν οι όροι και προϋποθέσεις, για την εφαρμογή της εν λόγω διάταξης.

Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε ως προκύψαντα τα εξής πραγματικά περιστατικά: "Με την υπ.' αριθμ. 1119727/8468/0010/24-12-1997 (ΦΕΚ 1116Δ/24-12-1997) κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και ΠΕΧΩΔΕ, κηρύχθηκε αναγκαστική απαλλοτρίωση για λόγους δημόσιας ωφέλειας και ειδικότερα για την κυκλοφοριακή σύνδεση του λιμένα Ηγουμενίτσας, με την νέα Εγνατία οδό, συνολικής έκτασης 106,570 τ.μ., η οποία απεικονίζεται στα υπ' αριθ. 1-6 κτηματολογικά διαγράμματα και στον αντίστοιχο κτηματολογικό πίνακα της ΕΥΔΕ/ΜΕΔΕ του ΥΠΕΧΩΔΕ, που έχει συνταχθεί υπό του τοπογράφου μηχανικού Γ.

Μ. στις 10-7-1997 και έχει θεωρηθεί υπό του Δ/ντού της Διεύθυνσης Απαλλοτριώσεων και τοπογραφήσεων του ΥΠΕΧΩΔΕ Κ. Δ. στις 27-8-1997. Μεταξύ των ακινήτων που περιλαμβάνονται στην απαλλοτριωθείσα έκταση και βρίσκονται στην περιοχή Λαδοχωρίου Θεσπρωτίας ήδη Δήμου Ηγουμενίτσας, συγκαταλέγονται και τρία ακίνητα ιδιοκτησίας του ενάγοντος, φέροντα αριθμούς ..., .

και ... Απ' αυτά το πρώτο (...) είχε συνολική έκταση 2.282,40 τ.μ. εκ της οποίας απαλλοτριώθηκε έκταση 1110,80 τ.μ. και απέμεινε έκταση εμβαδού 1171,60 τ.μ., η οποία είναι μη άρτια και μη οικοδομήσιμη ενώ θεωρήθηκε υπό του εναγομένου ότι ο ενάγων, ως παρόδιος ιδιοκτήτης ωφελείται από τη διάνοιξη της Εγνατίας Οδού για έκταση 585,80 τ.μ, και δεν του κατέβαλε ως προς αυτό το εδαφικό τμήμα, την αποζημίωση που ορίσθηκε προσωρινά με βάση την υπ' αριθ. 273/1998 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας και οριστικά με την υπ' αριθ. 199/1999 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, με τις, οποίες καθορίστηκε η τιμή μονάδας σε 90.000 δραχ./τ.μ.

και 91.000 δραχ./τ.μ. αντίστοιχα. Όμως η διάνοιξη της Εγνατίας οδού δια μέσου του ακινήτου του ενάγοντος, ουδεμία ωφέλεια απέφερε σ' αυτόν ούτε άμεση ούτε έμμεση καθότι δεν του προσέδωσε πρόσοψη προς την οδό ώστε ν' αποκτήσει μεγαλύτερη αξία, αλλ' αντίθετα, η εν λόγω οδός ως εκ του ότι είναι κλειστή, ήτοι περιφραγμένη κατά μήκος ένθεν και ένθεν με πλέγματα και τσιμεντένιους πασσάλους ύψους 1,5 μέτρων, χαρακτηριζόμενη ως ταχείας κυκλοφορίας, δεν καθιστά δυνατή την επικοινωνία με το ακίνητο, πλέον τούτου δε από τη διάνοιξη της, τούτο απέκτησε υψομετρική διαφορά σε σχέση με αυτήν (οδό) ύψους 7,5 μέτρων περίπου, αφού η οδός είναι υπερυψωμένη με ανάχωμα.

Εξ όλων αυτών συνάγεται ανενδοίαστα ότι ο ενάγων δεν είναι ωφελούμενος παρόδιος ιδιοκτήτης κατά την έννοια του άρθρου 1 παρ. 3 του Ν. 653/1977 και συνεπώς το εναγόμενο οφείλει να του καταβάλει πλήρη αποζημίωση γι' αυτό το τμήμα, με την οριστική τιμή που καθορίστηκε με τη ως άνω απόφαση του Δικαστηρίου τούτου (199/1999).

Το ύψος αυτής ανέρχεται σε 156.442,55 Ευρώ (585,80 τ.μ. Χ 91.000 δρχ. = 53.307.800 και ήδη 156.442,55 €). Το δεύτερο ακίνητο υπ' αριθ. …, είχε έκταση 1203,10 τ.μ. από την οποία απαλλοτριώθηκαν 427,10 τ.μ. και απέμεινε τμήμα 776 τ.μ. μη άρτιο και μη οικοδομήσιμο. Εξ αυτής, για εδαφικό τμήμα εμβαδού 350,60 τ.μ. το εναγόμενο θεώρησε τον ενάγοντα ως αυτοαποζημιούμενο παρόδιο ιδιοκτήτη και δεν του κατέβαλε αποζημίωση.

Με την ίδια ως άνω απόφαση του Δικαστηρίου τούτου καθορίστηκε η οριστική τιμή μονάδος αποζημίωσης του απαλλοτριωθέντος ακινήτου σε 40.000 δραχ./τ.μ.. Όμως για το εν λόγω εδαφικό τμήμα που θεωρήθηκε ως αυτοαποζημιούμενο, ο ενάγων δεν έχει ωφεληθεί για τους ίδιους λόγους που αναφέρθηκαν παραπάνω και για το ότι έχει εξ αιτίας της διάνοιξης της Εγνατίας οδού, υψομετρική διαφορά από αυτήν, ευρισκόμενο πλέον χαμηλότερα της οδού, λόγω των επιχωματώσεων και δεν έχει αποκτήσει πρόσοψη επ' αυτής ούτε είναι άρτιο και οικοδομήσιμο.

Συνεπώς, ο ενάγων και εφεσίβλητος, ενόψει όλων αυτών, δεν είναι ωφελούμενος πάροδες ιδιοκτήτης κατά την έννοια του άρθρου 1 παρ. 3 του Ν. 653/1977 και δεν υποχρεούται εξ αυτού του λόγου, σε αυτοαποζημίωση και ως εκ τούτου, το εναγόμενο - εκκαλούν οφείλει να τον αποζημιώσει για την έκταση των 350,60 τ.μ. Η αποζημίωση αυτή, υπολογιζόμενη με την τιμή των 40.000 δραχμών ανά τ.μ., είναι ίση με το ποσό των 41.156,27 ευρώ συνολικά (350,60 Χ 40.000 δραχ.).

Το τρίτο ακίνητο (υπ' αριθ. Κτηματολογίου …ιδιοκτησία), είχε έκταση συνολική 1190 τ.μ. εκ της οποίας απαλλοτριώθηκε τμήμα εμβαδού 125 τ.μ.. Η οριστική τιμή μονάδας για το απαλλοτριούμενο καθορίστηκε με την ίδια απόφαση (199/2000 Εφετείου Κέρκυρας) σε 40.000 ανά τ.μ. Το εκκαλούν θεώρησε τον εφεσίβλητο ως αυτοαποζημιούμενο και για το ως άνω τμήμα των 125 τ.μ.

ότι δηλαδή ωφελείται από την διάνοιξη της Εγνατίας οδού και ως εκ τούτου αυτοαποζημιώνεται και δεν του κατέβαλε αποζημίωση. Όμως, ο εφεσίβλητος και ως προς το εν λόγω απαλλοτριούμενο τμήμα, δεν έχει ωφεληθεί από την δια μέσου αυτού διάνοιξη της Εγνατίας οδού, καθόσον τούτο δεν απέκτησε επ' αυτής πρόσοψη λόγω υψομετρικής διαφοράς για τους ίδιους λόγους που αναφέρθηκαν παραπάνω και επομένως, ενόψει ότι ο εφεσίβλητος δεν είναι ωφελούμενος παρόδιος ιδιοκτήτης κατά την έννοια του άρθρου 1 παρ. 3 Ν. 653/1977, το εκκαλούν οφείλει να αποζημιώσει τον αυτόν (εφεσίβλητο) για ολόκληρο το ως άνω εδαφικό τμήμα (125 τ.μ.).

Η αποζημίωση, λαμβανομένης υπόψη της οριστικής μονάδας που προσδιορίστηκε με την ίδια εφετειακή απόφαση, των 40.000 δραχ., είναι ίση με το ποσό των 14.673,51 Ευρώ (40.000 Χ 125 = 5.000.000 δραχ. και ήδη 14.673,51 ευρώ). Κατά συνέπεια, η συνολικά οφειλόμενη, υπό του εκκαλούντος, αποζημίωση προς τον εφεσίβλητο για τα ως άνω εδαφικά τμήματα, (αυτοαποζημιούμενα) είναι ίση με 212.242,33 ευρώ (156.442,55 + 41.126,27 + 14.673,51 = 212.242,33)".

Έτσι που έκρινε το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση του δεν παραβίασε της προμνημονευόμενες διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου που αναφέρονται στην ανατροπή του τεκμηρίου ωφελείας των παρόδιων ιδιοκτητών και του εντεύθεν προκύπτοντος δικαιώματος τους για αποζημίωση των απαλλοτριουμένων εδαφικών εκτάσεων τους.

Εξάλλου διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση ως προς το ζήτημα αυτό πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ως άνω εφαρμοσθεισών διατάξεων και έτσι δεν στερείται αυτό νόμιμης βάσης. Ειδικότερα, εξέθεσε κατά τρόπο σαφή και επαρκή τα στοιχεία, τα οποία απαιτούνται για τη θεμελίωση του αιτήματος περί αναγνώρισης της ανυπαρξίας ωφέλειας των αναιρεσιβλήτων και περί ανατροπής του τεκμηρίου ωφέλειας, όπως τα στοιχεία αυτά καθορίζονται διευρυμένα, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην παραπάνω νομική σκέψη, όπως ο αποκλεισμός της δυνατότητας για οικονομική εκμετάλλευση των εναπομεινάντων ακινήτων λόγω αδυναμίας δόμησης αυτών, καθώς και ο αποκλεισμός της δυνατότητας για απευθείας πρόσβαση στην κύρια οδό (αρτηρία), στην οποία δεν απέκτησαν πρόσοψη, και αντίστροφα, εκ του ότι αυτή είναι περιφραγμένη και έχει υψομετρική διαφορά από αυτά λόγω επιχωματώσεων.

Επομένως το Εφετείο δεν υπέπεσε στις από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ προβλεπόμενες πλημμέλειες και γι' αυτό οι πρώτος και δεύτερος λόγοι της αίτησης αναίρεσης με τους οποίους το αναιρεσείον ισχυρίζεται τα αντίθετα των ανωτέρω είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.

Κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, που κατέθεσε προτάσεις, τα οποία ορίζει στο ποσό των 300,00 ευρώ (άρθρον 183 Κ.Πολ.Δ, 22 ν. 3693/1957 )

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την υπ' αρ. εκθ. κατάθεσης 47/2010 αίτηση για αναίρεση της 116/2010 απόφασης του Εφετείου Κερκύρας.

Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300,00) Ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Δεκεμβρίου 2013.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 15 Ιανουαρίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ