Legislator Case Law & Legislation
103/2011 AI generated

103/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 103/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 103 / 2011 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 103/2011

Legislator headnote

AI generated
103/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 103 / 2011 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 103/2011 «ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Χαράλαμπο Αθανασίου, Αρεοπαγίτες.»

Keywords

AI generated
start of pension entitlement leased land parcel compensation for landowner rural land rights retroactive benefit award retrocession of land

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 103 / 2011 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 103/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Χαράλαμπο Αθανασίου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Οκτωβρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος-καθού η κλήση: Αναγκαστικού Συνεταιρισμού ή Συνιδιοκτησία "ΜΑΡΚΟ", ο οποίος εδρεύει στο Δήμο Μαρκόπουλου Ανατολικής Αττικής, και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Πρόεδρό του, ο οποίος δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.

Των καλούντων: 1. Α. Γ. του Ν., 2. Π., συζ. Γ. Π., το γένος Ν. Γ., και 3. Α. Γ. του Ν., κατοίκων ..., απάντων των ανωτέρω ως μοναδικών εξ' αδιαθέτου κληρονόμοι της αρχικής διαδίκου- αποβιώσασας μητέρας μας Μ. χας Ν. Γ., το γένος Χ. Σ., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Χριστόδουλο Τσακιρέλλη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-3-1979 αγωγή της αρχικής διαδίκου Μ. συζ. Ν. Γ. το γένος Χ. Σ., που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 686/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 7477/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 28-3-2007 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μαζαράκης ανέγνωσε την από 22-9-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 62, 73, 286 επ. και 313 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει, ότι, αν κάποιος διάδικος αποβιώσει κατά την διάρκεια της δίκης και μέχρι το τέλος της προφορικής συζητήσεως μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση και εφόσον τηρηθούν οι νόμιμες διατυπώσεις, μεταξύ των οποίων είναι και εκείνη της γνωστοποιήσεως του θανάτου στον αντίδικο του αποβιώσαντος, επέρχεται διακοπή της δίκης και όλες οι διαδικαστικές πράξεις που επιχειρούνται μέχρι την νόμιμη επανάληψη της διαδικασίας λογίζονται άκυρες. Αν δεν γίνει η γνωστοποίηση του θανάτου δεν επέρχεται διακοπή της δίκης, η δε απόφαση που εκδίδεται είναι υποστατή και μπορεί να προσβληθεί με το ένδικο μέσο της αναιρέσεως. Σε περίπτωση που ο διάδικος αποβιώσει μετά το πέρας της προφορικής συζητήσεως, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση ή πολύ περισσότερο μετά την έκδοση της τελευταίας, όταν δηλαδή δεν υφίσταται πλέον εκκρεμής δικαστικός αγών, δεν υπάρχει στάδιο εφαρμογής των διατάξεων περί διακοπής της δίκης. Σε κάθε περίπτωση τα ένδικα μέσα που ασκούνται κατά της οριστικής αποφάσεως, άρα και η αίτηση αναιρέσεως, πρέπει να απευθύνονται, σύμφωνα με το άρθρο 558 ΚΠολΔ κατά των καθολικών διαδόχων (κληρονόμων) του αποβιώσαντος, απευθυνόμενα δε κατ' αυτού είναι άκυρα, υπό την προϋπόθεση ότι ο αναιρεσείων διάδικος είχε λάβει γνώση του θανάτου του αντιδίκου του με οποιονδήποτε τρόπο, ώστε να διαπιστώσει τους κληρονόμους του και να απευθύνει κατ' αυτών την αναίρεση. Επομένως, η αναίρεση που απευθύνεται κατά αποβιώσαντος, χωρίς όμως να γνωρίζει τον θάνατο ο αναιρεσείων, δεν είναι άκυρη και η συζήτησή της χωρεί νομίμως με τους κληρονόμους του αποβιώσαντος, εάν αυτοί εμφανίζονται κατά την συζήτηση με την ιδιότητα αυτή, στην θέση του αποβιώσαντος αναιρεσιβλήτου και προβάλλουν υπεράσπιση επί της ουσίας της διαφοράς (Ολ.ΑΠ 27/1987). Περαιτέρω, από το άρθρο 576 παρ. 1-2 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι, αν κατά τη συζήτηση της αναιρέσεως δεν εμφανισθεί κάποιος διάδικος, ο Άρειος Πάγος ερευνά αν ο απολειπόμενος διάδικος επισπεύδει τη συζήτηση, εάν δε την επισπεύδει ο αντίδικός του ερευνά, αν ο τελευταίος έχει κλητεύσει νομίμως και εμπροθέσμως τον απολειπόμενο, και, σε καταφατική περίπτωση, η συζήτηση προβαίνει σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα της υπόθεσης, η αρχική διάδικος και ενάγουσα-αναιρεσίβλητη Μ. χήρα Ν. Γ. απεβίωσε στις 17-3-2007 και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τους μοναδικούς κληρονόμους της δηλαδή τα τέκνα της Α. Γ., Π. συζ. Γ. Π. και Α. Γ., ήτοι τους ήδη καλούντες αναιρεσιβλήτους. Εξάλλου, κατ' αυτεπάγγελτη έρευνα (άρθρ. 62 και 73 του ΚΠολΔ), από τα στοιχεία της δικογραφίας δεν προκύπτει ότι ο αναιρεσείων κατά την άσκηση της ένδικης από 28-3-2007 αιτήσεως για αναίρεση της 7477/2006 απόφασης του Εφετείου Αθηνών γνώριζε τον θάνατο της παραπάνω αρχικής διαδίκου, που επήλθε , όπως ήδη ειπώθηκε, στις 17-3-2007, δηλαδή μετά τη δημοσίευση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως (4-10-2006) και πριν από την άσκηση της αναίρεσης. Από κανένα όμως αποδεικτικό μέσο δεν προκύπτει, ότι ο αναιρεσείων, κατά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης ( στις 28-3-2007), γνώριζε τον θάνατό της. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τις με αριθμό 10087Β' και 1086Β'/14-12-2009 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Π. Μ., ακριβές αντίγραφο της από 12-10-2009 γνωστοποίησης βίαιης διακοπής της δίκης-κλήσης των πιο πάνω καθολικών διαδόχων της αναιρεσίβλητης, που υπεισήλθαν στη δικονομική τους θέση και συνεχίζουν τη δίκη, καθώς και ακριβές αντίγραφο της αίτησης αναίρεσης, για συζήτηση της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, με την επ' αυτής πράξη προσδιορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση, επιδόθηκαν νομίμως και εμπροθέσμως από τους ίδιους, που επισπεύδουν τη συζήτηση, στον αναιρεσείοντα. Ο τελευταίος, όμως, δεν εμφανίσθηκε στο ακροατήριο κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (6-10-2010) και κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του οικείου πινακίου, ούτε υπέβαλε την από το άρθρο 242 ΚΠολΔ δήλωση μη παραστάσεως στο ακροατήριο. Επομένως, η αίτηση αναίρεσης είναι έγκυρη και πρέπει νομίμως να προχωρήσει η συζήτηση της σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι. Επειδή, κατά τα άρθρα 1033, 369 και 1192 ΑΚ, για τη μεταβίβαση της κυριότητας ακινήτου απαιτείται συμφωνία μεταξύ του κυρίου και εκείνου που την αποκτά, ότι μετατίθεται σ' αυτόν η κυριότητα για κάποια νόμιμη αιτία. Η συμφωνία γίνεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο και υποβάλλεται σε μεταγραφή. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι μεταξύ των προϋποθέσεων που απαιτούνται για την απόκτηση της κυριότητας ακινήτου με σύμβαση είναι, ότι ο μεταβιβάσας ήταν κύριος του ακινήτου που μεταβιβάστηκε. Περαιτέρω, κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 1045 ΑΚ, εκείνος που έχει στη νομή του για μια εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο γίνεται κύριος αυτού με έκτακτη χρησικτησία, κατά δε το άρθρο 974 του ίδιου Κώδικα όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου. Με τις διατάξεις αυτές, για την κτήση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία, απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, με τη δυνατότητα εκείνου που απέκτησε τη νομή του πράγματος με καθολική ή με ειδική διαδοχή, να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του κατ' άρθρο 1051 ΑΚ. Άσκηση νομής, προκειμένου για ακίνητο, συνιστούν οι εμφανείς υλικές ενέργειες επάνω σ' αυτό που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση του νομέα να το εξουσιάζει. Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη νόμιμης βάσης, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δε συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της. Ιδρύεται, δηλαδή ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται ο λόγος αυτός σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αναφορικά με την ένδικη αναγνωριστική της κυριότητας ακινήτου αγωγή της αρχικής ενάγουσας-αναιρεσίβλητης, και την ένσταση ιδίας κυριότητας του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος, δέχτηκε τα ακόλουθα: "Δυνάμει του .../6-5-1977 δωρητηρίου συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αθηνών Πηνελόπης Μάντα - Λυμπεροπούλου, που έχει μεταγραφεί νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Κρωπίας στον τόμο 323 με αριθμό 185, ο σύζυγος της ενάγουσας-αρχικής αναιρεσίβλητης Ν. Α. Γ., μεταβίβασε λόγω δωρεάς εν ζωή στην τελευταία το επίδικο ακίνητο (αγροτεμάχιο), το οποίο βρίσκεται στη θέση "..." Πόρτο Ράφτη της κτηματικής περιφέρειας Μαρκόπουλου Αττικής επιφανείας, κατά τον εν λόγω τίτλο 1047 τ.μ., όπως αυτό απεικονίζεται με τα στοιχεία ΑΒΓΔΑ στο συνοδεύον το άνω συμβόλαιο από μηνός Φεβρουαρίου 1977 τοπογραφικό διάγραμμα του αρχιτέκτονα μηχανικού Σ. Κ., το οποίο κατά τον τίτλο κτήσεώς του συνορεύει Ανατολικά επί πλευράς ΑΔ 38,20 μέτρων με αγροτική οδό, δυτικά επί πλευράς ΒΓ 34,30 μέτρων με ιδιοκτησία αγνώστου, Βόρεια επί πλευράς ΑΒ 26,80 μέτρων με ιδιοκτησία αγνώστου και Νότια επί πλευράς 36,60 μέτρων με ιδιοκτησία .... Σύμφωνα με νεότερη καταμέτρηση που πραγματοποίησε ο πραγματογνώμονας, που διορίστηκε από το Δικαστήριο, το ακίνητο αυτό έχει επιφάνεια 966,10 τ.μ., απεικονίζεται με τα στοιχεία ΑΒΓΔΕΖΑ, στο συνοδεύον την 339/2004 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του τελευταίου, από μηνός Ιουλίου 2004 τοπογραφικό διάγραμμα και συνορεύει Βόρεια επί πλευράς ΑΒ 21,55 μέτρων με ιδιοκτησία αγνώστου, Νότια επί πλευράς ΔΓ 36,50 μέτρων με ιδιοκτησία ..., ανατολικά επί πλευράς ΒΓ 39 μέτρων με ιδιοκτησία αγνώστου και δυτικά επί πλευράς ΔΕΖΑ 35,65 μέτρων με ιδιοκτησία αγνώστου. Στο εν λόγω άμεσο δικαιοπάροχό της ενάγουσας(ήδη αναιρεσίβλητης) το παραπάνω ακίνητο είχε περιέλθει κατά το έτος 1938 με άτυπη αγορά από τον Π. Φ., ενώ στον τελευταίο είχε περιέλθει με δωρεά από το πατέρα του Κ. Φ. κατά το έτος 1937. Τόσο η αρχικώς ενάγουσα από το έτος 1977, που περιήλθε σ' αυτήν το επίδικο, όσο και ο άμεσος δικαιοπάροχός της από το έτος 1938 και ο απώτερος από το έτος 1937, νέμονταν το επίδικο με διάνοια κυρίου συνεχώς και αδιαλείπτως και ασκούσαν σ' αυτό τις προσιδιάζουσες στη φύση και τον προορισμό του εμφανείς διακατοχικές πράξεις, που συνίσταντο σε επίβλεψη, οριοθέτηση, εκμίσθωση σε τρίτους, όπως π.χ στον τσοπάνο Μ., καλλιέργεια με δημητριακά (αρακά, βίκο, κριθάρι και άλλες ζωοτροφές) και ελαιόδεντρα (κατά την τελευταία πριν την άσκηση της αγωγής πενταετία). Έτσι, η αρχικώς αναιρεσίβλητη έγινε κυρία του επιδίκου τόσο με παράγωγο τρόπο (το παραπάνω νομίμως μεταγραφέν συμβόλαιο δωρεάς), όσο και με πρωτότυπο τρόπο (έκτακτη χρησικτησία), αφού τόσο η ίδια όσο και οι δικαιοπάροχοί της, άμεσοι και απώτεροι, νέμονταν το επίδικο, με διάνοια κυρίου συνεχώς και αδιαλλείπτως για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της εικοσαετίας μέχρι την άσκηση της αγωγής, πλην όμως ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων αμφισβητεί την κυριότητά της, προβάλλοντας τον ισχυρισμό ότι αυτό ανήκει στον ίδιο, διότι αποτελεί τμήμα μεγαλύτερης έκτασης, συνολικής επιφάνειας 58.000 τ.μ. το οποίο απέκτησε με αγορά το έτος 1920 από τον Π. Δ., δυνάμει του νομίμως μεταγραφέντος .../1920 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Ν. Σκούταρη, το οποίο κατέχει και νέμεται έκτοτε. Ο ισχυρισμός του όμως αυτός, συνεχίζει το Εφετείο, δεν αποδείχθηκε από οποιοδήποτε στοιχείο της δικογραφίας. Ειδικότερα, από το περιεχόμενο του προαναφερόμενου .../1920 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου, που, κατά τους ισχυρισμούς του, αποτελεί τον τίτλο κτήσεως της κυριότητάς του στο επίδικο, αποδεικνύεται ότι με αυτό αγόρασε από τον Π. Δ. τέσσερα συνεχόμενα αγροτεμάχια κείμενα στην θέση Πόρτο Ράφτη παρά τον Άγιο Σπυρίδωνα του χωριού Μαρκόπουλου του Δήμου Κρωπίας Αττικής, επιφάνειας 8,16, 20 και 3,5 στρεμμάτων αντίστοιχα, δηλαδή συνολικά 47.500 τ.μ. και όχι 58.000 τ.μ. Όταν δε η εν λόγω ιδιοκτησία του αποτυπώθηκε για πρώτη φορά στο από 25-8-1945 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Γ. Σ., η έκταση αυτή φέρεται να έχει συνολική επιφάνεια 58.000 τ.μ., δηλαδή μεγαλύτερη κατά 10.500 τ.μ από εκείνη που αγόρασε με το προαναφερόμενο αγοραπωλητήριο συμβόλαιο, χωρίς ο αναιρεσείων να επικαλείται, ούτε άλλωστε αποδεικνύεται, ότι στο διάστημα που μεσολάβησε έγινε κύριος και της επί πλέον αυτής εδαφικής έκτασης με κάποιο νόμιμο τρόπο. Ανεξάρτητα όμως από τα παραπάνω, ο πραγματογνώμονας, που διορίστηκε με την προαναφερόμενη απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, στην προσκομιζόμενη και επικαλούμενη 339/2004 έκθεση πραγματογνωμοσύνης που συνέταξε, αποφαίνεται, ότι το επίδικο ακίνητο κείται εκτός των ορίων και της αγορασθείσας κατά το έτος 1920 εκτάσεως των 47500 τ.μ και του μείζονος ακινήτου των 58.000 τ.μ. που αποτυπώνεται στο άνω σχεδιάγραμμα, και σε απόσταση 155 μέτρων βορείως αυτής. Μάλιστα, στο από 20-4-1954 τοπογραφικό διάγραμμα του ίδιου ως άνω πολιτικού μηχανικού Γ. Σ., που συντάχθηκε δέκα έτη μετά το παραπάνω προγενέστερο τοπογραφικό διάγραμμα, και με αφορμή την ενώπιον του συμβολαιογράφου Κρωπίας Παναγ. Λάζου Μιχαήλ με αριθμό .../1954 πράξη καθορισμού ορίων που συνήφθη μεταξύ του Ν. Α. Σ. αφενός, και του Ι. Γ. Σ. αφετέρου, με την ιδιότητά του ως εκπροσώπου του αναιρεσίβλητου συνεταιρισμού, με την οποία οι εν λόγω συμβληθέντες καθόρισαν τα κοινά όρια των ακινήτων τους στην εν λόγω περιοχή, η ιδιοκτησία του τελευταίου φέρεται ότι έχει επιφάνεια, η οποία ξεπερνά τα 85 στρέμματα, στη μείζονα δε αυτή ιδιοκτησία των 85 στρεμμάτων περιλαμβάνεται πράγματι και το επίδικο, πλην όμως δεν προκύπτει, ούτε άλλωστε επικαλείται αυτός, πώς η ιδιοκτησία του αυτή σε μία δεκαετία αυξήθηκε από 58.000 τ.μ σε 85.000 τ.μ. Χαρακτηριστικό της σύγχυσης στην οποία βρίσκεται ο εναγόμενος, αναφορικά με την έκταση της ιδιοκτησίας του στην προαναφερόμενη περιοχή, είναι και το γεγονός ότι σε άλλη, άσχετη με την προκείμενη αντιδικία, στην οποία υπήρξε εναγόμενος, επί της οποίας εκδόθηκαν οι 1653/1986 και 10689/1996 (προδικαστική και οριστική αντίστοιχα) αποφάσεις του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, είχε ισχυρισθεί ότι η ιδιοκτησία του στην εν λόγω περιοχή, την οποίας, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, είχε αποκτήσει με το προαναφερόμενο .../1920 συμβόλαιο του Συμβ/φου Αθηνών Ν. Σκούταρη, αλλά και με το .../1977 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Κρωπίας Περ. Καλλάρη (δηλαδή μεταγενέστερο της άνω πράξης καθορισμού ορίων), ανέρχονταν σε 50 στρέμματα. Και ναι μεν είναι αλήθεια ότι με την 239/1978 απόφαση του Ειρηνοδικείου Κρωπίας περί λήψεως ασφαλιστικών μέτρων νομής, που εκδόθηκε κατόπιν της από 22-5-78 αιτήσεως του αναιρεσείοντος κατά του συζύγου της αρχικώς αναιρεσίβλητης, η οποία και επικυρώθηκε με την 13422/1978 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ο αναιρεσείων αναγνωρίσθηκε προσωρινά νομέας του επίδικου ακινήτου, πλην όμως η απόφαση αυτή δεν ασκεί επιρροή στην προκείμενη περί αναγνωρίσεως της κυριότητας του επιδίκου αγωγή, η οποία θεμελιώνεται σε εντελώς διαφορετικές προϋποθέσεις από εκείνη της αίτησης για τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων νομής, για τη θεμελίωση της οποίας αρκεί η νομή του αιτούντος κατά τον χρόνο της φερόμενης προσβολής και μόνο, και είναι αδιάφορο πόσο χρόνο πρωτύτερα νεμόταν το επίδικο ο αιτών ή πότε άρχισε να το νέμεται, τούτο δε ανεξάρτητα από το γεγονός, ότι κατά το χρόνο της φερόμενης με την αίτηση ασφαλιστικών μέτρων, προσβολής (αρχές του έτους 1978), κυρία του επιδίκου ακινήτου ήταν ήδη η ενάγουσα-αναιρεσίβλητη". Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές, το Εφετείο έκρινε ότι η αρχική ενάγουσα κατέστη κυρία του επίδικου ακινήτου τόσο με παράγωγο τρόπο, όσο και με πρωτότυπο τρόπο (έκτακτη χρησικτησία), ότι ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων ουδέποτε άσκησε πράξεις νομής στο επίδικο, καθώς και ότι το επίδικο κείται εκτός των ορίων της αγορασθείσας από τον εναγόμενο κατά το έτος 1920 εκτάσεως των 47500 τ.μ. δυνάμει συμβολαίου, που αποτελεί και τον επικαλούμενο από αυτόν τίτλο ιδιοκτησίας. Ακολούθως, το Εφετείο δέχτηκε την αναγνωριστική περί κυριότητας ακινήτου αγωγή της αναιρεσίβλητης, απέρριψε την ένσταση ιδίας κυριότητας του αναιρεσείοντος, και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, που έκρινε όμοια. Με αυτά, που δέχθηκε, και έτσι, που έκρινε το Εφετείο, δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού, όπως προκύπτει από το προαναπτυχθέν περιεχόμενο αυτής, διέλαβε σ' αυτήν πλήρεις, σαφείς και μη αντιφάσκουσες μεταξύ τους αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς τα ουσιώδη ζητήματα της απόκτησης της κυριότητας του επίδικου ακινήτου από την αναιρεσίβλητη με παράγωγο τρόπο και με έκτακτη χρησικτησία, της μη άσκησης πράξεων νομής από τον αναιρεσείοντα, καθώς και περί του ότι το επίδικο κείται εκτός των ορίων και της αγορασθείσας κατά το έτος 1920 από τον τελευταίο εκτάσεως των 47500 τ.μ. και του μείζονος ακινήτου των 58000 τ.μ., που αποτυπώνεται στο από 25-8-1945 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Γ. Σ., και βρίσκεται σε απόσταση 155 μέτρων βορείως αυτής. Επομένως, ο από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ μοναδικός λόγος αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 28-3-2007 αίτηση του Αναγκαστικού Συνεταιρισμού ή Συνιδιοκτησία "ΜΑΡΚΟ" για αναίρεση της 7477/2006 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Νοεμβρίου 2010. Και

Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 26 Ιανουαρίου 2011.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ