Legislator Case Law & Legislation
103/2010 AI generated

103/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 103/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

103/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): -ΕΠΕΙΔΗ, από το άρθρο 576 παρ. 1-2 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αναιρέσεως δεν εμφανισθεί κάποιος διάδικος, ο Άρειος Πάγος ερευνά αν ο απολειπόμενος διάδικος επισπεύδει τη συζήτηση, εάν δε την επισπεύδει ο αντίδικός του ερευνά αν ο τελευταίος έχει κλητεύσει νομίμως και εμπροθέσμως τον απολειπόμενο και σε καταφατική περίπτωση η συζήτηση προβαίνει σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 103 / 2010 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 103/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο, Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Δημήτριο Μαζαράκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ν.Π.Δ.Δ, που εδρεύει στη ... με τον τίτλο "ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΕΙΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ", και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Πρύτανή του, κάτοικο ..., το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Φαίδωνα Δημόπουλο.

Των αναιρεσίβλητων: 1. Χ1 χας Θ, κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Εμμανουήλ Λαμτζίδη και 2. Χ2, κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

ΚΟΙΝΟΠΟΙΟΥΜΕΝΗ προς Τον κ. Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, που εδρεύει στην ..., το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Αικατερίνη Γαλάνη Πάρεδρο Ν.Σ.Κ. με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-7-2001 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος και με την από 23-1-2002 πρόσθετη παρέμβαση του Υπουργού Οικονομικών υπέρ του αναιρεσείοντος που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 15183/2002 του ίδιου Δικαστηρίου και 1212/2003 μη οριστική, 78/2005 οριστική του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση των εφετειακών αποφάσεων ζητεί το αναιρεσείον με την από 21-4-2005 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Μιχαήλ Θεοχαρίδης ανέγνωσε την από 6-11-2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

-ΕΠΕΙΔΗ, από το άρθρο 576 παρ. 1-2 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αναιρέσεως δεν εμφανισθεί κάποιος διάδικος, ο Άρειος Πάγος ερευνά αν ο απολειπόμενος διάδικος επισπεύδει τη συζήτηση, εάν δε την επισπεύδει ο αντίδικός του ερευνά αν ο τελευταίος έχει κλητεύσει νομίμως και εμπροθέσμως τον απολειπόμενο και σε καταφατική περίπτωση η συζήτηση προβαίνει σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι.

Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. ... έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης ..., στην οποία είναι κολλημένες α) η από 4-3-2009 απόδειξη παραλαβής αντιγράφου του εγγράφου που θυροκολλήθηκε και β) η από 5-3-2009 βεβαίωση περί αποστολής της ταχυδρομικής ειδοποίησης που όριζε το άρθρο 128 παρ. 4 Κ.Πολ.Δ., αντίγραφο της από 16-1-2009 κλήσης του αναιρεσείοντος για συζήτηση της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, με την επ'αυτής πράξη προσδιορισμού δικασίμου, επιδόθηκε με θυροκόλληση, νομίμως και εμπροθέσμως, από το αναιρεσείον, που επισπεύδει τη συζήτηση, στο δεύτερο των αναιρεσιβλήτων Χ2, ο οποίος δεν εμφανίσθηκε στο ακροατήριο κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας και κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του οικείου πινακίου, ούτε υπέβαλε την από το άρθρο 242 ΚΠολΔ δήλωση μη παραστάσεως στο ακροατήριο.

Επομένως ενόψει και του ότι έχει κληθεί και παρίσταται ο Υπουργός Οικονομίας και Οικονομικών, που έχει ασκήσει πρόσθετη παρέμβαση υπέρ του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος, πρέπει η συζήτηση να προχωρήσει σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι. ΕΠΕΙΔΗ, κατά το άρθρο 1923 § 1 ΑΚ, ο διαθέτης μπορεί να υποχρεώσει τον κληρονόμο να παραδώσει έπειτα από ορισμένο γεγονός ή χρονικό σημείο την κληρονομία που απέκτησε ή ποσοστό της σε άλλον (καταπιστευματοδόχο).

Όπως προκύπτει από τη διάταξη αυτή, ο διαθέτης, εκτός από τον άμεσο κληρονόμο του, που αποκτά αμέσως μετά το θάνατό του την κληρονομία, μπορεί να εγκαταστήσει έμμεσο καθολικό του διάδοχο, τον καταπιστευματοδόχο, ο οποίος είναι κληρονόμος υπό αναβλητική προθεσμία ή αίρεση, που πληρώνεται μετά το θάνατο του διαθέτη και στην οποία αντιστοιχεί διαλυτική προθεσμία ή αίρεση της εγκατάστασης του αρχικού αμέσου κληρονόμου.

Για τη σύσταση του καταπιστεύματος, όπως προκύπτει από την παραπάνω αναφερόμενη διάταξη, δεν είναι ανάγκη να γίνει χρήση πανηγυρικών φράσεων, ούτε καν της λέξεως "καταπίστευμα". Αυτό μπορεί να γίνει και με έμμεση δήλωση του διαθέτη, αρκεί πάντως να προκύπτει από τη διαθήκη η θέληση του διαθέτη να γίνει κάποιος κληρονόμος του, μόνο για ορισμένο διάστημα και μετέπειτα κληρονόμος αυτού να γίνει άλλος.

Η βούληση αυτή του διαθέτη μπορεί να διατυπώνεται και με τη μορφή υποχρέωσης, με την οποία επιβάλλεται στο βεβαρημένο κληρονόμο να αποκαταστήσει την κληρονομία ή ποσοστό αυτής σε άλλον (καταπιστευματοδόχο), αρκεί να προκύπτει ότι ο διαθέτης θέλησε τον τελευταίο ως καθολικό του διάδοχο, στον οποίο η κληρονομία επάγεται αυτοδίκαια, κατά το ορισμένο χρονικό σημείο ή γεγονός που όρισε ο διαθέτης.

Ακόμη, από το περιεχόμενο της διαθήκης πρέπει να προκύπτει το πρόσωπο του καταπιστευματοδόχου, που μπορεί να είναι κάθε ικανός προς εγκατάσταση που κατά βούληση του διαθέτη καλείται ως καταπιστευματοδόχος. Περαιτέρω, με τις διατάξεις των άρθρων 1924 έως 1928 του ΑΚ, καθιερώνονται ερμηνευτικοί κανόνες, σύμφωνα με τους οποίους, σε περίπτωση αμφιβολίας, θεωρούνται ως καταπιστευματοδόχοι τα προσδιοριζόμενα σ` αυτές πρόσωπα.

Οι αναφερόμενες όμως στις διατάξεις αυτές περιπτώσεις είναι ενδεικτικές. Γι` αυτό είναι ζήτημα ερμηνείας της διαθήκης, κάθε φορά, πότε, από τον τρόπο που έχει διατυπωθεί η τελευταία βούληση, ενυπάρχει σ` αυτή σύσταση καθολικού καταπιστεύματος και ποιό είναι το πρόσωπο του καταπιστευματοδόχου. Εξάλλου, όπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 173 και 1781 του ΑΚ, προκειμένου να γίνει ερμηνεία της διαθήκης, αναζητείται, χωρίς προσήλωση στις λέξεις, η αληθινή βούληση του διαθέτη κατά την υποκειμενική τούτου άποψη και όχι κατά την αντικειμενική έννοια υπό την οποία θα την αντιλαμβάνονταν οι τρίτοι, κατά τη συναλλακτική καλή πίστη.

Οι ερμηνευτικοί αυτοί κανόνες εφαρμόζονται όταν, κατά την κρίση του δικαστηρίου, από το περιεχόμενο της διαθήκης δεν προκύπτει η έννοια της βούλησης του διαθέτη, είτε γιατί αυτή δεν εκφράσθηκε με σαφήνεια, δημιουργώντας αντίστοιχη αμφιβολία, είτε γιατί η ίδια εκφράσθηκε ατελώς, παρουσιάζοντας έτσι αντίστοιχο κενό, οπότε για την ανεύρεση της αληθινής βούλησης του διαθέτη μπορεί το δικαστήριο να κάνει χρήση ακόμη και στοιχείων κειμένων εκτός της διαθήκης.

Η κρίση δε του δικαστηρίου της ουσίας ότι η διάταξη της διαθήκης είναι σαφής ή αντίθετα ότι αυτή είναι ασαφής και έχει ανάγκη ερμηνείας, η οποία προϋποθέτει εκτίμηση του περιεχομένου της διαθήκης, αποτελεί εκτίμηση πραγματικών γεγονότων και συνεπώς δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ).

Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης προκύπτουν τα ακόλουθα: Το ενάγον και ήδη αναιρεσείον, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, με την ένδικη από 17-1-2001 αγωγή του, που άσκησε κατά των ήδη αναιρεσιβλήτων στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσ/νίκης, εξέθεσε ότι ο Ζ, που αποβίωσε στις ..., με την από ...

μυστική ιδιόγραφη διαθήκη του, που είχε κατατεθεί σε συμβολαιογράφο της Θεσσαλονίκης και δημοσιεύθηκε νόμιμα, εγκατέστησε κληρονόμους του τη σύζυγό του ..., το γιό του Ρ και την Πολυτεχνική Σχολή του Α.Π.Θ. Ότι ο διαθέτης όρισε, μεταξύ άλλων, στη διαθήκη, κατά λέξη " εις τον υιόν μου Ρ καταλείπω τα οκτώ τριακοστά δεύτερα εξ αδιαιρέτου, ήτοι το ήμισυ του εκ 16/32 μεριδίου μου, εξ αδιαιρέτου, επί ενός αστικού ακινήτου, κειμένου ενταύθα και επί της οδού ..., περιλαμβάνοντος ισόγεια καταστήματα και τρεις ύπερθεν αυτών ορόφους, ένθα το ξενοδοχείον *Εμπορικόν*, με την θερμήν ευχήν και παράκλησιν όπως, εάν εξαντλήση τον βίον του εν αγαμία και στερηθή ιδίων κατιόντων, μεταβιβάση την εις αυτόν καταλειπομένην περιουσίαν, δια πράξεως εν ζωή, ή δια διατάξεως τελευταίας βουλήσεως εις την Πολυτεχνικήν Σχολήν του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης".

Περαιτέρω ισχυρίσθηκε με την αγωγή το ενάγον, ότι με την τελευταία αυτή διάταξη ο ανωτέρω διαθέτης συνέστησε καθολικό καταπίστευμα υπέρ αυτού (ενάγοντος), στο οποίο ανήκει η Πολυτεχνική Σχολή Θεσσαλονίκης, υπό την αίρεση της αποβιώσεως ατέκνου και αγάμου του αρχικού κληρονόμου του Ρ, καθόσον έτσι πρέπει να ερμηνευθεί η αληθινή βούληση του διαθέτη, ενόψει της ασάφειας που δημιουργεί η χρήση των λέξεων "ευχή" και "παράκληση", η οποία δεν αποτελεί έκφραση απλής ευχής, αλλά διατύπωση της βούλησης του διαθέτη να περιέλθει τελικώς η κληρονομία που κατέλειπε στο γιό του, εφόσον αυτός πεθάνει άτεκνος και άγαμος, στην Πολυτεχνική Σχολή, δηλαδή στο ίδιο το ενάγον, ως καταπιστευματοδόχο του, αν ληφθεί υπόψη και όλο το υπόλοιπο περιεχόμενο της διαθήκης, καθώς και τα επικαλούμενα με την αγωγή εκτός αυτής στοιχεία, που σχετίζονται με την κοινωνική συγκρότηση, το μορφωτικό επίπεδο και τις γλωσσικές συνήθειες του διαθέτη.

Ότι ο γιος του διαθέτη Ρ, ο οποίος αποδέχθηκε την πιο πάνω κληρονομία με συμβολαιογραφική πράξη αποδοχής, που μεταγράφηκε νόμιμα, αποβίωσε άγαμος και άτεκνος στις 11-1-1998 και με την από ... ιδιόγραφη διαθήκη του, που δημοσιεύθηκε νόμιμα και κηρύχθηκε κυρία, άφησε το κληρονομιαίο ακίνητο που είχε λάβει από τον πατέρα του, δηλαδή το 1/4 εξ αδιαιρέτου του παραπάνω ακινήτου, όχι στην Πολυτεχνική Σχολή αυτού (ενάγοντος), όπως είχε ορίσει στη διαθήκη ο πατέρας του, αλλά στην πρώτη εναγόμενη Χ χήρα Θ, η οποία αποδέχθηκε την κληρονομία αυτή με συμβολαιογραφική δήλωση, που μεταγράφηκε νόμιμα, και ακολούθως με το υπ'αριθμ. ...

συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης ..., που μεταγράφηκε νόμιμα, πώλησε και μεταβίβασε το ίδιο κληρονομιαίο ακίνητο στο δεύτερο εναγόμενο Χ2. Βάσει του ιστορικού αυτού, ζήτησε το ενάγον με την αγωγή, πλην άλλων, να αναγνωρισθεί το κληρονομικό του δικαίωμα, ως καταπιστευματοδόχου του αρχικού διαθέτη Ζ, στο επίδικο ποσοστό του παραπάνω ακινήτου, που αποτελεί το αντικείμενο του καταπιστεύματος, το οποίο εκ των πραγμάτων αμφισβητούν οι εναγόμενοι.

Η αγωγή αυτή απορρίφθηκε, ως μη νόμιμη, με την υπ'αριθμ. 15183/2002 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Κατ'αυτής άσκησε το, ήδη αναιρεσείον, ενάγον έφεση και εκδόθηκε αρχικά η υπ' αριθμ.1212/2003 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία το δικαστήριο εκείνο, αφού έκρινε ότι, κατά τα ιστορούμενα στην αγωγή, η προαναφερθείσα επίμαχη διάταξη της διαθήκης είναι ασαφής και για τη διάγνωση της αληθινής βούλησης του διαθέτη υφίσταται ανάγκη ερμηνείας αυτής, με προσφυγή και στα, έξω από τη διαθήκη, κείμενα στοιχεία της κοινωνικής συγκρότησης και του μορφωτικού επιπέδου του διαθέτη, τα οποία επικαλέσθηκε το ενάγον για τη στήριξη του αγωγικού του ισχυρισμού ότι ο διαθέτης με τη χρησιμοποίηση των λέξεων "υπό την ευχή και παράκληση" θέλησε πραγματικά να εγκαταστήσει αυτό ως καταπιστευματοδόχο, και συνακόλουθα ότι η ένδικη αγωγή ήταν νόμιμη ως προς το παραπάνω αίτημά της, δέχθηκε την έφεση του ενάγοντος και εξαφάνισε την προδιαληφθείσα απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, ακολούθως δε, διέταξε την επανάληψη της συζήτησης της υπόθεσης στο ακροατήριό του, προκειμένου να εξετασθούν μάρτυρες σχετικά με τους ανωτέρω ισχυρισμούς του ενάγοντος.

Μετά την επαναληφθείσα συζήτηση και τη διεξαγωγή κατ'αυτήν των μαρτυρικών αποδείξεων, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ.78/2005 οριστική απόφαση, με την οποία το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αφού προέβη σε ερμηνεία της επίμαχης διάταξης της διαθήκης, έκρινε ότι η αληθινή βούληση του διαθέτη Ζ, με τη χρήση της φράσης, που απευθυνόταν στον κληρονόμο γιό του, "με την θερμήν ευχήν και παράκλησιν όπως, εάν εξαντλήση τον βίον του εν αγαμία και στερηθή ιδίων κατιόντων, μεταβιβάση την εις αυτόν καταλειπομένην περιουσίαν, δια πράξεως εν ζωή, ή δια διατάξεως τελευταίας βουλήσεως εις την Πολυτεχνικήν Σχολήν....", δεν ήταν να συστήσει καταπίστευμα υπέρ του αναιρεσείοντος ενάγοντος, απέρριψε την αγωγή αυτού, ως ουσιαστικά αβάσιμη, καθώς και την ασκηθείσα υπέρ αυτού πρόσθετη παρέμβαση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών.

Με τους πρώτο, μέρος πρώτο, και δεύτερο, μέρος πρώτο, λόγους της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, το αναιρεσείον προβάλλει κατά της προσβαλλόμενης 78/2005 οριστικής απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης και της συμπροσβαλλόμενης υπ' αριθμ.1212/2003 μη οριστικής απόφασης αυτού, την από το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ αιτίαση για παραβίαση των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 983, 1710, 1846, 1933, 173 και 1781 ΑΚ, ισχυριζόμενο ότι το Εφετείο, κατ' εσφαλμένη εφαρμογή των διατάξεων αυτών, έκρινε ότι η αναφερόμενη στην αγωγή διάταξη της επίμαχης διαθήκης, στην οποία χρησιμοποιούνται οι φράσεις "με την θερμήν ευχήν και παράκλησιν", και "εάν ο κληρονόμος γιος αποβιώσει άγαμος και άτεκνος", ήταν ασαφής ως προς την αληθινή βούληση του διαθέτη να εγκαταστήσει ή όχι αυτό (αναιρεσείον) ως καταπιστευματοδόχο και ότι έχρηζε ερμηνείας, ενώ, κατ'αυτό, η πιο πάνω διάταξη της διαθήκης είναι απόλυτα σαφής και αποδίδει από μόνη της εκείνο που θέλησε ο διαθέτης, δηλαδή τη σύσταση καταπιστεύματος υπέρ του Α.Π.Θ.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι, κατά τα προεκτιθέμενα, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι η επίμαχη διάταξη της διαθήκης είναι ασαφής και έχει ανάγκη ερμηνείας, η οποία προϋποθέτει εκτίμηση του περιεχομένου της διαθήκης, ανάγεται σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων και συνεπώς δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

ΕΠΕΙΔΗ, κατά το άρθρο 559 αριθ.20 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό προς εκείνες των άρθρων 118 αριθ.4 και 566 παρ.1 του ίδιου Κώδικα, συνάγεται ότι για το ορισμένο του λόγου αυτού αναίρεσης πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο τα εξής: 1) το αληθινό περιεχόμενο του εγγράφου που φέρεται ότι παραμορφώθηκε, ώστε από τη σύγκριση με εκείνο που δέχθηκε η απόφαση να υπάρχει δυνατότητα στον Άρειο Πάγο να κρίνει αν υφίσταται διαγνωστικό λάθος, 2) Το από την προσβαλλόμενη απόφαση δεκτό γενόμενο διαφορετικό από το αληθινό περιεχόμενο,3) το συμπέρασμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο για το ότι υπάρχουν ή όχι κρίσιμα γεγονότα, 4) ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο.

Αν ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ δεν περιέχει τα παραπάνω στοιχεία είναι αόριστος και πρέπει να απορριφθεί. Ενόψει αυτών, ο πρώτος λόγος, μέρος δεύτερο, της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο, υπό την επίκληση του αναιρετικού λόγου από το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ, προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε τους κανόνες σχετικά με την εκτίμηση του περιεχομένου εγγράφου, χωρίς να αναφέρεται στο αναιρετήριο κανένα από τα περιστατικά που πληρούν το πραγματικό του από τον αριθμό 20 λόγου αναίρεσης, είναι απορριπτέος ως αόριστος.

ΕΠΕΙΔΗ, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 118 αριθμ.4, 566 παρ. 1 και 577 παρ.3 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι στο έγγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί αν και ποιό λόγο αναίρεσης από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση.

Διαφορετικά ο λόγος αναίρεσης απορρίπτεται αυτεπαγγέλτως ως αόριστος, χωρίς να είναι επιτρεπτή η συμπλήρωση των στοιχείων που λείπουν με παραπομπή σε άλλα έγγραφα. Στην προκειμένη περίπτωση το αναιρεσείον με το δεύτερο λόγο, μέρος δεύτερο, της αίτησης αναίρεσης προβάλλει αιτιάσεις από το άρθρο 559 αριθ. 11, 12, 13 και 20 του ΚΠολΔ, αναφέροντας στο λόγο αυτό κατά λέξη, ότι το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη 78/2005 οριστική του απόφαση, "παραβίασε τους δικονομικούς κανόνες σχετικά με τη λήψη υπόψη και τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, καθώς και την εκτίμηση του περιεχομένου εγγράφου, διότι, στηρίζοντας την κρίση του στην υπ' αριθμ....

ένορκη βεβαίωση ενώπιον συμβολαιογράφου του μάρτυρα ..., προέβη σε ερμηνεία των διατάξεων της διαθήκης του Ζ, των σχετικών με τους όρους αυτής " με τη θερμή ευχή και παράκληση κ.λ.π.", " εάν ο κληρονόμος γιος αποβιώσει άγαμος και άτεκνος", και δέχθηκε ότι ο διαθέτης από το έτος 1970 που φέρεται ότι είχε συντάξει σχέδιο διαθήκης μέχρι το έτος 1973 που συνέταξε την επίμαχη διαθήκη του μετέβαλε γνώμη και αποφάσισε να διατυπώσει διαφορετικά τη βούλησή του ως προς το σημείο αυτό, ενώ οι πιο πάνω διατάξεις της διαθήκης είναι απόλυτα σαφείς και αποδίδουν από μόνες τους εκείνο που θέλησε ο διαθέτης, δηλαδή τη σύσταση καταπιστεύματος υπέρ του Πανεπιστημίου μας".

Οι λόγοι αυτοί αναίρεσης είναι απορριπτέοι ως αόριστοι, διότι δεν προσδιορίζεται στο αναιρετήριο, ποιά αποδεικτικά μέσα ήταν ανεπίτρεπτα από το νόμο και λήφθηκαν υπόψη από το Εφετείο, ως προς ποιά αποδεικτικά μέσα παραβίασε εκείνο το δικαστήριο τους ορισμούς του νόμου σε σχέση με την αποδεικτική τους δύναμη, σχετικά με ποιόν ισχυρισμό εφάρμοσε εσφαλμένα τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος απόδειξης και σε τι συνίσταται το σφάλμα του δικαστηρίου και τέλος ποιό είναι το συγκεκριμένο έγγραφο του οποίου το περιεχόμενο παραμορφώθηκε από το δικαστήριο.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 21-4-2005 αίτηση του ν.π.δ.δ. "ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΕΙΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ" για αναίρεση της υπ' αριθμ. 78/2005 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Καταδικάζει το αναιρεσείον στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της πρώτης αναιρεσίβλητης Χ χήρας Θ, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 1 Δεκεμβρίου 2009.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Ιανουαρίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ