Legislator Case Law & Legislation
103/2009 AI generated

103/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 103/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία και της Γραμματέως Σουζάνας Κουφιάδου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

103/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Συνεπώς, ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Με τον Κανονισμό Καταστάσεως Προσωπικού ΔΕΗ (ΚΚΠ/ΔΕΗ), ο οποίος καταρτίσθηκε με την από 4.10.1973 Ειδική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας Προσωπικού ΔΕΗ (ΦΕΚ Β' 1274/ 25.10.1973) και κυρώθηκε με το άρθρο 2 του ν.δ. 210/1974 και έχει ισχύ νόμου, καθορίζονται οι όροι εργασίας του προσωπικού της ΔΕΗ.

Keywords

AI generated
rights and obligations of staff access to a profession deficit working hours integration into employment work education measure pay policy
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 103 / 2009 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 103/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Αλεξόπουλο, Αντώνιο Αθηναίο, Γρηγόριο Κουτσόπουλο και Δημήτριο Μουστάκα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία και της Γραμματέως Σουζάνας Κουφιάδου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ, κατοίκου ......, τον οποίο εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος του Κωνσταντίνος Κρεμαλής με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Επιχείρησης με την επωνυμία "Δημόσια Επιχείρηση Ηλεκτρισμού Α. Ε" (Δ.Ε.Η. ΑΕ) την οποία εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος της Κωνσταντίνος Παπαδημητρίου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22. 12. 2003 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 208/2005 του ίδιου δικαστηρίου και 1438/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείων με την από 17. 05. 2006 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αντώνιος Αθηναίος ανέγνωσε την από 28. 09. 2007 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτη Σπυρίδωνα Ζιάκα, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου λόγου αναιρέσεως και την απόρριψη των λοιπών.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 341 ΑΚ συνάγεται ότι το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση, ως προς τη βασιμότητα ή μη των προσβαλλομένων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων, που ασκούν επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη, χωρίς όμως να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός απ' αυτά, κατ' αντιδιαστολή προς τα λοιπά έγγραφα και εν γένει προς τα άλλα αποδεικτικά μέσα, τα οποία φέρονται ότι λήφθηκαν υπόψη προς σχηματισμό της κρίσης του, αρκεί να γίνεται βέβαιο αδίστακτα από όλο το περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι.

Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής ιδρύει τον λόγο αναίρεσης του άρθρου 559 αριθμ. 11 εδ. γ Κ.Πολ.Δικ., υπό την αποκλειστική προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ.

αριθμ. 11 εδ. γ και συγκεκριμένα ότι, μολονότι αυτός επικαλέσθηκε και προσκόμισε στο Εφετείο την από 14-5-2002 αίτηση του προς την αναιρεσίβλητη και του υπ' αριθμ. ...... απαντητικό έγγραφο αυτής, δεν λήφθηκαν καθόλου υπόψη αυτά από το ως άνω δικαστήριο για το σχηματισμό της κρίσης του. Από την επισκόπηση όμως της προσβαλλομένης απόφασης και μάλιστα όχι μόνο από την περιεχομένη σ' αυτή μνεία ότι λήφθηκαν υπόψη και όλα τα έγγραφα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά και από όλο το υπόλοιπο περιεχόμενο της απόφασης αυτής, δεν γεννάται καμία αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε αυτά μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις (κατάθεση μάρτυρα).

Συνεπώς, ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Με τον Κανονισμό Καταστάσεως Προσωπικού ΔΕΗ (ΚΚΠ/ΔΕΗ), ο οποίος καταρτίσθηκε με την από 4.10.1973 Ειδική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας Προσωπικού ΔΕΗ (ΦΕΚ Β' 1274/ 25.10.1973) και κυρώθηκε με το άρθρο 2 του ν.δ. 210/1974 και έχει ισχύ νόμου, καθορίζονται οι όροι εργασίας του προσωπικού της ΔΕΗ.

Με το άρθρο 2 αυτού, το προσωπικό διακρίνεται σε τακτικό, που υπηρετεί σε οργανικές θέσεις και υπάγεται αυτοδικαίως στις διατάξεις του Κανονισμού, και στο έκτακτο, που είναι εκείνο που προσλαμβάνεται με σύμβαση ορισμένου ή αορίστου χρόνου, προς κάλυψη έκτακτων ή πρόσκαιρων αναγκών της επιχείρησης. Το άρθρο 4 του Κανονισμού ορίζει ότι το τακτικό προσωπικό κατατάσσεται σε κλάδους που υποδιαιρούνται σε κατηγορίες και βαθμίδες, στις οποίες αντιστοιχούν μισθολογικά κλιμάκια και ορισμένος αριθμός οργανικών θέσεων, κάθε δε μισθωτός εντάσσεται σε μισθολογικό κλιμάκιο, βαθμίδα, κατηγορία και κλάδο σε πλήρωση οργανικής θέσεως.

Στο άρθρο 5 παρ. 1, 2, 3 ορίζεται ότι ουδείς προσλαμβάνεται απευθείας ως τακτικός, ότι η πρόσληψη εκτάκτου προσωπικού γίνεται με έγγραφη σύμβαση, που μπορεί να ανανεωθεί μέχρι συμπληρώσεως χρονικού διαστήματος πέντε (5) ετών, εντός του οποίου μπορεί να γίνει ένταξη του έκτακτου προσωπικού στο τακτικό, και ότι η ένταξη γίνεται σε μισθολογικό κλιμάκιο της κατωτέρας βαθμίδας κάθε κατηγορίας με απόφαση του Διοικητή μετά από πρόταση της ιεραρχίας.

Κατά το άρθρο 6 του Κανονισμού, ο προηγηθείς της εντάξεως χρόνος υπηρεσίας μισθωτού ως εκτάκτου θεωρείται ως χρόνος δοκιμαστικής υπηρεσίας και συνυπολογίζεται στο χρόνο ο οποίος απαιτείται κατά το άρθρο 22 του Κανονισμού για την πρώτη μετά την ένταξη μισθολογική προαγωγή, θεωρούμενος ως διανυθείς στο μισθολογικό κλιμάκιο της εντάξεως.

Εξάλλου, με την από 5. 10. 1989 Ειδική ΣΣΕ της ΔΕΗ και δη με το άρθρο 9 παρ. 1 αυτής ορίσθηκε ότι "ο προηγηθείς της εντάξεως χρόνος πραγματικής υπηρεσίας που διανύθηκε στην επιχείρηση οποτεδήποτε και με οποιαδήποτε μορφή σύμβασης εργασίας (συνεχούς ή διακοπτόμενης) προσμετράται για την μισθολογική και προαγωγική εξέλιξη του μισθωτού, εφόσον δεν έχει προσμετρηθεί με οποιοδήποτε τρόπο.

Δεν προσμετράται ο κατά τα άνω χρόνος πραγματικής υπηρεσίας στις περιπτώσεις λύσης της σύμβασης της εργασίας λόγω αδικαιολόγητης απουσίας, επιβολής ποινής απολύσεως για πειθαρχικά παραπτώματα ή τρίτης στασιμότητας". Επίσης, με την παρ. 3 του ίδιου ως άνω άρθρου 9 ορίσθηκε ότι "η προσμέτρηση του ως άνω χρόνου για τους τακτικούς κατά την 1.1.1986 μισθωτούς θα γίνεται με ανάλογη μετάθεση της ημερομηνίας χορηγήσεως του μισθολογικού κλιμακίου (μ.κ.) που κατείχαν κατά την ως άνω χρονολογία, μετατιθεμένης αναλόγως και της ημερομηνίας χορηγήσεως και των επομένων μισθολογικών κλιμακίων, στα οποία εν τω μεταξύ έχουν προαχθεί, ανεξαρτήτως της υπάρξεως ή όχι οργανικών θέσεων ως και της ημερομηνίας μελλοντικής κρίσεως, εφαρμοζομένων κατά τα λοιπά των διατάξεων των άρθρων 4, 22 και 23 του ΚΚΠ/ΔΕΗ.

Οι ως άνω υπηρεσιακές μεταβολές θα γίνουν με πράξη του Διευθυντή Προσωπικού, οι δε προκύπτουσες από αυτές οικονομικές συνέπειες σε καμιά περίπτωση δεν μπορούν να ανατρέξουν σε χρόνο πριν από την 1.1.1986". Ακολούθως, με την από 25.4.1991 ΕΣΣΕ Προσωπικού ΔΕΗ Κεφ. Δ' παρ. ΙΙ ορίσθηκε ότι "Διευκρινίζοντας και συμπληρώνοντας την παρ. 9 της από 5.10.89 ΕΣΣΕ προσωπικού ΔΕΗ, ορίζεται ότι: 1.

Ο πραγματικός και ευδόκιμος χρόνος μαθητείας στην Πρότυπη Σχολή Μαθητείας ΔΕΗ και στη Σχολή Ταχύρρυθμης Εκπαίδευσης Τεχνιτών ΔΕΗ, κατά περίπτωση, των μισθωτών αποφοίτων των υπόψη Σχολών, που πραγματοποιήθηκε πριν από την πρόσληψή τους στην Επιχείρηση, συνυπολογίζεται στον κατά το άρθρο 6 του ΚΚΠ/ΔΕΗ, προβλεπόμενο χρόνο και προσμετράται για τη μισθολογική και προαγωγική τους εξέλιξη, σύμφωνα με τις διατάξεις του ΚΚΠ/ΔΕΗ, όπως ισχύουν κάθε φορά, εφόσον δεν έχει προσμετρηθεί με οποιοδήποτε τρόπο. 2.

Η προσμέτρηση του ως άνω χρόνου για τους αποφοίτους των υπόψη Σχολών θα γίνει ως εξής: 2.1. Για τους ήδη τακτικούς μισθωτούς, κατά την ημερομηνία ισχύος της παρούσας ΕΣΣΕ, με ανάλογη μετατόπιση της ημερομηνίας χορήγησης των μισθολογικών κλιμακίων στα οποία έχουν προαχθεί από την κατάταξή τους στο τακτικό προσωπικό και μετέπειτα. 2.2.

Για όσους μέλλουν να καταταγούν στο τακτικό προσωπικό, μετά την ημερομηνία ισχύος της παρούσας ΕΣΣΕ, με ανάλογη μετατόπιση της ημερομηνίας μελλοντικής κρίσης για την πρώτη μετά την κατάταξη προαγωγή. 3. Οι ως άνω (παρ.2 υπηρεσιακές μεταβολές θα γίνουν με πράξη του Διευθυντή Προσωπικού, ή άλλου εξουσιοδοτημένου υπηρεσιακού οργάνου της ΔΠΡΣ, οι δε προκύπτουσες απ' αυτές οικονομικές συνέπειες ανατρέχουν στην ημερομηνία κατάταξης στο τακτικό προσωπικό, εν πάση δε περιπτώσει, σε ημερομηνία που δεν μπορεί, για κανένα λόγο, να είναι προγενέστερη της 1.1.1986".

Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι καθιερώθηκε υποχρέωση της ΔΕΗ να προσμετρά για τη μισθολογική και προαγωγική εξέλιξη των μισθωτών της, που ανήκουν στο τακτικό προσωπικό, τόσον τον προ της εντάξεώς τους πραγματικό χρόνο υπηρεσίας τους στην επιχείρησή της, με οποιαδήποτε μορφή σύμβασης εργασίας και αν διανύθηκε, όσο και τον προ της προσλήψεώς τους πραγματικό και ευδόκιμο χρόνο μαθητείας αυτών στην Πρότυπη Σχολή Μαθητείας ΔΕΗ και στη Σχολή Ταχύρρυθμης Εκπαίδευσης Τεχνικών, εφόσον δεν έχει προσμετρηθεί με οποιονδήποτε τρόπο, οπότε αποκλείεται η εκ νέου προσμέτρηση, και δεν συντρέχει κάποιος από τους αναφερόμενους λόγους μη συνυπολογισμού, χωρίς να τίθεται καμία άλλη προϋπόθεση.

Εντεύθεν, κατά τη γνώμη της πλειοψηφίας, θεμελιώνεται ενοχικό δικαίωμα του μισθωτού, που πηγάζει από τις ανωτέρω ΕΣΣΕ και τον ΚΚΠ/ΔΕΗ, για την προσμέτρηση του χρόνου προϋπηρεσίας ή του χρόνου μαθητείας του, και αντίστοιχη ενοχική υποχρέωση της ΔΕΗ, η μη εκπλήρωση της οποίας συνιστά αθέτηση ενοχική της υποχρεώσεως και όχι αδικοπραξία.

Στην περίπτωση δε αυτή η αξίωση του μισθωτού να ενταχθεί στο αρμόζον, με βάση τον ΚΚΠ-ΔΕΗ και τις ισχύουσες ΕΣΣΕ, μισθολογικό κλιμάκιο δεν υπόκειται στην εκ του άρθρου 937 ΑΚ για τις αξιώσεις από αδικοπραξία, πενταετή παραγραφή, αλλά στην από το άρθρο 249 ΑΚ προβλεπόμενη εικοσαετή παραγραφή, οι δε μισθολογικές αξιώσεις από τη μη κανονική αρχική ένταξη στο τακτικό προσωπικό της αναιρεσίβλητης, και τις εντεύθεν μη πραγματοποιηθείσες νόμιμες εντάξεις στα ανάλογα μισθολογικά κλιμάκια, υπόκεινται στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 250 παρ.6 ΑΚ, η οποία αρχίζει σύμφωνα με το άρθρο 253 αυτού, μόλις λήξει το έτος μέσα στο οποίο γεννήθηκαν οι εν λόγω αξιώσεις.

Εξάλλου, οι αναιρετικοί λόγοι των αριθμών 1 εδ. α και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ. ιδρύονται, ο μεν πρώτος αν το δικαστήριο της ουσίας προέβη σε εσφαλμένη ή μη υπαγωγή των πραγματικών διαπιστώσεων του στο εννοιολογικό περιεχόμενο του εν λόγω κανόνα, ο δε δεύτερος, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας δεν περιέχονται καθόλου ή δεν περιγράφονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά εκείνα γεγονότα που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις εφαρμογής του εφαρμοσθέντος κανόνα ουσιαστικού δικαίου ή αν έγινε ή όχι ορθός νομικός χαρακτηρισμός των κρισίμων πραγματικών γεγονότων.

Δεν υπάρχει όμως έλλειψη αιτιολογίας όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές μεν αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του, δέχθηκε τα εξής: Ο αναιρεσείων προσλήφθηκε από την αναιρεσίβλητη ΔΕΗ στις 3-9-1979 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ως τεχνικός και εντάχθηκε στην κατηγορία Τ4 του τακτικού προσωπικού και στο 120 μισθολογικό κλιμάκιο, ενώ από 10-7-1979 τοποθετήθηκε στον ΑΗΣ ......

όπου και υπηρέτησε στον κλάδο Παραγωγής της Δ/νσεως Εκμ/σεως Παραγωγής Μεταφοράς-ΓΔΠΜ. Αυτός, που ήταν απόφοιτος της Μέσης Τεχνικής Σχολής της αναιρεσείουσας με χρόνο φοιτήσεως από 4-10-1976 έως 10-7-1979, εξελίχθηκε βάσει του ΚΚΠ-ΔΕΗ και της ατομικής του συμβάσεως στο 110 μισθολογικό κλιμάκιο από 10-7-1982 και στο 100 από 11-7-1985.

Στις 27-9-1985 απέκτησε πτυχίο του τμήματος Μηχανολόγων της Ανωτέρας Σχολής Τεχνολόγων Μηχανικών του ΚΑΤΕΕ Αθηνών και κατόπιν αιτήσεως του μετατάχθηκε στην κατηγορία Τ3 και εντάχθηκε από 1-8-1988 στο 90 μισθολογικό κλιμάκιο. Ακολούθως με την υπ' αριθμ. 80/18-2-1992 απόφαση του διοικητικού συμβουλίου και την υπ' αριθμ. 26/1993 απόφαση του γενικού διευθυντή της αναιρεσίβλητης εγκρίθηκε οριστικά η μετάταξη του στην εν λόγω κατηγορία αναδρομικά από 1-12-1985 και ορίστηκε η ένταξη του από την ημερομηνία αυτή στο 90 και από 1-12-1988 στο 80 μ.

κ. λόγω παρελεύσεως τριετίας. Την 1-10-1991, ο αναιρεσείων εντάχθηκε στο 60 μ. κ λόγω της ανακλιμακώσεως των μισθολογογικών κλιμακίων, που έγινε κατ' εφαρμογή της από 28-2-1990 ΕΣΣΕ, η οποία αφορά το προσωπικό της αναιρεσίβλητης, και χορηγήθηκε σ' αυτόν, χωρίς προαπαιτούμενο τη διαδρομή τριετίας, δύο μισθολογικά κλιμάκια ενταχθείς έτσι στο 60 μ.

κ από το 80 που κατείχε από 1-12-1988. Σύμφωνα δε με την παρ. 4. 3 της από 28-2-1990 ΕΣΣΕ ο χρόνος που διανύθηκε από 1-12-1088 στο 80 μισθολογικό κλιμάκιο, θεωρείται ότι διανύθηκε στο νέο δηλαδή το 60. Έτσι την 1-12-1991, που συμπλήρωνε τριετία από 1-12-1988, έπρεπε να ενταχθεί στο 50 μ.κ. Στη συνέχεια, ο αναιρεσείων έπρεπε να ενταχθεί την 1-1-1991 στο 40 μ.κ.

λόγω αναγνωρίσεως του χρόνου μαθητείας του στη Μέση Τεχνική Σχολή της αναιρεσίβλητης, σύμφωνα με την από 5-10-1989 ΕΣΣΕ, όπως η παρ. 9 αυτής διευκρινίστηκε και συμπληρώθηκε με την από 25-4-1991 ΕΣΣΕ, και ο οποίος χρόνος δεν είχε προηγουμένως προσμετρηθεί με οποιονδήποτε τρόπο για τη μισθολογική του εξέλιξη, την 1-1-1995 στο 30, την 1-1-1998 στο 20 και την 1-12001 στο 10.

Η αναιρεσίβλητη, όμως, εμμένοντας στη διαδικασία χορηγήσεως των επομένων μισθολογικών κλιμακίων μόνο με την πάροδο τριετίας στο κατεχόμενο, ενέταξε τον αναιρεσείοντα την 1-12-1991 στο 50 μ.κ. την 1-12-1994 στο 40, την 1-12-1997 στο 30, την 1-12-2000 στο 20 και την 1-12-2003 στο 10. Περαιτέρω, το Εφετείο έκρινε ότι ναι μεν η αναιρεσίβλητη παρέλειψε να χορηγήσει στον αναιρεσείοντα το αμέσως επόμενο, εκείνου που αυτή χορήγησε, μισθολογικό κλιμάκιο από 1-1-1991 έως 1-1-2001, πλην όμως η παράλειψη αυτή, οφειλομένη σε υπαιτιότητα του αρμοδίου οργάνου της αναιρεσίβλητης, είναι παράνομη, ως αντικειμένη ευθέως στον ΚΚΠ-ΔΕΗ και τις προαναφερθείσες ΕΣΣΕ, που έχουν ισχύ νόμου, και κατά συνέπεια θεμελιώνει αδικοπραξία, οι από την οποία αξιώσεις του αναιρεσείοντος υπέκυψαν στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 937 ΑΚ, η οποία άρχισε την 1-12-1991, όταν η αναιρεσίβλητη αρνήθηκε τη χορήγηση στον αναιρεσείοντα του προσήκοντος μισθολογικού κλιμακίου και είχε ήδη συμπληρωθεί μέχρι την επίδοση της αγωγής στις 23-12-2003.

Με την κρίση του δε αυτή το Εφετείο, κατά την προλεχθείσα πλειοψηφούσα άποψη, εσφαλμένα εφάρμοσε τις παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του ΚΚΠ-ΔΕΗ, των από 5-10-1989, 25-4-1991 και 28-2-1990 ΕΣΣΕ, και του Αστικού Κώδικα. Και τούτο γιατί η μη ένταξη του αναιρεσείοντος στο μισθολογικό κλιμάκιο του τακτικού προσωπικού της αναιρεσίβλητης, που δικαιούνταν, συνιστά αθέτηση ενοχικής υποχρέωσης και υπόκειται, σύμφωνα με την προεκτεθείσα νομική σκέψη, στην από το άρθρο 249 ΑΚ προβλεπόμενη 20ετή παραγραφή, η οποία δεν είχε συμπληρωθεί κατά το χρόνο άσκησης της ένδικης αγωγής (31-12-2003), όπως τούτο προκύπτει από την επισκόπηση του αντιγράφου του δικογράφου της ένδικης αγωγής, και την διαλαμβανόμενη σ' αυτό επισημείωση του αρμοδίου δικαστικού επιμελητή, περί του χρόνου επίδοσης αυτής στην αναιρεσίβλητη, οι δε μισθολογικές αξιώσεις από τη μη κανονική ένταξη αυτού στην 5ετή παραγραφή, του άρθρου 250 παρ. 6 ΑΚ, που σύμφωνα με το άρθρο 253 του ίδιου κώδικα, αρχίζει μόλις λήξει το έτος μέσα στο οποίο γεννήθηκαν αυτές, και η οποία επίσης δεν συμπληρώθηκε, καθόσον, από μεν την παραπάνω αγωγή προκύπτει ότι οι αξιώσεις του αναιρεσείοντος ως προς την καταβολή των διαφορών αποδοχών του, γεννήθηκαν κατά τα έτη 1999, 2000, 2001, 2002 και 2003, η δε παραγραφή αυτών άρχισε αντίστοιχα από 1-1-2000, 1-1-2001, 1-1-2002, 1-1-2003 και 1-1-2004, ενώ από την προεκτεθείσα επισημείωση του δικαστικού επιμελητή, προκύπτει, όπως προαναφέρθηκε, ότι η ως άνω αγωγή ασκήθηκε στις 31-12-2003.

Επομένως, πρέπει, κατά την κρατήσασα γνώμη του Δικαστηρίου αυτού, να γίνει δεκτός ως βάσιμος, ο πρώτος λόγος αναίρεσης κατά το μέρος του από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ. Κατά τη γνώμη όμως δύο μελών του Δικαστηρίου αυτού και ειδικότερα του Αντιπροέδρου, Σπυρίδωνος Κολυβά και του Αρεοπαγίτη, Χρήστου Αλεξόπουλου, ο παραπάνω λόγος αναίρεσης και κατά το εκτεθέν μέρος του, έπρεπε να απορριφθεί ως αβάσιμος, καθό σον, από τις προαναφερθείσες διατάξεις προκύπτει ότι κατά τις μισθολογικές προαγωγές καθώς και κατά τις προαγωγές σε ανώτερη βαθμίδα των μισθωτών-υπαλλήλων της αναιρεσίβλητης, ναι μεν υφίσταται υποχρέωση της τελευταίας, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις προς προαγωγή, να προβεί, με τα αρμόδια όργανά της και κατά την καθοριζόμενη διαδικασία, στη μισθολογική προαγωγή των μισθωτών υπαλλήλων της ή στην προαγωγή αυτών σε ανώτερη βαθμίδα, υποχρέωση η οποία πηγάζει από την υφισταμένη μεταξύ αυτής και των μισθωτών της ατομική σύμβαση εργασίας και τον ΚΚΠ, ο οποίος, έχοντας ισχύ νόμου, συμπληρώνει την ατομική σύμβαση, πλην όμως, κατά τις ανωτέρω προαγωγές των υπαλλήλων της αναιρεσίβλητης ασκείται συγχρόνως δικαίωμα, κατά την ελεύθερη κρίση των αρμοδίων οργάνων της προς πραγματοποίηση των προαγωγών αυτών.

Έτσι όταν παραλείπεται από την προαγωγή (μισθολογική ή σε ανώτερη βαθμίδα) υπάλληλος της αναιρεσίβλητης, ο οποίος έχει τα προς τούτο τυπικά και ουσιαστικά προσόντα, τότε υπάρχει ευθεία παράβαση του άρθρου 281 ΑΚ, που συνιστά αδικοπραξία και θεμελιώνει δικαίωμα αποζημίωσης, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 914 και 298 ΑΚ.

Από το συνδυασμό δε των διατάξεων αυτών με εκείνες των άρθρων 247, 251 και 937 ΑΚ προκύπτει ότι κάθε αξίωση υπαλλήλου, ο οποίος, κατά παράβαση του άρθρου 281 ΑΚ, δεν έχει προαχθεί, είτε η αξίωση αυτή αναφέρεται στην προαγωγή από ορισμένο χρόνο, είτε έχει ως αντικείμενο την καταβολή αποζημίωσης, για την από την παρανομία θετική ή αποθετική ζημία του, υπόκειται στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 937 ΑΚ, η οποία αρχίζει, για όλες τις ζημίες (παρούσες ή μέλλουσες, αν είναι προβλεπτές, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων και εφόσον είναι δυνατή η δικαστική επιδίωξη τους) από τότε που ο ζημιωθείς έλαβε γνώση των πρώτων επιζημίων συνεπειών και του υποχρέου προς αποζημίωση.

Συνεπώς, και σύμφωνα με την μειοψηφούσα άποψη αυτού του Δικαστηρίου, με βάση τις προεκτεθείσες παραδοχές του, το Εφετείο, δεν παραβίασε τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, τις οποίες αντιθέτως ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε, για τί οι αξιώσεις αυτές, προερχόμενες από παράλειψη του αναιρεσείοντος από μισθολογικές προαγωγές, σύμφωνα με τα παραπάνω, που στηρίζονται αποκλειστικά και μόνο σε αδικοπραξία και, κατά τις προλεχθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, αφότου αυτός έμαθε τη ζημία και την υπόχρεη (αναιρεσίβλητη) σε αποζημίωση, μέχρι την επίδοση της ένδικης αγωγής, παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της πενταετίας, ενώ η ικανοποίηση των σχετικών αξιώσεων ήταν έκτοτε δικαστικώς επιδιώξιμη. Κατόπιν των ανωτέρω, αφού η απόφαση σε σχέση με τον ως άνω λόγο κατά το συγκεκριμένο μέρος του, λαμβάνεται με διαφορά μιας ψήφου, πρέπει να παραπεμφθεί αυτός στην Ολομέλεια του Αρείου Πάγου κατ' άρθρο 563 παρ.2 εδ.β Κ.Πολ.Δικ. Τέλος, ο ίδιος λόγος αναίρεσης, και κατά το μέρος του με το οποίο προβάλλεται έλλειψη νόμιμης βάσης της προσβαλλομένης απόφασης, επειδή περιέχει ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον στην εν λόγω απόφαση, όπως προκύπτει από το περιεχόμενό της, διαλαμβάνονται επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει τους πρώτο κατά το δεύτερο μέρος του, και δεύτερο από τους λόγους αναίρεσης. Και

Παραπέμπει στην Τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου τον αναφερόμενο στο αιτιολογικό πρώτο λόγο αναίρεσης, και κατά το πρώτο μέρος του.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 9 Δεκεμβρίου 2008. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 13 Ιανουαρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ