103/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΔικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ηλία Γιαννακάκη, Χρήστο Αλεξόπουλο, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Ζήση Βασιλόπουλο, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Νοεμβρίου 2007, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated103/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στην περίπτωση αυτή διαπράττεται αδικοπραξία, κατά την έννοια του άρθρου 914 ΑΚ και ο παραλειπόμενος δικαιούται ν' ασκήσει αγωγή και να ζητήσει την αναγνώριση της, κατά παράβαση του άρθρου 281 ΑΚ, παράλειψής του και την επιδίκαση, ως αποζημίωση, των διαφορών αποδοχών και ανάλογης χρηματικής ικανοποίησης από την παράνομη και υπαίτια παράλειψή του.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 103 / 2008 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 103/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους
Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ηλία Γιαννακάκη, Χρήστο Αλεξόπουλο, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Ζήση Βασιλόπουλο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Νοεμβρίου 2007, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Γεωργία Ιατρού-Νικητιάδη.
Του αναιρεσιβλήτου: Ψ1, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Λιάπα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2/4/2004 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1927/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5762/2006 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 1/11/2006 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ζήσης Βασιλόπουλος, ανέγνωσε την από 13/11/2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε ν' απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και στη συνέχεια δήλωσε διευκρινιστικά ότι από παραδρομή αναγράφηκε στην ανωτέρω εισήγηση ότι πρέπει να απορριφθεί η αίτηση, ενώ το ορθό είναι ότι η αίτηση πρέπει να γίνει δεκτή ως προς τους 1ο και 3ο λόγους της. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 4 και 9, 3 παρ. 1 και 14, 9 παρ. 1 και 2, 10 παρ. 1 και 5 του Οργανισμού Υπηρεσίας της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδας, που εκδόθηκε σε εκτέλεση του άρθρου 1 ν.δ. 2510/1953, κυρώθηκε με το β.δ. 17/29-9-1953, δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ τεύχος Α' 267 της 26-9-1953 και έχει ισχύ νόμου και εφαρμογή στη συγκεκριμένη περίπτωση (από 1.7.2001 ισχύει ο νέος Κανονισμός Εργασίας της ΕΤΕ), η προαγωγή στις οργανικές θέσεις, από το βαθμό του τμηματάρχη Α' και πάνω γίνεται από το διοικητικό συμβούλιο της Τράπεζας, με πρόταση του διοικητή, κατ' απόλυτη εκλογή και εφόσον ο υπάλληλος που κρίνεται, έχει συμπληρώσει τον απαιτούμενο χρόνο υπηρεσίας σε καθένα από τους προηγούμενους βαθμούς.
Η αξιολόγηση των προσόντων των κρινομένων, όπως αυτοί κατ' αρχήν προκύπτουν από τα στοιχεία των ατομικών φακέλλων, αναφορικά με την ειδικότητα, την επιμέλεια, τις γνώσεις, την ευσυνειδησία, την επάρκεια στην εκτέλεση της υπηρεσίας, το ήθος, τις διοικητικές και τις οργανωτικές ικανότητες, την πρωτοβουλία και γενικά την υπηρεσιακή συμπεριφορά τους, αποτυπούμενη κυρίως στις εκθέσεις - δελτία ή φύλλα ποιότητας - που υποβάλλονται κάθε έτος από τους προϊσταμένους τους, αποτελεί ουσιαστική κρίση του διοικητικού συμβουλίου, η οποία δεν ελέγχεται από τα δικαστήρια.
Αν όμως το συμβούλιο παραλείψει κάποιον υπάλληλο που προφανώς υπερέχει ως προς τα προσόντα σε σύγκριση με τους ομοιόβαθμους συναδέλφους του, η προαγωγή των οποίων έγινε κατά παράλειψη εκείνου, τότε η κρίση αυτή του διοικητικού συμβουλίου ως άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος του εργοδότη, υπόκειται στον έλεγχο των δικαστηρίων, κατά τους ορισμούς του άρθρου 281 ΑΚ, για κατάχρηση δικαιώματος, η οποία συντρέχει όταν καθ' υπέρβαση των ορίων, που επιβάλλει η καλή πίστη, έγινε η παράλειψη της προαγωγής, μολονότι ο υπάλληλος που παραλείφθηκε υπερτερεί καταφανώς σε τυπικά και ουσιαστικά προσόντα.
Στην περίπτωση αυτή διαπράττεται αδικοπραξία, κατά την έννοια του άρθρου 914 ΑΚ και ο παραλειπόμενος δικαιούται ν' ασκήσει αγωγή και να ζητήσει την αναγνώριση της, κατά παράβαση του άρθρου 281 ΑΚ, παράλειψής του και την επιδίκαση, ως αποζημίωση, των διαφορών αποδοχών και ανάλογης χρηματικής ικανοποίησης από την παράνομη και υπαίτια παράλειψή του.
Στην προκείμενη υπόθεση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε τ' ακόλουθα πραγματικά γεγονότα: Ο αναιρεσίβλητος (ενάγω) προσλήφθηκε από την αναιρεσείουσα (εναγόμενη) στις ......., ως προσωρινός υπάλληλος. Αργότερα, μετά από επιτυχία του στον διαγωνισμό μονιμοποίησης της 25-9-1966 μονιμοποιήθηκε και εντάχθηκε στο λογιστικό κλάδο με το βαθμό του δόκιμου, εξελίχθηκε δε βαθμολογικά μέχρι τον βαθμό του Τμηματάρχη Α' στον οποίο είχε προαχθεί την 1-1-1988.
Από της προσλήψεώς του υπηρέτησε στη Δ/νση Οργάνωσης - Υπ/νση Μηχανογραφίας. Από 24-5-1974 έως 18-7-1975 υπηρέτησε τη στρατιωτική του θητεία και μετά την αποστράτευσή του τοποθετήθηκε στη Δ/νση Μελετών Επιχειρηματικών Δραστηριοτήτων. Την 14-3-1979 αποσπάστηκε στο Υπουργείο Εμπορίου ως ειδικός κοστολόγος για τη διενέργεια ελέγχων σε μεγάλες επιχειρήσεις με στόχο τη συγκράτηση του πληθωρισμού, όπου και παρέμεινε μέχρι την 29-1-1980.
Κατόπιν επανήλθε στην Υπηρεσία της αναιρεσείουσας και τοποθετήθηκε στη Δ/νση Περιουσίας μέχρι την 17-5-1982. Κατόπιν μετατέθηκε στην Υπ/νση Δημοσίων Σχέσεων ως Προϊστάμενος Υπηρεσίας (7ο κλιμάκιο ευθύνης) μέχρι την 2-12-1986. Από 3-12-1986 ανέλαβε τη θέση Προϊσταμένου Τμήματος (5ο κλιμ. Ευθύνης) στην ίδια Υπ/νση μέχρι την 4-2-1994.
Την 7-2-1994 μετατέθηκε στη Γ' Περιφερειακή Διοίκηση ως Προϊστάμενος Τμήματος (5ο κλιμ. ευθύνης) όπου και παρέμεινε μέχρι την 17-11-1995. Την 20-11-1995 αποσπάσθηκε στην Εθνική Κεφαλαίου ΕΘΝΑΚ Α.Ε., ως Στέλεχος (5ου κλιμ. ευθύνης), μέχρι την 27-12-1998 και την 28-12-1998 τοποθετήθηκε στο Κατάστημα Πλ. Μητροπόλεως όπου από την 18-1-1999 κατέλαβε τη θέση του Υποδιευθυντή (4ο κλιμ.
ευθύνης) και υπηρέτησε μέχρι την έξοδό του από την υπηρεσία της αναιρεσείουσας λόγω ορίου ηλικίας, την 13-3-2004. Είναι πτυχιούχος του Οικονομικού Τμήματος της ΑΣΟΕΕ και βαθμολογείται σε γνώση ξένης γλώσσας (αγγλικά) με 5/9. Στα ΔΠ των ετών 1984 έως και 1993 χαρακτηρίζεται "Άριστος". Στα ΔΑ 1995 συγκέντρωσε ποσοστό ανταπόκρισης 121% , τα έτη 1996 και 1997, 135%, το 1998 δεν συντάχθηκε Δελτίο, το 1999 134%, το 2000 136%, το 2001 137% και το 2002 140%.
Κατά τις προαγωγικές κρίσεις της αναιρεσείουσας για τον βαθμό του συμπράττοντα υποδιευθυντή από 1-1-1998, τα αρμόδια όργανά της προήγαγαν μεταξύ άλλων τους Γ1, Γ2 και Γ3, ομοιόβαθμους του αναιρεσιβλήτου. Από αυτούς, ο Γ1 προσλήφθηκε από την αναιρεσείουσα την 1-10-1971 και είχε προαχθεί στον βαθμό του Τμηματάρχη Α' την 1-1-1993.
Διευθυντικά καθήκοντα ανέλαβε την 18-11-1985, όταν τοποθετήθηκε ως διευθυντής στο Κατάστημα Δικαίων Έβρου (9ο κλιμάκιο ευθύνης). Κρίθηκε κατέχων από 27-11-1996 τη θέση διευθυντή στο Κατάστημα Ορεστιάδας. Χαρακτηρίζεται "Άριστος" κατά τα έτη 1989-1994 και τα ποσοστά ανταπόκρισης για τα έτη 1995-1997 ανέρχονται, αντίστοιχα σε 132%, 133% και 134%.
Είναι κάτοχος απολυτηρίου εξαταξίου Γυμνασίου και με βαθμό γνώσης ξένης γλώσσας 3/9. Ο Γ2, προσλήφθηκε από την αναιρεσείουσα την 3-8-1970 και είχε προαχθεί στον βαθμό του Τμηματάρχη Α' , την 1-7- 1994. Διευθυντικά καθήκοντα ανέλαβε την 1-4-1986 όταν τοποθετήθηκε διευθυντής Καταστήματος της οδού Σπ. Μερκούρη στο Παγκράτι (10ο κλιμ.
ευθ.). Κρίθηκε κατέχων από 21-10-1996 τη θέση του διευθυντή Καταστήματος Ν. Σμύρνης (5ο κλιμ. ευθ.). Στα ΔΠ 1994 και 1996, χαρακτηρίζεται "Άριστος", ενώ τα ποσοστά ανταπόκρισης για τα έτη 1995, 1996, και 1997 ανέρχονται, αντίστοιχα, σε 132%, 134% και 135%. Είναι κάτοχος απολυτηρίου εξαταξίου Γυμνασίου και με βαθμό ξένης γλώσσας 3/9.
Ο Γ3 προσλήφθηκε από την αναιρεσείουσα την 20-9-1973 και είχε προαχθεί στον βαθμό του Τμηματάρχη Α' την 1-1-1995. Την 12-6-1984 του ανατέθηκαν καθήκοντα προϊσταμένου Εμπορικών Χορηγήσεων στο Κατάστημα Ψυχικού. Κρίθηκε κατέχων τη θέση του διευθυντή στο Κατάστημα Ν. Ερυθραίας (4ο κλιμάκιο ευθύνης). Χαρακτηρίζεται "Άριστος" κατά τα έτη 1988-1994 (πλην του έτους 1993 που χαρακτηρίζεται "εξελίξιμος") και τα ποσοστά ανταπόκρισης κατά τα έτη 1995, 1996 ανέρχονται σε 139%, ενώ το 1997 σε 138%.
Είναι απόφοιτος της ΑΒΣΠ και με βαθμό γνώσης ξένης γλώσσας 3/9. Από τη συγκριτική αντιπαράθεση των άνω προσόντων του αναιρεσιβλήτου και των συναδέλφων του προκύπτει ότι ο αναιρεσίβλητος υπερέχει καταφανώς έναντι αυτών. Ειδικότερα ως προς τον πρώτο Γ3 ο αναιρεσίβλητος υπερτερεί ως προς τους τίτλους σπουδών, ως προς τη γενική υπηρεσιακή αρχαιότητα (28-9-1965 έναντι 1-10-1971), ως προς την ειδική υπηρεσιακή αρχαιότητα (1-1-1988 έναντι 1-1-1993), ως προς τον χρόνο ανάληψης υπευθύνων καθηκόντων (αρχές 1982 έναντι 18-11-1985), ως προς τον βαθμό γνώσης ξένης γλώσσας (5/9 έναντι 3/9), είναι ισότιμοι ως προς τη βαθμολογία ("Άριστοι"), ενώ υστερεί ελαφρά ο αναιρεσίβλητος ως προς τα ποσοστά ανταπόκρισης, στοιχείο όμως που από μόνο του δεν είναι ικανό να ανατρέψει την ως άνω υπεροχή του.
Ως προς τον δεύτερο Γ2. Ο αναιρεσίβλητος υπερτερεί ως προς τους τίτλους σπουδών, ως προς τη γενική υπηρεσιακή αρχαιότητα (28-9-1965 έναντι 3-8-1970), ως προς την ειδική υπηρεσιακή αρχαιότητα (1-1-1988 έναντι 1-7-1994), ως προς τον χρόνο ανάληψης υπευθύνων καθηκόντων (αρχές 1982 έναντι 1-4-1986), ως προς τον βαθμό γνώσης ξένης γλώσσας (5/9 έναντι 3/9), είναι ισότιμοι ως προς τη βαθμολογία ("Άριστοι") και με τα ίδια σχεδόν ποσοστά ανταπόκρισης εκτός από το έτος 1995, κατά το οποίο αναιρεσίβλητος υστερεί.
Ως προς τον τρίτο Γ3. Ο αναιρεσίβλητος υπερτερεί ως προς την γενική υπηρεσιακή αρχαιότητα (28-9-1965 έναντι 20-9-1973), ως προς την ειδική υπηρεσιακή αρχαιότητα (1-1-1988 έναντι 1-1-1995), ως προς τον χρόνο ανάθεσης υπευθύνων καθηκόντων (αρχές 1982 έναντι 12-6-1984), ως προς τον βαθμό γνώσης ξένης γλώσσας (5/9 έναντι 3/9), ενώ είναι ισότιμοι ως προς τη βαθμολογία ("Άριστοι") και με τα ίδια σχεδόν ποσοστά ανταπόκρισης, εκτός από το έτος 1995 κατά το οποίο ο αναιρεσίβλητος υστερεί, και είναι επίσης ισότιμοι ως προς τους τίτλους σπουδών.
Η υπεροχή συνεπώς του αναιρεσιβλήτου έναντι των πιο πάνω συναδέλφων του, τόσο ως προς τη γενική όσο και την ειδική υπηρεσιακή αρχαιότητα και ως προς τον χρόνο ανάθεσης υπευθύνων καθηκόντων, αλλά και το γεγονός ότι άσκησε αυτά σε κεντρικές υπηρεσίες της εναγομένης, και το επί πλέον προσόν της κατοχής πτυχίου ανωτάτης σχολής, ήταν στοιχεία αρκετά για να προσδώσουν σ' αυτόν την υπηρεσιακή ικανότητα, καθιστάμενος κατάλληλος υπάλληλος, ώστε να αντιμετωπίσει με επιτυχία τα καθήκοντα της ανώτερης θέσης που θα καταλάμβανε με την προαγωγή.
Επομένως η παράλειψη των αρμόδιων οργάνων της αναιρεσείουσας να προάγουν τον αναιρεσίβλητο στο βαθμό του συμπράττοντα υποδιευθυντή από 1.1.1998, προσκρούει στη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ. Με τις κρίσεις του αυτές το Εφετείο παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 281 ΑΚ και του Οργανισμού Υπηρεσίας της αναιρεσείουσας, που πιο πάνω αναφέρονται, διότι ο αναιρεσίβλητος, υπό τα προαναφερόμενα περιστατικά, υπερέχει μεν των προς σύγκριση συναδέλφων του, οι οποίοι έχουν προαχθεί με τις προαγωγικές κρίσεις του 1998, όχι όμως καταφανώς.
Και τούτο διότι η ελαφρά υπεροχή του αναιρεσιβλήτου εντοπίζεται στα τυπικά προσόντα (αρχαιότητα, τίτλοι κ.λ.π.), τα οποία όμως στις κρίσεις για προαγωγή κατ' απόλυτη εκλογή, όπως η εξεταζόμενη περίπτωση, υποχωρεί έναντι των βαρυνόντων ουσιαστικών προσόντων του κρινομένου, στα οποία ο αναιρεσίβλητος είτε ισοβαθμεί είτε ελαφρώς υπερέχει έναντι των ανωτέρω συναδέλφων του, που τότε είχαν προαχθεί.
Επομένως, ο πρώτος αναιρετικός λόγος από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για παραβίαση των προαναφερόμενων διατάξεων, είναι βάσιμος. Ενόψει τούτων παρέλκει η εξέταση του αναιρετικού λόγου από τον αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, σχετικά με τη μη προαγωγή του αναιρεσιβλήτου, κατά τις προαγωγικές κρίσεις της 1.7.2001, από το βαθμό του συμπράττοντα υποδιευθυντή στον βαθμό του υποδιευθυντή Α', αφού η προαγωγή αυτή εξαρτάται από την προαγωγή στο βαθμό του συμπράττοντα υποδιευθυντή από το βαθμό του Τμηματάρχη Α', η οποία προηγείται και η οποία, όμως, δεν έγινε.
Κατόπιν τούτων πρέπει ν' αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, του οποίου η συγκρότηση από άλλη σύνθεση είναι δυνατή (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 5762/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας που ορίζει στο ποσό των χιλίων πεντακοσίων (1.500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 11 Δεκεμβρίου 2007.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 17 Ιανουαρίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ