Legislator Case Law & Legislation
1039/2024 AI generated

Supreme Court annuls lower court decision on tax fraud statute of limitations due to erroneous interpretation of law.

Case Number 1039/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Allowed / Granted

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court annulled the Third Instance Court's decision regarding the statute of limitations for tax fraud. The lower court incorrectly applied the more lenient provisions of Law 4745/2020 to crimes committed before its enactment, failing to recognize that these laws form a unified system. Consequently, the prosecution was not time-barred, and the case was remitted for retrial by a new panel of judges.

Legislator headnote

AI generated

Articles 32, 92, 96α of Law 4745/2020; Article 2 of the Penal Code: The provisions on limitation and suspension of limitation in Law 4745/2020 constitute a single functional legal system; therefore, the more lenient provisions apply retroactively to crimes committed after the law's entry into force, and the lower court erred by fragmenting this system and misapplying the limitation period.

Keywords

AI generated
statute of limitations tax fraud Law 4745/2020 retroactive application erroneous interpretation remittal for retrial unified legal system

Cited Legislation

AI generated
Article 32 paragraphs 3 and 4 of Law 4745/2020
Article 92 of Law 4745/2020
Article 96α of Law 4745/2020
Article 2 of the Penal Code
Article 21 paragraph 10 section b of Law 2523/1997
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1039 / 2024 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 1039/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ' Ποινικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ελένη Φραγκάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Κατσούλη, Δημήτριο Τράγκα - Εισηγητή, Ελένη Μπερτσιά και Διονύσιο Παλλαδινό, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Μαρτίου 2023, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ιωάννη Μωραϊτάκη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χ. Α., για να δικάσει την αίτηση της Εισαγγελέως Εφετών Ευβοίας, περί αναιρέσεως της απόφασης 13/2022 του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Ευβοίας.

Με κατηγορούμενους τους: 1.Κ. Κ. του Π., κάτοικο ... και 2.Α. Μ. του Ε., κάτοικο ..., οι οποίοι δεν εμφανίστηκαν.

Το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Ευβοίας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα Εισαγγελέας Εφετών Ευβοίας ζητά τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 24-11-2022 και με αριθμό ΕΜ: 10/2022, ΕΜ: 11/2022 αίτησή της, η οποία ασκήθηκε ενώπιον της Γραμματέως του Εφετείου Ευβοίας Ι. Κ. και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό ...

Αφού άκουσε Τoν Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η έκθεση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη από 24.11.2022 και με αριθμό ΕΜ: 10/2022, EM: 11/2022, αίτηση της Εισαγγελέα Εφετών Ευβοίας για αναίρεση της απόφασης 13/2022 του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Ευβοίας, με την οποία έπαυσε οριστικά, λόγω παραγραφής, την ποινική δίωξη σε βάρος των κατηγορούμενων: 1) Κ. Κ. του Π. και της Κ., κατοίκου ..., και, 2) Α.

Μ. του Ε. και της Α., κατοίκου ..., για την αξιόποινη πράξη της έκδοσης πλαστών εικονικών φορολογικών στοιχείων για ανύπαρκτες συναλλαγές, αξίας άνω των 200.000,00 Ευρώ, κατ' εξακολούθηση, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 474 παρ. 1 εδ. α' και και γ', 504 παρ. 1, 505 παρ. 1 περ. β'εδαφ. τελευταίο, 507 του ΚΠΔ), περιέχει, δε, λόγους αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.

Ε' και Θ' του ΚΠΔ (εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικών ποινικών διατάξεων και υπέρβαση εξουσίας). Συνακόλουθα είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς τη βασιμότητα των λόγων της, ερήμην, αλλά ωσεί παρόντων των ως άνω κατηγορούμενων (άρθρα 512παρ. 1 εδ. γ' και ε', 515 παρ. 2 εδ. α' του ΚΠΔ), οι οποίοι, όπως προκύπτει από τα από 11.02.2023 αποδεικτικά επίδοσης του Α.

Α., Ανθυπαστυνόμου του Α.Τ. Θηβών και από 13.02.2023 αποδεικτικό επίδοσης του Ν. Α., Αρχιφύλακα του Α.Τ. Μυλοποτάμου, κλητεύθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα (ο πρώτος από αυτούς με θυροκόλληση στην οικία του και εν συνεχεία με επίδοση στα χέρια του ίδιου του αντικλήτου - δικηγόρου του Γεωργίου Ψυχογιού, κατοίκου Θηβών), για να παραστούν δια συνηγόρου στο ακροατήριο του Αρείου Πάγου κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης αυτής (21.03.2023), όμως δεν εμφανίσθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν νόμιμα στην εν λόγω δικάσιμο, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε στη σειρά της από το οικείο έκθεμα.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 66 παρ. 5 του Ν. 4174/2013,όπως προστέθηκε με το άρθρο 8 του ν. 4337/2015 (που άρχισε vα ισχύει από 17.10.2015), ορίζεται ότι "όποιος εκδίδει πλαστά ή εικονικά φορολογικά στοιχεία, καθώς και όποιος αποδέχεται εικονικά φορολογικά στοιχεία ή νοθεύει τέτοια στοιχεία, ανεξάρτητα από το αν διαφεύγει ή μη την πληρωμή φόρου, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών (3) μηνών, εκτός αν τα φορολογικά στοιχεία χρησιμοποιήθηκαν για τη διάπραξη ή την υποστήριξη κάποιας από τις πράξεις των παραγράφων 1 έως 4 (σημ.

αντίστοιχες των άρθρων 17 παρ. 1και 18 παρ. 1 του ν. 2523/1997 που καταργήθηκαν με το άρθρο 71 και αντικαταστάθηκαν με τις ρυθμίσεις του άρθρου 66 του ν.4174/2013, όπως ισχύει μετά τον ν. 4337/2015), οπότε ο δράστης τιμωρείται μόνο για την τελευταία ως αυτουργός ή συμμέτοχος. Ειδικά όποιος εκδίδει ή αποδέχεται εικονικά φορολογικά στοιχεία για ανύπαρκτη συναλλαγή στο σύνολο της ή για μέρος αυτής, τιμωρείται:

α) με φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους, εφόσον η αξία των εικονικών φορολογικών στοιχείων υπερβαίνει το ποσό των εβδομήντα πέντε χιλιάδων (75.000) ευρώ και β) με κάθειρξη έως δέκα (10) έτη, εφόσον το ως άνω ποσό υπερβαίνει τις διακόσιες χιλιάδες (200.000) ευρώ. Για την κάλυψη των παραπάνω ορίων δεν υπολογίζονται φορολογικά στοιχεία που χρησιμοποιήθηκαν για τη διάπραξη ή την υποστήριξη κάποιας από τις πράξεις των παραγράφων 1 έως 4, οπότε ο δράστης τιμωρείται μόνο για την τελευταία ως αυτουργός ή συμμέτοχος...".

Από τις προεκτεθείσες διατάξεις προκύπτει ότι από 17.10.2015 και εφεξής η πράξη της έκδοσης πλαστών ή εικονικών φορολογικών στοιχείων, καθώς και της αποδοχής εικονικών φορολογικών στοιχείων ή της νόθευσης τέτοιων στοιχείων, καθίσταται ανέγκλητη, στην περίπτωση που ο υπαίτιος χρησιμοποίησε τα εν λόγω φορολογικά στοιχεία για την τέλεση ή υποστήριξη άλλης πράξης φοροδιαφυγής του άρθρου 66 παρ. 1 έως 4 του Ν. 4174/2013 (δηλαδή αποφυγής πληρωμής φόρου εισοδήματος κλπ, φόρου προστιθέμενης αξίας κλπ και φόρου πλοίων), οπότε δεν είναι αυτοτελώς κολάσιμη, όπως συνέβαινε υπό την ισχύ της προϊσχύσασας δυσμενέστερης διάταξης του άρθρου 19 παρ. 2 του Ν. 2523/1997, αλλά απορροφάται από την άλλη εγκληματική φορολογική παράβαση, με την οποία, όταν συντρέξει η ως άνω περίπτωση, συρρέει φαινομενικώς και η οποία καλύπτει και την απαξία της πρώτης (ΑΠ 160/2022).

Η ρύθμιση αυτή προϋποθέτει, ότι χρησιμοποιήθηκαν πράγματι τα ως άνω φορολογικά στοιχεία για τη διάπραξη ή την υποστήριξη κάποιας από τις πράξεις φοροδιαφυγής των παραγράφων 1 έως 4 του άρθρου 66 του Ν.4174/2013, καθώς και ότι ο κατηγορούμενος έχει ήδη καταδικασθεί για τη διάπραξη ή την υποστήριξη κάποιας από τις πράξεις αυτές ή ότι έχει ασκηθεί και εκκρεμεί σε βάρος του ποινική δίωξη για τις εν λόγω πράξεις και δεν ισχύει στις περιπτώσεις που ο υπαίτιος χρησιμοποίησε μεν τα εικονικά φορολογικά στοιχεία για τη διάπραξη ή την υποστήριξη κάποιας από τις πράξεις των παραγράφων 1 έως 4, πλην όμως δεν καταδικάσθηκε ούτε έχει ασκηθεί σε βάρος του σχετική ποινική δίωξη (AΠ 737/2023).Εξάλλου, με το άρθρο 32 παρ. 4 του N.4745/2020 αντικαταστάθηκε η παράγραφος 3 του άρθρου 68 του N.4174/2013 και ορίστηκαν τα εξής: "α) Αν με βάση εκτελεστή πράξη της φορολογικής αρχής συντρέχει περίπτωση τέλεσης ή απόπειρας τέλεσης εγκλήματος φοροδιαφυγής εκ των οριζομένων στο άρθρο 66, η έκδοση τέτοιας πράξης αναστέλλει την προθεσμία της παραγραφής του σχετικού εγκλήματος και συνεπάγεται την αυτεπάγγελτη αναβολή ή αναστολή της αντίστοιχης ποινικής διαδικασίας.

Για το σκοπό αυτό, η οικεία φορολογική αρχή ενημερώνει αμελλητί τον αρμόδιο Εισαγγελέα και του αποστέλλει αντίγραφο της ως άνω διοικητικής πράξης. β) Αν δεν έχει ασκηθεί ποινική δίωξη, ο αρμόδιος εισαγγελέας πλημμελειοδικών αναβάλλει με πράξη του κάθε περαιτέρω ενέργεια της ποινικής διαδικασίας. Αν έχει ασκηθεί ποινική δίωξη και η υπόθεση εκκρεμεί στην κύρια ανάκριση, ο ανακριτής με σύμφωνη γνώμη του εισαγγελέα, διατάσσει την αναστολή της ποινικής διαδικασίας.

Αν η υπόθεση έχει παραπεμφθεί στο ακροατήριο, το ποινικό δικαστήριο διατάσσει την αναστολή της ποινικής διαδικασίας, σε κάθε δε άλλη περίπτωση την αναστολή διατάσσει το αρμόδιο δικαστικό συμβούλιο, γ) η αναστολή της προθεσμίας της παραγραφής και η αναβολή ή η αναστολή της ποινικής διαδικασίας διαρκούν μέχρι την οριστικοποίηση της οικείας πράξης της φορολογικής αρχής, λόγω άπρακτης παρόδου της προθεσμίας άσκησης προσφυγής ή μέχρις ότου καταστεί αμετάκλητη η απόφαση του αρμόδιου διοικητικού δικαστηρίου επί της προσφυγής που ασκήθηκε, δ) ...

ε) Σε περίπτωση αναστολής της προθεσμίας της παραγραφής, σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο της περ. α', δεν ισχύει ο χρονικός περιορισμός της αναστολής του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 2 του άρθρου 113 του Ποινικού Κώδικα". Εισήχθη, συνακόλουθα, λόγος υποχρεωτικής αναβολής της ποινικής δίωξης από τον εισαγγελέα και υποχρεωτικής αναστολής της ποινικής διαδικασίας από τον ανακριτή το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (ανεξαρτήτως της βαρύτητας του αδικήματος).

Ο χρόνος της αναβολής της ποινικής δίωξης ή αναστολής της ποινικής διαδικασίας αρχίζει - σύμφωνα με τη νέα ρύθμιση - από την έκδοση εκτελεστής πράξης της φορολογικής αρχής, με την οποία διαπιστώνεται η διάπραξη φορολογικού αδικήματος (ήτοι με την έκδοση απόφασης επιβολής προστίμου σε περίπτωση έκδοσης ή αποδοχής εικονικών φορολογικών στοιχείων ή έκδοσης πλαστών φορολογικών στοιχείων, πράξης προσδιορισμού ΦΠΑ σε περίπτωση μη απόδοσης ή ανακριβούς απόδοσης ΦΠΑ και φύλλου υπολογισμού φόρου εισοδήματος σε περίπτωση μη υποβολής ή ανακριβούς υποβολής δήλωσης φορολογίας) και είναι χρονικά απεριόριστη, διαρκούσα μέχρι την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής (με την τελεσίδικη απόρριψη ασκηθείσας προσφυγής ή με την άπρακτη παρέλευση της προθεσμίας για την άσκηση της προσφυγής).

Περαιτέρω, στο N.4745/2020 περιλήφθηκαν και μεταβατικές διατάξεις και δη στο εδ. α' του άρθρου 96 του N.4745/2020 ορίζεται ότι "οι διατάξεις του άρθρου 32 καταλαμβάνουν τις πράξεις που τελούνται μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου". Με τη μεταβατική αυτή διάταξη προβλέπεται ότι οι διατάξεις του άρθρου 32 δηλαδή η παρ.3 αυτού που αντικατέστησε το άρθρο 55A του N.4174/2013 (καταργώντας τον κατ' εξαίρεση του κανόνα προσδιορισμό του χρόνου έναρξης της παραγραφής) και η παρ. 3 αυτού που κατάργησε το άρθρο 68 παρ.3 του N.4174/2013 (για την αναστολή της παραγραφής) δεν εφαρμόζονται στις πράξεις που τελέστηκαν έως τις 06.11.2020, διατηρώντας έτσι σε ισχύ τις διατάξεις του άρθρου 55Α του N.4174/2013 για τα φορολογικά αδικήματα που τελέστηκαν πριν τις 06.11.2020.

Η επιλογή αυτή του νομοθέτη είναι συνέχεια της διαρκούς και διαχρονικής επιλογής να θεσπίζει για τα αδικήματα φοροδιαφυγής τη μετάθεση της έναρξης της παραγραφής σε χρόνο μεταγενέστερο του χρόνου τέλεσης της πράξης, αξιολογώντας τη συστημική αδυναμία που περιβάλλει τις συνθήκες λειτουργίας της φορολογικής διοίκησης, η ενέργεια της οποίας είναι απαραίτητη προ της εμπλοκής της δικαστικής αρχής.

Γνωρίζει δηλαδή απολύτως ο νομοθέτης ότι τα οικονομικά εγκλήματα, ως εκ της φύσεώς τους, απαιτούν ευρύτερη προκαταρκτική έρευνα και χαρακτηρίζονται από ιδιαίτερη περιπλοκότητα, ώστε καθίσταται μη ρεαλιστική η τελεσίδικη περάτωση τόσο της διοικητικής όσο και της ποινικής διαδικασίας πριν την (με βάση τους γενικούς κανόνες) παραγραφή του αξιόποινου των αδικημάτων.

Τούτο γίνεται αποδεκτό και υλοποιείται με τις (ποινικές) διατάξεις τόσο του N.2523/1997 και του N.4174/2013 (που τοποθέτησαν την έναρξη της παραγραφής μετά την ολοκλήρωση της διοικητικής διαδικασίας), αλλά και αυτού του N.4745/2020 (που προς αντιμετώπιση αυτής της "αδυναμίας" καθιέρωσε την υποχρεωτική αναβολή της ποινικής δίωξης ή αναστολή της ποινικής διαδικασίας για όσο διάστημα διαρκεί η διοικητική διαδικασία) καθώς και του τελευταίου νόμου 4764/2020 (που επίσης προέβλεψε μετάθεση του χρόνου έναρξης της παραγραφής από την πάροδο χρονικού διαστήματος που ευλόγως απαιτείται υπό τις επικρατούσες συνθήκες για την έκδοση εκτελεστής διοικητικής πράξης).

Έτσι η άποψη που θέλει οι μεταβατικές διατάξεις του N.4745/2020 (άρθρο 96 εδ. α') να τίθενται εκποδών, και για τα έως το χρόνο έναρξης τουN.4745/2020 αδικήματα να εφαρμόζονται οι διατάξεις του τελευταίου για τον χρόνο έναρξης της παραγραφής, παραβλέπει την κατά τα άνω σταθερή νομοθετική αντιμετώπιση του ζητήματος χωρίς κανένα λογικό επιχείρημα.

Εξάλλου, η θεσμοθέτηση της μεταβατικής αυτής διάταξης εξυπηρετεί και τον σκοπό για τον οποίο τροποποιήθηκε η νομοθεσία για τη φοροδιαφυγή (και τη λαθρεμπορία) με το N.4745/2020, που ήταν ο εξορθολογισμός του φαινομένου των λεγόμενων "δυαδικών κυρώσεων", η επιβολή δηλαδή σε βάρος του ίδιου προσώπου και για την ίδια παράβαση κυρώσεων ποινικής φύσης σε παράλληλες ή διαδοχικές διαδικασίες τόσο από τα διοικητικά δικαστήρια ή τις φορολογικές αρχές όσο και από τα ποινικά δικαστήρια.

Ο σκοπός αυτός εκτός των άλλων - με σαφήνεια διατυπώνεται και στον τίτλο του Κεφαλαίου Γ του N.4745/2020, που επιγράφεται "σχέση ποινικής και διοικητικής δίκης". Η υιοθέτηση της μη εφαρμογής της μεταβατικής διάταξης για τα προ της έναρξης ισχύος τουN.4745/2020 τελεσθέντα αδικήματα φοροδιαφυγής, θα οδηγούσε, αντί της επιδιωκόμενης "άπαξ" τιμώρισης, στο αντίθετο άκρο της πλήρους ατιμωρησίας, λόγω του ορατού κινδύνου εξάλειψης του αξιόποινου λόγω παραγραφής (ιδίως για τα σε βαθμo πλημμελήματος αδικήματα).

Ταυτόχρονα, η άνιση μεταχείριση μεταξύ των φορολογουμένων παρίσταται για το λόγο αυτό αναπόφευκτη και επιτείνεται η δικαϊική ανασφάλεια. Η ως άνω νομοθετική επιλογή (ως προς τα ισχύοντα για τα τελεσθέντα προ της 06ης.11.2020 αδικήματα) εξηγείται και με την παραδοχή ότι οι διατάξεις περί παραγραφής και περί αναστολής αυτής εμφανίζονται ως αδιάσπαστο σύνολο διατάξεων και μόνο ως μία ενιαία ρύθμιση μπορούν να αντιμετωπιστούν, ώστε δεν είναι δυνατός ο διαχωρισμός της εφαρμογής τους, εν μέρει με βάση τον προϊσχύσαντα και εν μέρει με βάση τον μεταγενέστερο voμo.

Συνακόλουθα, οι συγκεκριμένες εδώ εξεταζόμενες νομοθετικές προβλέψεις (και όχι οπωσδήποτε οι εν γένει περί παραγραφής και αναστολής ρυθμίσεις) τελούν σε νοηματική ενότητα και αντιμετωπίζονται ως μία "διάταξη" υπό την έννοια του άρθρoυ 2ΠΚ, όπως ισχύει μετά την κύρωσή του με το N.4619/2019 και μoνο ως ένα ενιαίο λειτουργικό σύνολο μπορούν να συγκριθούν, ενώ δεν είναι επιτρεπτή η διάσπαση των ρυθμίσεων με την επιλογή των εκάστοτε τυχόν ευνοϊκότερων τμημάτων του ενιαίου συνόλου.

Επιχείρημα υπέρ αυτού (του αδιάσπαστου και ενιαίου της ρύθμισης) αντλείται και από την παρατήρηση ότι οι "συγκρινόμενες" ρυθμίσεις δεν είναι κατ' ουσίαν ανόμοιες, ώστε vα απαιτείται να υπαχθούν στον έλεγχο του άρθρου 2 ΠΚ, αλλά στην πράξη αλληλοκαλύπτονται χωρίς να μπορούν να "κατατμηθούν". Ειδικότερα, το ίδιο πραγματικό γεγονός και δη η οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής, ετίθετο κατά το προϊσχύσαν δίκαιο ως το χρονικό σημείο έναρξης της παραγραφής του αξιόποινου, χωρίς πρόβλεψη για αναστολή της προθεσμίας της παραγραφής η οποία δεν ήταν απαραίτητη, αφού εμπεριείχετο στις ρυθμίσεις για την έναρξη του χρόνου παραγραφής.

Κατά το ισχύον μετά το N.4745/2020 δίκαιο το ίδιο πραγματικό γεγονός (η οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής) τίθεται ως το χρονικό σημείο της λήξης της exlege απεριόριστης αναστολής της παραγραφής, σηματοδοτώντας δηλαδή ουσιαστικά και πάλι το χρόνο έναρξης υπολογισμού αυτής. Έτσι, παρόλο που οι ρυθμίσεις αυτές ενδύονται διαφορετικών μορφών, επιφέρουν ουσιαστικά την ίδια έννομη συνέπεια, κατά τρόπον ώστε να καθίσταται αδύνατος ο διαχωρισμός των προβλεπόμενων για την έναρξη της παραγραφής του αξιοποίνου και για την αναστολή αυτής.

Υπό το πρίσμα αυτό ο εφαρμοστής του δικαίου δεν δύναται να προκρίνει ως ευμενέστερες (αφ' εαυτών) τις νεότερες διατάξεις για την ταύτιση του χρόνου τέλεσης του αδικήματος της φοροδιαφυγής με τον χρόνο έναρξης της παραγραφής, παραγνωρίζοντας ότι οι άρρηκτα με αυτές συνδεδεμένες περί αναστολής της παραγραφής διατάξεις του N.4745/2020 δεν θα μπορούσαν από μόνες τους να εφαρμοστούν τόσο ενόψει του άρθρου 96 του N.4745/2020 όσο και ενόψει του ότι στις περισσότερες περιπτώσεις δεν θα συντρέχει πλέον λόγος αναστολής της προθεσμίας, καθώς από την τέλεση του φορολογικού αδικήματος μέχρι την έκδοση εκτελεστής πράξης της φορολογικής αρχής θα έχει συμπληρωθεί η προβλεπόμενη προθεσμία παραγραφής.

Συνοψίζοντας όλα τα ανωτέρω, τα φορολογικά αδικήματα που τελέστηκαν μέχρι τις 6 Νοεμβρίου 2020 υπάγονται στο σύνολο των διατάξεων του N.4174/2013, όπως ίσχυε πριν από την τροποποίησή του με το N.4745/2020, με τη διευκρίνιση ότι ειδικά για την παραγραφή εφαρμόζεται το άρθρο 55Α παρ. 3 του Ν. 4174/2013 ακόμα και μετά την κατάργηση του άρθρου 68 παρ. 2 του Ν. 4174/2013 με το άρθρο 92 του Ν. 4745/2020 (ΑΠ 737/2023, ΑΠ 95/2022).

Περαιτέρω, λόγο αναίρεσης της απόφασης συνιστά, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Ε' του ΚΠΔ, και η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν το Δικαστήριο αποδίδει στη διάταξη διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή, όταν το Δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε.

Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της απόφασης, που προκύπτει από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, σε σχέση με την ορθή εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης (ΟλΑΠ 2/2011). Τέλος, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Θ' του ΚΠΔ, υπέρβαση εξουσίας, που ιδρύει από τη διάταξη αυτής προβλεπόμενο λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν το δικαστήριο άσκησε δικαιοδοσία που δεν του παρέχεται από το νόμο ή υφίσταται μεν τέτοια δικαιοδοσία, δεν συντρέχουν όμως οι όροι, οι οποίοι του παρέχουν την εξουσία να κρίνει στη συγκεκριμένη περίπτωση, ή όταν αρνείται να ασκήσει δικαιοδοσία, η οποία του παρέχεται από το νόμο στη συγκεκριμένη περίπτωση, αν και συντρέχουν οι απαιτούμενοι για αυτό κατά το νόμο όροι.

Στην πρώτη περίπτωση, που το δικαστήριο αποφασίζει κάτι, για το οποίο δεν έχει δικαιοδοσία, υπάρχει θετική υπέρβαση εξουσίας, ενώ, στη δεύτερη περίπτωση, που παραλείπει να αποφασίσει κάτι, το οποίο υποχρεούται στα πλαίσια της δικαιοδοσίας του, υπάρχει αρνητική υπέρβαση εξουσίας (ΟλΑΠ3/2005, ΑΠ 1003/2020).

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης με αριθμό 13/2022 το Τριμελές Εφετείο (Κακουργημάτων) Ευβοίας, που δίκασε σε πρώτο βαθμό, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη, περί τα πράγματα, κρίση του, ότι: "Από όλη την σχετική με την απόδειξη κύρια διαδικασία και τα έγγραφα, τα οποία αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο και καταχωρήθηκαν στα ίδια πρακτικά, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: O πρώτος κατηγορούμενος είναι έμπορος αγροτικών προϊόντων και καλλιεργεί τα κτήματα της μητέρας του Κ. Κ. και του ανάπηρου, κατά ποσοστό 67 %, αδελφού του Μ. Κ., οι οποίοι είναι αγρότες ειδικού καθεστώτος Φ.Π.Α., με έδρα το Νεοχωράκι Βοιωτίας, αρμοδιότητας της Δ.Ο.Υ. Θήβας, δηλαδή επιτηδευματίες του άρθρου 2 παρ. 4 του Π.Δ. 186/1992 [Κ.Σ.Β.], με περιορισμένες φορολογικές υποχρεώσεις, ως μη υπόχρεοι τήρησης βιβλίων και έκδοσης τιμολογίων πώλησης, για τις πωλήσεις αγροτικών προϊόντων, που πραγματοποιούσαν, αλλά δικαιούμενοι σύμφωνα με το άρθρο 12 παρ. 6 του Κ.Β.Σ., λήψης τιμολογίων αγοράς από τους εμπόρους αγοραστές των προϊόντων τους, ενώ ήταν υπόχρεοι έκδοσης δελτίων αποστολής, που εκδίδονται στις περιπτώσεις που ρητά αναφέρονται στο άρθρο 11 παρ.2 του ΚΒΣ.

Εξάλλου, ως αγρότες ειδικού καθεστώτος ΦΠΑ, μπορούσαν και οι ίδιοι να εκδίδουν τιμολόγια πώλησης - δελτία αποστολής χωρίς αντίστοιχη υποχρέωση ένταξης στο κανονικό καθεστώς ΦΠA, μετά από απόφαση του προϊσταμένου της αρμόδιας Δ.Ο. Υ., που εκδίδεται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 36 παρ.2 περ.ζ του ΚΒΣ.

Επίσης, οι προαναφερόμενοι μητέρα και αδελφός του πρώτου κατηγορουμένου, επειδή ήταν ενταγμένοι στο Ειδικό Καθεστώς του άρθρoυ 41 τoυ N. 2859/2000 [Κώδικας Φ.Π.Α], για την παράδοση των αγροτικών προϊόντων της παραγωγής τους, εδικαιούντο να ζητήσουν από το Ελληνικό Δημόσιο ως επιστροφή Φ.ΠΑ, που επιβάρυνε τις αγορές αγαθών ή λήψεις υπηρεσιών, που πραγματοποιούσαν για την άσκηση της εκμετάλλευσης τους, χρηματικό ποσό ανερχόμενο [σύμφωνα με τον τότε ισχύοντα συντελεστή] σε ποσοστό 7% επί της αξίας των αγροτικών προϊόντων που παρέδιδαν.

Ο πρώτος κατηγορούμενος, κατά το χρονικό διάστημα από 20.09.2005 έως 21.12.2005, κατηγορείται ότι εξέδωσε με την σύμπραξη της δεύτερης κατηγορουμένης πλαστά και εικονικά φορολογικά στοιχεία για συναλλαγές ανύπαρκτες στο σύνολό τους. Συγκεκριμένα, του αποδόθηκε η κατηγορία ότι κατά το χρονικό διάστημα από 20.09.2005 έως 21.12.2005, εξέδωσε τα κατωτέρω αναγραφόμενα (στο διατακτικό) συνολικά 49 εικονικά τιμολόγια αγοράς, τα οποία του παρέδωσε οικειοθελώς η 2η κατηγορούμενη, η οποία έχοντας υποβάλει στην Φορολογική Αρχή δήλωση ενάρξεως ασκήσεως επιτηδεύματος για επιχείρηση που δεν άσκησε, εκμισθώνοντας κατάστημα ως έδρα στην οποία ουδέποτε λειτούργησε οιανδήποτε επιχείρηση και έχοντας θεωρήσει σχετικά βιβλία και στοιχεία, τα οποία παρέδωσε στον ανωτέρω συγκατηγορούμενό της, καλύπτοντας την παράνομη δραστηριότητα του τελευταίου και προσδίδοντας επίφαση νομιμότητας στην παράνομη δραστηριότητα που ασκούσε ο ανωτέρω στο όνομά της δια των προαναφερθέντων τρόπων, καθώς επίσης και δια υπογραφής και υποβολής δηλώσεων Φόρου Εισοδήματος συγκεντρωτικών καταστάσεων πελατών- προμηθευτών, περιοδικών δηλώσεων ΦΠΑ ετών 2005, 2006 και εκκαθαριστικής του έτους 2006, στις οποίες αναφέρονται ποσά αγορών και πωλήσεων, παρά το γεγονός ότι η επιχείρησή της δεν είχε πραγματική δραστηριότητα, ενώ επίσης παρά το γεγονός ότι η 2η κατηγορούμενη γνώριζε την παράνομη δραστηριότητα του ανωτέρω 1ου συγκατηγορούμενού της, που εξέδιδε πλαστά και εικονικά τιμολόγια στο όνομα της επιχείρησής της, δεν προέβη στη διακοπή εργασιών προς την Φορολογική Αρχή, ούτε στην γνωστοποίηση του γεγονότος αυτού ή στην καταγγελία των πράξεων του συγκατηγορούμενού της, επιτρέποντας σε αυτόν να εκδίδει πλαστά και εικονικά φορολογικά στοιχεία στο όνομά της, καθόσον οι αναφερόμενες στα 49 τιμολόγια συγκεκριμένες αγορές αγροτικών προϊόντων φέρονται κατά το κατηγορητήριο ότι δεν έλαβαν ποτέ χώρα, ούτε από τους αναγραφόμενους στα ανωτέρω τιμολόγια αγοράς εμπόρους ούτε από άλλους, με αποτέλεσμα να υφίσταται ζημία το Δημόσιο.

Ειδικότερα, ο πρώτος κατηγορούμενος για την χρήση του έτους 2005 φέρεται ότι εξέδωσε με την σύμπραξη της 2ηs κατηγορούμενης, όπως η σύμπραξη αυτή της 2ηs κατηγορούμενης περιγράφηκε ανωτέρω, συνολικά 49 εικονικά τιμολόγια αγοράς αγροτικών προϊόντων παραγωγής της μητέρας του Κ. Κ. και του αδελφού του Μ. Κ. συνολικής αξίας 1.506.039,38 ευρώ, τα οποία συμπεριέλαβε σε αίτηση επιστροφής Φ.Π.Α, που υπέβαλε στην Δ.Ο.Υ.

Θηβών για λογαριασμό της μητέρας και του αδελφού του αντίστοιχα, προκειμένου να λάβει αχρεωστήτως επιστροφή Φ.Π.Α., ποσού 75.301,96 ευρώ. Τα τιμολόγια δε αυτά, από τα οποία η μητέρα και ο αδελφός του 1ου κατηγορουμένου φέρονται να έχουν εισπράξει από την διάθεση της αγροτικής τους παραγωγής, συνολικό χρηματικό ποσό 1.506.039,38 ευρώ, εμφαίνονται στον κατωτέρω παρατιθέμενο στο διατακτικό πίνακα που περιλαμβάνει κατά στήλες τον αύξοντα αριθμo καταχώρησης στον Πίνακα, τον αριθμό του τιμολογίου αγοράς, την ημερομηνία αυτού, την επωνυμία της Επιχείρησης ή του προσώπου που φέρεται να το εξέδωσε και την συνολική αξία εκάστου τιμολογίου.

Κατόπιν ελέγχου που διενεργήθηκε συντάχθηκε η από 7-5-2013 έκθεση ελέγχου των Ελεγκτών Κ. Ρ. και Χ. Δ. υπαλλήλων της Φορολογικής Αρχής, που θεωρήθηκε στις 8-5-2013, από την oπoία αποδείχθηκε ότι με βάση τα ως άνω τιμολόγια, που ο πρώτος κατηγορούμενος εξέδωσε με την σύμπραξη της δεύτερης κατηγορουμένης, τα οποία φέρονται ότι ήταν εικονικά, επρόκειτο να επιστραφεί στην μητέρα (Κ.

Κ.) και τον αδελφό (Μ. Κ.) του πρώτου κατηγορουμένου από τους αρμόδιους υπαλλήλους της Δ.Ο.Υ. Θηβών για την χρήση του έτους 2005 ΦΠΑ ποσού 75.301,96 ευρώ, το οποίο τελικώς επιστράφηκε. Δεν προκύπτει από τον φάκελο της δικογραφίας ότι υποβλήθηκε μηνυτήρια αναφορά από την Δ.Ο.Υ. Θηβών ή το Σ.Δ.Ο.Ε. ΠΔ. Στερεάς Ελλάδας για την πράξη της αχρεώστητης επιστροφής Φ.Π.Α..

Για τα ως άνω φερόμενα εικονικά φορολογικά στοιχεία που φέρεται ότι εξέδωσε ο πρώτος κατηγορούμενος συντάχθηκε η υπ' αριθ. πρωτ. 2593/9-5-2013 αναφορά του Σ.Δ.O.E. Π.Δ. Στερεάς Ελλάδας, που υποβλήθηκε στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Θήβας, μόνο για το αδίκημα του άρθρου 19 του Ν. 2523/1997 και ασκήθηκε ποινική δίωξη μόνο για το αδίκημα της αποδοχής εικονικών φορολογικών στοιχείων, για ανύπαρκτες συναλλαγές στο σύνολό τους, με συνολική αξία υπερβαίνουσα το ποσό των 200.000 ευρώ (άρθρο 19 παp.1β-β του N. 2523/1997 - ήδη 66παρ.5εδβ υποπερ. (β) τoυ N. 4174/2013).

Από την ανωτέρω αναφερόμενη κατηγορία που αποδίδεται στους κατηγορούμενους σε συνδυασμό με όσα ανωτέρω αποδείχθηκαν προκύπτει ότι θα έπρεπε, κατ' ορθότερο vομικό χαρακτηρισμό, να αποδοθεί στους κατηγορουμένους η πράξη της έκδοσης και αποδοχής εικονικών φορολογικών στοιχείων, στην απλή και όχι στην διακεκριμένη μορφή της και τούτο επειδή οι φερόμενοι ως υπαίτιοι - κατηγορούμενοι χρησιμοποίησαν τα εν λόγω φορολογικά στοιχεία για την τέλεση ή υποστήριξη άλλης φορολογικής εγκληματικής πράξης του άρθρου 66 παρ. 1 έως 4 του ν. 4174/2013 όπως ισχύει, ήτοι εν προκειμένω για την τέλεση του αδικήματος της αχρεώστητης επιστροφής Φ.Π.Α. (άρθρο 18παρ.1β του N. 2523/1997 - ήδη 66 παρ.1β και παρ.4 του N. 4174/2013), με συνέπεια, σύμφωνα και με τα αναφερόμενα στην υπό στοιχείο A νομική σκέψη της παρούσας, μη συνυπολογιζομένων των ένδικων εικονικών φορολογικών στοιχείων για την κάλυψη του ορίου των 200.000 ευρώ, ποσό που θέτει ο νομοθέτης ως προϋπόθεση εφαρμογής της διακεκριμένης - κακουργηματικής μορφής του αδικήματος της αποδοχής εικονικών φορολογικών στοιχείων, να μην συντρέχει περίπτωση εφαρμογής της διακεκριμένης - κακουργηματικής μορφής του άρθρου 66 παρ.5 του Ν. 4174/2013, αλλά της απλής μορφής του εν λόγω αδικήματος, που έχει πλημμεληματικό χαρακτήρα λόγω του είδους της απειλούμενης ποινής (ποινή φυλάκισης).

Περαιτέρω, ενόψει του, κατ' ορθότερο νομικό χαρακτηρισμό, πλημμεληματικού χαρακτήρα του αδικήματος που φέρεται ότι διέπραξαν οι κατηγορούμενοι, θα πρέπει, κατ' εφαρμογή των άρθρων 111 παρ.3 και 113 παp.2 του ΠΚ και 368 περ.β του Κ.ΠΔ., να παύσει οριστικά η ασκηθείσα σε βάρος των κατηγορουμένων ποινική δίωξη, λόγω παραγραφής, καθόσον, σύμφωνα με την υπό στοιχείο Β νομική σκέψη της παρούσας, ο χρόνος τέλεσης του κατ' ορθότερο νομικό χαρακτηρισμό, πλημμελήματος, για το οποίο κατηγορούνται οι κατηγορούμενοι είναι ο χρόνος έκδοσης - αποδοχής των εικονικών φορολογικών στοιχείων, ήτοι το έτος 2005,και συνεπώς έχει παρέλθει έως την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο το προβλεπόμενο στα άρθρα 111 παρ.3 και 113 παρ.2 του ΠΚ ανώτατο για την παραγραφή των πλημμελημάτων χρονικό διάστημα της οκταετίας.

Αλλά και υπό την αντίθετη, με την υπό στοιχείο Β νομική σκέψη, εκδοχή ότι, επειδή πρόκειται για πράξη που φέρεται να διαπράχθηκε πριν την 06.11.2020 ισχύουν οι προγενέστερες του N. 4745/2020 διατάξεις, και πάλι για το κατ' ορθότερο νομικό χαρακτηρισμό, πλημμέλημα που φέρεται ότι διέπραξαν οι κατηγορούμενοι, θα πρέπει, κατ' εφαρμογή των άρθρων 111 παρ.3 και 113 παρ.2 του ΠΚ και 368 περ.β του ΚΠΔ., να παύσει οριστικά η ασκηθείσα σε βάρος των κατηγορουμένων ποινική δίωξη, λόγω παραγραφής, καθόσον, σύμφωνα και με αυτήν την εκδοχή, ο χρόνος τέλεσης του κατ' ορθότερο νομικό χαρακτηρισμό, πλημμελήματος, για το οποίο κατηγορούνται οι κατηγορούμενοι είναι ο χρόνος θεώρησης του φύλλου ελέγχου των Ελεγκτών - υπαλλήλων του Σ.Δ.Ο.Ε.

Π.Δ. Στερεάς Ελλάδος (βλ. ΑΠ185/2019), ήτοι εν προκειμένω η 9-5-2013, και συνεπώς έχει παρέλθει έως την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο το προβλεπόμενο στα άρθρα 111 παρ.3 και 113 παρ.2 του ΠΚ ανώτατο για την παραγραφή των πλημμελημάτων χρονικό διάστημα της οκταετίας. Κατόπιν όλων των ανωτέρω πρέπει να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη σε βάρος των κατηγορουμένων, λόγω παραγραφής, σύμφωνα με τις ανωτέρω διατάξεις και την διάταξη του άρθρου 368 περ.β ΚΠΔ και κατά τα οριζόμενα αναλυτικά στο διατακτικό της παρούσας.".

Ακολούθως, το παραπάνω Δικαστήριο έπαυσε οριστικά την ασκηθείσα κατά των μνησθέντων κατηγορούμενων ποινική δίωξη, με το ακόλουθο κατά λέξη διατακτικό: "Παύει Οριστικά Ποινική Δίωξη των κατηγορούμενων λόγω παραγραφής, για την κατ' ορθότερο νομικό χαρακτηρισμό πράξη της έκδοσης εικονικών φορολογικών στοιχείων για ανύπαρκτες συναλλαγές στο σύνολό τους κατ' εξακολούθηση, στην απλή μορφή του εγκλήματος του άρθρου 66 παρ. 5 εδάφιο α' του Ν. 4174/2013, ήτοι για το ότι:

Ο πρώτος των κατηγορουμένων στο Τάχι Βοιωτίας, κατά το χρονικό διάστημα από 02.09.2005 έως 21.12.2005, ενεργώντας με πρόθεση, με περισσότερες και μικρότερες πράξεις του, που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, εξέδωσε, ως υποκρυπτόμενο πρόσωπο - πραγματικός φορέας της εικονικής επιχείρησης της συγκατηγορουμένης του (με στοιχεία:

αντικείμενο επιχείρησης: χονδρικό εμπόριο αγροτικών προϊόντων, έδρα: ..., Α.Φ.Μ.: ..., Δ.Ο.Υ.: Θηβών, Α.Δ.Τ.: ...) προς όφελος των αγροτών ειδικού καθεστώτος ΦΠΑ Κ. Μ. και Κ. Κ., συνολικά σαράντα εννέα (49) πλαστά και εικονικά φορολογικά στοιχεία ως πλαστών νοουμένων των εκδοθέντων φορολογικών στοιχείων που έχουν διατηρηθεί ή σφραγισθεί με άγνωστο τρόπο και δεν έχουν θεωρηθεί ούτε καταχωρηθεί στα οικεία Βιβλία της αρμόδιας Φορολογικής Αρχής, ως εικονικών νοουμένων αυτών που αφορούν ανύπαρκτες συναλλαγές, η δε συνολική αξία των εικονικών φορολογικών στοιχείων υπερβαίνει το ποσό των εκατόν πενήντα χιλιάδων ευρώ (150.000 €).

Ειδικότερα εξέδωσε για ανύπαρκτες συναλλαγές στο σύνολό τους τα ακόλουθα πλαστά και εικονικά τιμολόγια αγοράς αγροτικών προϊόντων -δελτία αποστολής, η συνολική αξία των οποίων ανέρχεται στο ποσό των 1.506.039,38 Ευρώ. Η δεύτερη των κατηγορούμενων στο Τάχι Βοιωτίας, κατά το χρονικό διάστημα από 02.09.2005 έως 21.12.2005, ενεργώντας με πρόθεση, με περισσότερες και μερικότερες πράξεις της, που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, συνέπραξε με οποιονδήποτε τρόπο στη διάπραξη του αδικήματος της έκδοσης πλαστών και εικονικών φορολογικών στοιχείων.

Ειδικότερα, ενεργώντας με πρόθεση, επέτρεψε στον συγκατηγορούμενό της, έχοντας υποβάλει στη Φορολογική Αρχή δήλωση ενάρξεως ασκήσεως επιτηδεύματος για επιχείρηση που δεν άσκησε, εκμισθώνοντας κατάστημα ως έδρα στην οποία ουδέποτε λειτούργησε οιανδήποτε επιχείρηση και έχοντας θεωρήσει σχετικά βιβλία και στοιχεία, τα οποία παρέδωσε στον ανωτέρω συγκατηγορούμενό της οικειοθελώς, περαιτέρω καλύπτοντας την παράνομη δραστηριότητα του τελευταίου, προσδίδοντας επίφαση νομιμότητας στην παράνομη δραστηριότητα που ασκούσε ο ανωτέρω στο όνομά της δια των προαναφερθέντων τρόπων, καθώς επίσης και δια υπογραφής και υποβολής δηλώσεων Φόρου Εισοδήματος συγκεντρωτικών καταστάσεων πελατών - προμηθευτών, περιοδικών δηλώσεων ΦΠΑ ετών 2005, 2006 και εκκαθαριστικής του έτους 2006, στις οποίες αναφέρονται ποσά αγορών και πωλήσεων, παρά το γεγονός ότι η επιχείρησή της δεν είχε πραγματική δραστηριότητα, ενώ επίσης παρά το γεγονός ότι γνώριζε την παράνομη δραστηριότητα του ανωτέρω συγκατηγορούμενού της, που εξέδιδε πλαστά και εικονικά τιμολόγια στο όνομα της επιχείρησής της, δεν προέβη στη διακοπή εργασιών προς τη Φορολογική Αρχή, ούτε γνωστοποίηση του γεγονότoς αυτoύ ή καταγγελία των πράξεων του συγκατηγορούμενού της, επιτρέποντας σε αυτόν να εκδίδει πλαστά και εικονικά φορολογικά στοιχεία στο όνομά της.

Κατά τον ανωτέρω τρόπο, συνέδραμε εν γνώσει της τον ανωτέρω συγκατηγορούμενό της να εκδώσει, με λήπτες τους αγρότες ειδικού καθεστώτος ΦΠΑ Κ. Μ. και Κ. Κ. συνολικά σαράντα εννέα (49) πλαστά και εικονικά φορολογικά στοιχεία, ως πλαστών νοουμένων των εκδοθέντων φορολογικών στοιχείων που έχουν διατρηθεί ή σφραγισθεί με άγνωστο τρόπο και δεν έχουν θεωρηθεί, ούτε καταχωρηθεί στα οικεία βιβλία της αρμόδιας Φορολογικής Αρχής ως εικονικών νοουμένων αυτών που αφορούν ανύπαρκτες συναλλαγές, η δε συνολική αξία των εικονικών φορολογικών στοιχείων υπερβαίνει το ποσό των εκατόν πενήντα χιλιάδων ευρώ(150.000 €).

Ειδικότερα παρείχε άμεση συνδρομή στον ανωτέρω για ανύπαρκτες συναλλαγές στο σύνολό τους τα ακόλουθα πλαστά και εικονικά τιμολόγια αγοράς αγροτικών προϊόντων - δελτία αποστολής, η συνολική αξία των οποίων ανέρχεται στο ποσό των 1.506.039,38 ευρώ. 1)TIM ...-2005 Εκδότης Κ. Κ., αξία 4.000 ευρώ, 2)TIM ...-2005 Εκδότης Κ. Κ., αξία 4.125 ευρώ 3)TIM ...-2005 Εκδότης Κ.

Κ., αξία 4.200 ευρώ, 4)TIM ...-2005 Εκδότης Κ. Κ., αξία 4.258 ευρώ, 5)TIM ...-2005 Εκδότης Κ. Κ., αξία 3.980 ευρώ 6)TIM ...-2005 Εκδότης Κ. Κ., αξία 4.280 ευρώ 7)TIM ...-2005 Εκδότης Κ. Κ., αξία 4.251 ευρώ 8)TIM ...-2005 Εκδότης Κ. Κ., αξία 4.232,50 ευρώ 9)TIM ...-2005 Εκδότης Κ. Κ. αξία 4.300 ευρώ 10) ΤΙΜ ...-2005 Εκδότης Κ. Κ., αξία 4.280 ευρώ 11)TIM ...-2005 Εκδότης Κ. Κ., αξία 3.917,5ευρώ 12)TIM ...-2005 Εκδότης Κ.

Κ., αξία 4.310 ευρώ 13)TIM ...-2005 Εκδότης Κ. Κ., αξία 4.200ευρώ 14)TIM ...-2005 Εκδότης Κ. Κ., αξία 4.132 ευρώ 15)TIM ...-2005 Εκδότης Κ. Κ., αξία 4.255 ευρώ 16)TIM ...-2005 Εκδότης Κ. Κ., αξία 3.975 ευρώ 17)TIM ...-2005 Εκδότης Κ. Κ., αξία 4.296 ευρώ 18)TIM ...-2005 Εκδότης Κ. Κ., αξία 4.233 ευρώ 19)TIM ...-2005 Εκδότης Κ. Κ., αξία 4.304 ευρώ 20)TIM ...-2005 Εκδότης Κ. Κ., αξία 4.250 ευρώ 21)TIM ...-2005 Εκδότης Κ.

Κ., αξία 4.253 ευρώ 22)TIM ...-2005 Εκδότης Κ. Κ., αξία 4.147 ευρώ 23)TIM ...-2005 Εκδότης Κ. Κ., αξία 4.250 ευρώ 24)TIM ...-2005 Εκδότης Κ. Μ., αξία 4.982 ευρώ 25) TIM ...-2005 Εκδότης Κ. Μ., αξία 4.417 ευρώ 26) TIM ...-2005 Εκδότης Κ. Μ., αξία 5.298 ευρώ 27) TIM ...-2005 Εκδότης Κ. Μ., αξία 4.814 ευρώ 28)TIM ...-2005 Εκδότης Κ. Μ., αξία 4.002 ευρώ 29)TIM ...-2005 Εκδότης Κ. Μ., αξία 5.020 ευρώ 30)TIM ...-2005 Εκδότης Κ.

Μ., αξία 5.786 ευρώ 31)TIM ...-2005 Εκδότης Κ. Μ., αξία 4.872 ευρώ 32)TIM ...-2005 Εκδότης Κ. Μ., αξία 5.003 ευρώ 33)TIM ...-2005 Εκδότης Κ. Μ., αξία 3.534 ευρώ 34)TIM ...-2005 Εκδότης Κ. Κ., αξία 3.990 ευρώ 35)TIM ...-2005 Εκδότης Κ. Μ., αξία 2.790 ευρώ 36)TIM ...-2005 Εκδότης Κ. Κ., αξία 89.450 ευρώ 37)TIM ...-2005 Εκδότης Κ. Μ., αξία 82.880 ευρώ 38)TIM ...-2005 Εκδότης Κ. Κ., αξiα 95.680 εuρώ 39)TIM ...-2005 Εκδότης Κ.

Μ., αξία 93.902 ευρώ 40)TIM ...-2005 Εκδότης Κ. Κ. αξία 93.073 ευρώ 41)TIM ...-2005 Εκδότης Κ. Μ., αξία 96.375 ευρώ 42)TIM ...-2005 Εκδότης Κ. Κ., αξία 99.229 ευρώ 43)TIM ...-2005 Εκδότης Κ. Μ., αξία 103.921 ευρω 44)TIM ...-2005 Εκδότης Κ. Κ., αξία 91.332 ευρώ 45)TIM ...-2005 Εκδότης Κ. Μ., αξία 101.609 ευρώ 46)TIM ...-2005 Εκδότης Κ. Κ., αξία 107.761 ευρώ 47)TIM ...-2005 Εκδότης Κ. Μ., αξία 98.791 ευρώ 48)TIM ...-2005 Εκδότης Κ.

Κ., αξία 95.014 49)TIM ...-2005 Εκδότης Κ. Μ., αξία 106.077 ευρώ Άπαντα τα ανωτέρω πλαστά και εικονικά φορολογικά, ήτοι τιμολόγια αγοράς αγροτικών προϊόντων συνολικού ύψους 1.506,039,38 ευρώ, που εξέδωσε ο πρώτος κατηγορούμενος με την συνδρομή της δεύτερης κατηγορούμενης, υπεβλήθησαν ως συνημμένα δικαιολογητικά από τους ανωτέρω λήπτες αγρότες Κ.

Μ. και Κ. Κ. στις δηλώσεις τους - αιτήσεις επιστροφής ΦΠΑ προς την αρμόδια φορολογική Αρχή, προκειμένου να τύχουν παράνομης επιστροφής ΦΠΑ, συνολικού ύψους 75.301,96 ευρώ.

Εξάλλου, η από 30/4/2013 σχετική έκθεση ελέγχου του ΣΔΟΕ, Περιφερειακή Διεύθυνση Στερεάς Ελλάδας, των ελεγχόντων υπαλλήλων Κ. Ρ. και Χ. Δ., θεωρήθηκε στις 8/5/2013 από την προϊσταμένη της ανωτέρω υπηρεσίας Γ. Ι." Με το να δεχθεί, όμως, το παραπάνω Δικαστήριο ότι η πράξη της κατ’ εξακολούθηση έκδοσης εικονικών φορολογικών στοιχείων και της άμεσης συνδρομής σ'αυτήν, για την οποία ασκήθηκε ποινική δίωξη σε βαθμό κακουργήματος σε βάρος των κατηγορουμένων, φέρει χαρακτήρα πλημμελήματος, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 66 παρ. 5 Ν. 4174/2013, όπως προστέθηκε με το άρθρο 8 Ν. 4337/2015 και ήδη αντικαταστάθηκε με το αρ. 66 παρ. 5 Ν. 4987/2022.

Τούτο δε διότι, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στην προηγηθείσα νομική σκέψη, απαραίτητη προϋπόθεση για την απορρόφηση της πράξης της αποδοχής εικονικών φορολογικών στοιχείων από κάποια εκ των πράξεων φοροδιαφυγής των παρ. 1 έως 4 του άρθρου 66 Ν. 4174/2013, έτσι ώστε και να μην υπολογισθούν τα εν λόγω φορολογικά στοιχεία για την κάλυψη των ορίων της παρ. 5 εδ.

β' ιδίου άρθρου, είναι η χρησιμοποίηση αυτών για τη διάπραξη ή την υποστήριξη κάποιας από τις ως άνω πράξεις φοροδιαφυγής (των παραγράφων 1 έως 4 του άρθρου 66 Ν. 4174/2013) και η καταδίκη των κατηγορουμένων, ή να εκκρεμεί σε βάρος τους ποινική δίωξη για κάποια από τις αναφερόμενες πράξεις. Ωστόσο στην ένδικη υπόθεση δεν συντρέχει τέτοια περίσταση καθώς, στην προσβαλλομένη απόφαση αναφέρεται, ότι βάσει της με αριθμό πρωτ. ....2013 μηνυτήριας αναφοράς που υπέβαλλε η ΣΔΟΕ Π.Δ.

στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Θήβας ασκήθηκε σε βάρος των κατηγορουμένων ποινική δίωξη για μόνο το αδίκημα της "αποδοχής εικονικών φορολογικών στοιχείων για ανύπαρκτες συναλλαγές " χωρίς να έχει ασκηθεί δίωξη για την, προελθούσα από την χρήση των φερομένων εικονικών ενδίκων φορολογικών στοιχείων, τέλεση του αδικήματος της αχρεώστητης επιστροφής Φ.Π.Α.

και συνεπώς έδει να συνυπολογιστούν για την κάλυψη του ορίου των 200.000€, το οποίο κατά περίπτωση έχει υπερβεί στο σύνολο της η αξία των εκδοθέντων από τον πρώτο κατηγορούμενο με την άμεση σύμπραξη της δεύτερης τούτων πλαστών - εικονικών φορολογικών στοιχείων, προσδίδοντας κακουργηματικό χαρακτήρα στην πράξη που τέλεσαν.

Περαιτέρω, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, με το να δεχθεί, κατά την κύρια αιτιολογία του ως χρόνο έναρξης της παραγραφής του ως άνω αδικήματος το χρόνο αποδοχής των εικονικών φορολογικών στοιχείων (έως 21-12-2005), κρίνοντας ότι για όλα τα ποινικά αδικήματα φοροδιαφυγής του Ν. 4174/2013, τα οποία τελέστηκαν μέχρι και τις 5-11-2020, όπως το ένδικο, έχουν εφαρμογή, κατ' άρθρο 2 του ΠΚ, οι ευμενέστερες διατάξεις περί παραγραφής (όχι όμως και περί αναστολής) του Ν. 4745/2020, με το άρθρο 92 του οποίου καταργήθηκε η παρ. 2 του άρθρου 68 Ν. 4174/2013, (η οποία όριζε ως χρόνο έναρξης της παραγραφής την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής), καταργουμένης έτσι της διαφοροποίησης του χρόνου τέλεσης της πράξης από αυτούς της έναρξης της παραγραφής, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφήρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 32 παρ. 3 και 4, 92, 96α του Ν. 4745/2020, του άρθρου 21 παρ. 10 εδ.

β' του Ν. 2523/1997, το οποίο (εδάφιο) προστέθηκε με την παρ. 8 του αρ. 2 Ν. 2954/2001, καθώς και του άρθρου 2 του ΠΚ. Και τούτο διότι, σύμφωνα και με όσα προεκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη, οι περί παραγραφής και αναστολής διατάξεις του Ν. 4745/2020 αποτελούν ένα ενιαίο λειτουργικό σύνολο διατάξεων, του οποίου η διάσπαση δεν είναι επιτρεπτή, καταλαμβάνουν δε κατά τη ρητή και μη αντικείμενη στο άρθρο 2 ΠΚ ή σε οποιαδήποτε άλλη διάταξη υπέρ νομοθετικής ισχύος μεταβατική διάταξη του άρθρου 96 του άνω νόμου, τα φορολογικά αδικήματα που τελούνται μετά την έναρξη ισχύος του.

Συνακολούθως και λαμβανομένου υπόψη ότι το ένδικο αδίκημα της έκδοσης εικονικών φορολογικών στοιχείων από τον πρώτο των κατηγορουμένων με τη σύμπραξη της δεύτερης τούτων , συνολικού ποσού 1.509.039,38€ φέρεται ως τελεσθέν πριν την ισχύ του Ν. 4745/2020 αλλά και του Ν. 4337/2015, ήτοι από 2-09-2005 έως 21-12 2005 ο χρόνος της παραγραφής του αρχίζει από την ημερομηνία θεώρησης της σχετικής έκθεσης ελέγχου, η οποία φέρεται ότι έλαβε χώρα στις 9-05-2013 και όχι από την αποδοχή των εικονικών φορολογικών στοιχείων.

Ο χρόνος δε αυτός της παραγραφής 20 ετής εν προκειμένω μαζί με το χρόνο της αναστολής αυτής (αρ. 111 παρ. 1, 2, 4, 113 παρ. 1, 2α ΠΚ) δεν είχε συμπληρωθεί κατά το χρόνο εκδίκασης της υπόθεσης ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Ευβοίας. Παράλληλα, το ως άνω Δικαστήριο της ουσίας, το οποίο λόγω της κατά τα ως άνω παραγραφής του αδικήματος και της εξ αυτού οριστικής παύσης της ποινικής δίωξης, δεν διερεύνησε την ουσία της υπόθεσης, υπερέβη αρνητικά την εξουσία του.

Επομένως, πρέπει, κατά παραδοχή ως βάσιμων των, περί εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικών ποινικών διατάξεων και υπέρβασης εξουσίας από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' και Θ' ΚΠΔ, αντιστοίχως, προβληθέντων λόγων αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση, για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την απόφαση 13/2022 του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Ευβοίας.

Και Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Απριλίου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και τούτης αποχωρήσασας από την υπηρεσία η αρχαιότερη της συνθέσεως Αρεοπαγίτης και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 23 Αυγούστου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ