Supreme Court dismisses appeal for failing to cite full content of the allegedly distorted document in the appeal brief.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the First Instance Court's decision regarding property co-ownership. The appellant argued that the lower court distorted a specific certification dated February 17, 2010, which mentioned defensive positions and a destroyed building, by ignoring these facts. The court rejected this claim because the appeal brief failed to quote the full content of the document in question and did not specify the essential argument used to prove the alleged distortion. Consequently, the appeal was deemed inadmissible due to lack of specificity, and the appellant was ordered to pay the legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559 no. 20 of the Code of Civil Procedure; An appeal based on the alleged distortion of a document is inadmissible if the appellant fails to quote the full content of the document in the appeal brief and fails to specify the essential argument used to prove the distortion.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1039 / 2023 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1039/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Μουλιανιτάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρουλιώ Δαβίου, Μαρία Κουφούδη, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αθανάσιο Τσουλό-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 15 Φεβρουαρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ν. Ρ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Εμμανουήλ Γρηγοριάδη, και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Μ. Τ. του Ε., 2) Κ. Τ. του Ε., κατοίκων ..., για τον εαυτό τους ατομικά αλλά και ως μοναδικών κληρονόμων και καθολικών διαδόχων, σε ποσοστό 1/2 αδιαιρέτως έκαστος, δυνάμει εξ' αδιαθέτου κληρονομικής διαδοχής, του τρίτου αρχικού διαδίκου και ήδη αποβιώσαντος την 18-3-2014 (μετά τη συζήτηση της υπόθεσης στο Εφετείο Κρήτης), Γ. Τ. του Ε., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Εμμανουήλ Φουρφουλάκη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-11-2007 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ρεθύμνου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 56/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 78/2014 του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 8-11-2014 αίτησή του, η οποία αρχικά προσδιορίστηκε για συζήτηση στη δικάσιμο 27-1-2021 και μετά από αναβολή στη δικάσιμο 12-5-2021. Σήμερα, η υπόθεση επανέρχεται για συζήτηση, κατ' εφαρμογήν της διάταξης του άρθρου 307 του ΚΠολΔ, κατόπιν της υπ' αριθμόν 246/2022 Πράξης του Προέδρου του Γ' Πολιτικού Τμήματος.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Τσουλός, ανέγνωσε την από 10-1-2021 έκθεση της αποχωρησάσης από την υπηρεσία Αρεοπαγίτη Αναστασίας Περιστεράκη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 8-11-2014 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία, αντιμωλία των διαδίκων, υπ'αριθμ. 78/2014 απόφαση του Εφετείου Κρήτης, με την οποία απορρίφθηκαν η από 26-7-2011 έφεση (ως ουσιαστικά αβάσιμη) και οι από 30-12- 2013 πρόσθετοι λόγοι αυτής (ως απαράδεκτοι) του αναιρεσείοντος-εκκαλούντος-εναγομένου κατά τη υπ' αριθμ. 56/2011 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρεθύμνης, με την οποία, μετά την έκδοση της 13/2009 απόφασης του ίδιου δικαστηρίου, που διέταξε τη διεξαγωγή πραγ/νης και τη διενέργεια της τελευταίας, έγινε δεκτή εν μέρει ως ουσιαστικά βάσιμη η από 9-11-2007 αγωγή των αναιρεσιβλήτων-εφεσίβλητων-εναγόντων για την αναγνώριση της (συγ)κυριότητας τους επί ακινήτου, που βρίσκεται στο δημοτικό διαμέρισμα ...
του Δήμου ... του Ν. Ρεθύμνης. Η εν λόγω αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ), σημειούμενων και ότι: α) μετά τον θάνατο του πρώτου των εναγόντων-εκκαλούντων Γ.
Τ. στις 18/3/14 (ήτοι προ της συζήτησης της έφεσης) στη θέση του υπεισήλθαν ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι οι άλλοι δύο εξ αυτών και β) ότι η συζήτηση της υπόθεσης επαναλαμβάνεται δυνάμει της υπ'αριθ. 246/2022 πράξης του Προέδρου του Γ πολιτικού τμήματος του Δικαστηρίου τούτου κατ'αρθρο 307 του ΚΠολΔ, λόγω αδυναμίας έκδοσης απόφασης μετά την συζήτηση της στις 12/5/21 εξαιτίας παραιτήσεως της Προεδρεύουσας και εισηγήτριας Αρεοπαγίτου Α.
Περιστεράκη.
Η νομική αοριστία της αγωγής, που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που πρέπει να εφαρμοστεί, αποτελεί παράβαση που ελέγχεται με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. l του Κ.Πολ.Δ, αν το δικαστήριο αξίωσε περισσότερα στοιχεία, από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του δικαιώματος που ασκείται, για να κρίνει νόμιμη την αγωγή ή, αντίθετα, αρκέστηκε σε λιγότερα από εκείνα που απαιτούνται.
Η αοριστία, όμως, του δικογράφου της αγωγής μπορεί να μη είναι νομική, αλλά ποσοτική ή ποιοτική, όταν στο δικόγραφό της δεν αναφέρονται με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου, στον οποίο στηρίζεται το αιτημά της (ποσοτική αοριστία) ή όταν στο δικόγραφο γίνεται απλώς επίκληση των όρων του νόμου, χωρίς να αναφέρονται τα περιστατικά που θεμελιώνουν την εφαρμογή του συγκεκριμένου κανόνα δικαίου (ποιοτική αοριστία).
Στις περιπτώσεις αυτές της ποσοτικής ή ποιοτικής αοριστίας της αγωγής η απόφαση ελέγχεται με βάση τις διατάξεις του άρθρου 559 αρ. 8 και 14 του Κ.Πολ.Δ, αντίστοιχα (ΑΠ 45/2016). Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 118 αριθμ. 4 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, το οναιρετήριο δικόγραφο πρέπει να περιέχει κατά τρόπο σαφή και ορισμένο το λόγο αναίρεσης, ώστε όχι μόνο να εξάγεται από αυτόν σε ποιον από τους περιοριστικά στο άρθρο 559 ίδιου Κώδικα αναφερομένους αναιρετικούς· λόγους υπάγεται, αλλά και να καθορίζονται σ' αυτόν τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, κατά τον αναιρεσείοντα, στοιχειοθετούν την πλημμέλεια που αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση με βάση, όπου χρειάζεται, τις παραδοχές της, οι οποίες πρέπει επίσης να καθορίζονται στο αναιρετήριο.
Ειδικότερα, για το ορισμένο της από το όρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ προβλεπομένης αιτίασης συνισταμένης στην, παρά το νόμο, μη κήρυξη από το δικαστήριο του απαραδέκτου του αγωγικού δικογράφου λόγω αοριστίας, απορρέουσας οπό τη μη αναφορά σ' αυτό των θεμελιωτικών στοιχείων, της προς κρίση καταχθείσης δια της αγωγής, αξίωσης του ενάγοντος, πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο:
α) το ακριβές περιεχόμενο της αγωγής, β) οι σχετικές με το ορισμένο αυτού (δικογράφου) παραδοχές του δικαστηρίου και γ) επίκληση ότι ο σχετικός περί αοριστίας ισχυρισμός, που θεμελιώνει το λόγο αναίρεσης, είχε προταθεί στο Εφετείο (ΑΠ 1093/2019, ΑΠ 710/2018). Με τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου ο αναιρεσείων μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για τις πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ.1 και 14 Κ.Πολ.Δ.
Ειδικότερα, ισχυρίζεται ότι στην ένδικη αγωγή δεν γίνεται ακριβής περιγραφή του επίδικου ακινήτου, δηλαδή, ο προσδιορισμός του κατά θέση, έκταση, ιδιότητα και όρια ώστε να μην υπάρχει αμφιβολία για την ταυτότητά του και αφετέρου δεν αναφέρονται εμφανείς υλικές πράξεις νομής, καθώς και ότι τον άνω ισχυρισμό του προέβαλε ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου με τις ενώπιον αυτού προτάσεις του και ενώπιον του Εφετείου με λόγο έφεσης, πλην όμως η αγωγή κρίθηκε αρκούντως ορισμένη από τα άνω δικαστήρια, που τον απέρριψαν σιωπηρά.
Ο λόγος αυτός του αναιρετηρίου που εκτιμάται ότι στηρίζεται στον αριθ. 14 του άρθρου 559ΚΠοΛΔ, γιατί αφορά ποσοτική αοριστία, είναι προεχόντως απαράδεκτος ως αόριστος αφού δεν αναφέρεται στο δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης το ακριβές και πλήρες περιεχόμενο της αγωγής αλλά μόνο το δεχθέν ως περιεχόμενο αυτής από το Εφετείο, προκειμένου να κρίνει ορισμένη αυτή.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδαφ.
α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά ("έλλειψη αιτιολογίας"), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της ("ανεπαρκής αιτιολογία"), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους ("αντιφατική αιτιολογία") (ΟλΑΠ 1/1999).
Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.
Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία", ώστε στο πλαίσιο της διάταξης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια.
Ούτε εξ άλλου ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικώς τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (ΑΠ 1420/2013). Ο πιο πάνω αναιρετικός λόγος προϋποθέτει ουσιαστική έρευνα της υπόθεσης, αφού η έλλειψη νόμιμης βάσης προϋποθέτει ότι υπάρχουν ελλείψεις στην περιγραφή της εμπειρικής πραγματικότητας.
Επομένως, ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν έχει εφαρμογή, όταν το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε την αγωγή ως αόριστη ή μη νόμιμη(ΑΠ1909/2014). Τέλος από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφων, εφόσον δεν παραβιάσθηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναιρέσεως από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, είναι απαράδεκτος, αφού πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο από το δικαστήριο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 319/2017).
Με το δεύτερο λόγο του αναιρετηρίου ο αναιρεσείων προβάλλει αιτιάσεις από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. Ειδικότερα, ισχυρίζεται ότι το Εφετείο στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, παραβιάζοντας εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 1094, 1041, 1042, 1043 και 1045ΑΚ, επειδή δεν διέλαβε επαρκείς αιτιολογίες, σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση δηλαδή στο ζήτημα της άσκησης πράξεων νομής εκ μέρους του και εκ μέρους των αντιδίκων του και των δικαιοπαρόχων τους.
Από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, δέχθηκε τα εξής: "Στην κτηματική περιφέρεια του Δημοτικού Διαμερίσματος ... Δήμου ... Νομού Ρεθύμνης, στη γενικότερη τοποθεσία "..." και στην ειδικότερη θέση "...", βρίσκεται ένα ακίνητο εμβαδού 29.181 τ.μ., το οποίο συνορεύει βόρεια με αγροτική οδό πλάτους 5,50 μέτρων, ανατολικά με ιδιοκτησίες Γ.
Σ., Ι. Κ. και Ι. Κ., νότιο εν μέρει με ιδιοκτησία Ε. Κ. και εν μέρει με οδό προς Επισκοπή και δυτικά με αγροτική οδό ... προς Εθνική οδό πλάτους 6 μέτρων. Κύριος και νομέας του ακινήτου αυτού ήταν ο παππούς των εναγόντων από τη μητρική γραμμή Μ. Μ. του Π., κτηματίας, κάτοικος εν ζωή ... Ρεθύμνης, ο οποίος απεβίωσε την 23-8-1966 και είχε αποκτήσει από το γάμο, του με την Α.
Ν. Μ. τέσσερα τέκνα ήτοι, το Σ., τον Α., την Α. και την Ε.. Ο ανωτέρω Μ. Μ. του Π. υποσχέθηκε να πωλήσει και μεταβιβάσει το προαναφερόμενο ακίνητο στη θυγατέρα του Ε., μητέρα των εναγόντων, δυνάμει του υπ' αριθμ. ... προσυμφώνου αγοράς ακινήτου του συμβολαιογράφου Αθηνών Δημητρίου Παντ. Ζωγραφάκη. Η μητέρα των εναγόντων Ε.
χήρα Ε. Τ., μόλις καταρτίσθηκε το προσύμφωνο, παρέλαβε το ακίνητο από τον πατέρα της και εγκαταστάθηκε σ' αυτό ως νομέας του και από τότε, δηλαδή από το έτος 1956, το νεμήθηκε συνεχώς μέχρι το θάνατό της, στις 7- 8-1996, καταστάσα έτσι κυρία αυτού με έκτακτη χρησικτησία από το έτος 1976. Οι πράξεις νομής της τελευταίας επί του ακινήτου συνίσταντο στην εκμίσθωσή του σε τρίτους, οι οποίοι είτε το καλλιεργούσαν με δημητριακά, τριφύλλι, φιστίκια κ.λ.π, είτε το χρησιμοποιούσαν ως βοσκότοπο, στις επισκέψεις της σ' αυτό, στην επίβλεψή του και στην απαγόρευση πάσης επενέργειας τρίτου πλην των προαναφερομένων μισθωτών, οι οποίοι αντλούσαν το δικαίωμά τους προς κατοχή του ακινήτου από την ίδια.
Επιπλέον, το έτος 1988, κατόπιν εντολής της, ο τοπογράφος μηχανικός Γ. Λ. επισκέφθηκε το ακίνητο και κατόπιν λεπτομερειακής καταμέτρησής του, το απεικόνισε στο από Ιούνιο 1988 τοπογραφικό διάγραμμα που συνέταξε ο ίδιος και προσυπέγραψε ο πρώτος ενάγων υπό την ιδιότητά του ως αρχιτέκτονας μηχανικός. Στο σχεδιάγραμμα αυτό, το εν λόγω ακίνητο εμφανίζεται περικλειόμενο με τα στοιχεία Α,Β,Γ,Δ,Ε,Ζ,Η,Θ,Ι,Κ,Λ,Μ,Ν,Ξ,Ο,Π,Ρ,Σ,Τ,Υ,Α.
Στη συνέχεια, επειδή μετά το θάνατο του πατέρα της είχαν ανακύψει διαφωνίες ως προς τη διανομή της υπόλοιπης κληρονομιαίας περιουσίας του, οι οποίες οδήγησαν στην αμφισβήτηση από τον υιό του Σ. Μ. και από τους κληρονόμους του άλλου αποβιώσαντος υιού του Α. Μ., του δικαιώματος πλήρους κυριότητάς της επί του παραπάνω ακινήτου, με την έννοια ότι συμπεριελάμβαναν και το ακίνητο αυτό στην κληρονομιά του Μ.
Μ., η Ε. χήρα Ε. Τ. άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρεθύμνου κατά των ανηλίκων τέκνων του Σ. Μ. και της χήρας και των ανηλίκων τέκνων του Α. Μ. την από 25-9- 1989 αγωγή της με την οποία ζητούσε την αναγνώριση του δικαιώματος κυριότητας της επί του εν λόγω ακινήτου κατά το αμφισβητηθέν από τους αντιδίκους της ποσοστό των 6/16 εξ αδιαιρέτου.
Η παραπάνω αγωγή έγινε τελικώς δεκτή δυνάμει της υπ' αριθμ. 41/1995 απόφασης του Δικαστηρίου τούτου, με την οποία κρίθηκε ότι η νομή του ακινήτου είχε μεταβιβασθεί από το έτος 1956 στην τότε ενάγουσα Ε. χήρα Ε. Τ., η οποία από τότε το νεμόταν συνεχώς είτε αυτοπροσώπως, είτε μέσω του αδελφού της Α. Μ. και της μητέρας της Α.
Μ., καταστάσα έτσι κυρία αυτού με έκτακτη χρησικτησία και ότι οι λοιποί συγκληρονόμοι του Μ. Μ. ήτοι, τα αδέλφια της τότε ενάγουσας Σ. και Α. Μ., ουδέποτε νεμήθηκαν το ακίνητο ούτε καν για λογαριασμό της ενάγουσας. Αποδείχθηκε επίσης, ότι η μητέρα των εναγόντων Ε. χήρα Ε. Τ., η οποία διέμενε στην Αθήνα, εκμίσθωνε επί έτη το εν λόγω ακίνητο μέσω της μητέρας της Α.
χήρας Μ. Μ. που ενεργούσε, όπως προαναφέρεται, για λογαριασμό της, στον Ε. Κ., κάτοικο ..., προκειμένου να το χρησιμοποιεί ο τελευταίος ως βοσκότοπο. Έτσι έπραξε και για τα έτη 1993 και 1994, κατά τα οποία εκμίσθωσε σ' αυτόν το ακίνητό της αντί συμφωνηθέντος μισθώματος 150.000 δραχμών ετησίως. Ο Ε. Κ. όμως, παρότι χρησιμοποιούσε το μίσθιο, δεν κατέβαλλε τα μισθώματα και γι' αυτό το λόγο, η μητέρα των εναγόντων άσκησε εναντίον του ενώπιον του Ειρηνοδικείου Ρεθύμνης την από 21-10-1995 και με αριθμό κατάθεσης ...
αγωγή με την οποία ζητούσε να υποχρεωθεί αυτός να της καταβάλει 300.000 δραχμές συνολικά για τα μισθώματα των ετών 1993 και 1994 και επιπλέον 300.000 δραχμές ως αποζημίωση χρήσης για το έτος 1995. Στις 7-8-1996, απεβίωσε η μητέρα των εναγόντων και στη δίκη που ανοίχθηκε με την άσκηση απ'αυτήν της παραπάνω αγωγής, υπεισήλθαν οι ενάγοντες ως μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της, η δε αγωγή έγινε κατ' έφεση δεκτή εν μέρει, δυνάμει της υπ' αριθμ. 66/1999 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρεθύμνης με την οποία υποχρεώθηκε ο Ε.
Κ. να καταβάλει εντόκως στους ενάγοντες, κατά το ποσοστό της κληρονομικής μερίδας εκάστου (1/3), το συνολικό ποσό των 450.000 δραχμών και δη, 150.000 δραχμές για το μίσθωμα του έτους 1993, 150.000 δραχμές για το μίσθωμα του έτους 1994 και 150.000 δραχμές ως αποζημίωση χρήσης για το έτος 1995. Ο Ε. Κ. συμμορφώθηκε με το διατακτικό της παραπάνω απόφασης και στις 27-3-2000, κατέβαλε στους ενάγοντες το συνολικό ποσό των 1.050.000 δραχμών, για το επιδικασθέν μ'αυτήν κεφάλαιο με τους επ' αυτού τόκους.
Εν τω μεταξύ, οι ενάγοντες, αμέσως μετά το θάνατο της μητέρας τους, εγκαταστάθηκαν στο ακίνητο, το δικαίωμα νομής του οποίου τους μεταβιβάσθηκε λόγω κληρονομικής διαδοχής... και έκτοτε, το νεμήθηκαν με τη θέληση να το εξουσιάζουν ως συγκύριοι, με τις επισκέψεις τους σ' αυτό, με την επίβλεψή του και με την απαγόρευση πάσης επενέργειας τρίτου καταπατητή έτσι δε, κατέστησαν συγκύριοι του ακινήτου κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου έκαστος, με έκτακτη χρησικτησία, δια της προσμετρήσεως του χρόνου νομής τους σ' αυτόν της δικαιοπαρόχου μητέρας τους.
Επιπλέον, αυτοί προέβησαν και σε αποδοχή της κληρονομιάς της μητέρας τους, στην οποία συμπεριέλαβαν και το παραπάνω ακίνητό της, δυνάμει της υπ' αριθμ. ... δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Ιωάννας Γαβριέλη-Αναγνωστάκη που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία του Υποθηκοφυλακείου Ρεθύμνης στις 26-10-1999 στον τόμο 673 και με αύξοντα αριθμό μεταγραφής ...
και έτσι, κατέστησαν συγκύριοι του ακινήτου και με παράγωγο τρόπο κατά ποσοστό 1/3 ή 16/48 εξ αδιαιρέτου έκαστος. Στη συνέχεια, οι δεύτερος και τρίτος ενάγοντες μεταβίβασαν λόγω πώλησης στον πρώτο ενάγοντα ποσοστό 13/48 εξ αδιαιρέτου έκαστος από το δικαίωμα συγκυριότητάς του στο εν λόγω ακίνητο, δυνάμει του υπ' αριθμ. ...
συμβολαίου της ίδιας ως άνω, συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία του Υποθηκοφυλακείου Ρεθύμνης στις 26-10-1999, στον τόμο 673 και με αύξοντα αριθμό μεταγραφής .... Μετά ταύτα, τα ποσοστά συγκυριότητας των εναγόντων διαμορφώθηκαν σε 42/48 ή 14/16 εξ αδιαιρέτου για τον πρώτο από αυτούς και σε 3/48 ή 1/16 εξ αδιαιρέτου για καθένα από τους δεύτερο και τρίτο.
Ο Ε. Κ. όμως, συνέχισε να χρησιμοποιεί το ακίνητο των εναγόντων ως βοσκότοπο και κατά τα επόμενα της άσκησης της παραπάνω μισθωτικής αγωγής έτη 1996,1997 1998 και 1999 και γι' αυτό οι ενάγοντες άσκησαν εναντίον του, ενώπιον του Ειρηνοδικείου Ρεθύμνης, την από 29-12-1999 και με αριθμό κατάθεσης ... αγωγή, με την οποία επικαλέσθηκαν ότι υπεισήλθαν λόγω κληρονομικής διαδοχής στη μίσθωση που είχε συνάψει μ' αυτόν η μητέρα τους και αφού δήλωσαν με την αγωγή ότι καταγγέλλουν την εν λόγω μίσθωση, ζήτησαν να υποχρεωθεί ο παραπάνω εναγόμενος μισθωτής να τους καταβάλει για τα μισθώματα των παραπάνω ετών το συνολικό ποσό των 600.000 δραχμών εντόκως (150.000 δραχμές Χ 4 έτη), και να τους αποδώσει το μίσθιο δηλαδή, ολόκληρο το ακίνητό τους, εκτάσεως 29.181 τ.μ..
Επί της τελευταίας αυτής αγωγής, η οποία εισήχθη για να δικασθεί κατά την τακτική διαδικασία, εξεδόθη η υπ' αριθμ. 11/2001 απόφαση του Ειρηνοδικείου Ρεθύμνης με την οποία το μεν αίτημά της για απόδοση του μισθίου παραπέμφθηκε για να εκδικασθεί κατά την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών ενώπιον του ίδιου δικαστηρίου, το δε αίτημά της για καταβολή των μισθωμάτων έγινε δεκτό και υποχρεώθηκε ο Ε.
Κ. να καταβάλει στους ενάγοντες εντόκως 600.000 δραχμές. Εν συνεχεία, κατόπιν κλήσεως των εναγόντων, η αγωγή εκδικάσθηκε και κατά το αίτημά της για απόδοση του μίσθιου ακινήτου, το οποίο έγινε δεκτό δυνάμει της υπ' αριθμ. 55/2001 απόφασης του Ειρηνοδικείου Ρεθύμνης σε εκτέλεση της οποίας αποβλήθηκε ο Ε. Κ. από το μίσθιο ακίνητο των 29.181 τ.μ.
και εγκαταστάθηκαν σ' αυτό οι ενάγοντες, δυνάμει της υπ' αριθμ. ... έκθεσης αποβολής και εγκατάστασης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Ρεθύμνης Σ. Ε. Μ.. Κατά τη συζήτηση της προαναφερόμενης αγωγής, στις 26-9-2000, ο Ε. Κ. ισχυρίσθηκε ότι έχει αποχωρήσει από το ακίνητο των εναγόντων από το έτος 1995 και ότι χρησιμοποιεί πλέον ως βοσκότοπο το χωράφι του εναγομένου στην προκειμένη δίκη Ν.
Α. Ρ.. Ο ισχυρισμός αυτός όμως, δεν ήταν αληθής, διότι το αναφερθέν από τον Ε. Κ. ως χωράφι του Ν. Ρ., που είναι και το επίδικο ακίνητο, αποτελεί το δυτικώς κείμενο ήμισυ τμήμα του προαναφερόμενου ευρύτερου ακινήτου των εναγόντων, το οποίο έχει έκταση 13.466 τ.μ. και συνορεύει ανατολικά με το υπόλοιπο ακίνητό τους, βόρεια με αγροτική οδό πλάτους 5,50 μέτρων και δυτικά και νότια με δρόμο προς Ε.
πλάτους 6 μέτρων, όπως το τμήμα αυτό απεικονίζεται περικλειόμενο με τα στοιχεία Ψ2-Ψ3
Ψ20-Ψ21-... Ψ33-Σ-Ψ34.... Ψ39-O-Ξ-Ψ40-Ψ1 στο από Αύγουστο 2000 τοπογραφικό διάγραμμα του αρχιτέκτονα-μηχανικού Γ. Τ., που είναι ο πρώτος εναγών. Το τμήμα αυτό κατέλαβε ο εναγόμενος το έτος 1998, κατόπιν συvεννόησής του με τον Ε. Κ., εκμεταλλευόμενος το γεγονός ότι οι ενάγοντες, ως μόνιμοι κάτοικοι Αθηνών, δεν μπορούσαν να επισκέπτονται τόσο συχνά το ακίνητό τους ώστε να είναι σε θέση να διαπιστώσουν αμέσως τις ενέργειες καταπάτησης του επιδίκου τμήματός του από τον εναγόμενο.
Αυτοί άλλωστε, γνώριζαν ότι το ακίνητό τους εξακολουθούσε να κατέχει και μετά τη λήξη της προαναφερόμενης μίσθωσης που επήλθε στο τέλος του έτους 1994, ο μέχρι τότε μισθωτής Ε. Κ. ο οποίος ουδέποτε εκδήλωσε καθ' οιονδήποτε τρόπο την πρόθεσή του να εξουσιάσει του λοιπού το μίσθιο ως νομέας του ούτε είχε γνωστοποιήσει στους ενάγοντες, τουλάχιστον μέχρι τη συζήτηση της προαναφερόμενης μισθωτικής αγωγής το έτος 2000, ότι αναγνώριζε στο εξής ως νομέα του ακινήτου τον ήδη εναγόμενο Ν.
Ρ.. Ειδικότερο, ο εναγόμενος, το έτος 1998, χώρισε το ακίνητο των εναγόντων σε δύο τμήματα, ανοίγοντας εντός αυτού δρόμο πλάτους 4,50 μέτρων περίπου και μήκους 260 μέτρων, ο οποίος το διασχίζει με κατεύθυνση από βορρά προς νότο και οριοθετεί το επίδικο από την ανατολική πλευρά του, όπου κείται το υπόλοιπο μη καταπατηθέν απ' αυτόν τμήμα του ευρύτερου ακινήτου των εναγόντων και στη συνέχεια, το επόμενα έτη, έστρωσε το δρόμο αυτό με αδρανή υλικά.
Επίσης, κατά το ίδιο ως άνω έτος (1998), κατασκεύασε εντός του επιδίκου με πέτρες, ένα ασκεπές κτίσμα, εμβαδού 25,50 τ.μ. περίπου, χαμηλού ύψους, το οποίο επέκτεινε καθ' ύψος σταδιακά κατά τα επόμενα έτη μέχρι τα 2, 70 μέτρα περίπου και στη συνέχεια, τοποθέτησε σ' αυτό στέγη από πάνελ αλουμινίου και δίπλα, έκτισε ένα WC εμβαδού 4,50 τ.μ..
Επιπλέον, μετά το έτος 1998, κατασκεύασε σε δύο θέσεις στο βόρειο και στο ανατολικό όριο του επιδίκου, δύο πετρόκτιστους μανδρότοιχους, μήκους 60 μέτρων περίπου τον καθένα και ύψους από 0,50 έως 1,00 μέτρο, τοποθέτησε περίφραξη με μεταλλικό πλέγμα επί σιδηροπασσάλων καρφωμένων στο έδαφος στην ανατολική πλευρά του, όπου βρίσκεται ο απ' αυτόν διανοιχθείς δρόμος και στη συνέχεια, επέκτεινε την περίφραξη αυτή και στις υπόλοιπες πλευρές του επιδίκου, εκεί δηλαδή που αυτό συνορεύει με τους άλλους προϋπάρχοντες δρόμους.
Σημειωτέον, ότι το ευρύτερο ακίνητο των εναγόντων, από τότε που το νεμόταν η μητέρα τους, ήταν εξ ολοκλήρου περιφραγμένο περιμετρικά ο δε εναγόμενος μετά το έτος 1998, αφαίρεσε τη παλιά αυτή περίφραξη κατά το μέρος που σωζόταν στη βόρεια, δυτική και νότια πλευρά του επιδίκου και την αντικατέστησε, όπως πιο πάνω αναφέρεται.
Αποδείχθηκε περαιτέρω, ότι ο Ε. Κ., μετά την επίδοση σ' αυτόν της προαναφερόμενης έκθεσης αποβολής του από το μίσθιο ακίνητο και εγκατάστασης σ' αυτό των εναγόντων, επέδωσε στους τελευταίους, στις 13-6-2005, το από 6-6-2005 εξώδικο, με το οποίο τους δήλωσε εν ολίγοις, ότι το ακίνητό τους το έχει εγκαταλείψει από το έτος 1995 και ότι δυνάμει έγγραφης σύμβασης αγρομίσθωσης που έχει συνάψει με τον ήδη εναγόμενο Ν.
Ρ. του Α., μισθώνει ένα ακίνητο του τελευταίου, κείμενο στην ίδια θέση. Κατά τον ίδιο τρόπο εξάλλου, ο εναγόμενος, αφού προηγήθηκε η επίδοση και σ' αυτόν της προαναφερόμενης έκθεσης αποβολής και εγκατάσrασης, επέδωσε στις 13-6-2005 στους ενάγοντες το από 6-6-2005 εξώδικο με το οποίο τους δήλωσε ότι δεν έχει καμία σχέση με τη μίσθωση στην οποία αναφέρεται η εκτελεσθείσα υπ' αριθμ. 55/2001 απόφαση του Ειρηνοδικείου Ρεθύμνου και ότι στα πλαίσια έγγραφης σύμβασης αγρομίσθωσης που έχει συνάψει με τον Ε.
Κ., εκμισθώνει σ' αυτόν ένα ακίνητό του που βρίσκεται στην ίδια ως άνω θέση "..." σrην οποία βρίσκεται και το ακίνητο των εναγόντων. Επισημαίνεται πάντως, ότι ούτε ο Ε. Κ. ούτε ο ήδη εναγόμενος αναφέρουν στο παραπάνω εξώδικό τους το χρόνο σύναψης της απ' αυτούς επικαλούμενης αγρομίσθωσης. Ήδη ο εναγόμενος, σrα πλαίσια της ένδικης υπόθεσης, ισχυρίζεται, όπως και πρωτοδίκως, ότι το επίδικο ακίνητο ανήκε στον παππού του Γ.
Ρ. του Σ., ο οποίος το είχε αποκτήσει με δωρεά του Τούρκου Κ. το έτος 1922 και ότι ο παππούς του απεβίωσε το έτος 1954, οπότε και υπεισήλθε στη νομή του ακινήτου λόγω κληρονομικής διαδοχής ο πατέρας του Α. Ρ. του Γ., ο οποίος απεβίωσε το έτος 1970, οπότε έλαβε χώρα μεταξύ των συγκληρονόμων του (τέκνων του) άτυπη διανομή της κληρονομιαίας περιουσίας του με την οποία το επίδικο ακίνητο περιήλθε κατά νομή στον ίδιο (τον εναγόμενο), ο οποίος το νέμεται από τότε συνεχώς μέχρι την άσκηση της αγωγής, καταστάς έτσι κύριος αυτού με έκτακτη χρησικτησία.
Ισχυρίζεται επίσης, ότι οι πράξεις νομής που ασκούσαν οι δικαιοπάροχοί του και ο ίδιος στο ακίνητο συνίσταντο στην καλλιέργειά του με φιστικιές, πατάτες, κρεμμύδια και διάφορα άλλα κηπευτικό, στο πότισμά του μέσω του δικτύου άρδευσης του ΤΟΕΒ ..., στη συλλογή των παραπάνω καρπών, όπως επίσης και του καρπού των αχλαδιών που υπάρχουν σ' αυτό μέχρι σήμερα, ηλικίας πάνω από 50 ετών, στην παραχώρηση της χρήσης του εποχιακό σε διάφορους βοσκούς οι οποίοι το χρησιμοποιούσαν ως βοσκότοπο, στην περίφραξή του με κατασκευή τοίχου περίφραξης, στην κατασκευή εντός αυτού κτισμάτων, στην διαμόρφωση του χώρου του, στην επίβλεψή του και στην προστασία του από τις επεμβάσεις οποιουδήποτε κακόπιστου τρίτου.
Τέλος, ισχυρίζεται ότι στο παλαιό οίκημα που υπάρχει μέσα στο ακίνητο το οποίο υδροδοτείται και ρευματοδοτείται και ήδη, χρησιμοποιείται ως αποθηκευτικός χώρος, διέμενε ο ίδιος και οι δικαιοπάροχοί του τους καλοκαιρινούς μήνες και συγκεκριμένα, την περίοδο που φύτευαν τα κηπευτικά. Οι ανωτέρω ισχυρισμοί του εναγομένου κρίνονται απορριπτέοι ως ουσιαστικά αβάσιμοι, αφού, πριν από το έτος 1998, οπότε έλαβε χώρα κατά τα προεκτεθέντα, η κατάληψη του επίδικου ακινήτου, δεν αποδείχθηκαν πράξεις νομής επ' αυτού ούτε του εναγομένου ούτε των παραπάνω φερομένων ως δικαιοπαρόχων του, οι οποίοι άλλωστε δεν είχαν καμία σχέση με την περιοχή όπου βρίσκεται το επίδικο ακίνητο.
Η τελευταία αυτή διαπίστωση του Δικαστηρίου ενισχύεται και από την ένορκη κατάθεση του Σ. Α., κατοίκου ... και μάρτυρα του Ε. Κ. στη δίκη που ανοίχθηκε εναντίον του με την άσκηση από τους ενάγοντες της προαναφερόμενης από 29-12-1999 μισθωτικής αγωγής, ο οποίος, εξεταζόμενος ενώπιον του Ειρηνοδικείου Ρεθύμνης κατά την παραπάνω αναφερόμενη συνεδρίασή του της 26-9-2000, σε σχετικές ερωτήσεις του πληρεξουσίου δικηγόρου των εναγόντων, απάντησε ότι δεν γνωρίζει το όνομα του πατέρα του εναγομένου και ότι ο εναγόμενος αγόρασε το χωράφι αλλά δεν ξέρει από ποιόν.
Δηλαδή, ο παραπάνω μάρτυρας, ηλικίας τότε 52 ετών και κάτοικος της περιοχής όπου βρίσκεται το επίδικο ακίνητο, ανέδειξε με την κατάθεσή του, χωρίς να το επιδιώκει, την ανυπαρξία οποιοσδήποτε σχέσης του πατέρα και του παππού του εναγομένου με το ακίνητο αυτό. Το ακίνητο των εναγόντων άλλωστε, δεν αναφέρεται ότι συνορεύει με ιδιοκτησία του εναγομένου ή κάποιου από τους απ' αυτόν φερομένων ως δικαιοπαρόχων του ούτε στο προσύμφωνο που κατήρτισε το έτος 1956 ο Μ.
Μ. με τη μητέρα των εναγόντων ούτε στο σχεδιάγραμμα που συνέταξε το έτος 1988 ο τοπογράφος μηχανικός Γ. Λ.. Και ο Ε. Κ. όμως, στην προσκομιζόμενη από τους ενάγοντες υπ' αριθμ. ... ένορκη βεβαίωσή του ενώπιον της συμβολαιογράφου Ρεθύμνου Α. Δ.-Μ., η οποία συντάχθηκε με επιμέλεια των προαναφερομένων αντιδίκων της μητέρας των εναγόντων στη δίκη που είχε ανοίξει αυτή εναντίον τους με την άσκηση της παραπάνω αναγνωριστικής της κυριότητάς της αγωγής, κατέθεσε ότι το τότε επίδικο ακίνητο, το οποίο ταυτίζεται με το προπεριγραφέν ευρύτερο ακίνητο των εναγόντων που περιλαμβάνει και το επίδικο, το μίσθωνε αρχικά από τον παππού των εναγόντων Μ.
Μ. και όταν αυτός πέθανε, το μίσθωνε από τη γιαγιά των εναγόντων Α. Μ. και από το γιο της Α. Μ. και μετά το θάνατο του τελευταίου από τον άλλο της γιο Σ. Μ., δίνοντας τα μισθώματα είτε σ' αυτόν είτε στη μητέρα του.
Συνεπώς, ακόμη και ο προαναφερόμενος Ε. Κ., ο οποίος προσφάτως, τάχθηκε με τα συμφέροντα του εναγομένου, υποστηρίζοντας ότι μισθώνει απ' αυτόν το επίδικο ακίνητο, σε ανύποπτο χρόνο, δηλαδή δεκατρία και πλέον έτη πριν από την έγερση της ένδικης αγωγής, είχε αναγνωρίσει ότι το προπεριγραφέν ευρύτερο του επιδίκου ακίνητο εξουσιαζόταν από μέλη της οικογένειας Μ., τα οποία του το εκμίσθωναν.
Τα πρόσωπα αυτά πάντως, όπως εν συνεχεία κρίθηκε αμετακλήτως, δεν ενεργούσαν ως εκμισθωτές για τον εαυτό τους, αλλά στο όνομα και για λογαριασμό της μητέρας των εναγόντων. Μεταξύ των εγγράφων που προσκομίζει ο εναγόμενος περιλαμβάνεται και η υπ' αριθμ. ... βεβαίωση πλάτους οδού του Δήμου ..., στην οποία αναφέρεται ότι το επίδικο ακίνητο κυκλώνεται περιμετρικά οπό ασφαλτοστρωμένη δημοτική οδό η οποία έχει ελάχιστο μέσο πλάτος 5,50 μέτρα.
Η βεβαίωση αυτή όμως, ουδόλως κλονίζει της πεποίθηση του Δικαστηρίου περί του ότι, ειδικώς το τμήμα της προαναφερομένης οδού που βρίσκεται στην ανατολική πλευρά του επιδίκου ακινήτου και έχει μήκος 260 μέτρων, ανεξαρτήτως του αν θεωρείται και αυτό από το Δήμο ... ως δημοτική οδός, ανοίχθηκε το έτος 1998 από τον εναγόμενο, ο οποίος με τον τρόπο αυτό χώρισε την ενιαία ιδιοκτησία των αντιδίκων του σε δύο μέρη εκ των οποίων κατέλαβε το δυτικό.
Όπως άλλωστε αναφέρεται στην έκθεση του διορισθέντος από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο πραγματογνώμονα Ι. Μ., στις αεροφωτογραφίες των ετών 1945, 1960, 1964, 1966, 1968, 1972, 1982, 1989 και 1995, δεν εμφανίζεται κανένα ίχνος δρόμου στο ανωτέρω σημείο του ευρύτερου ακινήτου των 29.181 τ.μ., στην δε αμέσως επόμενη αεροφωτογραφία του έτους 1998, εμφανίζεται για πρώτη φορά στο εν λόγω σημείο χωματόδρομος, πρόσφατα διανοιγμένος και όχι πολύ χρησιμοποιημένος.
Επίσης, και ο διορισθείς στο Πρωτοδικείο Ρεθύμνης δικαστικός επιμελητής Σ. Μ., όταν επισκέφθηκε το ακίνητο των εναγόντων στις 10-5-2005, για να εκτελέσει την προαναφερόμενη υπ' αριθμ. 55/2001 απόφαση του Ειρηνοδικείου Ρεθύμνου, διαπίστωσε ότι ο δρόμος αυτός είχε ασφαλτοστρωθεί πρόσφατα, γεγονός που ανέφερε στην προαναφερόμενη υπ' αριθμ. ...
έκθεση αποβολής και εγκατάστασης που συνέταξε στον τόπο της εκτέλεσης.
Συνεπώς, ουδέν αποδεικνύεται εκ της ως άνω βεβαιώσεως του Δήμου ... ούτε περί του δημοτικού χαρακτήρα του συγκεκριμένου δρόμου, αφού η ύπαρξη δημοτικής ή κοινοτικής οδού αποτελεί ζήτημα πραγματικό, για τη διαπίστωση του οποίου δεν αρκεί να βεβαιώνεται τούτο από το δήμο ή την κοινότητα... Όπως αναφέρει επίσης στην έκθεσή του ο πραγματογνώμονας Ι.
Μ., το κτίσμα που βρίσκεται ήδη εντός του επιδίκου ακινήτου, εμφανίζεται για πρώτη φορά στην αεροφωτογραφία του έτους 1998 ενώ οι δύο πέτρινοι τοίχοι μήκους 60 μέτρων έκαστος δεν εμφανίζονται σε καμία αεροφωτογραφία. Οι διαπιστώσεις αυτές του πραγματογνώμονα ενισχύουν τις προαναφερόμενες κρίσεις του Δικαστηρίου περί της κατάληψης του επίδικου ακινήτου από τον εναγόμενο το έτος 1998, οι οποίες δεν αναιρούνται ούτε από την προσκομιζόμενη υπ' αριθμ. ...
βεβαίωση του Δημάρχου ..., η οποία ελέγχεται ως ανακριβής κατά τα σ' αυτήν αναφερόμενα περί της ύπαρξης παλαιού κτίσματος από το έτος 1955, ανήκοντος κατά κυριότητα στον εναγόμενο ούτε από την από 17-2-2010 βεβαίωση του ... στην οποία γίνεται αορίστως λόγος περί της ύπαρξης στην περιοχή "..." πιθανών ιχνών αμυντικής τοποθεσίας (ορυγμάτων επικοινωνίας) και κατεστραμμένου κτίσματος άγνωστης χρήσης σε δεσπόζον σημείο.
Περαιτέρω, το γεγονός ότι ο εναγόμενος δεν οφείλει εισφορές, αρδευτικά τέλη ή αντίτιμο χρήσης αρδευτικού ύδατος για το επίδικο ακίνητο, όπως βεβαιώνεται από τους Προέδρους του Τ.Ο.Ε.Β. ... Σ. Γ. Κ. και Ε. Γ. Κ. στις αντίστοιχες υπ' αριθμ. ... βεβαιώσεις τους, ουδεμία απόδειξη παρέχει περί της επικαλούμενης νομής του επιδίκου από τον εναγόμενο ή τους φερόμενους απ' αυτόν ως δικαιοπαρόχους του προ του έτους 1998.
Αξίζει να σημειωθεί επίσης, το αναξιόπιστο της προσκομιζόμενης από τον εναγόμενο υπ' αριθμ. ... ένορκης βεβαίωσης που έδωσε ενώπιον της συμβολαιογράφου Ρεθύμνου Άννας Παπαδάκη-Ανδρουλιδάκη, η Σοφία Μ. το γένος Ν. Β., κάτοικος Αθηνών, η οποία ήταν σύζυγος του Σ. Μ. Μ., αποβιώσαντος αδελφού της μητέρας των εναγόντων.
Συγκεκριμένα, στην παραπάνω ένορκη βεβαίωση, η εν λόγω μάρτυρας, αναφερθείσα σε πράξεις νομής επί του επιδίκου ακινήτου από τον εναγόμενο και τους δικαιοπαρόχους του, από το έτος 1922, καταλήγει ότι οι ενάγοντες δεν έχουν καμία απολύτως σχέση με το επίδικο ακίνητο, παρότι γνώριζε ότι το ακίνητο αυτό σε ευρύτερη έκταση, το νεμόταν η μητέρα των εναγόντων οπό το έτος 1956 και πάντως, σε καμία περίπτωση δεν ήταν δυνατό να είχε εξουσιασθεί αυτό στο παρελθόν από οποιονδήποτε άλλο πλην των μελών της οικογένειας Μ..
Είναι δε η γνώση της αυτή ολοφάνερη, αφού κατά την περίοδο που ο σύζυγός της αμφισβητούσε την αποκλειστική κυριότητα της αδελφής του και της μητέρας των εναγόντων επί του ευρύτερου ακινήτου της τελευταίας στο οποίο περιλάμβανεται και το επίδικο, η ίδια μάρτυρας, υπό την ιδιότητα της εκπροσώπου των τότε ανηλίκων τέκνων της Ά., Μ.
και Α. Μ., συνέπραξε στην κατάρτιση του υπ' αριθμ. ... συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αθηνών Β. Α. Κ., με το οποίο ο σύζυγός της Σ. Μ..ς, επικαλούμενος ότι είναι συγκύριος κατά ποσοστό 3/16 εξ αδιαιρέτου του ίδιου ως άνω ακινήτου, δυνάμει κληρονομικής διαδοχής του Μ. Μ., μεταβίβασε στα παραπάνω τέκνα του το εν λόγω ποσοστό συγκυριότητάς του λόγω γονικής παροχής.
Σημειώνεται εδώ, ότι ούτε στο ανωτέρω συμβόλαιο αναφέρεται ότι το μεταβιβαζόμενο ακίνητο συνορεύει με ιδιοκτησία του εναγόμενου. Επίσης, η ίδια ως άνω μάρτυρας, μαζί με το σύζυγό της Σ. Μ., εκπροσώπησε τα ανήλικα τέκνα τους και στη δίκη που άνοιξε εναντίον τους η μητέρα των εναγόντων με την άσκηση της προαναφερόμενης αναγνωριστικής της κυριότητάς της αγωγής, στην οποία ουδείς εκ των τότε εναγομένων ισχυρίσθηκε ότι το ακίνητο άνηκε κατά ένα μέρος στον ήδη εναγόμενο Ν.
Ρ., αντίθετα δε, άπαντες ισχυρίσθηκαν ότι ετύγχαναν συγκύριοι αυτού. Κατ' ακολουθία όλων των ανωτέρω, οι επαναφερόμενοι με την έφεση ισχυρισμοί του εναγομένου περί ιδίας κυριότητος και παραγραφής της διεκδικητικής αγωγής κρίνονται απορριπτέοι ως ουσιαστικά αβάσιμοι, αφού η αποδειχθείσα κυριότητα της δικαιοπαρόχου των εναγόντων επί του επιδίκου ακινήτου ουδέποτε καταλύθηκε από τον εναγόμενο, ενώ από το έτος 1998, οπότε ο τελευταίος εγκαταστάθηκε για πρώτη φορά στο ακίνητο δια της αποβολής απ' αυτό των εναγόντων, μέχρι το έτος 2007, οπότε του επιδόθηκε η ένδικη αγωγή...
δεν παρήλθε εικοσαετία... Υπό τις άνω παραδοχές το πρωτοβάθμιο δικαστήριο το οποίο με την εκκαλουμένη απόφαση του έκρινε σύμφωνο με το ανωτέρω και δέχθηκε την αγωγή όπως πιο πάνω αναφέρεται ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις". Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο δεν στέρησε την απόφαση του νόμιμης βάσης, αντιθέτως διέλαβε επαρκείς και σαφείς αιτιολογίες όσον αφορά την κτήση κυριότητος των αναιρεσιβλήτων επί του επιδίκου ακινήτου με παράγωγο (αποδοχή κληρονομιάς και μεταγραφή και στη συνέχεια πώληση από τους β και γ στον πρώτο αυτών και μεταγραφή του αγοραπωλητηρίου συμβολαiου) και πρωτότυπο τρόπο (εμφανείς πράξεις νομής οπό τους αναιρεσίβλητους και τους δικαιοπαρόχους τους συνεχώς και αδιαλείπτως από το έτος 1956 συνιστάμενες σε εκμίσθωση σε τρίτους, οι οποίοι προέβαιναν σε καλλιέργεια δημητριακών, τριφυλλιού, φιστικιών κ.λ.π, είτε το χρησιμοποιούσαν ως βοσκότοπο, σε επισκέψεις σε αυτό, επίβλεψή του και απαγόρευση πάσης επενέργειας τρίτου καταπατητή) καθώς και την προσβολή της κυριότητάς τους επί του επιδίκου το έτος 1998,όταν ο εναγόμενος κατέλαβε το επίδικο, έκτασης 13466τμ, που αποτελεί το δυτικό τμήμα του όλου ακινήτου κυριότητος των οναιρεσιβλήτων και δημιούργησε δρόμο που στη συνέχεια τον έστρωσε με αδρανή υλικά, κατασκεύασε σε δύο θέσεις δύο πετρόκτιστους μονδρότοιχους μήκους 60μ και τοποθέτησε περίφραξη με μεταλλικό πλέγμα επί σιδηροπασσάλων καρφωμένων στο έδαφος αρχικό στο ανατολικό τμήμα αυτού όπου και ο διανοιχθείς δρόμος ενώ στην συνέχεια επεξέτεινε την περίφραξη και στις λοιπές πλευρές του επιδίκου.
Ομοίως, με επαρκείς και σαφείς αιτιολογίες δέχθηκε το Εφετείο ότι δεν αποδείχθηκε ότι το επίδικο ανήκε στον παππού του αναιρεσείοντος Γ. Ρ., λόγω δωρεάς σε αυτόν από τον Τούρκο Κ. το έτος 1922 και μετά το θάνατο του το έτος 1954 ότι υπεισήλθε λόγω κληρονομικής διαδοχής στη νομή του ακινήτου ο πατέρας του αναιρεσείοντος Α.
Ρ., που αποβίωσε το έτος 1970 ότι μετά από άτυπη διανομή μεταξύ των συγκληρονόμων του, το επίδικο περιήλθε στον αναιρεσείοντα, καθώς και ότι τόσον ο ίδιος όσο και οι δικαιοπάροχοί δεν ασκούσαν εμφανείς πράξεις νομής επί του επιδίκου μέχρι το έτος 1998 που ο τελευταίος κατέλαβε παράνομα το επίδικο ακίνητο, έτσι ώστε το δικαίωμα κυριότητας των αναιρεσιβλήτων να μην έχει υποπέσει μέχρι την άσκηση της αγωγής (2007) στην προβλεπόμενη κτητική παραγραφή (αρθ. 249, 251 και 1094 ΑΚ).
Επομένως, ο λόγος αυτός της αίτησης αναίρεσης είναι αβάσιμος. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 12 Κ.Πολ.Δ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων. Ειδικότερα, όταν πρόκειται για δημόσιο έγγραφο, δηλαδή έγγραφο που έχει συνταχθεί κατά τους νόμιμους τύπους από δημόσιο υπάλληλο ή λειτουργό ή πρόσωπο που ασκεί δημόσια υπηρεσία ή λειτουργία, το οποίο, σύμφωνα με τα άρθρα 438 και 440 ΚΠολΔ, αποτελεί πλήρη απόδειξη έναντι όλων ως προς όσα βεβαιώνονται σε αυτό ότι έγιναν από το πρόσωπο που συνέταξε το συγκεκριμένο έγγραφο ή ότι έγιναν ενώπιόν του ή την αλήθεια των οποίων όφειλε να διαπιστώσει το ίδιο, επιτρεπομένης όμως στην τελευταία περίπτωση ανταπόδειξης, για το παραδεκτό του σχετικού λόγου αναίρεσης πρέπει ο συντάκτης του εγγράφου να ήταν καθ' ύλη και κατά τόπο αρμόδιος για τη βεβαίωση αυτή (ΑΠ 1542/2018).
Συνακόλουθα τούτων ο προβλεπόμενος από τον αριθμ. 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος ιδρύεται μόνο όταν το δικαστήριο προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη, που δεσμευτικά ορίζει γι' αυτό ο νόμος και όχι αν έκρινε περισσότερο ή λιγότερο αξιόπιστο ένα από τα πολλά ισοδύναμα, κατά νόμο, αποδεικτικά μέσα.
Ως ισοδύναμα με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, λογίζονται και τα έγγραφα, ακόμη και τα δημόσια, για τα αποδεικτέα γεγονότα, για τα οποία δεν αποτελούν πλήρη απόδειξη κατά τους ορισμούς των άρθρων 438, 439 και 441 ΚΠολΔ (ΑΠ 479/2010). Για να είναι δε ορισμένος ο σχετικός λόγος αναίρεσης, πρέπει στο αναιρετήριο να διαλαμβάνονται σωρευτικά α) το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, η κατά τον νόμο αποδεικτική δύναμή του και η αποδεικτική δύναμη που αποδόθηκε σ' αυτό από το δικαστήριο, β) το σφάλμα της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς την αποδεικτική δύναμη του αποδεικτικού μέσου, γ) ο πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου προσκομίστηκε το αποδεικτικό μέσο και η επίδραση που αυτός θα ασκούσε στην έκβαση της δίκης, ώστε να μπορεί να αξιολογηθεί αν είναι ουσιώδης και δ) η μνεία ότι ο αναιρεσείων επικαλέστηκε και στο δικαστήριο της ουσίας το αποδεικτικό μέσο, για το οποίο υπάρχει παράβαση της αποδεικτικής δύναμής του (ΑΠ 225/2009, 700/2009, 1592/2008).
Εάν στο αναιρετήριο δεν περιέχεται κάποιο από τα προαναφερόμενα στοιχεία, ο λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 262/2020, ΑΠ 41/ 2016). Με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης ο αναιρεσείων μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για την πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 12 Κ.Πολ.Δ. Ειδικότερα, ισχυρίζεται ότι το Εφετείο δέχθηκε παρά το νόμο, ότι το πόρισμα της από 27-8-2009 έκθεσης πραγ/νης του διορισθέντος πραγ/να αγρονόμου-μηχανικού Ι.
Μ. είναι ισχυρότερο αποδεικτικό μέσο έναντι: α) της υπ'αρ. 3089/28-9- 1999 βεβαίωσης του Δημάρχου ..., β) της υπ'αρ. 22/10-4-2008 βεβαίωσης του Προέδρου του ΤΟΕΒ ... και γ) της από17-2-2010 βεβαίωσης του ..., ενώ το αποδεικτικό αυτό μέσο (πραγ/νη) δεν έχει κατά νόμο αυξημένη αποδεικτική δύναμη έναντι των ανωτέρω δημοσίων εγγράφων και το πόρισμά του δεν είναι δεσμευτικό, αλλά συνεκτιμάται μαζί με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα.
Ο λόγος αυτός του αναιρετηρίου είναι απαράδεκτος ως αόριστος, αφού δεν αναφέρεται στο δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης για ποιό πραγματικό ισχυρισμό για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου προσκομίστηκαν τα άνω αποδεικτικά μέσα και ποια η επίδραση που αυτός θα ασκούσε στην έκβαση της δίκης, ώστε να μπορεί να αξιολογηθεί αν είναι ουσιώδης καθώς και μνεία ότι ο αναιρεσείων επικαλέστηκε και στο δικαστήριο της ουσίας τα αποδεικτικά αυτά μέσα, για τα οποία υπάρχει παράβαση της αποδεικτικής δύναμής τους.
Από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 20ΚΠολΔ προκύπτει ότι για την πληρότητα (ορισμένο) του απ' αυτήν προβλεπομένου αναιρετικού λόγου απαιτείται η αναφορά στο αναιρετήριο δικόγραφο α) του (κατά λέξη) περιεχομένου του εγγράφου που παραμορφώθηκε και αυτού (περιεχομένου) που δέχθηκε το δικαστήριο ώστε από τη σύγκρισή τους να καθίσταται δυνατή η διαπίστωση περί της υπάρξεως ή όχι διαγνωστικού λάθους και β) ο ουσιώδης ισχυρισμός για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο καθώς και το επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αποτέλεσμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο (ΑΠ 331/2011). Με τον τελευταίο λόγο της αναιρέσεως προβάλλεται από τον αναιρεσείοντα η, από το άρθρο 559 αριθ. 20 Κ.Πολ.Δ, αιτίαση με την επίκληση ότι, η προσβαλλόμενη απόφαση παραμόρφωσε το περιεχόμενο της από 17-2-2010 βεβαίωσης του ... στην οποία γίνεται σαφής λόγος περί ύπαρξης στην περιοχή "..." ιχνών αμυντικής τοποθεσίας (ορυγμάτων επικοινωνίας) και κατεστραμμένου κτίσματος άγνωστης χρήσης σε δεσπόζον σημείο, δεχόμενη πραγματικά γεγονότα διαφορετικά από αυτά που αναφέρονται στο εν λόγω έγγραφο και δη ότι "... ούτε από την από 17-02-2010 βεβαίωση του ... στην οποία γίνεται σαφής λόγος περί ύπαρξης στην περιοχή "..." πιθανών ιχνών αμυντικής τοποθεσίας (ορυγμάτων επικοινωνίας) και κατεστραμμένου κτίσματος άγνωστης χρήσης σε δεσπόζον σημείο...".
Ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος λόγω αοριστίας απορρέουσας από τη μη καταχώρηση στο αναιρετήριο δικόγραφο ολοκλήρου του περιεχομένου του φερομένου ως παραμορφωθέντος ως άνω εγγράφου και μη αναφορά του ουσιώδους ισχυρισμού για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο αυτό. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, και μη υπάρχοντος άλλου λόγου πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτών (άρθρα 176, 180, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ.), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου, λόγω της ήττας του, στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4) του Κ.Πολ.Δ., όπως ίσχυε και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 12 παρ. 2 του ν. 4055/2012, για τα κατατιθέμενα από 2.4.2012 ένδικα μέσα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 8-11-2014 αίτηση αναίρεσης κατά της υπ'αριθμ. 78/2014 απόφασης του Εφετείου Κρήτης.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, το ύψος των οποίων καθορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ. Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Μαΐου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 3 Ιουλίου 2023.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ