Legislator Case Law & Legislation
1039/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on easement claim, ruling no significant damage to land value occurred.

Case Number 1039/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellants' appeal against the First Instance Court's decision to grant an easement over their undeveloped land. The appellants argued that the easement caused a significant loss in the value and usability of their property, while the opposing party contended that the land's undeveloped nature meant the easement would not substantially impact its utility. The court ruled that the land did not suffer a serious blow to its use or productivity, thereby rejecting the claim for compensation and dismissing the appeal.

Legislator headnote

AI generated

Articles 1012 and 1013 of the Civil Code; An easement does not constitute a serious blow to the use and productivity of an undeveloped plot if the portion occupied does not currently yield any form of exploitation.

Keywords

AI generated
easement grant right of way land value reduction compensation claim Civil Code provisions property rights undevoloped land

Cited Legislation

AI generated
Articles 1012 and 1013 of the Civil Code
Article 560, paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 559, paragraph 11 of the Code of Civil Procedure
Article 577 of the Code of Civil Procedure
Article 495, paragraph 3, letter e of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 189, paragraph 1, and 191, paragraph 2 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1039 / 2022 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1039/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χ., Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Μουλιανιτάκη, Μαρουλιώ Δαβίου, Μαρία Κουφούδη, Αθανάσιο Θεοφάνη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Οκτωβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Α. Π. του Π., 2) Δ. Π. του Π., 3) Μ. Π. του Π., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ευάγγελο Μαρμάρου, και κατέθεσαν προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Τ. Π. του Π. Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ευαγγελία Ποδηματά και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-9-2016 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6370/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 8084/2019 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 24-10-2019 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 24.10.2019 αίτηση αναιρέσεως, προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία, εκδοθείσα, υπ' αριθμ. 8084/2019 τελεσίδικη απόφαση του, ως Εφετείου δικάσαντος, Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, το οποίο απέρριψε την από 19.04.2018 έφεση των αναιρεσειουσών κατά της υπ' αριθμ. 6370/2017 οριστικής αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, το οποίο είχε κάνει δεκτή εν μέρει την από 20.09.2016 αγωγή από τα άρθρα 1012 επόμ.

του Α.Κ. του αναιρεσίβλητου. Η αίτηση αυτή αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553 § 1 στοιχ. β', 556 § 1, 558 εδάφ. α', 564 § 1, 566 § 1 Κ.Πολ.Δ.). Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρο 577 § 1 Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρο 577 § 2 Κ.Πολ.Δ.). Κατά τους ορισμούς των άρθρων 1012 και 1013 του Α.Κ., "Αν ακίνητο στερείται την αναγκαία δίοδο προς τον δρόμο, έχει δικαίωμα ο κύριος του να απαιτήσει δίοδο από τους γείτονες έναντι ανάλογης αποζημίωσης.

Η κατεύθυνση της διόδου και η έκταση του δικαιώματος για τη χρήση της, καθώς και η αποζημίωση που πρέπει να καταβληθεί, καθορίζονται με δικαστική απόφαση". Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται, ότι ως ακίνητο, που στερείται της αναγκαίας διόδου προς την οδό, είναι εκείνο που στερείται από κάθε επικοινωνία με την δημόσια, δημοτική ή κοινοτική οδό αναγκαία για τη, σύμφωνα με τον προορισμό του, εκμετάλλευση, καθώς και εκείνο το οποίο έχει μεν δίοδο, πλην όμως αυτή ατελώς εξυπηρετεί τις ανάγκες του ακινήτου δια της υφισταμένης επικοινωνίας.

Η έκταση του προς χρήση διόδου δικαιώματος, που καθορίζεται αντικειμενικώς, πρέπει να ανταποκρίνεται προς την οικονομική χρησιμότητα αυτού, η δε επάρκεια της διόδου κρίνεται επίσης αντικειμενικώς κατά τις, κατά τον χρόνο εγέρσεως της αγωγής, συγκεκριμένες εκάστοτε συνθήκες, δηλαδή τις υφιστάμενες ανάγκες του ακινήτου, τον υφιστάμενο προορισμό, τη θέση ή περιοχή.

Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 1014 του Α.Κ., δεν υπάρχει υποχρέωση των γειτόνων να παράσχουν δίοδο, αν η συγκοινωνία του ακινήτου προς τον δημόσιο δρόμο έπαυσε με αυτόβουλη πράξη ή παράλειψη του κυρίου του ακινήτου. Για την εφαρμογή της εν λόγω διατάξεως, που θεμελιώνει ένσταση κατά της αγωγικής αξιώσεως του άρθρου 1012 του Α.Κ., απαιτείται το ακίνητο να στερήθηκε την αναγκαία δίοδο προς δημόσια, δημοτική, κοινοτική ή αγροτική οδό με θετική ή αρνητική ενέργεια του κυρίου ή των προκατόχων του.

Η ενέργεια, εξαιτίας της οποίας προήλθε η στέρηση της διόδου, πρέπει να είναι αυτόβουλη, δηλαδή να απορρέει από τη βούληση του δικαιούχου. Τοιαύτη δε πράξη ή παράλειψη του δικαιούχου υπάρχει και όταν αυτός παραιτήθηκε από το υφιστάμενο δικαίωμα δουλείας διόδου κατά του τρίτου ή από ενοχικό δικαίωμα προς σύσταση τοιούτου δικαιώματος ή όταν αυτός είχε δικαίωμα δουλείας διόδου, την οποία, όμως, άφησε να αποσβεστεί δι' αχρησίας.

Από τις ίδιες δε διατάξεις συνάγεται ότι η περί παροχής διόδου αγωγή ασκείται κατά του κυρίου του γειτονικού ακινήτου, δια του οποίου διώκεται η παροχή της, χωρίς να είναι απαραίτητο να απευθύνεται και κατά των κυρίων όλων των γειτονικών ακινήτων, δια των οποίων δύναται να διέλθει η δίοδος, απόκειται δε στην υπεράσπιση του εναγομένου να επικαλεστεί, κατ' ένσταση, και αποδείξει, προς απόκρουση της αγωγής, την ύπαρξη γειτονικού κτήματος, δια του οποίου προσήκει, βάσει των αντικειμενικών συνθηκών, η διέλευση (Α.Π. 442/2021, Α.Π. 568/2012, Α.Π. 555/2012).

Περαιτέρω, κατά την έννοια των διατάξεων αυτών ανάλογη αποζημίωση την οποία ο κύριος του περίκλειστου ακινήτου πρέπει να καταβάλει στον κύριο του γειτονικού ακινήτου για την παροχή της διόδου είναι εκείνη που καλύπτει κάθε ζημία που προξενείται στον τελευταίο από την παροχή της διόδου, κατά τις γενικές διατάξεις (άρθρο 298 του Α.Κ.).

Η οφειλόμενη αυτή αποζημίωση δεν ταυτίζεται με την αξία του καταλαμβανόμενου από τη δίοδο μέρους του ακινήτου ή των βλαπτόμενων υπολοίπων μερών του, αλλά με τη μείωση της αξίας αυτής εξαιτίας του βάρους της διόδου και των περιορισμών του ακινήτου από αυτήν, και περιλαμβάνει, ειδικότερα, τη μείωση, καθ' εαυτήν, της αξίας του γειτονικού ακινήτου που προέρχεται από τη σύσταση της δουλείας, τη μείωση της προσόδου του, καθώς και κάθε άλλη ζημία που προέρχεται από την παροχή της διόδου, όπως η βλάβη ή εκρίζωση δένδρων, η καταστροφή τεχνικών έργων κ.τ.λ. (Α.Π. 121/2018, Α.Π. 1050/2013).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ., κατά των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά αποφάσεων των ειρηνοδικείων αναίρεση επιτρέπεται και αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως, για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμόστηκε, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφήρμοσε τον νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφήρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.ΑΠ. 4/2018, Ολ.ΑΠ. 6/2017, Α.Π. 148/2020, Α.Π. 50/2020).

Στην προκείμενη περίπτωση, το Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, που δίκασε κατ' έφεση, δέχτηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση του, σε σχέση με την ένδικη αγωγή του αναιρεσίβλητου περί παροχής σ' αυτόν διόδου μέσω του ακινήτου των εναγομένων και ήδη αναιρεσειουσών, τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά: " ...

Ο ενάγων, με την υπ' αριθ. 12.277/27.07.2005 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Θεσσαλονίκης στον Τόμο ... και με Αριθμό ... αναγνωρίστηκε κύριος ενός διαιρετού τμήματος αγρού, εκτάσεως 4.883,86 τ.μ., που φέρει ΚΑΕΚ ..., βρίσκεται στην κτηματική περιοχή της πρώην Κοινότητας ...

και ήδη Δήμου ... - ... και περιλαμβάνεται μεταξύ των αριθμών ... και …, όπως εμφαίνεται στο συνημμένο τοπογραφικό διάγραμμα του Τοπογράφου Μηχανικού Σ. Χ.. Το εν λόγω ακίνητο περιήλθε στον ενάγοντα με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, λόγω άτυπης δωρεάς της μητέρας του το έτος 1982 και είναι τμήμα μεγαλύτερου αγρού που η δικαιοπάροχος μητέρα του διαίρεσε σε τρία τμήματα.

Ο αρχικός μεγαλύτερος αγρός είχε πρόσβαση στην οδό ..., ενώ με τον διαχωρισμό του, το ακίνητο που έλαβε ο ενάγων είναι περίκλειστο και δεν έχει δίοδο σε δρόμο. Το συγκεκριμένο ακίνητο συνορεύει νότια επί πλευράς 12-13 μήκους 66,65 μ.γ. με το υπ' αριθ. ΚΑΕΚ ..., βόρεια επί πλευράς 8-9 μήκους 60,65 μ.γ με το υπ' αριθ. ΚΑΕΚ ..., δυτικά επί πλευράς 4-7 μήκους 37, 79 μ.γ.

με το υπ' αριθ. ΚΑΕΚ ... ιδιοκτησίας των εναγομένων, επί πλευράς 4-8 μήκους 31,77 με το υπ' αριθ. ΚΑΕΚ ..., και ανατολικά, επί πλευράς 9-10-11 συνολικού μήκους 73,35 μ.γ. με το υπ' αριθ. ΚΑΕΚ .... Οι εναγόμενες έχουν την αποκλειστική κυριότητα, έκαστη κατά ποσοστό 33,33% εξ αδιαιρέτου, του υπ' αριθ. ΚΑΕΚ ... όμορου αγροτεμαχίου, που βρίσκεται στην κτηματική περιοχή της πρώην Κοινότητας ...

και ήδη Δήμου ... - ... και συνορεύει, όπως προαναφέρθηκε δυτικά με το ακίνητο του ενάγοντος. Το αγροτεμάχιό τους σύμφωνα με τους τίτλους κτήσης, έχει εμβαδόν 4.000 τ.μ. και σύμφωνα με το Κτηματολόγιο 3.767,90 τ.μ., είναι αδόμητο και έχει πρόσωπο στην οδό ..., μήκους 50,51 μ.γ. Το ανωτέρω αγροτεμάχιο περιήλθε στις εναγόμενες κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου της ψιλής κυριότητας στην καθεμία, ύστερα από γονική παροχή του πατέρα τους Π.

Π., ο οποίος είχε παρακρατήσει υπέρ αυτού την επικαρπία εφ' όρου ζωής του, με τις υπ' αριθ. .../2004, .../2004 και .../2004 πράξεις της Συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Δέσποινας Κυρατζή, οι οποίες μεταγράφηκαν νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Θεσσαλονίκης στον Τόμο ... και Αριθμό ..., στον Τόμο ... και Αριθμό ...

και στον Τόμο ... και Αριθμό ..., αντίστοιχα. Μετά τον θάνατο του πατέρα τους, η επικαρπία ενσωματώθηκε στην ψιλή κυριότητα και οι εναγόμενες απέκτησαν την πλήρη κυριότητα του ακινήτου. Όπως προαναφέρθηκε το ακίνητο του ενάγοντος στερείται οποιασδήποτε διεξόδου προς δημόσιο, δημοτικό ή κοινοτικό δρόμο και ειδικότερα στερείται διόδου που να το συνδέει με την πλησιέστερη προς αυτό οδό ..., η οποία βρίσκεται δυτικά αυτού και συνορεύει με το ακίνητο των εναγομένων, ειδικότερα δε, διέρχεται μπροστά από αυτό.

Ο πλέον πρόσφορος απλούστερος, οικονομικότερος και ολιγότερο επιβαρυντικός τρόπος, για να αποκτήσει το ανωτέρω ακίνητο πρόσβαση στην ως άνω οδό ..., είναι να δημιουργηθεί μία λωρίδα πρόσβασης πλάτους 4,00 μ.γ. και μήκους 94,56 γ.μ. (συνολικού εμβαδού 378,24 τ.μ.), αρχόμενη από το όριο μεταξύ του ακινήτου των εναγομένων και του ακινήτου του ενάγοντος και εκτεινόμενη κατά μήκος της βόρειας πλευράς του αγροτεμαχίου τους έως το όριο αυτού με την οδό ....

Οι εναγόμενες προβάλλουν την ένσταση του άρθρου 1014 ΑΚ, ισχυριζόμενες ότι δεν έχουν υποχρέωση να παράσχουν δίοδο, καθώς η προκάτοχος μητέρα του ενάγοντος που του μεταβίβασε το επίδικο ακίνητο το έτος 1982 με άτυπη δωρεά, γνώριζε ότι μετά τη διαίρεση του αγρού σε τρία τμήματα, το συγκεκριμένο ακίνητο θα ήταν περίκλειστο και δεν θα είχε πλέον πρόσβαση στην οδό ...

όπως είχε ο αρχικός μεγαλύτερος αγρός. Η ένσταση αυτή των εναγομένων πρέπει να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμη, σύμφωνα και με όσα προαναφέρθηκαν στη νομική σκέψη της παρούσας καθώς για την παραδοχή της ένστασης αυτής δεν αρκεί η απόδειξη του γεγονότος ότι το ακίνητο του ενάγοντος είχε προτού να διαιρεθεί και περιέλθει σε αυτόν από την προκάτοχό του δίοδο σε δρόμο, καθώς με τον τρόπο αυτό ο ενάγων δεν θεμελίωσε δικαίωμα δουλείας διόδου, ούτε ενοχικό δικαίωμα προς σύσταση τέτοιας δουλείας.

Εξάλλου ο ενάγων έγινε κύριος του αγροτεμαχίου πρωτοτύπως, μόνο μετά από την άσκηση αγωγής αναγνώρισης της κυριότητάς του λόγω χρησικτησίας κατά της μητέρας μου Ζ. Π., την έκδοση της υπ' αριθ. 12.277/2005 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία δέχθηκε την αγωγή, καθώς και την μεταγραφή της αποφάσεως αυτής στο βιβλίο μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Θεσσαλονίκης και την καταχώρησή της στο Κτηματολόγιο ....

Περαιτέρω, ισχυρίζονται οι εναγόμενες ότι το αγροτεμάχιό τους είναι ακριβώς 4.000 τ.μ. και ότι αν παραχωρηθεί η ζητούμενη δίοδος, το εναπομένον ελεύθερο εμβαδόν του ακινήτου τους θα είναι 3.621,76 τ.μ. (4.000 - 378,24 = 3.621,76), οπότε θα χαθεί η αρτιότητα και θα απομειωθεί η εμπορική του αξία. Όμως, σύμφωνα με έγγραφα του Κτηματολογίου το ακίνητο των εναγομένων έχει εμβαδόν 3.768 τ.μ., συνεπώς σήμερα δεν είναι ούτε άρτιο ούτε οικοδομήσιμο, ο ισχυρισμός τους δε, ότι εσφαλμένα έχει αναγραφεί το ανωτέρω εμβαδόν στο Κτηματολόγιο δεν αποδεικνύεται βάσιμος.

Εξάλλου, η παραχώρηση διόδου αποτελεί πραγματική δουλεία και όχι μεταβίβαση της κυριότητας της λωρίδας. Το τμήμα, λοιπόν, που παραχωρείται προς χρήση δεν αφαιρείται από το υπόλοιπο ακίνητο, αλλά προσμετράται στην όλη επιφάνεια αυτού κατά την έκδοση οικοδομικής αδείας. Αυτό άλλωστε κατέθεσε και ο μάρτυρας του ενάγοντος Θ.

Μ. στην υπ' αριθ. 2.098/12.01.2017 ένορκη βεβαίωσή του ενώπιον της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Μαριάννας Βαντσίδου. Οι εναγόμενες ισχυρίζονται ότι πρέπει να παραχωρηθεί δουλεία διόδου στο ακίνητο του ενάγοντος μέσω γειτονικών ακινήτων. Καταρχάς, στο όμορο ακίνητο ιδιοκτησίας της μητέρας του ενάγοντος με αριθ.

ΚΑΕΚ ... έχει ανοικοδομηθεί ήδη από το έτος 2005 ακίνητο, υπάρχουν δέντρα και έχουν εγκατασταθεί δίκτυα ύδρευσης και φωτισμού, έχει ανεγερθεί αποθήκη και υπάρχει στεγασμένος χώρος παρκινγκ.

Συνεπώς, η σύσταση δουλείας διόδου, διαμέσου του ανωτέρω ακινήτου της Ζ. Π. απαιτεί δυσανάλογες δαπάνες, αφού πρέπει να κατεδαφιστούν εγκαταστάσεις και να αποξηλωθούν δίκτυα.

Συνεπώς, δεν μπορεί να παρασχεθεί δουλεία διόδου μέσω του συγκεκριμένου ακινήτου για τους αναφερόμενους ανωτέρω λόγους, απορριπτομένης ως ουσιαστικά αβάσιμης της σχετικής ένστασης (άρ. 1015 ΑΚ) που προβάλλουν οι εναγόμενες. Ακολούθως, η παροχή διόδου μέσω του ακινήτου με αριθ. ΚΑΕΚ ... δεν είναι δυνατή, καθώς στην πλευρά με την οποία συνορεύει το ακίνητο του ενάγοντος υπάρχει μεν δίοδος που εξυπηρετεί τις ανάγκες των ιδιοκτητών των τριών κατοικιών, η οποία όμως καταλήγει στο στεγασμένο χώρο παρκαρίσματος των ενοίκων (όπως εμφαίνεται και στις φωτογραφίες της από 03.01.2017 Τεχνικής Έκθεσης Χ.).

Συνεπώς, μία τέτοια επιλογή συνεπάγεται την κατεδάφιση του παρκινγκ. Δεν είναι επίσης δυνατή η παροχή διόδου μέσω του ακινήτου με αριθ. ΚΑΕΚ ..., καθώς το εν λόγω ακίνητο είναι πλήρως διαμορφωμένο, με πετρόκτιστη είσοδο και πολλές κατασκευές που εμποδίζουν την χάραξη διόδου. Η παροχή διόδου μέσω του ακινήτου με αρ.

ΚΑΕΚ ..., που ανήκει στον αδερφό του ενάγοντος είναι επίσης ασύμφορη, καθώς προκειμένου να έχει πρόσβαση σε αγροτικό δρόμο ο ενάγων θα πρέπει να διέλθει συνολικά από τρεις ιδιοκτησίες διαφόρων ιδιοκτητών, ήτοι από το ακίνητο του αδερφού του κι εν συνεχεία από τα υπ' αριθ. ΚΑΕΚ ... και ... ακίνητα (ιδιοκτησίας του Δημοσίου), τα οποία είναι μεν αδόμητα, αλλά η μορφολογία του εδάφους τους απαιτεί εκτεταμένες εργασίες διαμόρφωσης (μπαζώματα, εκχερσώσεις δένδρων και θάμνων κλπ), γεγονός που καθιστά αυτή τη λύση οικονομικά εντελώς ασύμφορη και δυσαναλόγως επαχθή.

Όσον αφορά τον ισχυρισμό των εναγομένων ότι την ανωτέρω δίοδο χρησιμοποιούσε ο ενάγων όλα αυτά τα χρόνια, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος, καθώς μέχρι το 2013 η μόνη δίοδος που χρησιμοποιούσε για να έχει πρόσβαση σε δρόμο και συγκεκριμένα στην οδό ..., γινόταν μέσω του ακινήτου των εναγομένων, όπως προκύπτει και από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα Θ.

Μ., ο οποίος αναφέρει ότι όσες φορές επισκέφτηκε το ακίνητο του ενάγοντος στα πλαίσια εκπόνησης της αρχιτεκτονικής μελέτης για την ανοικοδόμηση οικίας που του είχε ανατεθεί, περνούσε μέσα από τον αγρό των εναγομένων και συγκεκριμένα κατά μήκος της βόρειας πλευράς αυτού. Την ίδια δίοδο χρησιμοποιούσαν και όλοι όσοι έπρεπε να μεταβούν στο ακίνητο του ενάγοντος.

Ως εκ τούτου πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη και η ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος του ενάγοντος που προτείνουν οι εναγόμενες, ισχυριζόμενες ότι όλα αυτά τα χρόνια και μέχρι την άσκηση της αγωγής ο ενάγων ουδέποτε είχε αιτηθεί, ούτε καν προφορικά, την παροχή διόδου, ούτε είχε προβεί σε οποιαδήποτε δικαστική ή εξώδικη πράξη, προκειμένου να εξασφαλίσει διέλευση μέσω του ακινήτου τους, δημιουργώντας τους την πεποίθηση ότι δεν πρόκειται να διεκδικήσει δίοδο μέσω της ιδιοκτησίας τους.

Από τα ανωτέρω, συνάγεται ότι η παροχή δουλείας διόδου για το ακίνητο του ενάγοντος πρέπει να γίνει από το ακίνητο των εναγομένων, καθώς αυτό είναι αδόμητο, χωρίς την ύπαρξη οποιασδήποτε κατασκευής που θα έπρεπε να κατεδαφιστεί, δεν υπάρχει κανένα άλλο φυτό ή δένδρο που θα πρέπει να εκριζωθεί, μέσω αυτού επιτυγχάνεται η συντομότερη πρόσβαση σε δρόμο και συγκεκριμένα στην οδό ...

και δεν απαιτούνται οικονομικές δαπάνες. Τέλος, η ανάλογη αποζημίωση, που πρέπει να καταβληθεί από τον ενάγοντα στις εναγόμενες, ανέρχεται στο ποσό των 20.000,00 ευρώ, δεδομένου ότι ισόποση μείωση επέρχεται στο ακίνητό τους από την παροχή της επίδικης διόδου, χωρίς απώλεια της κυριότητας των εναγομένων σε αυτό.

Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που υποχρέωσε τις εναγόμενες να παραχωρήσουν προς χρήση ως δίοδο από το ακίνητό τους στο ακίνητο του ενάγοντος, μια λωρίδα πρόσβασης πλάτους 4 μ. και μήκους 64,56 μ. (συνολικού εμβαδού 378,24 τ.μ.), δυτικά του ακινήτου του ενάγοντος, από το όριο μεταξύ του ακινήτου αυτών εναγομένων και του ενάγοντος κατά μήκος της βόρειας πλευράς του ακινήτου τους, μέχρι την οδό ..., ενώ ταυτόχρονα υποχρέωσε τον ενάγοντα να καταβάλει ως αποζημίωση σ' αυτές το ποσό των 20.000,00 ευρώ, έστω και με ελλιπείς αιτιολογίες, που συμπληρώνονται από τις αιτιολογίες της παρούσας (άρθρο 534 ΚΠολΔ), ορθώς ερμήνευσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις και, συνεπώς, πρέπει η υπό κρίση έφεση να απορριφθεί, ως αβάσιμη".

Ακολούθως, το, ως Εφετείο δικάσαν, Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, το οποίο είχε τύποις δεχθεί την έφεση των αναιρεσειουσών κατά της υπ' αριθμ. 6370/2017 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, απέρριψε αυτή (έφεση) ως κατ' ουσίαν αβάσιμη. Το πρωτοδίκως δε επιληφθέν της από 20.09.2016 αγωγής, από το άρθρο 1012 του Α.Κ., του αναιρεσίβλητου κατά των αναιρεσειουσών είχε, με την ανωτέρω οριστική απόφασή του, δεχθεί εν μέρει αυτήν (αγωγή), είχε υποχρεώσει τις αναιρεσείουσες να παράσχουν στον αναιρεσίβλητο την αιτηθείσα δίοδο όπως αυτή περιγράφεται στην απόφαση και είχε προσδιορίσει το ποσό της ανάλογης αποζημιώσεως σε είκοσι χιλιάδες ευρώ (20.000,00 €).

Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε τις προπαρατεθείσες διατάξεις των άρθρων 1012 και 1014 του Α.Κ.. Ειδικότερα, δέχθηκε ότι συνέτρεχαν όλες οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή των ως άνω διατάξεων και συγκεκριμένα ότι το ακίνητο του αναιρεσίβλητου είναι περίκλειστο, στερείται δηλαδή της αναγκαίας οδού προς επικοινωνία με κοινόχρηστη οδό, ότι η ολιγότερο επαχθής δίοδος επικοινωνίας μετά της οδού αυτής είναι η στην αγωγή περιγραφόμενη καθώς και ότι ο αναιρεσίβλητος δεν παραιτήθηκε από εμπράγματο δικαίωμα δουλείας διόδου που εξυπηρετούσε τις ανάγκες του ακινήτου του με κοινόχρηστη οδό ή από ενοχικό δικαίωμα προς σύσταση τέτοιου δικαιώματος ή ότι άφησε να αποσβεσθεί δι' αχρησίας, κατά τη διάταξη του άρθρου ...8 του Α.Κ., υφιστάμενο δικαίωμα δουλείας.

Επομένως, οι περί του αντιθέτου αιτιάσεις που προβάλλονται από τις αναιρεσείουσες με τον πρώτο λόγο, από τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ., της αναιρέσεώς τους είναι αβάσιμες και απορριπτέες. Από την ίδια προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Δικαστήριο για τον καθορισμό της κατευθύνσεως και των διαστάσεων της παρασχεθείσης διόδου συνολικού μήκους 64,56 μ.

και πλάτους 4,00 μ., καθώς και της αποζημιώσεως που πρέπει να καταβληθεί, έλαβε υπόψη όλα τα προβλεπόμενα από τις ως άνω διατάξεις στοιχεία και ειδικότερα και το γεγονός ότι, κατά τις παραδοχές του, το βαρυνόμενο ακίνητο των αναιρεσειουσών δεν θα υποστεί σοβαρό πλήγμα στη χρήση και στην κάρπωσή του, ως αδόμητου οικοπέδου, αφού το καταλαμβανόμενο από τη δίοδο τμήμα του ακινήτου δεν τυγχάνει εκμεταλλεύσεως οιασδήποτε μορφής και ουδεμία μεταβολή ή αλλοίωση της μορφής του ακινήτου θα επέλθει με τη διαμόρφωση της διόδου.

Ενόψει δε των παραπάνω παραδοχών της προσβαλλόμενης αποφάσεως και συγκεκριμένα της προαναφερθείσας συνολικής εκτάσεως του ακινήτου των αναιρεσειουσών, ανερχόμενης, όπως προεκτέθηκε, σε 3.768,00 τ.μ., της ιδιότητάς του ως αδόμητου οικοπέδου, μη άρτιου και μη οικοδομήσιμου, και του ως ανωτέρω συνολικού εμβαδού της παραχωρούμενης διόδου εξ 378,24 τ.μ., είναι προφανές, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ότι το υπόψη ακίνητο των αναιρεσειουσών δεν υφίσταται πράγματι σοβαρό πλήγμα στη χρήση και στην κάρπωσή του ή μεταβολή ή αλλοίωση της μορφής του από την παραχωρούμενη δίοδο, ως στοιχείο προσδιοριστικό της μειώσεως της αξίας του και εντεύθεν του ποσού της οφειλόμενης ανάλογης αποζημιώσεως για την παροχή της διόδου.

Επομένως και ο δεύτερος, από το άρθρο 560 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ. (όπως εκτιμάται ο λόγος που επιχειρείται να θεμελιωθεί στη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11 του Κ.Πολ.Δ. αντίστοιχος του οποίου δεν προβλέπεται στη διάταξη του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δ.), λόγος του αναιρετηρίου, με τον οποίο προσάπτεται η αιτίαση ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης με τις ανωτέρω παραδοχές του παραβίασε τις προβλέψεις των διατάξεων των άρθρων 1012 και 1013 του Α.Κ., αναφορικά με νομική έννοια της ανάλογης αποζημιώσεως, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

Κατόπιν αυτών και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς εξέταση, πρέπει η αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί. Ακολούθως, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, ενόψει της ήττας των αναιρεσειουσών (άρθρο 495 § 3 εδάφ. ε' του Κ.Πολ.Δ.). Τέλος, πρέπει να καταδικαστούν οι αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά του (άρθρα 176, 183, 189 § 1, 191 § 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 24.10.2019 αίτηση των Α. Π. του Π., Δ. Π. του Π. και Μ. Π. του Π. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 8084/2019 αποφάσεως του, ως Εφετείου δικάσαντος, Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.

Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείουσες. Και

Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων ευρώ (2.700,00 €).

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Απριλίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 14 Ιουνίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ