Legislator Case Law & Legislation
1039/2020 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against administrative court decision due to procedural defects in the lower court's judgment. The appeal is rejected because the lower court ruled the appeal inadmissible for lack of specific identification of defendants in the written record. The court held that the appeal must clearly identify parties to be admissible, and the lower court correctly rejected it. The Supreme Court dismissed the appeal as inadmissible because the lower court properly rejected it for failing to identify the defendants in the written record. The court ruled that the appeal was inadmissible due to the lower court's correct rejection of the appeal for lack of specific identification of defendants in the written record. The court held that the appeal must clearly identify parties to be admissible, and the lower court correctly rejected it. The Supreme Court dismissed the appeal as inadmissible because the lower court properly rejected it for failing to identify the defendants in the written record. The court ruled that the appeal was inadmissible due to the lower court's correct rejection of the appeal for lack of specific identification of defendants in the written record.

Case Number 1039/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal against a first-instance decision regarding the admissibility of an administrative appeal. The appellant, a public health organization, argued that the lower court erred by rejecting the appeal solely for procedural defects in identifying the defendants. The court found that the lower court correctly determined the appeal was inadmissible because the written record lacked specific names, addresses, and tax numbers for the defendants, rendering the protection of rights unclear. Consequently, the Supreme Court upheld the lower court's decision to reject the appeal and ordered the appellant to pay the legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 111, 118 § 3, 119, 216 § 2, and 520 § 1 of the Code of Civil Procedure; The appeal must clearly identify the parties to whom protection is sought, and failure to do so renders the appeal inadmissible.

Keywords

AI generated
admissibility of appeal identification of parties procedural defects administrative litigation Code of Civil Procedure legal costs inadmissible appeal

Cited Legislation

AI generated
Article 111 of the Code of Civil Procedure
Article 118 § 3 of the Code of Civil Procedure
Article 119 of the Code of Civil Procedure
Article 216 § 2 of the Code of Civil Procedure
Article 520 § 1 of the Code of Civil Procedure
Article 559 § 1 of the Code of Civil Procedure
Article 569 § 2 of the Code of Civil Procedure
Article 562 § 4 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 189 § 1 of the Code of Civil Procedure
Article 191 § 2 of the Code of Civil Procedure
Article 30 § 3 of Law 4038/2012

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1039 / 2020 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1039/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πιπιλίγκα, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Θεόδωρο Μαντούβαλο - Εισηγητή και Πελαγία Ακάσογλου, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 25 Φεβρουαρίου 2020, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου υπό την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΠΑΡΟΧΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΥΓΕΙΑΣ (Ε.Ο.Π.Υ.Υ.)", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ολυμπία Παναγιωτοπούλου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1.Α. Β. του Α., κατοίκου ..., έως και 516.Π. Β. του Κ. Όλοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο - Ελευθέριο Τάγαρη, ο οποίος δήλωσε ότι απεβίωσαν οι: 1)Κ. Δ. (93ος), ο οποίος απεβίωσε και κληρονομήθηκε από τους: α)Μ. Κ. του Κ., )Ι. Δ. του Κ., )Ε. Δ. του Κ. και )Ε. Δ., οι οποίοι συνεχίζουν τη βιαίως διακοπείσα δίκη και εκπροσωπούνται από τον ίδιο, 2)Π.

Θ. (135ος), ο οποίος κληρονομήθηκε από τους α)Ι. Ι. του Ν., )Ν. Θ. του Π., γ)Π. Θ. του Π., και )Ι. Θ. του Π., οι οποίοι συνεχίζουν τη βιαίως διακοπείσα δίκη και εκπροσωπούνται από τον ίδιο, 3)Ε. Κ. (188η), η οποία απεβίωσε και κληρονομήθηκε από τους α)Β. Ε. του Π. και β)Β. Ε. του Π., οι οποίοι συνεχίζουν τη βιαίως διακοπείσα δίκη και εκπροσωπούνται από τον ίδιο, 4)Κ.

Κ. (214ος), ο οποίος κληρονομήθηκε από τις: α)Ε. Β. του Δ. και β)Β. Κ. του Κ., οι οποίες συνεχίζουν τη βιαίως διακοπείσα δίκη και εκπροσωπούνται από τον ίδιο, 5)Π. Μ. (275ος), ο οποίος απεβίωσε και κληρονομήθηκε από τους α)Ε. Β. του Δ., β)Α. Μ. του Π. και )Δ. - Ν. Μ. του Π., οι οποίοι συνεχίζουν τη βιαίως διακοπείσα δίκη και εκπροσωπούνται από τον ίδιο, 6)Π.

Ν. (317ος), ο οποίος απεβίωσε και κληρονομήθηκε από την Α. Λ. του Π., η οποία συνεχίζει τη βιαίως διακοπείσα δίκη και εκπροσωπείται από τον ίδιο, και 7)Γ. Σ. (401ος), ο οποίος απεβίωσε και κληρονομήθηκε από τους α)Α. Μ. - Σ. του Δ. και β)Η. Σ. του Γ., οι οποίοι συνεχίζουν τη βιαίως διακοπείσα δίκη και εκπροσωπούνται από τον ίδιο.

Επίσης ο ίδιος ως άνω δικηγόρος δήλωσε και τις παρακάτω διορθώσεις στο δικόγραφο: 1)στην 56η το κύριο όνομα στο ορθό Α. από το εσφαλμένο Α., 2)στην 123η το επώνυμο στο ορθό Ζ. από το εσφαλμένο Ζ., 3)στον 132ο το επώνυμο στο ορθό Θ. από το εσφαλμένο Θ., 4)στον 324ο στο ορθό Ο. από το εσφαλμένο Ο., 5)στην 431η το κύριο όνομα στο ορθό Σ. - Α.

από το εσφαλμένο Σ., 6)στον 444ο το επώνυμο στο ορθό Τ. αντί του εσφαλμένου Τ., 7)στην 451η το πατρώνυμο στο ορθό Α. από το εσφαλμένο Ι.ς, 8)456ο το επώνυμο στο ορθό Τ. από το εσφαλμένο Τ. και 9) στον 507ο στο ορθό επώνυμο είναι Π. και το ορθό κύριο όνομα είναι Χ. αντί το εσφαλμένο αντίστροφο. Ο ως άνω πληρεξούσιος δικηγόρος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12/3/2014 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 162/2015 μη οριστική, 152/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4854/2018 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον νομικό πρόσωπο με την από 1/2/2019 αίτησή του και τους από 22/1/2020 προσθέτους λόγους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και των προσθέτων λόγων καθώς και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 1-2-2019 και με αριθ. κατάθεσης 1187/87/4-2-2019 αίτηση αναίρεσης και τον από 22-1-2020 με αριθ. κατάθεσης 11/23-1-2020 πρόσθετο λόγο αυτής προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών υπ' αριθ. 4854/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Με την απόφαση αυτή, το Εφετείο απέρριψε ως απαράδεκτη την από 13-1-2017 έφεση του αναιρεσείοντος νπδδ κατά της υπ' αριθ. 152/2016 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η από 12-3-2014 αγωγή επιδικάσεως μισθολογικών διαφορών (νοσοκομειακό επίδομα) των αναιρεσιβλήτων κατ' αυτού (αναιρεσείοντος).

Από τις διατάξεις των άρθρων 286 περ. α' , 287, 291 και 292 ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται κατά το άρθρο 573 § 1 του ίδιου Κώδικα και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, προκύπτει ότι η δίκη διακόπτεται, αν μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και μέχρι να τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση του Αρείου Πάγου, αποβιώσει κάποιος διάδικος.

Ο θάνατος του διαδίκου, που επιφέρει τη βίαιη διακοπή της δίκης, καθώς και η εκούσια επανάληψη αυτής από τους κληρονόμους του, μπορούν να γνωστοποιηθούν διαδοχικά με ενιαία δήλωση στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης προς συζήτηση και, εφόσον δεν υπάρξει αμφισβήτηση της ιδιότητάς τους ως κληρονόμων, δεν απαιτείται ιδιαίτερη συζήτηση περί της επαναλήψεως και η δίκη συνεχίζεται κανονικά (ΑΠ 335/2018, ΑΠ 21/2017, ΑΠ 807/2017).

Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 558 ΚΠολΔ, το ένδικο μέσο της αιτήσεως αναιρέσεως που ασκείται κατά της απόφασης του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου από τον αντίδικο του θανόντος, πρέπει να απευθύνεται κατά των καθολικών διαδόχων (κληρονόμων) αυτού, απευθυνόμενο δε κατά του ίδιου είναι άκυρο, με την προϋπόθεση όμως ότι ο αναιρεσείων, πριν από την άσκηση της αναιρέσεως, είχε λάβει γνώση με οποιονδήποτε τρόπο, του θανάτου του αντιδίκου του, ώστε να διαπιστώσει τους κληρονόμους του και να απευθύνει κατ' αυτών την αναίρεση.

Έτσι η αίτηση αναίρεσης που απευθύνεται κατά του θανόντος, χωρίς ο αναιρεσείων να γνωρίζει τον θάνατο του αντιδίκου του, δεν είναι άκυρη και νόμιμα χωρεί η συζήτηση αυτής με τους κληρονόμους του θανόντος, οι οποίοι εμφανίζονται κατά την συζήτηση με την ιδιότητα αυτή και προβάλλουν τους ισχυρισμούς τους (ΑΠ 1544/2014).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά συνεδριάσεως, όλοι οι αναιρεσίβλητοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο -Ελευθέριο Τάγαρη, ο οποίος δήλωσε (και με τις προτάσεις του) ότι απεβίωσαν εκ των αναιρεσιβλήτων, πριν αλλά και μετά την άσκηση της αναίρεσης, οι: 1) Κ.

Δ. (93ος), ο οποίος απεβίωσε και κληρονομήθηκε από τους: α) Μ. Κ. του Κ., β) Ι. Δ. του Κ. και ) Ε. Δ. του Κ., οι οποίοι συνεχίζουν τη βιαίως διακοπείσα δίκη και εκπροσωπούνται από τον ίδιο, 2) Π. Θ. (135ος), ο οποίος κληρονομήθηκε από τους α) Ι. Ι. του Ν., ) Ν. Θ. του Π., ) Π. Θ. του Π., και δ) Ι. Θ. του Π., οι οποίοι συνεχίζουν τη βιαίως διακοπείσα δίκη και εκπροσωπούνται από τον ίδιο, 3) Ε.

Κ. (188η), η οποία απεβίωσε και κληρονομήθηκε από τους α) Β. Ε. του Π. και β) Β. Ε. του Π., οι οποίοι συνεχίζουν τη βιαίως διακοπείσα δίκη και εκπροσωπούνται από τον ίδιο, 4)Κ. Κ. (214ος), ο οποίος κληρονομήθηκε από τις: α) Ε. Β. του Δ. και β) Β. Κ. του Κ., οι οποίες συνεχίζουν τη βιαίως διακοπείσα δίκη και εκπροσωπούνται από τον ίδιο, 5) Π.

Μ. (275ος), ο οποίος απεβίωσε και κληρονομήθηκε από τους α) Ε. Β. του Δ., β)Α. Μ. του Π. και ) Δ. - Ν. Μ. του Π., οι οποίοι συνεχίζουν τη βιαίως διακοπείσα δίκη και εκπροσωπούνται από τον ίδιο, 6) Π. Ν. (317ος), ο οποίος απεβίωσε και κληρονομήθηκε από την Α. Λ. του Π., η οποία συνεχίζει τη βιαίως διακοπείσα δίκη και εκπροσωπείται από τον ίδιο, και 7) Γ.

Σ. (401ος), ο οποίος απεβίωσε και κληρονομήθηκε από τους α)Α. Μ. - Σ. του Δ. και β)Η. Σ. του Γ., οι οποίοι συνεχίζουν τη βιαίως διακοπείσα δίκη και εκπροσωπούνται από τον ίδιο.

Συνεπώς αυτοί (κληρονόμοι), δεδομένου ότι α) δεν υπάρχει αμφισβήτηση της ιδιότητάς τους ως κληρονόμων και β) δεν υπάρχει ισχυρισμός περί γνωστοποίησης στο αναιρεσείον, πριν την άσκηση της αναίρεσης, των θανάτων αυτών, σύμφωνα και με όσα αναφέρθηκαν στην νομική σκέψη που προηγήθηκε, νομίμως επαναλαμβάνουν με την εν λόγω ιδιότητά τους, την εξαιτίας του θανάτου των αρχικών αναιρεσιβλήτων, βιαίως διακοπείσα δίκη, με δήλωσή τους στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως, γνωστοποιώντας ταυτόχρονα και το πιο πάνω διακοπτικό της δίκης γεγονός, οπότε η δίκη συνεχίζεται κανονικά.

Επίσης, ο ίδιος ως άνω δικηγόρος δήλωσε στα πρακτικά (και με τις προτάσεις του) και τις παρακάτω διορθώσεις στο δικόγραφο της αναίρεσης 1) στην 56η το κύριο όνομα στο ορθό Α. από το εσφαλμένο Α., 2) στην 123η το επώνυμο στο ορθό Ζ. από το εσφαλμένο Ζ., 3) στον 132° το επώνυμο στο ορθό Θ. από το εσφαλμένο Θ., 4) στον 324° στο ορθό Ο.

από το εσφαλμένο Ο., 5) στην 431η το κύριο όνομα στο ορθό Σ. -Α. από το εσφαλμένο Σ., 6) στον 444° το επώνυμο στο ορθό Τ. αντί του εσφαλμένου Τ., 7) στον 451η το πατρώνυμο στο ορθό Α. από το εσφαλμένο Ι.ς, 8) στον 456° το επώνυμο στο ορθό Τ. από το εσφαλμένο Τ. και 9) στον 507° το ορθό επώνυμο είναι Π. και το ορθό κύριο όνομα είναι Χ.

αντί το εσφαλμένο αντίστροφο. Τέλος, πρέπει να σημειωθεί ότι οι αρχικοί ενάγοντες -αναιρεσίβλητοι είναι συνολικά 511 και όχι 516, καθώς οι υπό αύξοντα αριθμό 104-105, 285-286, 446-447, 466-467 και 489-490 είναι το ίδιο πρόσωπο. Μετά απ' αυτά, εφόσον η αίτηση αναίρεσης και ο πρόσθετος λόγος ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα (ΚΠολΔ 552, 553, 556, 558, 564, 566 § 1, 569, 144), είναι συνεπώς παραδεκτά (ΚΠολΔ 577 § 1, 569 § 1) και πρέπει να ερευνηθούν περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων τους (ΚΠολΔ 577 § 3).

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 111, 118 αρ. 3, 119, 216 & 520 § 1 ΚΠολΔ, οι οποίες εφαρμόζονται κατά τη διάταξη του άρθρου 591 § 1 του ίδιου Κώδικα και επί των ειδικών διαδικασιών, όπως αυτές των εργατικών διαφορών (ΚΠολΔ 663 επ.) συνάγεται ότι στο δικόγραφο της εφέσεως, με ποινή απαράδεκτου, πρέπει να αναγράφονται τα οριζόμενα στα ανωτέρω άρθρα στοιχεία.

Ειδικότερα, εκτός από τα άλλα απαιτούμενα στοιχεία, πρέπει να αναφέρονται το όνομα, το επώνυμο, το πατρώνυμο, η κατοικία και η διεύθυνση όλων των διαδίκων και των νόμιμων αντιπροσώπων τους καθώς και ο αριθμός του φορολογικού μητρώου του διαδίκου που επιδίδει ή υποβάλλει το δικόγραφο και αν πρόκειται για νομικά πρόσωπα, η επωνυμία, η διεύθυνση της έδρας τους, καθώς και ο αριθμός του φορολογικού μητρώου τους (άρθρο 520 § 1 σε συνδ.

με άρθρο 118 § 1 αρ. 3, όπως το άρθρο 118 αντικ. από το άρθρο πρώτο § 2 του Ν. 4335/2015 ΦΕΚ Α'87/23-7-2015, έναρξη ισχύος από 1-1-2016 βλ. άρθρο ένατο § 4 Ν. 4335/2015), έτσι ώστε να μη γεννάται αμφιβολία για την ταυτότητα αυτών. Όταν στο δικόγραφο της εφέσεως δεν περιλαμβάνονται όλα τα παραπάνω στοιχεία ή περιέχονται αυτά ασαφώς ή ελλιπώς, τότε η έφεση απορρίπτεται ως αόριστη.

Τούτο ερευνάται αυτεπάγγελτα από το Δικαστήριο, γιατί ανάγεται στην προδικασία. Περαιτέρω, η μνεία των στοιχείων αυτών δεν είναι αναγκαίο να γίνεται στην επικεφαλίδα του δικογράφου, αρκεί εκ του όλου περιεχομένου του δικογράφου να μην προκαλείται εύλογη αμφιβολία περί της ταυτότητας και της διαδικαστικής θέσεως του διαδίκου.

Το ζήτημα, ποια στοιχεία είναι αρκετά προς αποφυγή αμφιβολίας, εξαρτάται από τις ειδικές περιστάσεις κάθε συγκεκριμένης περιπτώσεως που εξετάζει το δικαστήριο της ουσίας. Εφόσον όμως δεν δημιουργείται περί της ταυτότητος του διαδίκου αμφιβολία, στερείται δικονομικής σημασίας η κατά το στοιχείο αυτό τυχόν ελαττωματικότητα του δικογράφου και δεν επάγεται ακυρότητα.

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 517 ΚΠολΔ "η έφεση απευθύνεται κατά εκείνων που ήταν διάδικοι στην πρωτόδικη δίκη ή των καθολικών διαδίκων ή των κληροδόχων τους". Ως διάδικοι στην πρωτόδικη δίκη νοούνται οι νικήσαντες αντίδικοι του εκκαλούντος, έναντι των οποίων αυτός έχει έννομο συμφέρον να επιτύχει την εξαφάνιση ή τη μεταρρύθμιση της εκκαλουμένης αποφάσεως.

Επομένως, η έφεση δεν δύναται να απευθυνθεί κατά προσώπου το οποίο ήταν μεν αντίδικος του εκκαλούντος στην πρωτόδικη δίκη, όμως η κατ' αυτού από τον εφεσίβλητο υποβληθείσα, με την αγωγή, ανταγωγή ή κυρία παρέμβαση αίτηση παροχής εννόμου προστασίας απορρίφθηκε, με την προσβαλλομένη απόφαση. Στην περίπτωση αυτή η έφεση είναι απορριπτέα, ως απαράδεκτη, κατ' άρθρο 532 ΚΠολΔ, του απαραδέκτου αυτού λαμβανομένου υπόψη αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο.

Περαιτέρω, η παραβίαση κανόνων δικονομικού δικαίου δεν ιδρύει τον εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου. Τέτοιες δικονομικές διατάξεις είναι και οι προαναφερθείσες των άρθρων 118 αρ. 3, 119, 216 § 1, & 520 § 1 ΚΠολΔ που ορίζουν τα απαιτούμενα στοιχεία που πρέπει να αναφέρονται στα δικόγραφα της αγωγής και της έφεσης ως προς τον ακριβή προσδιορισμό του προσώπου των διαδίκων. Ιδρύει, ωστόσο, τον εκ του αρ. 14 του ίδιου άρθρου λόγο "αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο", τον οποίο, κατ' άρθρο 562 § 4 ΚΠολΔ, κατ' εξαίρεση ο Άρειος Πάγος εξετάζει και αυτεπαγγέλτως.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρ. 561 § 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, του περιεχομένου της προσβαλλομένης αποφάσεώς του, το Εφετείο, δέχθηκε επί λέξει τα εξής: "... Στο έγγραφο της κρινόμενης εφέσεως καθώς και στις έγγραφες προτάσεις αμφοτέρων των διαδίκων που κατατέθηκαν κατά τη συζήτησή της ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, ο προσδιορισμός των εφεσιβλήτων γίνεται μόνο αριθμητικά ήτοι ανάγεται στον αριθμό "489" χωρίς αυτοί να προσδιορίζονται ...

κατ' όνομα, επώνυμο, πατρώνυμο, κατοικία, διεύθυνση και αριθμό φορολογικού μητρώου (ως προς τον πρώτο των εφεσιβλήτων). Με τον τρόπο όμως αυτό το δικόγραφο της εφέσεως και μετά από αυτεπάγγελτη έρευνα του Δικαστηρίου κρίνεται ως απαράδεκτο λόγω της αοριστίας του και ανεπίδεκτο δικαστικής εκτιμήσεως διότι ...

και δεδομένου ότι δεν πρόκειται περί ελλιπούς ή εσφαλμένης αναγραφής των απαιτουμένων από τις ανωτέρω διατάξεις στοιχείων, αλλά για πλήρη έλλειψη των στοιχείων αυτών και αντικατάσταση των ονοματεπωνύμων των διαδίκων από αριθμούς, δημιουργείται εύλογη αμφιβολία περί της ταυτότητας και της διαδικαστικής θέσεώς τους με συνέπεια την αδυναμία εκτίμησης της ύπαρξης εννόμου συμφέροντος και το παραδεκτό της άσκησης εφέσεως αφού αυτή δεν δύναται να απευθυνθεί κατά προσώπου το οποίο ήταν μεν αντίδικος του εκκαλούντος στην πρωτόδικη δίκη, όμως η κατ' αυτού από τον εφεσίβλητο υποβληθείσα, με αγωγή ανταγωγή ή κύρια παρέμβαση αίτηση παροχής εννόμου προστασίας απορρίφθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση.

Θα πρέπει δε να επισημανθεί ότι η πλήρης έλλειψη αναγραφής στοιχείων ταυτότητας των διαδίκων (και όχι απλώς η εσφαλμένη αναγραφή των στοιχείων αυτών), η αντικατάσταση των στοιχείων αυτών μόνο με τον αριθμητικό τους προσδιορισμό και η τυχόν παράλειψη κήρυξης της εκ του λόγου αυτού ακυρότητας του δικογράφου στην πραγματικότητα θα οδηγούσε σε καταστρατήγηση των διατάξεων που έχουν θεσπισθεί προκειμένου να μην καταλείπεται αμφιβολία ως προς τα πρόσωπα των διαδίκων, δεδομένου ότι τα δικόγραφα πρέπει να καθορίζουν σαφώς τους διαδίκους υπέρ και κατά των οποίων ζητείται έννομη προστασία.

Επομένως είναι άκυρο το δικόγραφο της υπό κρίση εφέσεως και συνακόλουθα πρέπει η ίδια η έφεση να απορριφθεί, ως απαράδεκτη...".

Με το μοναδικό λόγο αναίρεσης εκ του αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, το αναιρεσείον προσάπτει στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι το Εφετείο παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 111, 118 § 3, 119, 216 § 2 και 520 § 1 του ΚΠολΔ ως ουσιαστικού δικαίου, διότι έκρινε αόριστη την έφεσή του λόγω μη αναγραφής στο δικόγραφο αυτής των ονομάτων των εφεσιβλήτων, του τόπου κατοικίας τους και του ΑΦΜ τους. Σύμφωνα με τη σκέψη που προηγήθηκε, ο λόγος αυτός ως εκ του αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ για παράβαση κανόνος ουσιαστικού δικαίου είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Αλλά και κρινομένου του λόγου αυτού αυτεπαγγέλτως (ΚΠολΔ 562 § 4), ως εκ του αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ για παραβίαση κανόνων δικονομικού δικαίου, με τις ως άνω παραδοχές του το Εφετείο, κατ' ορθή ερμηνεία και εφαρμογή των παραπάνω δικονομικών διατάξεων απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος νπδδ ως απαράδεκτη, αφού στο δικόγραφο αυτής (αλλά και στις προτάσεις) υπήρχε πλήρης έλλειψη αναγραφής στοιχείων ταυτότητας των εφεσιβλήτων και αντικατάσταση των στοιχείων αυτών μόνο με τον αριθμητικό τους προσδιορισμό, ενόψει και του ότι άλλοι εξ αυτών ήταν νικητές και άλλοι ηττημένοι και δεν έσφαλε και συνεπώς ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Κατά το άρθρο 569 § 2 ΚΠολΔ, οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης πρέπει να αναφέρονται στα ίδια κεφάλαια της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης και τα κεφάλαια που αναγκαστικώς συνέχονται με αυτά, αλλιώς απορρίπτονται ως απαράδεκτοι.

Εν προκειμένω, το αναιρεσείον νπδδ με τον μοναδικό πρόσθετο λόγο αναίρεσης ισχυρίζεται ότι έναντι ορισμένων εκ των αναιρεσιβλήτων (οι 140ος, 153ος και 357ος) η αγωγή τους πρέπει να απορριφθεί ως παθητικά ανομιμοποίητη. Σύμφωνα με την προηγούμενη σκέψη, ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, αφού αφορά την ουσία της υπόθεσης και όχι το παραδεκτό της έφεσης, για το οποίο και μόνο έκρινε (αρνητικά) το Εφετείο με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του και επομένως πρέπει να απορριφθεί. Μετά απ' αυτά, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση και ο πρόσθετος λόγος αυτής και να καταδικαστεί το αναιρεσείον λόγω της ήττας του στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις και αιτούνται την καταδίκη αυτή (ΚΠολΔ 176, 183, 189 § 1, 191 § 2), όχι όμως μειωμένη (κατά το μέτρο του άρθρου 30 § 3 Ν.4038/2012), αφού η νομική του Υπηρεσία δεν ασκείται από το Ν.Σ.Κ. (ΑΠ 4/2018, ΑΠ 1382/2005) κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 1-2-2019 και με αριθ. κατάθεσης 1187/87/4-2-2019 αίτηση αναίρεσης και τον από 22-1-2020 με αριθ. κατάθεσης 11/23-1-2020 πρόσθετο λόγο αναίρεσης κατά της υπ' αριθμ. 4854/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει το αναιρεσείον στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Ιουνίου 2020.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Οκτωβρίου 2020.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ