Appeal partially allowed; appeal on inadmissible grounds dismissed; appeal on evidence admitted; remanded for further trial.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal regarding the inadmissibility of the appeal request but allowed the appeal concerning the lack of evidence for the employer's claim. The court found the employer's argument that the dismissal was invalid without proof was unsupported by the record. Consequently, the judgment was remanded for further proceedings on the disputed wages while the employer was ordered to pay the appellant's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 226, 559(8) and 559(10) of the Code of Civil Procedure; A dismissal of a unilateral declaration without valid delay renders it void, and an appeal based on the court accepting unproven facts without specific factual assertions is inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1039 / 2019 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1039/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1 Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σοφία Καρυστηναίου, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά και Σοφία Τζουμερκιώτη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 20η Νοεμβρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέα Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ.
Της αναιρεσείουσας: Β. Χ. του Α., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Ιωάννη Λάρδη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Εταιρίας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "... Εταιρία Περιορισμένης Ευθύνης", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην ... και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Αλεξάνδρου Δάσκα, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-4-2011 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών με αριθμό 2337/20-4-2011. Εκδόθηκαν η 1228/2014 απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν άσκησης έφεσης κατ' αυτής, η 501/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 9-2-2018 και με αριθμό κατάθεσης 113/12-2-2018 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η αρεοπαγίτης, Σοφία Τζουμερκιώτη.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.Η καταγγελία, η οποία είναι μονομερής δικαιοπρακτική δήλωση βούλησης, η οποία απευθύνεται σε ορισμένο πρόσωπο, μπορεί να γίνει και από πληρεξούσιο, οπότε έχει εφαρμογή και το άρθρο 226 ΑΚ, κατά το οποίο μονομερής δικαιοπραξία, που επιχειρείται προς άλλον χωρίς επίδειξη του πληρεξουσίου εγγράφου, είναι άκυρη, αν αυτός προς τον οποίο γίνεται την αποκρούσει χωρίς υπαίτια καθυστέρηση.
Από την τελευταία αυτή διάταξη συνάγεται ότι εκείνος προς τον οποίο απευθύνεται η δήλωση, δια της οποίας συντελείται μονομερής δικαιοπραξία ή οιονεί δικαιοπραξία εκ μέρους προσώπου που φέρεται ως αντιπρόσωπος άλλου, μπορεί, εφόσον δεν του επιδεικνύεται πληρεξούσιο έγγραφο, να την αποκρούσει για το λόγο αυτό, χωρίς υπαίτια καθυστέρηση.
Στην περίπτωση αυτή, δηλαδή της απόκρουσης της δήλωσης χωρίς υπαίτια καθυστέρηση, η επιχειρούμενη πράξη είναι άκυρη. Η ακυρότητα είναι απόλυτη, δεν θεραπεύεται με μεταγενέστερη έγκριση και επέρχεται ανεξάρτητα από το αν ο φερόμενος ως πληρεξούσιος είχε ή όχι την πληρεξουσιότητα, για να επέλθουν δε τα επιδιωκόμενα αποτελέσματα της πράξης και μάλιστα ex nunc, πρέπει αυτή να επιχειρηθεί εκ νέου εγκύρως.
Το πρόσωπο, εξάλλου, προς το οποίο απευθύνεται η δήλωση την αποκρούει χωρίς υπαίτια καθυστέρηση, αν ενεργήσει εντός των χρονικών ορίων που επιβάλλονται από την καλή πίστη, τα συναλλακτικά ήθη και τις περιστάσεις, το ζήτημα δε αυτό είναι νομικό και ως εκ τούτου η σχετική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 139/2016).
2.Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 65, 67, 70, 167, 232, 233, 238, 669 και 672 ΑΚ, συνάγεται ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας, που έγινε στο όνομα του νομικού προσώπου από πρόσωπο ή όργανο αυτού, το οποίο δεν είχε την εξουσία να καταγγείλει τη σύμβαση, είναι ανυπόστατη. Στην περίπτωση αυτή το νομικό πρόσωπο δεν υπέχει ευθύνη έναντι του μισθωτού, ο οποίος έπαυσε να προσέρχεται στην υπηρεσία του εξαιτίας της ανυπόστατης καταγγελίας, για την πληρωμή μισθών υπερημερίας.
Αν όμως μετά την ανυπόστατη αυτή καταγγελία ο μισθωτός προσφέρεται στην παροχή των υπηρεσιών του και το νομικό πρόσωπο τις αποκρούσει, τότε περιέρχεται τούτο σε υπερημερία και υποχρεούται να καταβάλει στον εργαζόμενο τις αντίστοιχες αποδοχές υπερημερίας (ΑΠ 557/2008, ΑΠ 471/2000). Στην περίπτωση αυτή, η αγωγή του εργαζομένου, όταν έχει αίτημα την επιδίκαση μισθών υπερημερίας λόγω ανυπόστατης καταγγελίας της σύμβασης, η οποία έγινε στο όνομα εργοδότη νομικού προσώπου από πρόσωπο ή όργανο αυτού που δεν είχε την εξουσία να καταγγείλει τη σύμβαση, πρέπει για την πληρότητα αυτής να διαλαμβάνει, εκτός από τη σύμβαση εργασίας και τη συμβατική ή νόμιμη αμοιβή, και τα περιστατικά εκείνα, από τα οποία προκύπτει το ανυπόστατο της καταγγελίας και η υπερημερία του εργοδότη ως προς την αποδοχή των υπηρεσιών που προσέφερε ο εργαζόμενος.
Η υπερημερία αυτή δεν προκύπτει αυτομάτως, όπως στην άκυρη καταγγελία, αλλά δεδομένου ότι το νομικό πρόσωπο δεν υπέχει ευθύνη, αφού η από αναρμόδιο πρόσωπο γενομένη καταγγελία δεν επιφέρει έννομα αποτελέσματα, πρέπει να αναφέρεται στην αγωγή, για να είναι ορισμένη, ότι ο μισθωτός και μετά την καταγγελία της σύμβασης εργασίας του από μη νομιμοποιούμενο προς τούτο πρόσωπο, προσέφερε πραγματικά, ενόψει και του ανυπόστατου της καταγγελίας, τις υπηρεσίες του στον εργοδότη και ότι ο τελευταίος τις απέκρουσε, περιερχόμενος έτσι σε υπερημερία, διαφορετικά η αγωγή είναι αόριστη (ΑΠ 1650/2012).
3.Περαιτέρω, η ανεπάρκεια των εκτιθέμενων στην αγωγή πραγματικών περιστατικών, σε σχέση με αυτά που απαιτούνται από το νόμο για τη θεμελίωσή της, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία. Η νομική αοριστία της αγωγής, που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως παραβίαση του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, εάν το δικαστήριο, για το σχηματισμό της περί νομικής επάρκειας κρίσης του, αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του δικαιώματος ή αρκέστηκε σε λιγότερα, ενώ η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν αναφέρονται όλα τα στοιχεία, που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής, ελέγχεται ως παραβίαση από το άρθρο 559 αρ.14 ΚΠολΔ.
Η νομική αυτή παραδοχή τελεί υπό την προϋπόθεση ότι η κυριαρχική εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής από το δικαστήριο της ουσίας ανταποκρίνεται στο πραγματικό περιεχόμενο αυτής. Σε αντίθετη περίπτωση, στοιχειοθετείται ο προβλεπόμενος από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, με την έννοια ότι δεν λήφθηκε υπόψη αγωγικός ισχυρισμός θεμελιωτικός του φερόμενου προς διάγνωση δικαιώματος, ο οποίος διαφοροποιεί την εκτίμηση για αοριστία της αγωγής, ή αντιστρόφως λήφθηκε υπόψη ισχυρισμός, που δικαιολογούσε τη νομική ή ποιοτική επάρκεια της αγωγής, ο οποίος δεν προτάθηκε με το δικόγραφο αυτής (ΑΠ 1120/2015, ΑΠ 167/2011).
4.Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα, με την ένδικη από 4-4-2011 (με αριθμό κατάθεσης 2337/20-4-2011) αγωγή της, εξέθεσε, κατά το ουσιώδες περιεχόμενό της, τα ακόλουθα: Ότι προσλήφθηκε από την εναγομένη εταιρία, την 12-11-2001, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, για να προσφέρει την εργασία της σε αυτή ως υπάλληλος γραφείου, με μηνιαίες καθαρές αποδοχές οι οποίες από το έτος 2009 ανέρχονταν στο ποσό των 1.750 ευρώ, ενώ από αρχές του έτους 2010, η εναγομένη προέβη στη μείωση του μηνιαίου μισθού της στο ποσό των 1.600 ευρώ, επειδή δεν ενέδωσε στις πιέσεις του νομίμου εκπροσώπου της, Η.
Κ. να αποχωρήσει οικειοθελώς από την εργασία της. Ότι την 21-1-2011 της επιδόθηκε η από 17-1-2011 καταγγελία της σύμβασης εργασίας, η οποία δεν έγινε από το νόμιμο εκπρόσωπο της εργοδότριας εταιρίας Η. Κ., αλλά από τρίτο πρόσωπο, το οποίο δεν ήταν εφοδιασμένο με το ειδικό πληρεξούσιο παροχής της σχετικής εξουσίας για τη διενέργεια αυτής και γι' αυτό, χωρίς υπαίτια καθυστέρηση, την απέκρουσε με την από 24-1-2011 εξώδικη δήλωσή της, που επιδόθηκε στην εναγομένη την 27-1-2011, με την οποία κατήγγειλε την ανωτέρω παράνομη συμπεριφορά της εναγομένης και έθεσε στη διάθεση αυτής τις υπηρεσίες της, παραμένοντας σε ετοιμότητα, χωρίς ουδέποτε να κληθεί για την προσφορά αυτών.
Ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας της είναι απολύτως άκυρη, λόγω μη επίδειξης κατά την επίδοσή της του ειδικού πληρεξουσίου εγγράφου που έδιδε εξουσία εκπροσώπησης της εναγομένης στον υπογράφοντα αυτήν και επιπλέον διότι έγινε από λόγους εμπάθειας, κατά κατάχρηση του σχετικού δικαιώματος, αλλά και χωρίς να της καταβληθεί η νόμιμη αποζημίωση απόλυσης.
Με βάση το ιστορικό αυτό ζήτησε η ενάγουσα να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της και να υποχρεωθεί η εναγομένη να της καταβάλει α) το ποσό των 2.849,41 ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές των μηνών Νοεμβρίου και Δεκεμβρίου 2010 και β) το ποσό των 60.800 ευρώ για μισθούς υπερημερίας του χρονικού διαστήματος από Ιανουάριο 2011 έως και Σεπτέμβριο 2013, το οποίο στη συνέχεια, με δήλωση που καταχωρίσθηκε στα πρακτικά του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, αλλά και με τις προτάσεις της, περιόρισε στο ποσό των 42.531,20 ευρώ, με το νόμιμο τόκο τα ανωτέρω ποσά κατά τις εκεί διακρίσεις.
Το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την 501/2016 προσβαλλόμενη απόφασή του, μετά από εξαφάνιση της πρωτόδικης 1228/2014 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών [με την οποία, κατά παραδοχή της αγωγής, είχε αναγνωρισθεί η ακυρότητα της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας και είχε επιδικασθεί στην ενάγουσα το συνολικό ποσό των 45.380,61 ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές και μισθούς υπερημερίας, με το νόμιμο τόκο κατά τις εκεί διακρίσεις], απέρριψε την ως άνω αγωγή, ως αόριστη, με την αιτιολογία ότι δεν αναφέρεται στο δικόγραφό της ότι η ενάγουσα και μετά την καταγγελία της σύμβασης εργασίας της από μη νομιμοποιούμενο προς τούτο πρόσωπο, προσέφερε πραγματικά τις υπηρεσίες της στην εναγομένη, ήτοι μεταβαίνοντας έστω και μία φορά πραγματικά στο τόπο της εργασίας της και ότι αυτή τις απέκρουσε, περιερχόμενη έτσι σε υπερημερία.
Πράγματι, όπως προκύπτει από το προαναφερθέν περιεχόμενο της αγωγής, δεν περιέχεται σε αυτή, για την πληρότητά της, το περιστατικό της πραγματικής προσφοράς της εργασίας της ενάγουσας στην εναγομένη και μετά την καταγγελία και την μη αποδοχή της από την τελευταία. Επομένως, με την κρίση αυτή, το Εφετείο δεν κήρυξε παρά το νόμο απαράδεκτη την αγωγή, λόγω αοριστίας, ως προς την ως άνω βάση της και το αντίστοιχο αίτημα για την επιδίκαση μισθών υπερημερίας, λόγω του ανυπόστατου της καταγγελίας, επειδή δεν έγινε από τον νομιμοποιούμενο προς τούτο νόμιμο εκπρόσωπο της εργοδότριας εταιρίας, αλλά από τρίτο πρόσωπο μη νομιμοποιούμενο προς τούτο και, κατά συνέπεια, ο πρώτος λόγος της αίτησης, εκτιμώμενος αληθώς ως μόνο από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.
Όσον αφορά, όμως, την απόρριψη της αγωγής και ως προς το αίτημα επιδίκασης ποσού 2.849,41 ευρώ για διαφορές δεδουλευμένων αποδοχών των μηνών Νοεμβρίου και Δεκεμβρίου του έτους 2010, ως προς το οποίο η αγωγή είχε γίνει δεκτή από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, παρά το νόμο η προσβαλλόμενη απόφαση την κήρυξε απαράδεκτη και, συνεπώς, ο τέταρτος λόγος της αίτησης, με τον οποίο επισημαίνεται η πλημμέλεια αυτή, εκτιμώμενος αληθώς από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος.
5.Ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.17 ΚΠολΔ προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην απόφαση υπάρχει αντίφαση μεταξύ των διατάξεων του διατακτικού, ώστε να καθίσταται αδύνατη η εκτέλεσή της και όχι όταν η αντίφαση υπάρχει στο αιτιολογικό της ή μεταξύ αιτιολογικού και διατακτικού. Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αίτησης από την προαναφερόμενη διάταξη, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι περιλαμβάνει στο αιτιολογικό της αντιφατικές θέσεις, χρησιμοποιώντας αποσπασματικές αναφορές του δικογράφου της αγωγής, είναι απαράδεκτος.
6.Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.8 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ως "πράγματα", των οποίων η μη λήψη υπόψη, καίτοι προταθέντων, θεμελιώνει τον προβλεπόμενο ως άνω λόγο αναίρεσης, θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που, με την προϋπόθεση της παραδεκτής προβολής τους, συγκροτούν τη βάση και επομένως στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου (ΟλΑΠ 25/2003).
Για το ορισμένο και επομένως παραδεκτό του λόγου αυτού, ο αναιρεσείων πρέπει να αναφέρει στο αναιρετήριο, εκτός των άλλων, κατά τρόπο ευσύνοπτο και σαφή, τον ισχυρισμό με την παραπάνω έννοια, δηλαδή τα συγκροτούντα αυτόν κατά νόμο πραγματικά περιστατικά. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.10 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά χωρίς απόδειξη.
Ο προβλεπόμενος από την εν λόγω διάταξη λόγος αναίρεσης ιδρύεται, εάν το δικαστήριο δέχθηκε ως αληθινούς ισχυρισμούς των διαδίκων, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσκομισθεί οποιαδήποτε απόδειξη προς τούτο ή χωρίς να εκτίθενται παντελώς στην προσβαλλομένη απόφαση τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία οδήγησαν στην εν λόγω απόδειξη (ΑΠ 149/2019).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αίτησης κατά το πρώτος μέρος του από το άρθρο 559 αρ.8 ΚΠολΔ, προσάπτεται η αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, αναφερόμενη στο αιτιολογικό της σε αποσπασματικές αναφορές του δικογράφου της αγωγής, δεν έλαβε υπόψη συνολικά το δικόγραφο της αγωγής και ότι η επιλεκτική κρίση τμημάτων μόνο της αγωγής οδήγησαν στην εσφαλμένη παραδοχή της ανυπόστατης καταγγελίας και ότι το ίδιο αποτέλεσμα είχε και το γεγονός ότι δεν έλαβε υπόψη αναφορές της αναιρεσίβλητης στις πρωτόδικες προτάσεις της και στο εφετήριο, από τις οποίες αποδεικνύεται ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας ήταν άκυρη και θα οδηγούσε στην απόρριψη της έφεσης.
Ο εξεταζόμενος λόγος κατά το πρώτο μέρος είναι, προεχόντως, απαράδεκτος, διότι δεν αναφέρονται στην αίτηση αναίρεσης συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά που να συνιστούν "πράγματα" (αυτοτελείς ισχυρισμούς), κατά την έννοια της ανωτέρω διάταξης. Επίσης, απαράδεκτος είναι ο ίδιος λόγος και κατά το δεύτερο μέρος από το άρθρο 559 αρ.10 ΚΠολΔ, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε πράγματα ως αληθινά χωρίς απόδειξη, διότι ο λόγος αυτός προϋποθέτει κρίση επί της ουσίας από το δικαστήριο, ενώ η αγωγή απορρίφθηκε ως αόριστη.
7.Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει, κατά παραδοχή του τετάρτου λόγου της αίτησης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση μόνο κατά το μέρος που απέρριψε την αγωγή ως προς το κονδύλιο των δεδουλευμένων αποδοχών και να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το μέρος αυτό προς περαιτέρω εκδίκαση ενώπιον του ιδίου δικαστηρίου, συγκροτούμενου από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (ΚΠολΔ 580 παρ.3). Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 501/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, κατά το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό της παρούσας.
Παραπέμπει την υπόθεση κατά το αναιρεθέν μέρος στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή, προς περαιτέρω εκδίκαση.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στην πληρωμή χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας.
Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 5η Ιουνίου 2019.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 21η Αυγούστου 2019.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ