Supreme Court dismisses appeal as no legal interest exists to overturn a res judicata decision on statute of limitations.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the final judgment of the Single Member Court of Appeal in Thessaloniki. The appellant argued that the statute of limitations had been interrupted, but the court found the appeal inadmissible because the appellant failed to demonstrate a legal interest in avoiding the res judicata of the lower court's decision. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 577 §1, 578 of the Code of Civil Procedure; An appeal against a final judgment is inadmissible if the appellant cannot demonstrate a legal interest in avoiding the res judicata of the contested decision.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1039 / 2017 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1039/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Σακκά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίστηκε με την υπ’ αριθμ. 64/2017 Πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, κωλυομένης της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Δήμητρας Παπαντωνοπούλου, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Γεώργιο Κοντό, Αβροκόμη Θούα και Γεωργίου Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Μαρτίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την πρώην επωνυμία ... και τον πρώην διακριτικό τίτλο ... ΑΕ και ήδη ... και τον διακριτικό τίτλο ... SA, που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, εκπροσωπήθηκε δε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σταμάτιο Τερεζάκη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Του αναιρεσιβλήτου: ..., που εκπροσωπείται νόμιμα από τον ... του και ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Στράνη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-11-2008 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 22100/2010 του ίδιου Δικαστηρίου και 1044/2015 του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 4-9-2015 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Αποστολάκης, ανέγνωσε την από 21-4-2016 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία Αρεοπαγίτη Κωνσταντίνου Τσόλα, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.- Επί αγωγής της αναιρεσείουσας, με την οποία ζήτησε να υποχρεωθεί ο αναιρεσίβλητος Δήμος να της πληρώσει 23.374 ευρώ κατά τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού, εκδόθηκε η υπ’ αριθ. 22100/2010 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης που απέρριψε την αγωγή. Κατόπιν εφέσεως της ενάγουσας εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, η υπ’ αριθ. 1044/2015 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία η έφεση απορρίφθηκε από ουσιαστική άποψη.
Κατά της απόφασης αυτής η ενάγουσα-εκκαλούσα άσκησε την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, η οποία είναι παραδεκτή (άρθρα 577§1 ΚΠολΔ) διότι ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566§ ΚΠολΔ). 2.- Κατά το άρθρο 90 παρ 1 του ν. 2362/1995 περί δημοσίου λογιστικού, που έχει εφαρμογή και επί αξιώσεων κατά των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης, οι οποίοι κατά το ισχύον εν προκειμένω άρθρο 276 παρ. 1 εδ. 2, 2 του ν. 3463/2006 "Κώδικας Δήμων και Κοινοτήτων" έχουν όλα τα δικαστικά, διοικητικά και δικονομικά προνόμια που παρέχονται στο Δημόσιο, οποιαδήποτε απαίτηση κατά του Δημοσίου (επομένως και κατά των ΟΤΑ) παραγράφεται μετά πενταετία, εφόσον από άλλη γενική ή ειδική διάταξη δεν ορίζεται βραχύτερος χρόνος παραγραφής, ακόμη και αν πηγάζει από αδικοπραξία ή αδικαιολόγητο πλουτισμό λόγω ακυρότητας της σύμβασης (ΑΠ 248/2011).
Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 9 παρ. 4 του ν. 1649/1986, αν ένδικο βοήθημα απορριφθεί τελεσίδικα για έλλειψη δικαιοδοσίας του δικαστηρίου, το αντίστοιχο ένδικο βοήθημα που προβλέπει ο νόμος, εφόσον ασκηθεί ενώπιον του κατά δικαιοδοσία αρμόδιου δικαστηρίου μέσα σε ανατρεπτική προθεσμία δύο μηνών από την επίδοση της τελεσίδικης απορριπτικής απόφασης στον ενδιαφερόμενο, λογίζεται ως προς όλες τις έννομες συνέπειες ότι ασκήθηκε κατά το χρόνο της άσκησης εκείνου που απορρίφθηκε (ΑΠ 53/2012).
Το δίμηνο δε από την επίδοση της απορριπτικής απόφασης τίθεται ως το απώτατο χρονικό όριο πέραν του οποίου δεν επιτρέπεται η άσκηση ενδίκου βοηθήματος κατ’ επίκληση της ανωτέρω διάταξης και με τα εξ αυτής πλεονεκτήματα. Ακολούθως, το ζήτημα αυτό ρυθμίσθηκε με το άρθρο 41 ν. 3659/2008, το οποίο ορίζει ότι, "αν ένδικο βοήθημα απορριφθεί τελεσιδίκως για έλλειψη δικαιοδοσίας του δικαστηρίου, το αντίστοιχο ένδικο βοήθημα που προβλέπει ο νόμος, εφόσον ασκηθεί ενώπιον του κατά δικαιοδοσία αρμόδιου δικαστηρίου εντός ανατρεπτικής προθεσμίας δύο (2) μηνών από την επίδοση της τελεσίδικης απορριπτικής απόφασης στον ενδιαφερόμενο ή αφότου καταστεί τελεσίδικη η επιδοθείσα πρωτόδικη απόφαση, λογίζεται, ως προς όλες τις έννομες συνέπειες, ότι ασκήθηκε κατά το χρόνο της άσκησης εκείνου που απορρίφθηκε".
Σύμφωνα λοιπόν με τη νεότερη αυτή διάταξη, η ανωτέρω δίμηνη ανατρεπτική προθεσμία αφετηριάζεται, αν η απορριπτική απόφαση είναι από την έκδοσή της τελεσίδικη ή εκδόθηκε κατ’ έφεση από δικαστήριο του δεύτερου βαθμού, από την επίδοση της τελεσίδικης απορριπτικής απόφασης στον ενδιαφερόμενο. Αν όμως χωρεί κατ’ αυτής έφεση, η προθεσμία αρχίζει αφότου η πρωτόδικη απόφαση καταστεί τελεσίδικη δια της παρόδου της προς άσκηση του ένδικου μέσου προθεσμίας, υπό την προϋπόθεση ότι (η πρωτόδικη απόφαση) έχει επιδοθεί.
Περαιτέρω, η ίδια ως άνω διάταξη περιλαμβάνει μεταβατική ρύθμιση, για την περίπτωση που η νέα αγωγή ασκείται μεν υπό την ισχύ της αλλά η απορριπτική απόφαση είχε επιδοθεί ή είχε καταστεί τελεσίδικη πριν από τη δημοσίευση του νόμου αυτού (7.5.2008) και η δίμηνη προθεσμία δεν είχε ακόμη συμπληρωθεί. Συγκεκριμένα προβλέπονται τα εξής: "Αν η απορριπτική απόφαση είχε επιδοθεί ή είχε καταστεί τελεσίδικη πριν από τη δημοσίευση του νόμου αυτού, η παραπάνω προθεσμία αρχίζει από τη δημοσίευση του νόμου".
Εξάλλου, κατά το άρθρο 578 ΚΠολΔ, αν το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης κρίνεται εσφαλμένο, αλλά το διατακτικό της ορθό, ο Άρειος Πάγος απορρίπτει την αναίρεση, εκτός αν υπάρχει έννομο συμφέρον να αποτραπεί δεδικασμένο, οπότε αναιρείται η απόφαση μόνο ως προς την εσφαλμένη αιτιολογία της. Η αντικατάσταση του αιτιολογικού της προσβαλλόμενης απόφασης από το αναιρετικό δικαστήριο συνίσταται στην, με την απόφασή του, υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχεται η προσβαλλόμενη απόφαση σε άλλο κανόνα δικαίου, εφόσον η υπαγωγή αυτή απολήγει σε πόρισμα με περιεχόμενο όμοιο προς το διατακτικό της απόφασης.
Ως αιτιολογικό νοείται η νομική αιτία, δηλαδή η διάταξη νόμου, που αποτελεί τη μείζονα πρόταση του νομικού συλλογισμού (ΑΠολομ 30/1998).
Στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση έγινε δεκτό ότι η στηριζομένη στις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού ένδικη απαίτηση της ενάγουσας (και ήδη αναιρεσείουσας) ποσού 23.374,92 ευρώ κατά του εναγομένου (και ήδη αναιρεσιβλήτου) Ο.Τ.Α., γεννήθηκε εντός του έτους 2001, η δε ένδικη υπ’ αριθ.
κατ. .../1-12-2008 αγωγή ασκήθηκε ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου την 1-12-2008, δηλαδή μετά τη συμπλήρωση πέντε ετών από την έναρξη του χρόνου παραγραφής της αξίωσης της ενάγουσας (1-1-2002). Με βάση τις παραδοχές αυτές δέχθηκε ως και κατ’ ουσίαν βάσιμη την ένσταση παραγραφής, που παραδεκτά πρότεινε ο εναγόμενος Δήμος ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου.
Αναφορικά με την αντένσταση διακοπής της παραγραφής, που η ενάγουσα πρότεινε παραδεκτά ενώπιον του ίδιου δικαστηρίου, το Εφετείο δέχθηκε τα εξής: "Όπως προκύπτει από τα προσκομιζόμενα έγγραφα, η ενάγουσα άσκησε ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου Θεσσαλονίκης την υπ’ αριθ. καταχ. βιβλίου ...11.2004 αγωγή-προσφυγή της κατά του εναγόμενου, επιδιώκοντας την και ήδη ένδικη αξίωσή της, κυρίως με βάση την παραπάνω σύμβαση και επικουρικά με βάση τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού, όπως και με την ένδικη αγωγή της, επί της αγωγής της δε αυτής εκδόθηκε η υπ’ αριθ. 93/2008 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Θεσσαλονίκης, το οποίο κρίνοντας ότι δεν έχει δικαιοδοσία να δικάσει την διαφορά, διότι αυτή υπάγεται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη.
Η απόφαση αυτή του Διοικητικού Εφετείου επιδόθηκε στην ενάγουσα στις 1.4.2008 ... και στις 1-12-2008, δηλαδή πολύ αργότερα από την πάροδο δύο μηνών από την τελεσιδικία της απορριπτικής απόφασης που συντελέσθηκε την 31-5-2008 με την πάροδο άπρακτης της προθεσμίας των 60 ημερών για κατάθεση έφεσης κατ’ αυτής, η ενάγουσα άσκησε την ένδικη αγωγή της ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου.
Συνεπώς ..., η ένδικη αγωγή δεν μπορεί να θεωρηθεί κατά τη διάταξη του άρθρου 9 παρ. 4 ν. 1649/1986 και ήδη κατά την όμοια διάταξη του άρθρου 41 παρ. 1 ν. 3659/2008, ότι ασκήθηκε κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής της ενάγουσας ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου, που απορρίφθηκε, και τούτο διότι ... ασκήθηκε μετά την πάροδο δύο μηνών από τη τελεσιδικία της απορριπτικής απόφασης του αναρμόδιου Δικαστηρίου, στο σημείο αυτό δε πρέπει να τονισθεί ότι δεν απαιτείτο για την έναρξη της 2μηνης προθεσμίας του άρθρου 9 του ν. 1649/1986 η εκ νέου επίδοση της απορριπτικής απόφαση και μετά την 31-5-2008, όπως αβάσιμα υποστηρίζει η εκκαλούσα-ενάγουσα".
Σύμφωνα με τις προπαρατιθέμενες αιτιολογίες, εφόσον η ένδικη αγωγή ασκήθηκε την 1-12-2008, δηλαδή μετά τη θέση σε ισχύ του άρθρου 41 ν. 3659/2008, και η απόφαση του Διοικητικού Εφετείου επιδόθηκε μεν την 1.4.2008, κατέστη δε τελεσίδικη την 31.5.2008 με την άπρακτη παρέλευση της προθεσμίας για έφεση, για την έναρξη της ανωτέρω δίμηνης προθεσμίας εφαρμοστέα ήταν η μεταβατική διάταξη του δευτέρου εδαφίου του άρθρου 41 ν. 3659/2008 και όχι η διάταξη του άρθρου 9 παρ. 4 ν. 1649/1986 που εφάρμοσε το Εφετείο.
Επομένως, ενόψει του ότι η απορριπτική απόφαση του Διοικητικού Εφετείου είχε επιδοθεί την 1.4.2008, δηλαδή πριν από τη δημοσίευση του νόμου αυτού (7.5.2008), η παραπάνω προθεσμία άρχισε από τη δημοσίευση του νόμου και συμπληρώθηκε την 7.7.2008, με αποτέλεσμα η ένδικη αγωγή να μη μπορεί να θεωρηθεί κατά τη διάταξη του άρθρου 41 παρ. 1 ν. 3659/2008 ότι ασκήθηκε κατά το χρόνο άσκησης της πρώτης -ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου- αγωγής.
Για το λόγο αυτό η αντένσταση της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας περί διακοπής της παραγραφής έπρεπε να απορριφθεί ως μη νόμιμη. Εν τέλει, από τα προαναφερόμενα προκύπτει ότι το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης αναφορικά με την απόρριψη της ανωτέρω αντενστάσεως κρίνεται εσφαλμένο, αλλά το διατακτικό της ορθό.
Σύμφωνα λοιπόν και με τις προαναφερόμενες αιτιολογίες, ο μοναδικός λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί κατά το άρθρο 578 ΚΠολΔ διότι η αναιρεσείουσα δεν επικαλείται έννομο συμφέρον να αποτραπεί δεδικασμένο, προϋπόθεση αναγκαία για να αναιρεθεί η απόφαση μόνο ως προς την εσφαλμένη αιτιολογία της.
3.- Κατόπιν τούτων, η ένδικη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις σε βάρος της αναιρεσείουσας λόγω της ήττας της, όπως στο ειδικότερα διατακτικό αναφέρεται (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος για την άσκηση της αίτησης αναιρέσεως παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 4.9.2015 αίτηση για αναίρεση της υπ’ αριθ. 1044/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία προσδιορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναιρέσεως, παραβόλου.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Ιουνίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 16 Ιουνίου 2017.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ