Supreme Court dismisses appeal against final judgment where defendant died after judgment became final.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against the Thessaloniki Court of Appeal's final judgment. The appellant argued the lower court erred by rejecting her claim regarding a post-agreement deed, but the defendant had died after the judgment became final. The court ruled that appeals against final judgments must be directed at the deceased's universal successors, not the deceased themselves, and found the appellant's arguments inadmissible or unfounded.
Legislator headnote
AI generatedArticles 34, 35, 62, 73, 313(1)(d), 286, 558, 559(1), 566(1), 573, 577, 577(3) of the Code of Civil Procedure; In cases where a party dies after the final judgment, the appeal must be directed against the universal successors, and appeals against one of two independent grounds supporting the judgment are inadmissible if the other ground sustains the decision.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1039 / 2015 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1039/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Μπιχάκη Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ι. Σίδερη), Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου και Διονυσία Μπιτζούνη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 1η Απριλίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Κ. χήρας Π. Π., το γένος Ι. Π., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αλκαίο - Νικόλαο Βγενόπουλο.
Tων αναιρεσιβλήτων: 1. Α. χήρας Χ. Π., 2. Ι. Χ. Π. και 3. Γ. Χ. Π., κατοίκων ... οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Φωτεινή Ντάλλα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13-7-2004 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 27009/2006 του ίδιου Δικαστηρίου που παρέπεμψε την υπόθεση στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, λόγω αρμοδιότητας, 31759/2008 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και 2108/2010 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητάει η αναιρεσείουσα με την από 13-6-2013 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Διονυσοπούλου ανέγνωσε την από 23-3-2015 έκθεση της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή από τις διατάξεις των άρθρων 34, 35 ΑΚ, 62, 73, 313 παρ. 1 περδ’ Κ.Πολ.Δ., σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 286 επ του ίδιου Κώδικα, που κατ’ άρθρο 573 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. εφαρμόζονται και στην αναιρετική δίκη, προκύπτει ότι σε περίπτωση αποβιώσεως κάποιου διαδίκου πριν από την αμετάκλητη περάτωση της δίκης, αν ο θάνατος επέλθει μετά την έκδοση της οριστικής απόφασης, οπότε δεν υπάρχει εκκρεμής δίκη ούτε στάδιο εφαρμογής των διατάξεων για διακοπή και επανάληψη της δίκης, το ασκούμενο ένδικο μέσον της αναίρεσης κατά της αποφάσεως αυτής από τον αντίδικο του αποβιώσαντος πρέπει να απευθύνεται σύμφωνα με το άρθρο 558 Κ.Πολ.Δ. κατά των καθολικών διαδόχων (κληρονόμων) του αποβιώσαντος. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα της υπόθεσης, ο εναγόμενος εκκαλών απεβίωσε την 22-6-2011 δηλαδή μετά τη δημοσίευση της προσβαλλομένης απόφασης και πριν από την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τη σύζυγό του Α. Π. και τα δύο τέκνα του Ι. και Γ. Π.. Από την προσκομιζόμενη ληξιαρχική πράξη θανάτου, και τα πιστοποιητικά πλησιέστερων συγγενών, και περί μη δημοσιεύσεως διαθήκης, προκύπτει ο θάνατος του παραπάνω διαδίκου, και η συγγενική σχέση που στηρίζει την κληρονομική διαδοχή.
Συνεπώς παραδεκτώς ασκείται η αίτηση αναίρεσης κατά των καθολικών διαδόχων του αποβιώσαντος εναγομένου.
Επειδή κατά το άρθρο 559 αρ.1 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου υπάρχει όταν το δικαστήριο με βάση τις παραδοχές του στη συγκεκριμένη περίπτωση παρέλειψε να εφαρμόσει κανόνα ουσιαστικού δικαίου ο οποίος ήταν εφαρμοστέος ή εφάρμοσε ουσιαστικό κανόνα δικαίου, τον οποίο με βάση τις ίδιες παραδοχές δεν έπρεπε να εφαρμόσει, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα.
Περαιτέρω οι θεσπιζόμενοι από τα άρθρα 173 και 200 ΑΚ γενικοί ερμηνευτικοί κανόνες σύμφωνα με τους οποίους κατά την ερμηνεία των συμβάσεων και γενικώς των δικαιοπραξιών αναζητείται η αληθινή βούληση χωρίς προσήλωση στις λέξεις των δηλώσεων λαμβανομένης υπόψη της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, έχουν εφαρμογή σε κάθε περίπτωση, που κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, υφίσταται κενό ή αμφιβολία γα την έννοια της ερμηνευομένης δικαιοπραξίας, λόγω αοριστίας ή ατελούς διατυπώσεως της δικαιοπρακτικής δήλωσης βούλησης.
Η έννοια της δικαιοπραξίας ή κάποιου όρου της δεν είναι πραγματικό γεγονός αλλά εξευρίσκεται από το δικαστήριο της ουσίας, το οποίο αναζητεί την πραγματική βούληση των δικαιοπρακτικών δηλώσεων με ερμηνεία του περιεχομένου τους, χωρίς να δεσμεύεται από τους ισχυρισμούς των διαδίκων, δυνάμενο να αντλήσει αυτεπαγγέλτως για την κρίση του επιχειρήματα από τους κανόνες της λογικής και της κοινής εμπειρίας προσφεύγοντας και σε γεγονότα εκτός του εγγράφου της δικαιοπραξίας εφόσον τείνουν στη διασάφηση της βουλήσεως.
Η πρώτη από τις προαναφερόμενες διατάξεις εξαίρει το υποκειμενικό στοιχείο της δηλώσεως δηλαδή την άποψη του δηλούντος και απαιτεί η ερμηνεία να μη προσκολλάται στις λέξεις της δήλωσης αλλά να αναζητεί την αληθινή βούληση ή δε δεύτερη εξαίρει το αντικειμενικό στοιχείο δηλαδή την άποψη των συναλλαγών και επιβάλλει η δήλωση να ερμηνεύεται όπως απαιτεί η καλή πίστη, για τον προσδιορισμό της οποίας και μόνο θα πρέπει να ληφθούν υπόψη τα συναλλακτικά ήθη.
Έτσι κάθε δήλωση βουλήσεως θα πρέπει να ληφθεί με την έννοια που απαιτεί στη συγκεκριμένη περίπτωση η συναλλακτική ευθύτητα και κατά τους κανόνες της οποίας θα μπορούσε να γίνει αντιληπτή η δήλωση βουλήσεως και από τον τρίτο. Το δικαστήριο της ουσίας εφόσον διαπιστώσει έστω και εμμέσως κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας για την έννοια των δηλώσεων βουλήσεως οφείλει να προσφύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες για την ανεύρεση της αληθινής βούλησης και αν παραλείψει να το πράξει ή να παραθέσει στην απόφασή του τα πραγματικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή τους ή προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους υποπίπτει στην πλημμέλεια του άρθρου 559 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. (ΟλΑΠ26/2004).
Αντιθέτως δεν παραβιάζονται οι ίδιοι κανόνες όταν το δικαστήριο της ουσίας διαπιστώνει στην απόφασή του ότι η ελεγχόμενη δήλωση βουλήσεως είναι σαφής και χωρίς κενά. Εξάλλου κατά το άρθρο 166 ΑΚ καταρτισμένη σύμβαση αποτελεί και το προσύμφωνο, με το οποίο δημιουργείται τέλεια ενοχή δηλαδή γεννώνται υποχρεώσεις και από τα δύο μέρη για τη σύναψη της κύριας σύμβασης, οι οποίες είναι αγώγιμες και καθένα από τα συμβαλλόμενα μέρη δικαιούται να ασκήσει αγωγή με αίτημα την καταδίκη σε δήλωση βουλήσεως κατ’ άρθρο 949 Κ.Πολ.Δ.
η οποία θεωρείται ότι έγινε όταν η απόφαση καταστεί τελεσίδικη. Η κύρια υποχρέωση που παράγεται από το προσύμφωνο είναι η υποχρέωση των μερών να συμπράξουν για την κατάρτιση της οριστικής σύμβασης που σκοπείται με το προσύμφωνο. Στο αποτέλεσμα αυτό αποβλέπουν τα μέρη δηλαδή στην εκπλήρωση του περιεχομένου του προσυμφώνου.
Ο αγοραστής από το προσύμφωνο, στον οποίο κατά την κατάρτιση αυτού, παραδόθηκε η νομή και κατοχή του πωλουμένου πράγματος με αιτία τη συμφωνημένη με το προσύμφωνο πώληση και με την αίρεση καταρτίσεως της οριστικής σύμβασης δικαιούται έναντι του κυρίου-πωλητή να νέμεται και να κατέχει τούτο, μέχρι να λυθεί η σύμβαση από το προσύμφωνο με κάποιο νόμιμο τρόπο (υπαναχώρηση, αντίθετη συμφωνία).
Η αθέτηση της υποχρεώσεως για τη σύναψη της οριστικής σύμβασης, εφόσον έχει τηρηθεί ο τύπος που ορίζει ο νόμος για τη σύμβαση που πρέπει να συναφθεί, μπορεί να θεμελιώσει υποχρέωση αποζημίωσης λόγω αδυναμίας εκπληρώσεως της παροχής από την οριστική σύμβαση κατ’ ανάλογη εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 380 επ ΑΚ.
Περαιτέρω σύμφωνα με το άρθρο 166 ΑΚ το προσύμφωνο υπόκειται στον τύπο που ο νόμος ορίζει για τη σύμβαση που πρέπει να συναφθεί. Δικαιοπραξία για την οποία δεν τηρήθηκε ο τύπος που απαιτεί ο νόμος, εφ’ όσον δεν ορίζεται το αντίθετο είναι άκυρη κατ’ άρθρο 159 ΑΚ και θεωρείται σα να μην έγινε (180 AK), κατά δε τα άρθρα 369 και 1033 ΑΚ, για τη μεταβίβαση της κυριότητας ακινήτου απαιτείται η σύνταξη συμβολαιογραφικού εγγράφου και επομένως στον τύπο αυτό υποβάλλεται και το προσύμφωνο, το οποίο αφορά τέτοια σύμβαση.
Επειδή με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται δηλαδή αν η αγωγή, κυρία παρέμβαση, ένσταση κ.λπ.
ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ’ ουσίαν (ΟλΑΠ 10/2011). Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: "Η ενάγουσα, με την από 13-7-2004 αγωγή της, ισχυρίστηκε, ότι με το υπ’ αριθμ ...19-10-1982 προσύμφωνο της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ευμορφίλης Μεταξά, ο εναγόμενος ανέλαβε την υποχρέωση να της πωλήσει ένα διαμέρισμα του ισογείου ορόφου μίας οικοδομής που βρίσκεται στην Καλαμαριά Θεσσαλονίκης και επί της οδού ...
εμβαδού καθαρού 50,20 τ.μ. και μικτού 55,20 τ.μ, με ποσοστό συνιδιοκτησίας στο οικόπεδο 63/1000 εξ αδιαιρέτου, αντί τιμήματος 500.000 δραχμών, το οποίο η ενάγουσα εξόφλησε ολοσχερώς. Εκθέτει περαιτέρω ότι κατά το έτος 1999 ο ήδη αντίδικος της προέβη στη διαμόρφωση - μετατροπή του παραπάνω υπερυψωμένου ισογείου διαμερίσματος σε ισόγειο κατάστημα και στην κατασκευή προσθήκης επ’ αυτού κατ’ επέκταση του ακάλυπτου χώρου, επιφάνειας 17,30 τ.μ, δυνάμει δε της υπ’ αριθμ. ...1999 πράξης συστάσεως οριζόντιας ιδιοκτησίας της προαναφερθείσας συμβολαιογράφου, το επίδικο ακίνητο έλαβε πλέον τη μορφή καταστήματος, εμβαδού 73 τ.μ., το οποίο συνορεύει με την οδό ..., με ιδιοκτησία Δ.
και με την είσοδο της οικοδομής και στο οποίο αναλογεί ποσοστό συνιδιοκτησίας επί του οικοπέδου 8,60/1(10 αδιαιρέτου. Με βάση το ιστορικό αυτό κα εκθέτοντας ότι ο εναγόμενος αρνείται να συμπράξει στην κατάρτιση του οριστικού συμβολαίου, ζήτησε να καταδικασθεί ο τελευταίος σε δήλωση βουλήσεως ενώπιον συμβολαιογράφου για την οριστική πώληση και μεταβίβαση στην ενάγουσα του προαναφερομένου καταστήματος............
Ότι η κρινόμενη αγωγή, με το περιεχόμενο που προαναφέρθηκε, δεν βρίσκει έρεισμα στο νόμο. Ειδικότερα, κατά τα ιστορούμενα στο αγωγικό δικόγραφο, το επίδικο δεν ταυτίζεται με το ακίνητο το οποίο ο εναγόμενος ανέλαβε την υποχρέωση να πωλήσει στην ενάγουσα δυνάμει του επικαλουμένου συμβολαιογραφικού προσυμφώνου, αλλά διαφέρει από εκείνο ως προς την έκταση, τα όρια και το αναλογούν ποσοστό συνιδιοκτησίας επί του οικοπέδου, με συνέπεια να πρόκειται για διαφορετικό ακίνητο, για το οποίο και δεν συντρέχει νόμιμη υποχρέωση του εναγομένου να προβεί στην αξιούμενη δικαιοπραξία, καθόσον τέτοια υποχρέωση δεν απορρέει σε βάρος του ούτε απευθείας εκ του νόμου, αλλά ούτε και έχει αναληφθεί εκ μέρους του δυνάμει προσυμφώνου καταρτισθέντος με συμβολαιογραφικό έγγραφο".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε ως νομικά αβάσιμη την αγωγή, καταδίκης σε δήλωση βουλήσεως σε εκτέλεση προσυμφώνου και απέρριψε κατ’ ουσίαν την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της εκκληθείσας πρωτοβάθμιας απόφασης, που είχε δεχθεί τα ίδια. Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε κατά την εκτίμηση της βασιμότητας της αγωγής τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών (άρθρα 173, 200 ΑΚ) δια της παραλείψεως προσφυγής του σ’ αυτούς, καθ’ όσον από το περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι δε διαπίστωσε για τη διαμόρφωση της κρίσης του ως προς το περιεχόμενο του προσυμφώνου, ούτε εμμέσως, την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στις σχετικές δηλώσεις βούλησης των συμβληθέντων σ’ αυτό διαδίκων, σε σχέση με το ακίνητο που συμφωνήθηκε να μεταβιβασθεί με αιτία την πώληση στην ενάγουσα, αντιθέτως δέχθηκε ότι είναι σαφές το περιεχόμενό του, ανταποκρινόμενος στην αυτονομία βούλησης των τελευταίων, εκφρασθέντος ρητά περί τούτου με τις φράσεις "ότι το επίδικο δεν ταυτίζεται με το ακίνητο το οποίο ο εναγόμενος ανέλαβε την υποχρέωση να πωλήσει στην ενάγουσα δυνάμει του επικαλούμενου συμβολαιογραφικού προσυμφώνου, αλλά διαφέρει από εκείνο ως προς την έκταση, τα όρια και το αναλογούν ποσοστό συνιδιοκτησίας επί του οικοπέδου με συνέπεια να πρόκειται για διαφορετικό ακίνητο, για το οποίο δεν συντρέχει νόμιμη υποχρέωση του εναγομένου να προβεί στην αξιούμενη δικαιοπραξία καθ’ όσον τέτοια υποχρέωση δεν απορρέει σε βάρος του ούτε απευθείας από το νόμο, αλλά ούτε και έχει αναληφθεί εκ μέρους του δυνάμει προσυμφώνου καταρτισθέντος με συμβολαιογραφικό έγγραφο" και επομένως δε συνέτρεχε λόγος προσφυγής στους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών.
Συνεπώς ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αρ. 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., της ευθείας παραβίασης των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ δια της παραλείψεως της εφαρμογής τους από το δικαστήριο της ουσίας, είναι αβάσιμος.
Εφ’ όσον η προσβαλλομένη απόφαση έχει δυο ισοδύναμες επάλληλες αιτιολογίες, οι οποίες στηρίζουν αυτοτελώς η κάθε μια το διατακτικό της και η μια αιτιολογία από αυτές δεν πλήττεται τελεσφόρως και λυσιτελώς με ειδικό λόγο αναίρεσης, η αναίρεση θα απορριφθεί ως αλυσιτελής κατ’ άρθρο 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ., όσον απευθύνεται κατά της μίας από τις δύο αιτιολογίες, εφ’ όσον η μη πληττόμενη τελεσφόρως αιτιολογία στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της απόφασης, Με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αρ. 14 των άρθρων 559 Κ.Πολ.Δ.
συνιστάμενη στο ότι παρά το νόμο το Εφετείο απέρριψε ως απαράδεκτο ισχυρισμό της αναιρεσείουσας, επειδή προτάθηκε για πρώτη φορά με την έφεση, χωρίς την επίκληση συνδρομής των προϋποθέσεων του άρθρου 527 Κ.Πολ.Δ. Ο λόγος αυτός στηρίζει τον ουσιώδη ισχυρισμό της αναιρεσείουσας ότι η μεταγενέστερη του προσυμφώνου συμβολαιογραφική πράξη για τη σύσταση οροφοκτησίας στην οικοδομή στην οποία βρίσκεται το αναφερόμενο σ’ αυτό (προσύμφωνο) διαμέρισμα, αποτελούσε συμπλήρωση αυτού, προς άρση της αιρέσεως υπό την οποία τελούσε η προσυμφωνία μεταβίβασης του ίδιου ακινήτου, της δημιουργίας δηλαδή νομοτύπως και καθορισμού ταυτότητας της αυτοτελούς αυτής ιδιοκτησίας με την υπαγωγή της όλης οικοδομής στις διατάξεις του νόμου περί οριζόντιας ιδιοκτησίας.
Τον ισχυρισμό αυτό απέρριψε το Εφετείο ως απαράδεκτο για το λόγο που προαναφέρθηκε, αλλά και ως αόριστο. Όμως η επάλληλη αιτιολογία της προσβαλλομένης απόφασης ότι είναι αόριστος ο σχετικός ισχυρισμός, στηρίζει αυτοτελώς το απορριπτικό διατακτικό της και δεν πλήττεται με το αναιρετήριο με κανένα λόγο και επομένως είναι αλυσιτελής ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης.
Κατ’ ακολουθίαν τούτων πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 4 Κ.Πολ.Δ., που προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 του Ν.4055/2012 παραβόλου και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, ως ηττηθείσα διάδικος, (άρθρα 176, 183 Κ.Πολ.Δ.)
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 13-6-2013 αίτηση της Κ. Π. περί αναιρέσεως της 2108/2010 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσόν των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Μαΐου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Ιουλίου2015.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ