Legislator Case Law & Legislation
1039/2013 AI generated

Supreme Court allows appeal against appellate court's misapplication of debt allocation rules in insurance premium case.

Case Number 1039/2013
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Outcome Allowed / Granted

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the appellant's appeal against the Athens Court of Appeal's decision regarding insurance premium allocation. The appellant argued the lower court incorrectly applied Article 423 of the Civil Code by demanding full capital and interest payments despite the insurer's request for reduced amounts. The court found the appellate court erred in interpreting the statutory allocation order and the appellant's lack of specific objection, ruling the appeal admissible and remanding the case for retrial.

Legislator headnote

AI generated

Articles 423, 559, 559(1), 580(3), 176, 183, 191(2) of the Code of Civil Procedure; Article 423 of the Civil Code: When the Supreme Court finds an appellate court has misapplied statutory debt allocation rules, the appeal is allowed and the case is remanded for retrial.

Keywords

AI generated
insurance premium allocation debt repayment order appellate court error statutory allocation rules remand for retrial legal allocation sequence civil procedure appeal

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564(1), 566, 574, 577 of the Code of Civil Procedure
Article 423 of the Civil Code
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 191(2) of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1039 / 2013 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1039/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου, Γεράσιμο Φουρλάνο και Γεώργιο Κοντό, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 22 Οκτωβρίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ν.-Ι. Κ. του Ν., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αικατερίνη Αγριού.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρίας Γενικών Ασφαλειών με την επωνυμία "Η ΕΘΝΙΚΗ" που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, την οποία εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος Σπυρίδωνας Τσαντίνης, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-3-2001 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Μυτιλήνης το οποίο εξέδωσε την 63/2004 απόφαση που λόγω αρμοδιότητας παρέπεμψε την υπόθεση στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εισήχθη η υπόθεση ξανά με την από 7-7-2004 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις 1870/2006 του ίδιου δικαστηρίου και 4940/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 2-6-2011 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Γεώργιος Κοντός, ανέγνωσε την από 10-5-2012 έκθεση της κωλυομένης να μετάσχει στη σύνθεση του δικαστηρίου τούτου, Αρεοπαγίτη Δήμητρας Παπαντωνοπούλου, με την οποία εισηγήθηκε την αναίρεση της απόφασης κατά παραδοχή του μόνου λόγου αυτής.

Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη της αντιδίκου στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, η υπό κρίση, από 2-6-2011 (αριθ. εκθ. κατ. 442/2-6-2011) αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 4940/2010 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ.1, 566, 574 και 577 του Κ.Πολ.Δ. ), είναι παραδεκτή και πρέπει να εξετασθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της.

Επειδή, κατά το άρθρο 423 του Α.Κ. " Αν το χρέος αποτελείται από κεφάλαιο, τόκους και έξοδα η παροχή καταλογίζεται πρώτα στα έξοδα, έπειτα στους τόκους και τελευταία στο κεφάλαιο. Ο δανειστής μπορεί να αρνηθεί την αποδοχή της παροχής αν ο οφειλέτης όρισε αλλιώς τον καταλογισμό". Από τις διατάξεις αυτές, οι οποίες θεσπίστηκαν κατά την αντίληψη του πρακτικού βίου και των συναλλακτικών ηθών και είναι ενδοτικού δικαίου, προκύπτει ότι: α) μπορούν οι συμβαλλόμενοι να συμφωνήσουν, έστω και σιωπηρά, διαφορετικό καταλογισμό και β) αν δεν υπάρξει τέτοια σύμβαση, μόνον εάν ο οφειλέτης ορίσει άλλη σειρά διαφορετική από την οριζόμενη στην παρ. 1 του άρθρου αυτού και ο δανειστής έλαβε και κράτησε την παροχή, όπως όρισε τον καταλογισμό της ο οφειλέτης, είναι υποχρεωμένος ο δανειστής να την καταλογίσει σύμφωνα με τη θέληση του οφειλέτη. Διαφορετικά, αν δηλαδή δεν υπάρξει συμφωνία και ο οφειλέτης καταβάλει, χωρίς να ορίσει σειρά διαφορετική από την οριζομένη στην παρ. 1, θα ισχύσει η τελευταία. Από αυτά ακολουθεί, ότι στον οφειλέτη εναπόκειται να ισχυρισθεί ότι συμφώνησε με το δανειστή ή ότι όρισε σειρά διαφορετική από την οριζομένη στην παρ. 1 ώστε να μην ισχύσει η τελευταία. (Α.Π. 214/2012, 150/2000).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, προκύπτουν τα ακόλουθα, κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική διαδικασία μέρος των: Ο εδώ αναιρεσείων, με την από 12-3-2001 αγωγή του, επικαλούμενος την μεταξύ αυτού και της εναγομένης και ήδη αναιρεσιβλήτου ασφαλιστικής εταιρείας, κατάρτιση συμβάσεως ασφαλίσεως πυρός της επιχειρήσεώς του και επέλευση του ασφαλισθέντος κινδύνου, εζήτησε να υποχρεωθεί η τελευταία να του καταβάλει το συμφωνηθέν ασφάλισμα, ύψους 88.041 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από 20-4-1999, άλλως από 13-7-1999 (χρόνους επιδόσεως των μνημονευομένων στην αγωγή εξώδικων δηλώσεων), άλλως από της επιδόσεως της αγωγής.

Με τις πρωτοβάθμιες προτάσεις της η αναιρεσίβλητη, προέβαλε ένσταση μερικής εξοφλήσεως της επιδίκου απαιτήσεως, επικαλουμένη δύο καταβολές σε τρίτους, δανειστές του αναιρεσείοντος, οι οποίοι κατάσχεσαν στα χέρια της, ως τρίτης, αντίστοιχες απαιτήσεις τους κατά του τελευταίου και συγκεκριμένα α) καταβολή στην ΑLΡHA Τράπεζα, στις 19-9-2001, ποσού 10.359.522 δραχμών (30.402,12 ευρώ) και β) καταβολή στην ομόρρυθμη εταιρεία "Αδελφοί Σ.

Ο.Ε.", στις 15-9-2005, ποσού 7.130,99 ευρώ. Ειδικότερα όπως προκύπτει από την επισκόπηση του περιεχομένου των προτάσεών της η αναιρεσίβλητη επικαλέσθηκε ότι στις ανωτέρω καταβολές προέβη με την ρητή δήλωση ότι σε κάθε περίπτωση αυτές θα επέχουν θέση μερικής εξοφλήσεως όλων των εκ του ασφαλιστηρίου συμβολαίου νομίμων απαιτήσεων του αναιρεσείοντος, εξαιτίας και αφορμής της ζημίας που υπέστη ο εξοπλισμός του επί της οδού ...

της πόλεως Μυτιλήνης καταστήματός του, στις 12-3-1999, συνεπεία πυρκαγιάς και η οποία ανέρχεται στο ποσό των 22.970.000 δραχμών, σύμφωνα με την έκθεση πραγματογνωμοσύνης, την οποίαν συνέταξε το ανεξάρτητο γραφείο πραγματογνωμόνων "ΠΑΣΚΑΛ και ΣΙΑ ΕΠΕ" και ακολούθως εζήτησε να "μειωθεί αντιστοίχως το καταβλητέο ασφάλισμα τόσο κατά το κεφάλαιο, το οποίο ανέρχεται σήμερα σε 37.007,93 ευρώ, όσο και κατά τους τυχόν επιδικασθησομένους τόκους, εφόσον αποδειχθεί εκ μέρους της υπερημερία".

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την 1870/2006 απόφασή του, αφού έκρινε ότι το ασφάλισμα ανερχόταν στο αιτηθέν από τον αναιρεσείοντα ποσό των 88.041 ευρώ, κατ' αποδοχήν ως βασίμου της ενστάσεως μερικής εξοφλήσεως, κατελόγισε τις ανωτέρω καταβολές (κατ' ακριβολογία ποσά 30.402,12 και 6.233,65 ευρώ) στο αιτηθέν κεφάλαιο και υποχρέωσε την αναιρεσίβλητη να καταβάλει στον αναιρεσείοντα το υπόλοιπο, ήτοι το ποσό (88.041 - 30402,12 - 6.233,65) 51.405,23 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από τις 13-7-1999 (οπότε η τελευταία κατέστη υπερήμερη).

Κατά της αποφάσεως αυτής, ο αναιρεσείων άσκησε έφεση, παραπονούμενος, πλην άλλων, με το σχετικό πρώτο λόγο αυτής, για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων ως προς τον διαφορετικό καταλογισμό των καταβληθέντων ποσών, αιτιώμενος ότι ο καταλογισμός αυτός έπρεπε να γίνει σύμφωνα με τον υπό του άρθρου 423 παρ. 1 Α.Κ.

οριζόμενο τρόπο, προβαίνοντας παράλληλα με το δικόγραφο της εφέσεως στον αριθμητικό υπολογισμό των τόκων. Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, απέρριψε το λόγο αυτό ως αβάσιμο, με την εξής αιτιολογία: "Ο ως άνω λόγος της εφέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον ο ενάγων πρωτοδίκως, αφενός δεν προσδιόριζε στην αγωγή το ύψος των αιτουμένων με αυτήν τόκων υπερημερίας του κεφαλαίου του ασφαλίσματος των 88.041 ευρώ, ζητώντας μόνον να του επιδικασθεί το ποσό αυτό νομιμοτόκως από 20-4-1999 άλλως από 13-7-1999, άλλως από της επιδόσεως της αγωγής μέχρι την εξόφληση, αφετέρου δεν είχε προβάλει ισχυρισμό περί καταλογισμού των ποσών που η εναγομένη επικαλέσθηκε ότι κατέβαλε στους δανειστές του, προς θεμελίωση του ισχυρισμού της περί μερικής εξοφλήσεως του κεφαλαίου του ασφαλίσματος στους οφειλόμενους σ' αυτόν τόκους υπερημερίας, κατ' άρθρο 423 παρ. 1 ΑΚ.

Επομένως, δεν ήταν δυνατόν να αποφανθεί το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο επί αιτήματος και ισχυρισμού που δεν είχαν πρωτοδίκως προβληθεί. Απαραδέκτως δε ο ενάγων προβάλλει για πρώτη φορά ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, αφενός αίτημα (κατ' εκτίμηση του δικογράφου της εφέσεως) περί αναγνωρίσεως, ότι οι τόκοι υπερημερίας του κεφαλαίου των 88.041 ευρώ ανέρχονται στα αναφερόμενα στην έφεση ποσά, και επιδικάσεως του ποσού των 37.166,43 €, ήτοι μεταβάλλοντας (επεκτείνοντας) απαραδέκτως, κατ' άρθρο 526 ΚΠολΔ, το αντικείμενο της αγωγής ως προς το παρεπόμενο αίτημα των τόκων, αφετέρου προβάλλει νέο ισχυρισμό (αντένσταση στην ένσταση της εναγομένης περί μερικής εξοφλήσεως του κεφαλαίου) περί καταλογισμού των παροχών της προς τους τρίτους δανειστές αυτού στους οφειλόμενους τόκους, που ουδόλως εξάλλου προσδιόριζε.

Τον εν λόγω δε ισχυρισμό ο ενάγων προβάλλει απαραδέκτως κατ' άρθρο 525 ΚΠολΔ, ως εκκαλών, ενώ δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες λοιπές προϋποθέσεις του εν λόγω άρθρου για την προβολή του ισχυρισμού αυτού που δεν είχε προταθεί στην πρωτόδικη δίκη. Κατά συνέπεια απαραδέκτως ο ενάγων ζητεί με την έφεση να του επιδικασθεί (μετά τον επικαλούμενο καταλογισμό των τόκων κατ' άρθρο 423 ΑΚ), ολόκληρο το ποσό του κεφαλαίου του ασφαλίσματος και επί πλέον το συγκεκριμένο ποσό των 37.166,43 ευρώ, ως υπόλοιπο τόκων υπερημερίας".

Έτσι κρίνοντας το Εφετείο, παρεβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή την προδιαληφθείσα διάταξη του άρθρου 423 Α.Κ., διότι, εφόσον η αναιρεσίβλητη δεν επικαλέστηκε με τις προτάσεις της συμφωνία διαφορετικού καταλογισμού ή ορισμό από αυτήν άλλης σειράς, διαφορετικής από την οριζομένη στο άρθρο 423 παρ.1 Α.Κ.

και λήψη της παροχής από τον αναιρεσείοντα, σύμφωνα με την ορισθείσα από τον οφειλέτη σειρά, (αντίθετα μάλιστα ζήτησε να μειωθεί το καταβλητέο ασφάλισμα τόσο κατά το κεφάλαιο όσο και κατά τους τόκους, εφόσον αποδειχθεί υπερημερία της), έπρεπε να γίνει ο καταλογισμός κατά τη σειρά που ορίζει το άρθρο 423 Α.Κ.

Εξάλλου ο αναιρεσείων, δεν είχε υποχρέωση να προσδιορίσει με την αγωγή το ποσό των νομίμων τόκων, οι οποίοι, με δεδομένο το κεφάλαιο, το χρόνο κατά τον οποίο κατέστη υπερήμερη η αναιρεσίβλητη καθώς και τα νόμιμα επιτόκια, εξευρίσκονται με απλούς μαθηματικούς υπολογισμούς και ως εκ τούτου ο γενόμενος υπ' αυτού με το δικόγραφο της εφέσεως προσδιορισμός του ποσού τούτων, δεν αποτελεί απαράδεκτη μεταβολή του παρεπομένου περί τοκοφορίας αιτήματος της αγωγής.

Επίσης δεν ήταν αυτός υποχρεωμένος να προβάλει ισχυρισμό περί καταλογισμού των υπό της αναιρεσιβλήτου καταβολών κατά τον υπό του άρθρου 423 παρ. 1 Α.Κ. τρόπο, αλλ' ως εξετέθη στην προγηθείσα νομική σκέψη, η αναιρεσίβλητη οφειλέτης όφειλε να επικαλεσθεί διαφορετική σειρά και λήψη των καταβολών από τον αναιρεσείοντα κατά την ορισθείσα από την ίδια σειρά, εν τέλει δε ο προβληθείς με το δικόγραφο της εφέσεως, ως άνω, ισχυρισμός του αναιρεσείοντος, δεν αποτελεί αντένσταση κατά της ενστάσεως μερικής εξοφλήσεως, όπως εσφαλμένως δέχθηκε το Εφετείο, αλλά άρνηση της προβαλλομένης από τον οφειλέτη διαφορετικής σειράς καταλογισμού, η οποία όμως, όπως προελέχθη, δεν είχε προβληθεί πρωτοδίκως.

Επομένως, ο μοναδικός λόγος της κρινομένης αιτήσεως, ο οποίος κατ' εκτίμηση προσήκει στο άρθρο 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ. σε συνδυασμό με τον αριθμό 14 του ιδίου άρθρου είναι βάσιμος. Πρέπει συνεπώς, κατά παραδοχήν του λόγου τούτου, να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές κατά την παράγραφο 3 του άρθρ. 580 Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει, να καταδικασθεί δε η αναιρεσίβλητη, ως ηττωμένη, (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δέχεται την αίτηση.

Αναιρεί την υπ' αριθ. 4940/2010 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. Και

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 12η Μαρτίου 2013.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του την 29η Μαΐου 2013.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ