Legislator Case Law & Legislation
1039/2010 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds for failure to propose vague claim and misinterpretation of evidence.

Case Number 1039/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected the appeal against the Thessaloniki Court of Appeal's decision regarding a debt dispute. The appellants argued the lower court erred by accepting a vague claim and misinterpreting a document, but the court found these arguments procedurally inadmissible. The court ruled that vague claims must be proposed at the first instance and that the lower court correctly interpreted the evidence without error.

Legislator headnote

AI generated

Art. 562 para. 2 C.P.D.; Art. 559 nos. 1, 20, 9 C.P.D.: An appeal is inadmissible if the ground relies on a vague claim not proposed at first instance, or if the lower court did not distort the document's content or exceed the requested relief.

Keywords

AI generated
vague claim admissibility appeal grounds exhaustion document interpretation error excessive relief claim procedural inadmissibility

Cited Legislation

AI generated
Art. 562 para. 2 C.P.D.
Art. 559 nos. 1, 20, 9 C.P.D.
Art. 561 para. 1 C.P.D.
Art. 173 and 200 of the Civil Code

Cited Case Law

AI generated
OL. A.P. 1/1999
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1039 / 2010 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1039/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Ρήγα, προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, κωλυομένου του Αντιπροέδρου Ιωάννη Παπανικολάου, Γεώργιο Χρυσικό, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Δημήτριο Τίγγα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 15 Μαρτίου 2010, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. της ΟΕ με την επωνυμία "... ΟΕ", που εδρεύει στις ... 4ο χιλιόμετρο της Ε.Ο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 2. της Χ2 και 3. Χ3, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Μαυρουδή Μαύρο, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Του αναιρεσιβλήτου: Ψ, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Μαρία Νίτσιου, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28 Δεκεμβρίου 2005 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Σερρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 133/2006 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 1831/2008 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 27 Δεκεμβρίου 2008 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Γεωργέλλης, ανέγνωσε την από 5 Μαρτίου 2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά την έννοια του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ για το παραδεκτό του λόγου αναιρέσεως πρέπει ο ισχυρισμός επί του οποίου στηρίζεται, έστω και αν ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας, να έχει προταθεί νομίμως ενώπιον του τελευταίου και να γίνεται επίκληση στο αναιρετήριο της προτάσεως αυτής, εκτός αν πρόκειται: α) για παράβαση που δεν μπορούσε να προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Η αοριστία του δικογράφου της αγωγής πρέπει να προτείνεται στο δικαστήριο της ουσίας για να δημιουργηθεί λόγος αναιρέσεως, σύμφωνα με το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, δεδομένου ότι ο σχετικός ισχυρισμός δεν είναι από εκείνους, που κατ' εξαίρεση λαμβάνονται υπόψη, χωρίς να προταθούν.

Κατ' ακολουθίαν ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. με τον οποίο προβάλλεται κατ' εκτίμηση η αιτίαση ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν απέρριψε ως αόριστη την αγωγή κατά το μέρος που αφορούσε το δάνειο του ποσού των 5.200.000 δρχ. είναι αόριστος διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι τα θεμελιούνται το λόγο αυτό πραγματικά περιστατικά προβλήθηκαν από τους αναιρεσείοντες ενώπιον του Εφετείου.

Κατά τη διάταξη του αρθρ. 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμ-βάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, (άρθρα 173 και 200 του ΑΚ). Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.

ΑΠ 7/2006 και Ολ.ΑΠ 4/2005). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευσή της έννομης συνέπιας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (Ολ.

ΑΠ 1/1999). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ. ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.

Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος.

Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευ-τικοί, ή εφόσον η εκτίμηση τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Με τις διατάξεις του άρθρου 479 του ΑΚ, που ορίζουν ότι αν με σύμβαση μεταβιβάστηκε περιουσία ή επιχείρηση, αυτός που αποκτά ευθύνεται απέναντι στο δανειστή έως την αξία των μεταβιβαζόμενων στοιχείων για τα χρέη που ανήκουν στην περιουσία ή στην επιχείρηση και ότι η ευθύνη αυτού που μεταβιβάζει εξακολουθεί να υπάρχει, καθιερώνεται αναγκαστική εκ του νόμου σωρευτική αναδοχή των χρεών, με την έννοια του άρθρου 477 του ΑΚ και δημιουργείται έτσι παθητική εις ολόκληρον ενοχή μεταξύ του μεταβιβάζοντος και του αποκτώντος, από αυτούς δε τους δύο ο μεν πρώτος ευθύνεται απεριόριστα, ο δε δεύτερος περιορισμένα και συγκεκριμένα μέχρι την αξία των μεταβιβαζομένων κατά το χρόνο της μεταβιβάσεως.

Επιχείρηση (ως αντικείμενο δικαίου), αποτελεί σύνολο ποικίλων ανομοιογενών στοιχείων, πραγμάτων, δικαιωμάτων, άθλων αγαθών (εμπορική επωνυμία, σήμα, διακριτικά γνωρίσματα), πραγματικών καταστάσεων και σχέσεων προς την αγορά στην οποία δραστηριοποιείται (πελατεία, φήμη, θέση καταστήματος, αναπτυξιακές προοπτικές και ελπίδες) το οποίο (σύνολο) τελεί υπό οικονομική οργάνωση και ενότητα που ανήκει σε ορισμένο φορέα.

Έτσι η επιχείρηση συνιστά αναμφίβολα μία οικονομική ενότητα, που οργανώνεται στη βάση μιας συγκεκριμένης επιχειρηματικής ιδέας και δραστηριότητας, οι οποίες αποτελούν προϊόν της διανοίας του επιχειρηματία. Με την έννοια αυτή η επιχείρηση συνιστά αυτή καθαυτή άυλο αγαθό, που περιλαμβάνει το σύνολο των κατ' ιδίαν εμπραγμάτων, ενοχικών ή άλλων επί άϋλων αγαθών δικαιωμάτων, με τα οποία ο επιχειρηματίας εξουσιάζει καθένα από τα περιουσιακά στοιχεία από τα οποία απαρτίζεται η επιχείρηση, όπως ακίνητα, κινητά, επωνυμία σήμα, διακριτικά γνωρίσματα (Ολ.Α.Π 7/2009).

Οι πιο πάνω διατάξεις του άρθρου σελ. 479 ΑΚ εφαρμόζονται και όταν ολόκληρη η περιουσία ή επιχείρηση του οφειλέτη μεταβιβάζεται σε άλλον όχι με μία, αλλά με περισσότερες μεταβιβαστικές πράξεις και μάλιστα είτε συγχρόνως είτε διαδοχικά, με την προϋπόθεση όμως στην τελευταία περίπτωση οι πράξεις να αποτελούν μεταξύ τους ενότητα ή, με άλλη διατύπωση, να βρίσκονται σε στενή χρονική και οικονομική σχέση, όπως και όταν δεν μεταβιβάζεται στον αποκτώντα η επιχείρηση ως προς όλα τα επί μέρους στοιχεία της αλλά ως προς ορισμένα τα οποία όμως συνθέτουν τον πυρήνα που είναι αναγκαίος ώστε να είναι δυνατή η εξακολούθηση της λειτουργίας της.

Στη προκείμενη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη αυτού κρίση τα εξής: Δυνάμει του υπ. αριθ. ... συμβολαίου του συμβ/φου Σερρών, Νικολάου Βαδικόλια, που έχει μεταγραφεί νόμιμα στον τόμο 1647 και αριθ 137 των βιβλίων μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Σερρών, οι ..., ..., ..., ... και ..., ως ομόρρυθμα μέλη της ομορρύθμου εταιρίας, με την επωνυμία "...

ΟΕ", προήλθαν σε σύμβαση μετατροπής της ομορρύθμου εταιρίας σε ανώνυμη εταιρία με την εισφορά στην τελευταία του ενεργητικού και παθητικού της ομορρύθμου εταιρίας. Έτσι, συνέστησαν με το ίδιο συμβόλαιο την ανώνυμη Εταιρία με την επωνυμία "ΑΙΓΑΙΟ ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" και το διακριτικό τίτλο "ΑΙΓΑΙΟ Α.Β.Ε.Ε", η οποία είχε, ως σκοπό, την επεξεργασία άλατος σε μαγειρικό και κτηνοτροφικό και την πώληση αυτού, την επεξεργασία και παραγωγή προϊόντων άλατος, τις εισαγωγές και εξαγωγές άλατος, πρώτων υλών, ειδών διατροφής και χημικών προϊόντων και την παραγωγή και εμπορία τροφίμων, ποτών, εγχώριων προϊόντων και ειδών οικιακής και βιομηχανικής χρήσεως.

Ως έδρα της εταιρίας ορίσθηκε το ευρισκόμενο στο 4° χιλ. της οδού ... αγροτεμάχιο, εμβαδού 5941 τμ, το οποίο περιήλθε κατά κυριότητα στην ανώνυμη εταιρία με το ανωτέρω συμβόλαιο, μαζί με το επ' αυτού κτιριακό συγκρότημα και μηχανικές, μηχανολογικές και ηλεκτρολογικές του εγκαταστάσεις, το οποίο αποτελείτο από εργοστάσιο 960 τμ, ανοιχτό υπόστεγο 522 τμ, από δεξαμενές ύδατος, χωρητικότητας 180 κμ και βόθρους λυμάτων και ομβρίων υδάτων.

Στις 20.12.2000, επί τη βάσει του με αριθ. 396/2000 Πρώτου απογράφου εκτελεστού της 320/2000 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σερρών κατασχέθηκε αναγκα-στικά, με επίσπευση της ΑLΡΗΑ BANK το ανωτέρω αγροτεμάχιο της ανωνύμου εταιρίας με τα επ' αυτού κτίσματα και λοιπές εγκαταστάσεις και παραρτήματα, δυνάμει της 2227/20.12.2000 εκθέσεως κατασχέσεώς του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Σερρών, ....

Και ενώ έτσι είχαν τα πράγματα στα βιβλία εταιριών του Πρωτοδικείου Σερρών καταχωρήθηκε με αύξ. αριθ. 244/16.10.2001 το από 15.10.2001 ιδιωτικό συμφωνητικό σύστασης της πρώτης των εναγομένων ομορρύθμου εταιρίας, με το διακριτικό τίτλο "ΑΙΓΑΙΟ", ήτοι τον ίδιο με το διακριτικό τίτλο της ανώνυμης εταιρίας, και παρεμφερή σκοπό με την τελευταία, ήτοι την επεξεργασία αλατιού και σησαμίου και την εισαγωγή, εξαγωγή και εμπορία γεωργικών, κτηνοτροφικών και αλιευτικών προϊόντων.

Μέλη της εταιρίας αυτής ήταν η δευτέρα των εναγομένων, σύζυγος του Προέδρου του ΔΣ της ανωνύμου εταιρίας, ..., η οποία, ως οικοκυρά, ουδέποτε μέχρι τότε είχε ασχοληθεί με επιχειρήσεις, και ο τρίτος των εναγομένων, σύζυγος της αδελφής της δευτέρας των εναγομένων, ο οποίος ήταν υπάλληλος της ανωνύμου εταιρίας.

Αρχικά έδρα της εναγόμενης εταιρίας είχε ορισθεί το μισθωθέν από αυτή κατάστημα, ιδιοκτησίας της "... ΟΕ", στο 1ο χιλ. της οδού .... Στη συνέχεια, όμως, κατόπιν τροποποιήσεως του καταστατικού της, με το από 1.4.2002 ιδιωτικό συμφωνητικό που καταχωρήθηκε με αύξ. αριθ 98/5.4.2001 στα βιβλία εταιριών του Πρωτοδικείου Σερρών, η έδρα της μεταφέρθηκε στο 4° χιλ.

της οδού ..., όπου η έδρα της ανωνύμου εταιρίας. Τούτο κατέστη δυνατόν, δυνάμει του από 20.3.2002 ιδιωτικού μισθωτηρίου συμφωνητικού, με υπεκμίσθωση του ακινήτου και των κτιριακών και λοιπών εγκαταστάσεων της ανωνύμου εταιρίας προς την εναγομένη ομόρρυθμο εταιρία από τον ..., που συμμετείχε στην ανώνυμη εταιρία (βλ.

κατάθεση μάρτυρος αποδείξεως), ο οποίος εμφανίζεται στο μισθωτήριο, ως μισθωτής, δυνάμει του από 8.9.2000 ιδιωτικού συμφωνητικού με την ανώνυμη εταιρία. Κατόπιν αυτού, όπως και ο ίδιος ο τρίτος των εναγομένων κατέθεσε, εξεταζόμενος ως διάδικος ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, η ανώνυμη εταιρία περιήλθε σε αδράνεια.

Τη λειτουργία της επιχείρησής της, όμως, εξακολούθησε η εναγομένη ομόρρυθμη εταιρία η οποία είχε συσταθεί προς τούτο με τον ίδιο διακριτικό τίτλο και τον αυτό εταιρικό σκοπό, προς επίτευξη του οποίου μετέφερε την έδρα της και έκανε χρήση του ακινήτου και των εγκαταστάσεων που εξυπηρετούσαν τη βιομηχανική επιχείρηση της ανωνύμου εταιρίας, δυνάμει της άνω μισθωτικής συμβάσεως.

Προκειμένου δε να επέλθει η μεταβίβαση της επιχείρησης στην εναγομένη ομόρρυθμη εταιρία, η ανώνυμη εταιρία με τις οικείες μεταβιβαστικές πράξεις της μεταβίβασε τα μη κατασχεθέντα περιουσιακά της στοιχεία και εμπορεύματα, και επί πλέον την πελατεία της. Περί των ανωτέρω κατέθεσε η μάρτυρας αποδείξεως ..., υπάλληλος αρχικά της ανωνύμου εταιρίας και στη συνέχεια της εναγομένης ομορρύθμου εταιρίας.

Η μεταβίβαση δε της πελατείας προκύπτει και από την αντιπαραβολή του ημερολογίου πελατών της τελευταίας με τις αποδείξεις πληρωμής της ανωνύμου εταιρίας προς τους πελάτες της, που μετ' απικλήσεως προσκομίζει ο ενάγων, οι οποίοι κατά μεγάλο μέρος ταυτίζονται. Άλλωστε, και ο ίδιος ο τρίτος των εναγομένων, εξεταζόμενος ως διάδικος ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, συνομολόγησε ότι η εναγόμενη ομόρρυθμη εταιρία χρησιμοποιούσε ένα μέρος του πελατολογίου της ανωνύμου εταιρίας.

Επομένως, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, δεν καταλείπεται καμιά αμφιβολία ότι έλαβε χώρα μεταβίβαση της επιχείρησης της ανωνύμου εταιρίας προς την εναγομένη ομόρρυθμη εταιρία. Εξ αυτού δε του λόγου, σύμφωνα με την κατάθεση της μάρτυρος αποδείξεως, όλα τα μέλη του ΔΣ της ανωνύμου εταιρίας προσχώρησαν στην εναγομένη ομόρρυθμη εταιρία και ανέλαβαν στην πραγματικότητα τη διοίκηση αυτής, από την οποία στη συνέχεια προσελήφθη και το σύνολο του προσωπικού της ανωνύμου εταιρίας.

Έτσι, κατ' εφαρμογή της ΑΚ 479, γεννήθηκε ευθύνη της τελευταίας έως την αξία των μεταβιβασθέντων σ' αυτήν στοιχείων της επιχείρησης που απέκτησε, για εξόφληση των χρεών που προέκυψαν από την άσκησή της. Τα ανωτέρω δεν αναιρούνται εκ του γεγονότος ότι η εναγόμενη εταιρία, κατά τον πλειστηριασμό πού διενεργήθηκε, στις 14.7.2004, της κατασχεθείσας περιουσίας της ανωνύμου εταιρίας, αναδείχθηκε υπερ-θεματίστρια και απέκτησε αυτήν κατά κυριότητα, κατόπιν μεταγραφής στον τομ. 1721 και αριθ 480 των βιβλίων μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Σερρών της 6945/24.9.2004 περίληψης κατακυρωτικής εκθέσεως της συμβ/φου Σερρών, Φωτεινής Δημητριάδου-Λέφα.

Και τούτο, διότι, ναι μεν η ΑΚ 479 δεν εφαρμόζεται επί εκποιήσεως με αναγκαστικό πλειστηριασμό, ο ανωτέρω πλειστηριασμός, όμως, αφορούσε την ακίνητη περιουσία της ανωνύμου εταιρίας και όχι την επιχείρησή της, η οποία, ως ιδιαίτερη και αυτοτελής παραγωγική ενότητα, μπορούσε να μεταβιβασθεί και μεταβιβάσθηκε πράγματι, όπως προεκτέθηκε, στην εναγομένη εταιρία σε προγενέστερο χρόνο.

Περαιτέρω, από τις ανωτέρω αποδείξεις αποδείχθηκε ότι, όσο βρισκόταν ακόμη σε λειτουργία η ανώνυμη εταιρία, ο ενάγων, με συμβάσεις δανείου αορίστου χρόνου που είχαν καταρτισθεί μεταξύ τους, της είχε μεταβιβάσει κατά κυριότητα μέχρι την 1.2.2001, το χρηματικό ποσό των 9.510.000 δρχ. και, την 9.2.2001, το χρηματικό ποσόν των 5.200.000 δρχ., και συνολικά το ποσόν των 14.710.000 δρχ., προς αντιμετώπιση ταμειακών δυσχερειών που αντιμετώπιζε κατά την άσκηση της επιχείρησης της.

Το ποσόν αυτό είχαν συμφωνήσει να του επιστραφεί εντόκως με τον εκάστοτε ισχύοντα νόμιμο δικαιοπρακτικό τόκο. Τούτο προκύπτει από το από 15.2.2001 μετ' επικλήσεως προσκομιζόμενο από τον ενάγοντα έγγραφο της ανωνύμου εταιρίας που επιγράφεται "ΑΠΟΔΕΙΞΗ ΠΑΡΑΛΑΒΗΣ ΧΡΗΜΑΤΩΝ ΩΣ ΔΑΝΕΙΟ" και φέρει την εταιρική της σφραγίδα, και επιβεβαιώνεται τόσο από την κατάθεση της μάρτυρος αποδείξεως όσο και από τις ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων ...

και .... Δεν αναιρείται δε από κανένα αποδεικτικό στοιχείο. Και ναι μεν στο ανωτέρω έγγραφο της ανωνύμου εταιρίας αναφέρεται ότι το ποσό των 5.200.000 δρχ. παρελήφθη ως δάνειο από την σύζυγο του ενάγοντος, ..., πλην όμως από τις ανωτέρω μαρτυρικές καταθέσεις αποδείχθηκε ότι αυτή ενεργούσε στο όνομα και για λογαριασμό του συζύγου της ως αντιπρόσωπος αυτού, ο οποίος εκείνη την εποχή βρισκόταν στη ....

Το ανωτέρω δάνειο καταγγέλθηκε άτυπα από τον ενάγοντα με προφορική δήλωση προς τους εκπροσώπους της ανωνύμου εταιρίας, η οποία έλαβε χώρα στις 30.9.2001. Έτσι, ως αορίστου χρόνου, έληξε μετά την πάροδο ενός μηνός από την άσκηση της καταγγελίας (ΑΚ 807 εδ.α), και δη στις 31.10.2001, αφότου και κατέστη απαιτητό το δάνεισμα.

Όμως, η δανειολήπτρια ανώνυμη εταιρία, αρνήθηκε να του το αποδώσει και στη συνέχεια μεταβίβασε, όπως προεκτέθηκε, την επιχείρησή της στην πρώτη εναγομένη ομόρρυθμη εταιρία, η οποία πλέον είναι η ίδια υπεύθυνη προς επιστροφή του δανείσματος στον ενάγοντα κατ' εφαρμογή της ΑΚ 479, εφόσον πρόκειται για χρέος της μεταβιβασθείσας σ' αυτήν επιχείρησης.

Συνεπώς, ευθύνεται σε ολόκληρο με τους λοιπούς εναγομένους, ομορρύθμους εταίρους της (άρθρ 22 του Εμπ.Ν) να αποδώσει στον ενάγοντα το ανωτέρω ποσό των 14.710.000 δρχ. που αντιστοιχεί στο ποσόν του δανείου και επί πλέον τους συμφωνηθέντες νομίμους δικαιοπρακτικούς τόκους μέχρι το χρόνο λήξεως του δανείου και τους νομίμους τόκους υπερημερίας για το μετά τη λήξη του δανείου χρόνο, εφόσον ο ενάγων δεν επικαλέσθηκε συμφωνία με τη δανειολήπτρια ανώνυμη εταιρία ότι ο συμφωνηθείς δικαιοπρακτικός τόκος θα οφείλεται και για την περίπτωση υπερημερίας της τελευταίας. Ο ενάγων, όμως, με την υπό κρίση αγωγή του ζήτησε να του επιστραφεί, ως δάνειο, αντί του ποσού των 14.710.000 δρχ. το ποσόν των 14.510.000 δρχ και ήδη 42.582,54 ευρώ, με τόκο 10% από 16.2.2001 μέχρι το χρόνο λήξεως του δανείου, ο οποίος τόκος σημειωτέον είναι κατώτερος του κατά μέσον όρο ισχύσαντος νομίμου δικαιοπρακτικού τόκου, διαρκούντος του άνω χρονικού διαστήματος, καθόσον από 16.2.2001 έως 10.5.2001 ανέρχονταν σε 10,75%, βάσει της ΠΣΝΠ 47/27.12.2000, από 11.5.21101 έως 30.8.2001, σε 10,50%, βάσει της ΠΥΣ 1/14.1.2000, από 31.8.2001 ως 17.9.2001, σε 10,25%, και από 18.9.2001 έως 31.10.2001, σε 9,75%.

Συνεπώς, δικαιούται να του επιδικασθεί το άνω ποσό των 42.582,54 ευρώ, που ζήτησε να του επιστραφεί ως δάνειο, πλέον του ποσού των 2.998, 27 ευρώ, για τους παραχθέντες συμβατικούς τόκους κατά το χρονικό διάστημα από 16.2.2001 έως 31.10.2001, στο οποίο περιλαμβάνονται 257 ημέρες (257 χ 10 χ 42582,54/ 36.500), και, επίσης, οι τόκοι υπερημερίας για το μετά την 31.10.2001 χρονικό διάστημα.

Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές το Εφετείο δέχθηκε την έφεση του ενάγοντος εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση που είχε κρίνει αντίθετα και είχε απορρίψει την αγωγή, δίκασε την υπόθεση και δέχθηκε κατά, ένα μέρος την αγωγή και υποχρέωσε τους εναγομένους εις ολόκληρο τον καθένα, τους δευτέρα και τρίτο και με προσωπική τους κράτηση ως μέσο αναγκαστικής εκτέλεσης της απόφασης λόγω της εμπορικής τους ιδιότητας και της εμπορικής φύσεως της διαφοράς να καταβάλλουν στον ενάγοντα το ποσό των 42.582.54 ευρώ για το κεφάλαιο του δανείου και το ποσό των 2.998,27 ευρώ για τους συμβατικούς τόκους από 16-2-2001 έως 31-10-2001 καθώς και τους τόκους υπερημερίας για το μετά τις 31-10-2001 χρονικό διάστημα.

Με τις παραδοχές αυτές, το ουσιαστικό δικαστήριο διέλαβε στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον έλεγχο της υπαγωγής των αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών στους εφαρμοσθέντες κανόνες δικαίου του άρθρου 479 ΑΚ τα δε αντιθέτως υποστηριζόμενα με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως από τον αριθ. 19 του άρθρου 559.

Κ.Πολ.Δ. είναι αβάσιμα καθόσον ειδικότερα με βάση τα δεκτά γενόμενα ως άνω πραγματικά περιστατικά καταφάσκεται ευθύνη των αναιρεσιβλήτων σε απόδοση του δανείου στον ενάγοντα αφού σ' αυτούς μεταβιβάστηκε η επιχείρηση κατά τα ανωτέρω στοιχεία της (εκτός των κατασχεθέντων και πλειστηρι-ασθέντων) τα οποία και συνιστούν τον πυρήνα για την εξακολούθηση της λειτουργίας της.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 20 Κ.Πολ.Δ θεμελιώνεται λόγος αναιρέσεως, αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Έτσι, ο λόγος αυτός θεμελιώνεται όταν το Εφετείο από σφάλμα αναγνώσεως του εγγράφου απέδωσε σε αυτό περιεχόμενο καταφανώς διάφορο του αληθινού.

Όχι δε και όταν το δικαστήριο, χωρίς να υποπέσει σε σφάλμα αναγνώσεως, καταλήγει σε πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που υποστηρίζει ο αναιρεσείων, οπότε πρόκειται ανέλεγκτη εκτίμηση αποδείξεων (άρθρο 561 παρ. Ι ΚΠολΔ) .Περαιτέρω για να ιδρυθεί ο λόγος αυτός απαιτείται το επιζήμιο αποδεικτικό πόρισμα του δικαστηρίου να στηρίζεται στο έγγραφο του οποίου το περιεχόμενο παραμορφώνεται ή κυρίως σ' αυτό (Ολ.

Α.Π.1/1999): Κατ' ακολουθίαν ο τρίτος λόγος της αναίρεσης από τον αριθ. 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση της παραμόρφωσής της από 15-2-2001 έγγραφης απόδειξης που προσκόμισε και επικαλέστηκε ο αναιρεσίβλητος προς απόδειξη του επί μέρους δανείου ύψους 5.200,00 ευρώ, είναι αβάσιμος διότι όπως προκύπτει από τη προσβαλ-λόμενη απόφαση ορθά το Εφετείο ανέγνωσε το ανωτέρω έγγραφο, σύμφωνα με το περιεχόμενο του οποίου, όπως και ρητά αναφέρεται στην απόφαση, το ποσό των 5.200,00 ευρώ παρελήφθη ως δάνειο από την σύζυγο του ενάγοντος ...

πλην όμως το ίδιο Δικαστήριο οδηγήθηκε σε διαφορετικό πόρισμα, ότι πραγματικός δανειστής του εν λόγω ποσού ήταν ο αναιρεσίβλητος ενάγων, αφού δέχθηκε, από άλλα αποδεικτικά στοιχεία (μαρτυρικές καταθέσεις), ότι η προαναφερθείσα σύζυγος του αναιρεσιβλήτου ενεργούσε ως αντιπρόσωπος για λογαριασμό αυτού ο οποίος κατά το χρόνο εκείνο βρισκόταν στη ....

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 9 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν. Με το τέταρτο λόγο της αναίρεσης οπό τον αριθ.9 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο επιδίκασε συμβατικούς τόκους του ένδικου δανείου ύψους 2.998,27 ευρώ για το χρονικό διάστημα από 16-2-2001 μέχρι 31-10-2001 χωρίς να έχουν ζητηθεί με την αγωγή. Όπως προκύπτει από το όλο περιεχόμενο της αγωγής (ιστορικό σε συνδυασμό με το αιτητικό) ζητήθηκε με αυτή η επιδίκαση εκτός του κεφαλαίου και των συμβατικών (συμφωνημένων τόκων του δανείου με επιτόκιο 10%) από 16-2-2001 μέχρι πλήρους εξόφλησης και επομένως και για το μικρότερο χρονικό διάστημα για το οποίο και επιδικάστηκαν (16-2-2001 μέχρι 31-10-2001) επομένως ο εξεταζόμενος λόγος της αναίρεσης είναι αβάσιμος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 27 Δεκεμβρίου 2008 αίτησή των: 1) εταιρίας με την επωνυμία "... Ο.Ε.", 2) Χ2 και 3) Χ3 για αναίρεση της υπ' αριθ. 1831/2008 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Απριλίου 2010. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 1 Ιουνίου 2010.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ