Court partially allows appeal on broker fee reduction, dismissing procedural argument regarding proposal documents.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court partially revoked the Court of Appeal's decision regarding a broker fee dispute. The appellants argued the court erred by rejecting their claim to reduce the fee under Article 707 of the Civil Code, while the respondent contended the objection was legally inadmissible. The court held that the lower court incorrectly dismissed the reduction claim as a legal defect, whereas the argument regarding the classification of proposal documents was properly rejected as inadmissible.
Legislator headnote
AI generatedArt. 707 A.C.; Art. 559(2) C.P.D.: A court must examine a request to reduce a broker's fee under Article 707 of the Civil Code if the objection is raised, rejecting only procedural defects regarding the admissibility of evidence rather than the substantive claim for reduction.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1039 / 2008 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1039/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αναστάσιο - Φιλητά Περίδη, Αντιπρόεδρο, Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή, Ειρήνη Αθανασίου, Αλέξανδρο Νικάκη και Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Μαρτίου 2008, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειουσών: 1) Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΑΘΗΝΑ - Αλεπουδέλης - Βασιλάκης - Λιαπάκης - Ταλιάνης Ανώνυμος Βιομηχανική και Εμπορική Εταιρεία", που εδρεύει στο Ηράκλειο Κρήτης και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) ....... Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Στυλιανό Παπανδρεόπουλο. Του αναιρεσιβλήτου: ...., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Σπανουδάκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-11-2000 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 185/2002 του ίδιου Δικαστηρίου και 180/2003 του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο ...... με την από 7-1-2004 αίτησή του.
Εκδόθηκε η 643/2005 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την ως άνω εφετειακή απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.
Εκδόθηκε η 181/2006 απόφαση του Εφετείου Κρήτης, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 30-5-2006 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αλέξανδρος Νικάκης, διάβασε την από 22-2-2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειουσών ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 703 παρ. 1 ΑΚ, εκείνος που υποσχέθηκε αμοιβή σε κάποιον άλλο (μεσίτη) για τη μεσολάβηση ή την υπόδειξη ευκαιρίας για τη σύναψη μιας σύμβασης, έχει υποχρέωση να πληρώσει μόνο αν η σύμβαση καταρτισθεί ως συνέπεια αυτής της μεσολάβησης ή της υπόδειξης. Πότε υπάρχει μεσολάβηση και πότε υπόδειξη δεν ορίζεται στο νόμο και εφόσον το περιεχόμενο αυτών δεν προκύπτει από τη σύμβαση, η μεσολάβηση περιλαμβάνει συνήθως κάθε πρόσφορη ενέργεια του μεσίτη για να έλθουν σε επαφή τα ενδιαφερόμενα μέρη με σκοπό να συνεννοηθούν για την κατάρτιση της συμβάσεως και είναι δυνατό, αλλά δεν απαιτείται, να περιλαμβάνει επιπλέον και την παρακολούθηση από τον μεσίτη των συνεννοήσεων των μερών, τη μεταφορά ή γνωστοποίηση των προτεινόμενων από το ένα μέρος στο άλλο όρων ή και τη διαπραγμάτευση των όρων αυτών, ενώ η υπόδειξη ευκαιρίας είναι κάτι λιγότερο από τη μεσολάβηση, διότι με αυτή ο μεσίτης ενημερώνει απλώς τον εντολέα του για την ύπαρξη συγκεκριμένης και άγνωστης προηγουμένως σ' αυτόν δυνατότητα συνάψεως της συμβάσεως που τον ενδιαφέρει.
Η εντολή προς τον μεσίτη μπορεί να αφορά μόνο στη μεσολάβηση ή μόνο στην υπόδειξη ευκαιρίας ή και στα δύο. Αν η εντολή και η υπόσχεση αμοιβής δόθηκαν για την υπόδειξη ευκαιρίας και η κύρια σύμβαση καταρτίσθηκε με μεσολάβηση του μεσίτη, πληρούται ο σκοπός του νόμου και οφείλεται η αμοιβή, εκτός αν προκύπτει κάτι άλλο από τη σύμβαση μεσιτείας.
Στην αντίστροφη περίπτωση, δηλαδή όταν η υπόσχεση αμοιβής δόθηκε αποκλειστικά και μόνο για τη μεσολάβηση του μεσίτη, η κατάρτιση της συμβάσεως με απλή υπόδειξη του τελευταίου δεν αρκεί για το εναγώγιμο της αμοιβής του. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, μεταξύ της ενέργειας του μεσίτη (υποδείξεως ή μεσολαβήσεως) και της πραγματώσεως της συμβάσεως, πρέπει να υπάρχει σχέση αιτίου προς το αποτέλεσμα.
Η ύπαρξη της αιτιώδους συνάφειας σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση αποτελεί ζήτημα πραγματικό που κρίνεται κυριαρχικά από το δικαστήριο της ουσίας. Η κρίση αν τα διαπιστωθέντα από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικά περιστατικά επιτρέπουν το συμπέρασμα ότι ορισμένο γεγονός μπορεί αντικειμενικά να θεωρηθεί, η μη, ως πρόσφορη αιτία του παραχθέντος αποτελέσματος, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου για ευθεία ή εκ πλαγίου παράβαση της παραπάνω ουσιαστικής διατάξεως του άρθρου 703 ΑΚ.
Εξάλλου η σύμβαση μεσιτείας λύεται, εκτός από τους γενικούς λόγους λύσεως των συμβάσεων, και με την ανάκληση της μεσιτικής εντολής από τον εντολέα και το μεσίτη. Η ανάκληση είναι κατά κανόνα κατά πάντα χρόνο ελεύθερη και δεν απαιτείται να αιτιολογείται, επιφέρει δε την ανατροπή της συμβάσεως μεσιτείας για το μέλλον (ex nunc).
Όμως αν προγενέστερη της ανακλήσεως ενέργεια του μεσίτη υπήρξε η αιτία της μετά την ανάκληση πραγματώσεως της συμβάσεως, ο μεσιτικός εντολέας έχει υποχρέωση να πληρώσει τη μεσιτική αμοιβή. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση του δέχθηκε τα ακόλουθα. Οι αναιρεσείουσες επιθυμούσαν να πωλήσουν περιουσιακό στοιχείο, που ανήκει στην πρώτη απ' αυτές και ειδικότερα ένα οικόπεδο εκτάσεως 8.500 τ.μ., μετά των επ' αυτού κτισμάτων, που βρίσκεται στην πόλη του .... .
Η μεταβίβαση αυτή θα γινόταν, με την πώληση του συνόλου των μετοχών της πρώτης εναγόμενης ανώνυμης εταιρίας. Για το λόγο αυτό, κατάρτισαν με τον αναιρεσίβλητο, που ήταν νόμιμα διορισμένος μεσίτης αστικών συμβάσεων στο ..., σύμβαση μεσιτείας, με την οποία αυτός ανέλαβε την υποχρέωση να φέρει σε επαφή τέσσερις πελάτες του και συγκεκριμένα τους α) .....
β) "ΜΙΝΩΙΚΕΣ ΓΡΑΜΜΕΣ ΑΝΕ", γ) "ΔΟΜΙΚΗ Α.Ε." και δ) "GREKOTEL Α.Ε.", με τις αναιρεσείουσες για την πώληση του εν λόγω ακινήτου. Προς τούτο, υπογράφτηκαν στις 8-9-1999 τέσσερα επιμέρους ιδιωτικά έγγραφα. Στα έγγραφα αυτά, το περιεχόμενο των οποίων δεν αμφισβητείται, εμφανίζεται η δεύτερη των αανιρεσειόντων να συμβάλλεται με τον αναιρεσίβλητο ως εκπρόσωπος της πρώτης αναιρεσείουσας, αλλά και ατομικώς.
Με τις ιδιότητες αυτές, υποσχέθηκαν, στην περίπτωση πώλησης του ακινήτου, σε ένα των ως άνω πελατών του ενάγοντος να του καταβάλλουν ως αμοιβή του, ποσό αντίστοιχο του 2% του τιμήματος, αν τούτο υπερέβαινε το ποσό των 1.200.000.000 δρχ., και σε 1,5% αν τούτο ήταν κατώτερο. Ακόμη στις συμβάσεις αυτές περιλήφθηκε όρος, με βάση τον οποίο θα καταβαλλόταν αμοιβή στον αναιρεσίβλητο, έστω και αν κατά τις διαπραγματεύσεις με τους προαναφερόμενους πελάτες του αναμειγνυόταν ή μεσολαβούσε άλλος μεσίτης ή οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο.
Παράλληλα, οι αναιρεσείουσες έδωσαν εντολή και σε άλλους μεσίτες για την εξεύρεση και άλλων αγοραστών. Ο αναιρεσίβλητος σε εκτέλεση της εντολής, που έλαβε από τις αναιρεσείουσες, το Μάρτιο του 1999 επισκέφθηκε τα γραφεία της εταιρίας "ΜΙΝΩΙΚΕΣ ΓΡΑΜΜΕΣ ΑΝΕ" και μετέφερε στους εκπροσώπους της την πρόταση των εναγομένων.
Η ως άνω εταιρία, δια του προέδρου της, δήλωσε ότι δεν ενδιαφερόταν το διάστημα εκείνο, καθόσον είχε στρέψει το ενδιαφέρον της και σε άλλες επενδύσεις. Στη συνέχεια, ο αναιρεσίβλητος έφερε σε επαφή τις αναιρεσείουσες με τον .... Οι μετ' αυτού διαπραγματεύσεις απέτυχαν, διότι ο τελευταίος προσέφερε μικρότερο τίμημα του επιδιωκόμενου από τις εναγόμενες.
Οι διαπραγματεύσεις και με άλλους υποψήφιους αγοραστές, που υπέδειξαν στις αναιρεσείουσες, άλλοι μεσίτες, όπως με την "ΠΑΓΚΡΗΤΙΑ ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ" και το ΚΤΕΛ Ανατολικής Κρήτης, απέτυχαν. Ο αναιρεσίβλητος το διάστημα μέχρι τις αρχές του Οκτωβρίου 1999 συνέχισε να επισκέπτεται τις εγκαταστάσεις της "ΜΙΝΩΙΚΕΣ ΓΡΑΜΜΕΣ ΑΝΕ" και προσπαθούσε να πείσει τους νόμιμους εκπροσώπους της, ότι η αγορά του ακινήτου της πρώτης των αναιρεσειόντων ήταν συμφέρουσα γι' αυτήν επένδυση.
Τούτο έπραξε, όταν πληροφορήθηκε την αποτυχία των διαπραγματεύσεων με το ΚΤΕΛ. Οι ενέργειές του αυτές είχαν ως αποτέλεσμα να επικοινωνήσει ο πρόεδρος και εκπρόσωπος της εταιρίας μετ' αυτού για να τον διαβεβαιώσει ο τελευταίος, αν πράγματι οι διαπραγματεύσεις των εναγομένων με το ΚΤΕΛ είχαν λήξει. Με την ως άνω ενέργειά του, ο νόμιμος εκπρόσωπος της "ΜΙΝΩΙΚΕΣ ΓΡΑΜΜΕΣ ΑΝΕ" το φθινόπωρο του έτους 1999 εκδήλωσε, εμμέσως πλην σαφώς, το ενδιαφέρον της για την αγορά του συγκεκριμένου ακινήτου, που κατ' επανάληψη, μετά το Μάρτιο του 1999, της είχε προτείνει να αγοράσει ο ενάγων, αντί τιμήματος 1.100.000.000 δρχ.
Στις 22-10-1999 επιδόθηκε στον αναιρεσίβλητο έγγραφη εξώδικη δήλωση των αναιρεσειόντων, με την οποία ανακαλούσαν τις δοθείσες σε αυτόν εντολές. Αρχές Νοεμβρίου 1999, η δεύτερη των εναγομένων δέχθηκε τηλεφώνημα από τον ..... γενικό διευθυντή της ως άνω ναυτιλιακής εταιρίας. Της ζήτησε να υποβάλλει πρόταση, προκειμένου να αρχίσουν διαπραγματεύσεις για την αγορά του ακινήτου.
Επακολούθησαν μεταξύ τους διαπραγματεύσεις και αντηλλάγησαν επιστολές με αρχική προσφορά ως τίμημα, εκ μέρους της υποψήφιας αγοράστριας του ποσού των 900.000.000 δρχ. έναντι των 1.350.000.000 δρχ. που ζητούσαν οι αναιρεσείουσες. Τελικώς συμφωνήθηκε, ως τίμημα, το ποσό του 1.100.000.000 δρχ. Στις 5-7-2000 η αναιρεσείουσα εταιρία, κατάρτισε σύμβαση πωλήσεως με τη θυγατρική εταιρία της ανώνυμης εταιρίας "ΜΙΝΩΙΚΕΣ ΓΡΑΜΜΕΣ" με την επωνυμία "ΚΡΗΤΙΚΗ ΦΙΛΟΞΕΝΙΑ Α.Ε.".
Με βάση τη σύμβαση αυτή, οι μέτοχοι της πρώτης πώλησαν και μεταβίβασαν στην τελευταία το σύνολο των μετοχών της, αντί του συμφωνηθέντος τιμήματος των 1.100.000.000 δρχ. Στις διαπραγματεύσεις των ως άνω συμβληθέντων δεν έλαβε μέρος ο αναιρεσίβλητος, καθόσον, από τις 22-10-1999, είχε ανακληθεί η εκ μέρους των αναιρεσειόντων δοθείσα προς αυτόν εντολή.
Όμως οι προγενέστερες της ανακλήσεως ενέργειες του αναιρεσιβλήτου, όπως πιο πάνω εκτέθηκαν, ήταν η αιτία της πραγματώσεως της πώλησης των μετοχών της πρώτης των εναγομένων. Αντίθετα, από το σύνολο του αποδεικτικού υλικού δεν αποδεικνύεται ότι μεσολάβησαν άλλα γεγονότα, που δεν είχαν σχέση με τις ενέργειες του ενάγοντος, που οδήγησαν στην κατάρτιση της πώλησης αυτής.
Ούτε προκύπτει ότι η εκδήλωση του ενδιαφέροντος για πρώτη φορά το Νοέμβριο του 1999 εκ μέρους της "ΜΙΝΩΙΚΕΣ ΓΡΑΜΜΕΣ Α.Ν.Ε." ήταν αποτέλεσμα αυτοβούλων ενεργειών των οργάνων της αγοράστριας ή τρίτων, πλην του ενάγοντος, προσώπων, όταν μάλιστα τούτο αγοράσθηκε από θυγατρική εταιρία της υποψήφιας αγοράστριας που υπέδειξε ο τελευταίος και αντί του προταθέντος υπ' αυτού τιμήματος.
Η ανάκληση της εντολής εκ μέρους των αναιρεσειόντων, με σκοπό, όπως οι τελευταίοι υποστηρίζουν, για την εξεύρεση από μέρους τους νέων αγοραστών και χωρίς το φόβο της διεκδίκησης από τον αναιρεσίβλητο αμοιβής για δήθεν μεσολάβηση του σε πώληση, που θα πραγματοποιόνταν", είναι αδικαιολόγητη και προσχηματική.
Τούτο διότι, από τη σύμβαση, όπως πιο πάνω αναφέρθηκε, δεν δεσμεύονταν οι αναιρεσείουσες για την αναζήτηση άλλων αγοραστών, πλην των κατονομαζομένων στις μεταξύ του συμβάσεις και, σ' αυτήν την περίπτωση, δεν όφειλαν αμοιβή στον αντίδικο τους. Ενόψει αυτών αποδεικνύεται ότι η κατάρτιση της κύριας σύμβασης της πώλησης των μετοχών της πρώτης των αναιρεσειόντων ήταν απότοκος των μεσιτικών δραστηριοτήτων που επέδειξε ο αναιρεσίβλητος πριν την ανάκληση της εντολής, και συνεπώς, τεκμαίρεται και η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ τούτων σε σχέση αιτίου και αποτελέσματος, οπότε και του οφείλεται η συμφωνηθείσα αμοιβή του, με τον ανάλογο (18%) ΦΠΑ, την οποία υποσχέθηκαν να καταβάλλουν οι εναγόμενες, η δε δεύτερη ως συμβληθείσα και ατομικώς.
Πρέπει, όμως, να την καταβάλλουν διαιρετώς, κατ' ίσο μέρος καθεμιά, εφόσον δεν αποδεικνύεται ότι υφίσταται νόμιμος ή συμβατικός λόγος για παθητική εις ολόκληρο ενοχή από τις ως άνω εντολείς του, ενόψει του ότι η οφειλή χρηματικής παροχής είναι διαιρετή. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου την ουσιαστική διάταξη του άρθρου 703 ΑΚ, κατά την έννοια της οποίας υφίσταται αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της μεσολάβησης του αναιρεσιβλήτου μεσίτη και της κατάρτισης της ενδίκου συμβάσεως πωλήσεως του ακινήτου της πρώτης αναιρεσείουσας, ο οποίος από το Μάρτιο του έτους 1999 μέχρι τις αρχές του Οκτωβρίου 1999 κατ' επανάληψη μετέφερε προς την εταιρία "ΜΙΝΩΙΚΕΣ ΓΡΑΜΜΕΣ" την πρόταση της αναιρεσείουσας εταιρίας περί μεταβιβάσεως του συνόλου των μετοχών της, αντί του τιμήματος του 1.100.000.000 δρχ., ώστε να έλθουν σε επαφή τα ενδιαφερόμενα μέρη για να συνεννοηθούν στην κατάρτιση της ανωτέρω συμβάσεως, που ήταν αποτέλεσμα της δραστηριότητας αυτής του ενάγοντος.
Επίσης η προσβαλλόμενη απόφαση, ως προς το ζήτημα της μεσολαβητικής δραστηριότητας του ενάγοντος στην κατάρτιση της ανωτέρω συμβάσεως, διέλαβε σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις, αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο της υπαγωγής των πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε στη διάταξη του άρθρου 703 ΑΚ.
Επομένως ο δεύτερος λόγος της αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, καθώς και οι πρώτος, δεύτερος, τρίτος και τέταρτος από τον αριθμό 19 του ιδίου άρθρου είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Με τον πέμπτο λόγο της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ αποδίδεται στο Εφετείο η αιτίαση για εκ πλαγίου παράβαση του άρθρου 724 ΑΚ, ως προς την παραδοχή ότι η ανάκληση της μεσιτικής εντολής ήταν αδικαιολόγητη και προσχηματική.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι πλήττει την προσβαλλομένη απόφαση για ανεπάρκεια αιτιολογιών, αναγομένη στην εκτίμηση των αποδείξεων. Με τον όγδοο λόγο της αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση από τους αριθμούς 1 και 19 ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 18 παρ. 2, 22 παρ. 3 του ν. 2190/1920, 173 και 200 ΑΚ, δεχόμενο ότι η δεύτερη αναιρεσείουσα, νόμιμος εκπρόσωπος της πρώτης, ανωνύμου εταιρίας, είναι συνυπόχρεος στην καταβολή της μεσιτικής αμοιβής του αναιρεσιβλήτου.
Κατά τις παραδοχές του Εφετείου η δεύτερη αναιρεσείουσα, διευθύνων σύμβουλος της πρώτης, κατά την κατάρτιση της μεσιτικής συμβάσεως, συμβλήθηκε και ατομικώς. Επομένως ο λόγος αυτός στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση και είναι απορριπτέος. Με τον ένατο λόγο της αναιρέσεως αποδίδεται στο Εφετείο η αιτίαση από το άρθρο 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ, ότι παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 480 ΑΚ, υποχρεώνοντας τους αναιρεσείοντες να καταβάλουν στον αναιρεσίβλητο κατ' ίσα μέρη τη μεσιτική του αμοιβή.
Το Εφετείο δέχθηκε ότι η οφειλή χρηματικής παροχής είναι διαιρετή και επειδή δεν αποδεικνύονταν νόμιμος ή συμβατικός λόγος παθητικής σε ολόκληρο ενοχής, υποχρέωσε τους αναιρεσείοντες να καταβάλουν την ανωτέρω αμοιβή διαιρετώς κατ' ίσο μέρος. Με την κρίση του αυτή δεν παραβίασε την ως άνω ουσιαστικού δικαίου διάταξη και ο αντίθετος λόγος της αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 18 ΚΠολΔ δημιουργείται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο της παραπομπής δεν συμμορφώθηκε προς την αναιρετική απόφαση. Ο αναιρετικός αυτός λόγος αναφέρεται σε κάθε παράλειψη του δικαστηρίου της παραπομπής να συμμορφωθεί με το κριθέν από την αναιρετική απόφαση νομικό ζήτημα που μπορεί να ανάγεται, είτε στο ουσιαστικό, είτε στο δικονομικό δίκαιο.
Νομικό όμως ζήτημα δεν επιλύεται αν η αναιρετική απόφαση αναιρέσει την προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη νόμιμης βάσεως (άρθρ. 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ). Στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο της παραπομπής δεν δεσμεύεται από τις διαπιστώσεις της απόφασης που αναιρέθηκε ως προς τα πραγματικά περιστατικά και μπορεί να εκτιμήσει αυτά διαφορετικά.
Στην προκειμένη περίπτωση από τα διαδικαστικά έγγραφα προκύπτει, ότι με την 643/2005 απόφαση του Αρείου Πάγου αναιρέθηκε για το λόγο από το άρθρο 559 αριθμ. 19 η 180/2003 του Εφετείου Κρήτης, η οποία απέρριψε την από 10.11.2000 αγωγή του ενάγοντος για καταβολή της μεσιτικής του αμοιβής. Ακολούθως η υπόθεση εισήχθη και πάλι στο ίδιο Εφετείο, το οποίο με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση του μετά από νέα εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών έκρινε, ότι υφίσταται αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της μεσολαβητικής δραστηριότητας του ενάγοντος και της καταρτίσεως της ενδίκου συμβάσεως και επιδίκασε σ' αυτόν την συμφωνηθείσα αμοιβή του.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, εκτιμώντας διαφορετικά τα πραγματικά περιστατικά ως προς τη μεσολάβηση του ενάγοντος, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 18 ΚΠολΔ, αφού με την αναιρετική απόφαση δεν επιλύθηκε νομικό ζήτημα ως προς το οποίο παρέλειψε να συμμορφωθεί το Εφετείο και ο τρίτος λόγος της αναιρέσεως με το στοιχείο (3.3) πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 566 και 118 αριθμ. 4 του ιδίου Κώδικα, για την πληρότητα του λόγου αυτού της αναίρεσης πρέπει το αναιρετήριο να περιέχει ποια ήταν τα πράγματα που παρά το νόμο το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη, μολονότι προτάθηκαν παραδεκτά και ποία επίδραση ασκούσαν στην έκβαση της δίκης.
Επομένως οι τρίτος και τέταρτος λόγοι της αναιρέσεως με την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που παραδεκτώς προτάθηκαν από τους αναιρεσείοντες με τις προτάσεις είναι απορριπτέοι ως αόριστοι, αφού δεν εξειδικεύονται στο δικαστήριο οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που προτάθηκαν και ποία επίδραση ασκούσαν στην έκβαση της δίκης.
Περαιτέρω η από τον ίδιο λόγο αιτίαση του πέμπτου λόγου της αναιρέσεως ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό των αναιρεσειόντων, ότι η ανάκληση της εντολής προς τον αναιρεσίβλητο ήταν αιτιολογημένη, πρέπει ν'απορριφθεί ως απαράδεκτος, καθόσον ο ισχυρισμός αυτός δεν αποτελεί πράγμα, κατά την έννοια του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 10 του ΚΠολΔ, που ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει από ποία αποδεικτικά στοιχεία άντλησε την απόδειξη γι' αυτά.
Με τον τέταρτο λόγο της αναιρέσεως, αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια από την ως άνω διάταξη, ότι για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ότι ο αναιρεσίβλητος επανειλημμένα πρότεινε στις ΜΙΝΩΙΚΕΣ ΓΡΑΜΜΕΣ ΑΕ την αγορά του ακινήτου αντί του τιμήματος του 1.100.000.000 δραχμών, έλαβε πράγματα χωρίς απόδειξη, διότι η πρόταση του για το συγκεκριμένο τίμημα δεν προκύπτει από οποιοδήποτε αποδεικτικό μέσο.
Όπως όμως προκύπτει από τη προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο κατέληξε στο ανωτέρω αποδεικτικό του πόρισμα ύστερα από εκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων (κατάθεση μάρτυρα, ένορκες βεβαιώσεις, έγγραφα). Επομένως ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Με τους τρίτο και τέταρτο λόγους της αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ. 11 ΚΠολΔ, διότι δεν έλαβε υπόψη την από 23-3-2000 επιστολή του δικηγόρου Γεωργίου Δαμιανάκη, πληρεξουσίου του ΚΤΕΛ Ηρακλείου, την από 12-7-2000 εξώδικη δήλωση του αναιρεσιβλήτου προς την εταιρία " ΜΙΝΩΙΚΕΣ ΓΡΑΜΜΕΣ" και την προσκομισθείσα απ' αυτόν με χρονολογία Σεπτέμβριος 1999 προσφορά ακινήτου.
Από τη διαβεβαίωση της προσβαλλομένης αποφάσεως, ότι για να καταλήξει στο αποδεικτικό της πόρισμα συνεκτίμησε και τα "έγγραφα που επικαλούνται οι διάδικοι", σε συνδυασμό με το σύνολο των αιτιολογιών της προκύπτει αναμφίβολα ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και τα έγγραφα αυτά. Επομένως οι λόγοι αυτοί της αναιρέσεως είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
Με τον ένατο λόγο της αναιρέσεως από τον αριθμό 13 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αποδίδεται στο Εφετείο η αιτίαση ότι αντέστρεψε το βάρος αποδείξεως ως προς τη διαίρεση της ενοχής ( υποχρέωση καταβολής αμοιβής κατά ίσα μέρη).Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον, κατά τη διαδικασία των διαφορών των άρθρων 677 επ ΚΠολΔ, που τηρήθηκε στην προκειμένη υπόθεση, δεν υπάρχει υποκειμενικό βάρος αποδείξεως, αφού δεν εκδίδεται προδικαστική απόφαση, αλλά οι διάδικοι προσκομίζουν έως το τέλος της συζήτησης στο ακροατήριο όλα τα αποδεικτικά τους μέσα ( άρθρ. 670 και 681 ΚΠολΔ).
Κατά την έννοια του προβλεπομένου από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγου της αναιρέσεως έγγραφα είναι τα κατά τα άρθρα 339 και 432 έως 465 του ιδίου κώδικα αποδεικτικά έγγραφα, που περιέχουν άμεση ή έμμεση απόδειξη κατά του αντιδίκου. Αντίθετα δεν αποτελούν έγγραφα, υπό την παραπάνω έννοια, τα διαδικαστικά έγγραφα της ενεστώσας δίκης, όπως είναι και οι έγγραφες προτάσεις των διαδίκων.
Επομένως ο έβδομος λόγος της αναιρέσεως, ο οποίος, υπό την επίκληση του αριθμού 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αποδίδει στο Εφετείο την πλημμέλεια, ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο των προτάσεων των αναιρεσειόντων, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Κατά το άρθρο 707 ΑΚ εάν η συμφωνηθείσα αμοιβή του μεσίτη είναι δυσανάλογα μεγάλη, μειώνεται από το δικαστήριο, με αίτηση του οφειλέτη, στο μέτρο που αρμόζει.
Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τον χαρακτηρισμό της συμφωνηθείσας ή νόμιμης μεσιτικής αμοιβής ως δυσανάλογα μεγάλης και μείωση αυτής στο προσήκον μέτρο, πρέπει να ληφθούν υπόψη: α) Η μεσιτική παροχή, δηλαδή οι κόποι και οι προσπάθειες, έστω και άγονες, του μεσίτη, οι δαπάνες του, ο χρόνος της απασχόλησης του και η εν γένει η επιμέλεια που επέδειξε για την επίτευξη της κατάρτισης της σύμβασης β) το αποκτώμενο από την επιτευχθείσα σύμβαση νόμιμο περιουσιακό και ηθικό όφελος του μεσιτικού εντολέα γ)η οικονομική κατάσταση του μεσίτη αφενός, και του εντολέως αφετέρου και δ) όλα τα ένδικα περιστατικά που έλαβαν χώρα από το χρόνο της κατάρτισης της συμβάσεως μεσιτείας μέχρι το χρόνο γενέσεως της αξίωσης για καταβολή της μεσιτικής αμοιβής.
Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση των προτάσεων των αναιρεσειόντων προκύπτει, ότι αυτοί προέβαλαν ένσταση μείωσης της αμοιβής του αναιρεσιβλήτου με το ακόλουθο περιεχόμενο : "Επειδή προτείνουμε όλως επικουρικώς την ένσταση του άρθρου 707 ΑΚ, περί μειώσεως της αμοιβής του αντιδίκου στο προσήκον μέτρο των 6000 ευρώ, αφού ληφθεί υπόψη, ότι πέραν των επισκέψεων του αντιδίκου στις Μινωϊκές Γραμμές το Μάρτιο του 1999 και της γνωστοποιήσεως της προτάσεως πωλήσεως του ακινήτου της πρώτης εξ ημών, αυτός σε ουδεμία άλλη συνέργεια προέβη, ούτε σε οποιαδήποτε δαπάνη υποβλήθηκε, ενώ το οικονομικό όφελος της ένδικης συμβάσεως περιήλθε όχι σε ημάς, αλλά στους μετόχους της πρώτης εξ ημών".Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση απέρριψε την ένσταση αυτή ως μη νόμιμη (νομική αοριστία).
Με την κρίση του αυτή υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, και πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, στο ίδιο Εφετείο με άλλη σύνθεση ( άρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει την 181/2006 απόφαση του Εφετείου Κρήτης, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος του.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση, κατά το μέρος αυτό, στο ίδιο δικαστήριο με άλλη σύνθεση. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο σε μέρος της δικαστικής δαπάνης των αναιρεσειουσών, την οποία καθορίζει σε επτακόσια (700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2-4-2008.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 20 Μαΐου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ