1038/2021 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Μαρία Τζανακάκη, Αικατερίνη Βλάχου και Μαρία Βάρκα, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1038/2021 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο ν. 3869/2010 θεωρεί δεδομένη την έννοια του δόλου από τη γενική θεωρία του αστικού δικαίου. Στο πεδίο του τελευταίου ο δόλος, ως μορφή πταίσματος, προβλέπεται στη διάταξη του άρθρου 330 ΑΚ, με την οποία ορίζεται «ο οφειλέτης ενέχεται, αν δεν ορίστηκε κάτι άλλο, για κάθε αθέτηση της υποχρέωσής του από δόλο ή αμέλεια, δική του ή των νόμιμων αντιπροσώπων του.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1038 / 2021 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1038/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Μαρία Τζανακάκη, Αικατερίνη Βλάχου και Μαρία Βάρκα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Ιανουαρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ΝΠΔΔ με την επωνυμία «ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ», που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Μαρία Γεωργιάδη, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Του αναιρεσιβλήτου: Γ. Κ. του Κ. , κατοίκου ... Αχαΐας, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Σαββόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 06.08.2013 αίτηση του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 388/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 514/2018 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 02.01.2019 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Μαρία Βάρκα, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
[I] Η κρινόμενη από 02.01.2019 αίτηση αναίρεσης κατά της 514/2018 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, η οποία εκδόθηκε κατά την διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας μεταξύ των διαδίκων επί εφέσεως κατά της 388/2017 οριστικής αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Πατρών και αφορά υπόθεση του Ν. 3869/2010 «Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων», έχει ασκηθεί νομότυπα με την κατάθεση του δικογράφου αυτής στη γραμματεία του ως άνω Δικαστηρίου (άρθρο 495 § 1 ΚΠολΔ και 14 του Ν. 3869/2010) και εμπρόθεσμα, δεδομένου ότι η προσβαλλομένη απόφαση επιδόθηκε την 07.12.2018, η δε αναίρεση ασκήθηκε στις 04.01.2019, ήτοι εντός της προθεσμίας των 30 ημερών που τάσσει το άρθρο 564 παρ.1 ΚΠολΔ, και επομένως, αφού είναι παραδεκτή, πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ).
[ΙΙ] Στην προκειμένη περίπτωση, από την προσβαλλόμενη απόφαση και τα λοιπά διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, που επιτρεπτά επισκοπούνται για τις ανάγκες των ερευνώμενων λόγων αναιρέσεως (άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτει, ότι με την από 06.08.2013 αίτησή του, ενώπιον του Ειρηνοδικείου Πατρών, ο αιτών Γ. Κ. , ήδη αναιρεσίβλητος, ζήτησε, επικαλούμενος έλλειψη πτωχευτικής ικανότητας και μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών αυτού προς το ήδη αναιρεσείον Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, αφ’ ενός τη ρύθμιση των χρεών αυτού, κατά το Ν. 3869/2010, προς το σκοπό της απαλλαγής του απ’ αυτά και αφετέρου, την εξαίρεση από την εκποίηση της κύριας κατοικίας του, ιδιοκτησίας του, σύμφωνα με το σχέδιο διευθέτησης που υπέβαλε, αφού ληφθούν υπόψη η περιουσιακή και οικογενειακή του κατάσταση, κατά τα ειδικότερα αναγραφόμενα σ’αυτήν (αίτηση). Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο (Ειρηνοδικείο Πατρών), με την υπ’ αριθμόν 388/2017 οριστική απόφασή του, απέρριψε ως αβάσιμη κατ’ ουσίαν την αίτηση, για το λόγο ότι δεν αποδείχθηκε η απαιτούμενη κατά το άρθρο 1 παρ.1 του Ν. 3869/2010 προϋπόθεση της μόνιμης αδυναμίας πληρωμών. Ο αιτών, με την από 07.11.2017 έφεσή του, ζήτησε την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, προκειμένου να γίνει δεκτή η αίτηση του. Στη συνέχεια, αφού εκδικάστηκε αντιμωλία των διαδίκων η έφεση, έγινε τυπικά και κατ’ ουσίαν δεκτή.
[III] Με τη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του ν. 3869/ 2010, όπως ίσχυε και εφαρμόζεται στην προκείμενη υπόθεση πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 1 παρ. 1 της ΥΠΟΠΑΡ.Α.4 του άρθρου 2 του ν. 4336/2015 (ΦΕΚ 94/Α/14-8-2015) που καταλαμβάνει, σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 2 της ΥΠΟΠΑΡ.Α.4 του άρθρου 2 του ίδιου νόμου, τις αιτήσεις που υποβάλλονται μετά την έναρξη ισχύος του, ορίζεται ότι «φυσικά πρόσωπα που δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους (εφεξής οφειλέτες) δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο την αίτηση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 4 για τη ρύθμιση των οφειλών τους και απαλλαγή. Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής». Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, απαραίτητη προϋπόθεση για την υπαγωγή στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής του ν. 3869/2010 είναι ο οφειλέτης να έχει περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του.
Ο ν. 3869/2010 θεωρεί δεδομένη την έννοια του δόλου από τη γενική θεωρία του αστικού δικαίου. Στο πεδίο του τελευταίου ο δόλος, ως μορφή πταίσματος, προβλέπεται στη διάταξη του άρθρου 330 ΑΚ, με την οποία ορίζεται «ο οφειλέτης ενέχεται, αν δεν ορίστηκε κάτι άλλο, για κάθε αθέτηση της υποχρέωσής του από δόλο ή αμέλεια, δική του ή των νόμιμων αντιπροσώπων του.
Αμέλεια υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές». Η εν λόγω διάταξη θεσπίζει δύο μορφές πταίσματος, το δόλο και την αμέλεια. Ενώ όμως δίνει ορισμό της αμέλειας, τον προσδιορισμό του δόλου αφήνει στην επιστήμη και τη νομολογία. Η έννοια του δόλου, όπως γίνεται δεκτή και στο πεδίο του αστικού δικαίου, συμπίπτει με εκείνη του άρθρου 27 παρ. 1 ΠΚ, που ορίζει ότι «με δόλο (με πρόθεση) πράττει όποιος θέλει την παραγωγή των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια κάποιας αξιόποινης πράξης.
Επίσης όποιος γνωρίζει ότι με την πράξη του ενδέχεται να παραχθούν αυτά τα περιστατικά και το αποδέχεται». Η τελευταία αυτή διάταξη διακρίνει το δόλο σε άμεσο και ενδεχόμενο. Ορίζει δε ότι με άμεσο δόλο πράττει αυτός που «θέλει» την παραγωγή του εγκληματικού αποτελέσματος, καθώς και εκείνος που δεν επιδιώκει μεν αυτό, προβλέπει όμως ότι τούτο αποτελεί αναγκαία συνέπεια της πράξης του και, παρά ταύτα, δεν αφίσταται αυτής.
Αντίθετα, με ενδεχόμενο δόλο πράττει εκείνος που προβλέπει το εγκληματικό αποτέλεσμα ως δυνατή συνέπεια της πράξης του και το «αποδέχεται». Η διάταξη αυτή ισχύει και για τις ενοχές άλλων κλάδων του ενοχικού δικαίου και έτσι αποκτά γενικότερη σημασία που ξεπερνά το πλαίσιο της ευθύνης από προϋφιστάμενη ενοχή.
Περαιτέρω, από τη διατύπωση της παρ. 1 εδάφ. α' του άρθρου 1 του ν. 3869/2010 προκύπτει ότι το στοιχείο του δόλου αναφέρεται στην «περιέλευση» του οφειλέτη σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμών. Επομένως, το στοιχείο του δόλου δύναται να συντρέχει τόσο κατά το χρόνο ανάληψης της οφειλής όσο και κατά το χρόνο μετά την ανάληψη της τελευταίας. Ο δόλος πρέπει να αντιμετωπίζεται κατά τον ίδιο τρόπο είτε είναι αρχικός είτε είναι μεταγενέστερος. Το κρίσιμο ζήτημα είναι το περιεχόμενο του δόλου και όχι ο χρόνος που αυτός εκδηλώθηκε. Στην περίπτωση της παρ. 1 του άρθρου 1 του ν. 3869/2010, ο οφειλέτης ενεργεί δολίως όταν με τις πράξεις ή παραλείψεις του επιδιώκει την αδυναμία των πληρωμών του ή προβλέπει ότι οδηγείται σε αδυναμία πληρωμών και δεν αλλάζει συμπεριφορά, αποδεχόμενος το αποτέλεσμα αυτό. Ειδικότερα, πρόκειται για τον οφειλέτη εκείνον ο οποίος καρπούται οφέλη από την υπερχρέωσή του με την απόκτηση κινητών ή ακινήτων, πλην όμως είτε γνώριζε κατά την ανάληψη των χρεών ότι είναι αμφίβολη η εξυπηρέτησή τους είτε από δική του υπαιτιότητα βρέθηκε μεταγενέστερα σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών.
Συνεπώς, η εξαιτίας του δόλου μόνιμη αδυναμία του οφειλέτη δεν είναι αναγκαίο να εμφανιστεί μετά την ανάληψη του χρέους αλλά μπορεί να υπάρχει και κατά την ανάληψη αυτού, όταν δηλαδή ο οφειλέτης ήδη από την αρχή, αναλαμβάνοντας το χρέος, γνωρίζει ότι με βάση τα εισοδήματά του και τις εν γένει ανάγκες του δεν μπορεί να το εξυπηρετήσει.
Περίπτωση ενδεχόμενου δόλου συντρέχει και όταν ο οφειλέτης συμφωνεί με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων, προβλέποντας ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός του με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών του, θα τον οδηγήσει σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και όμως αποδέχεται το αποτέλεσμα αυτό.
Αξίωση πρόσθετων στοιχείων για τη συγκρότηση του δόλου στο πρόσωπο του οφειλέτη κατά την ανάληψη του χρέους, όπως είναι η εξαπάτηση των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος ή η παράλειψη του πιστωτικού ιδρύματος να προβεί στις αναγκαίες έρευνες της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη, δεν ανταποκρίνεται στο πνεύμα του νόμου.
Ο δόλος του οφειλέτη στη μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών χρεών του περιορίζεται στην πρόθεσή του και μόνο, δηλαδή σε ένα υποκειμενικό στοιχείο, χωρίς να είναι ανάγκη προσθήκης και άλλων αντικειμενικών στοιχείων όπως είναι η εξαπάτηση των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος και η παράλειψη, από την πλευρά των τελευταίων, να ενεργήσουν την αναγκαία έρευνα, πριν χορηγήσουν την πίστωση, της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη, πράγμα το οποίο, άλλωστε, δεν ανταποκρίνεται στο πνεύμα του νόμου.
Εξάλλου, όπως προκύπτει από την πρόβλεψη του τελευταίου εδαφίου της παρ. 1 του πιο πάνω άρθρου 1 του ν. 3869/2010, κατά την οποία την ύπαρξη του δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής, το επιλαμβανόμενο της υπόθεσης δικαστήριο ερευνά την ύπαρξη του δόλου όχι αυτεπαγγέλτως, αλλά, όπως είναι αυτονόητο και γι’ αυτό παραλείφθηκε στο νόμο, κατά πρόταση πιστωτή, ο οποίος πρέπει να προτείνει τον εν λόγω ισχυρισμό κατά τρόπο ορισμένο, ήτοι με σαφή έκθεση των γεγονότων που τον θεμελιώνουν (πρβλ.
άρθρ. 262 παρ. 1 ΚΠολΔ), και να τον αποδείξει (ΑΠ 426/2019, ΑΠ 986/2018, ΑΠ 755/2018, ΑΠ 551/ 2018, ΑΠ 286/2017, ΑΠ 153/2017, ΑΠ 65/2017).
Ακόμη, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 1 εδάφ. α’ του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην παρούσα διαδικασία (άρθρ. 14 ν. 3869/2010), αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Με το λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ. Λόγο αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, κατ' άρθρ. 560 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, στηρίζει και η νομική αοριστία της αγωγής, ένστασης κ.λπ., αν το δικαστήριο, για τη θεμελίωση της αγωγής, ένστασης κ.λπ.
στον συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αρκέστηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος.
Τέλος, στην περίπτωση που το διατακτικό της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς σε δύο ή περισσότερες επάλληλες αιτιολογίες και με τους λόγους της αναίρεσης πλήττεται η μία μόνο από αυτές, οι λόγοι αυτοί της αναίρεσης, κατ’ άρθρ. 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ, είναι αλυσιτελείς, αφού οι μη πληττόμενες αιτιολογίες στηρίζουν επαρκώς το διατακτικό της απόφασης. Το ίδιο συμβαίνει και στην περίπτωση που με τους λόγους της αναίρεσης πλήττονται όλες οι αιτιολογίες, αλλά η προσβολή της μίας από αυτές δεν τελεσφορεί (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 156/2018, ΑΠ 1221/2017, ΑΠ 763/2016).
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αρ. 6 ΚΠολΔ, που είναι ταυτόσημη με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος απ` αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) – (ΟλΑΠ 1/1999).
Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΟλΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.
Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν «αιτιολογία» της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ ή, αναλόγως, του άρθρου 560 αρ. 6 ΚΠολΔ, να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ή αναλόγως του άρθρου 560 αρ.6 ΚΠολΔ, ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 174/2015, ΑΠ 198/2015, ΑΠ 845/2012, ΑΠ 1351/ 2011).
Επίσης, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1384/2018, ΑΠ 198/2015).
[IV] Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι, το ως εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά περί των πραγμάτων κρίση του, δέχθηκε τα ακόλουθα, κρίσιμα για την έρευνα των συναφών αναιρετικών λόγων, πραγματικά περιστατικά:
«| Ο αιτών έχει γεννηθεί το έτος 1967, είναι παντρεμένος με την Π. Χ. και έχουν τρία ανήλικα τέκνα, τον Κ. που γεννήθηκε την 06.03.2007, τον Δ. που γεννήθηκε την 05.09.2008 και την Μ.-Θ. , που γεννήθηκε την 01.04.2011. Εργάζεται ως δημόσιος υπάλληλος στο Γενικό Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο Πατρών και οι μηνιαίες καθαρές αποδοχές του ανέρχονται στο ποσό των 991,45 ευρώ (βλ.
την από 08.06.2018 ανάλυση εκκαθάρισης μισθοδοσίας). Η σύζυγός του είναι άνεργη και είναι εγγεγραμμένη στο μητρώο ανέργων του ΟΑΕΔ από 28.09.2007 έως την 04.06.2018 (βλ. την από 04.06.2018 βεβαίωση του ΟΑΕΔ). Όπως αναφέρει ο αιτών στην υπό κρίση αίτησή του, στο οικογενειακό εισόδημα πρέπει να υπολογιστεί και το ποσό των 200 ευρώ, που εισπράττει η σύζυγός του από την εκμίσθωση ενός ακινήτου, της αποκλειστικής της κυριότητας, που βρίσκεται στην … (οδός ... ).
Και μπορεί αυτή τη στιγμή το εν λόγω ακίνητο, όπως δήλωσε ο αιτών ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, να μην είναι εκμισθωμένο, πλην όμως το συγκυριακό αυτό γεγονός δεν μπορεί να οδηγήσει στο να μην ληφθεί υπόψη στο οικογενειακό εισόδημα το ποσό του μισθώματος που ανέκαθεν κέρδιζε η οικογένεια του αιτούντος από το ακίνητο αυτό, αφού ανά πάσα στιγμή αυτό μπορεί και πάλι να εκμισθωθεί.
Επίσης, εκτός από τον βασικό του μισθό, ο αιτών κερδίζει και ένα επιπλέον εισόδημα από κάποιες βάρδιες που κάνει στο νοσοκομείο, όπως δήλωσε και ο ίδιος κατά την κατάθεσή του ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, από την οποία κατάθεση, ωστόσο, δεν προέκυψε σε τι ακριβώς συνίστανται οι βάρδιες αυτές και ποιο είναι ακριβώς το ύψος του επιπλέον εισοδήματος, πλην όμως, εφόσον αυτό το επιπλέον εισόδημα υφίσταται (το δήλωσε ο ίδιος ο αιτών), το παρόν Δικαστήριο το προσδιορίζει, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, στο ποσό των 100 ευρώ μηνιαίως.
Συνεπώς, με βάση τα ανωτέρω το οικογενειακό εισόδημα του αιτούντος ανέρχεται μηνιαίως κατά μέσο όρο στο ποσό περίπου των 1.290 ευρώ. Ο αιτών, ο οποίος δεν διαθέτει άλλη πηγή εισοδήματος, διαμένει με την οικογένειά του σε ισόγεια μονοκατοικία, εμβαδού 119,85 τ.μ., η οποία ανεγέρθηκε επί οικοπέδου εκτάσεως 4.009,56 τ.μ.
το έτος 2009, που βρίσκεται στη θέση ... της τοπικής κοινότητας ... -Δημοτικής Ενότητας ... Δήμου ... του Ν. Αχαϊας, την οποία χρησιμοποιεί ως κύρια κατοικία και για την οποία υποβάλει αίτημα να εξαιρεθεί της εκποίησης κατά το άρθρο 9 παρ.2 του Ν. 3869/2010. Επίσης, στα περιουσιακά στοιχεία του αιτούντος συμπεριλαμβάνεται και ένα αγροτεμάχιο [...] λόγω της θέσης του και της μικρής εμπορικής του αξίας δεν κρίνεται ρευστοποιήσιμο [...] και για το λόγο αυτό δεν πρέπει να διαταχθεί η κατ’ άρθρο 9 παρ.1 του Ν. 3869/2010 εκποίησή του.
Τέλος, ο αιτών έχει στην αποκλειστική του κυριότητα το με αριθμό κυκλ. ... αυτοκίνητο, το οποίο επίσης, λόγω της παλαιότητάς του και της μικρής εμπορικής του αξίας, δεν κρίνεται ρευστοποιήσιμο και για το λόγο αυτό δεν πρέπει να διαταχθεί η κατ’ άρθρο 9 παρ.1 του Ν. 3869/2010 εκποίησή του. Ο αιτών σε χρόνο προγενέστερο του έτους από την κατάθεση της ένδικης αίτησης και συγκεκριμένα το έτος 2009 δυνάμει της υπ’ αριθμ. ...
σύμβασης έλαβε από το καθ’ ου στεγαστικό δάνειο, με υπόλοιπο οφειλής μέχρι την 17.05.2018, 134.456,18 ευρώ, όπως τούτο προκύπτει από την από 17.05.2018 κατάσταση οφειλών του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων. Η απαίτηση αυτή είναι εμπραγμάτως εξασφαλισμένη με εγγραφή υποθήκης επί της παραπάνω κύριας κατοικίας του αιτούντος.
Τα ως άνω έσοδα του αιτούντος συγκρινόμενα με τις ληξιπρόθεσμες οφειλές του από την παραπάνω δανειακή σύμβαση δεν του επιτρέπουν να ανταποκριθεί στην εξυπηρέτηση του κύριου όγκου των χρεών του, η δε αρνητική αυτή σχέση μεταξύ της ρευστότητας και των οφειλών του κατά την τρέχουσα χρονική περίοδο δεν αναμένεται να βελτιωθεί τουλάχιστον στο εγγύς μέλλον λόγω της αρνητικής οικονομικής συγκυρίας.
Έτσι συντρέχει στην περίπτωση του αιτούντος μόνιμη και διαρκής πραγματική αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών του προς το μετέχον Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, η οποία είναι συνυπαίτια και δεν οφείλεται σε δόλο του, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται το μετέχον. Ειδικότερα, το τελευταίο ισχυρίζεται ότι ο αιτών έλαβε το προαναφερόμενο στεγαστικό δάνειο, παρόλο που γνώριζε πολύ καλά ότι το ποσό του μηνιαίου μισθού του ως δημοσίου υπαλλήλου δεν θα επαρκούσε να εξοφλήσει τις δανειακές του υποχρεώσεις και να ανταποκριθεί στη δόση των 690, 93 ευρώ που είχε συμφωνήσει να καταβάλει.
Η ένσταση αυτή πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη στην ουσία της, και τούτο διότι προφανώς, κατά το χρόνο ανάληψης του παραπάνω χρέους ο αιτών εκπλήρωνε, με βάση τα τότε υψηλότερα εισοδήματά του, τις προϋποθέσεις δανειοδότησής της και τούτο ευχερώς προκύπτει από το ότι οι αρμόδιοι υπάλληλοι του μετέχοντος, αφού έλεγξαν την πιστοληπτική του ικανότητα ενέκριναν τη χορήγηση του δανείου.
Η μεταγενέστερη μείωση των εισοδημάτων του οφείλεται σε παράγοντες που δεν μπορούσε να προβλέψει και αποτρέψει, οι οποίοι συνέτειναν στην αδυναμία πληρωμών και συγκεκριμένα η απρόβλεπτη ακόμη και για τους πλέον ειδικούς οικονομική κρίση που ενέσκηψε στη χώρα μας και είχε ως άμεση συνέπεια κατ' αρχήν τη μείωση των μισθών των δημοσίων υπαλλήλων, όπως εν προκειμένω συνέβη και με τον αιτούντα.
Συνεπώς, δεν συνέτρεχε στο πρόσωπο του αιτούντος ούτε αρχικός, αλλά ούτε και μεταγενέστερος δόλος, αφού το ύψος των οικογενειακών του εισοδημάτων κατά το χρόνο ανάληψης των δανειακών του υποχρεώσεων, του επέτρεπαν να ανταποκριθεί στην εξυπηρέτησή του|».
[V] Με βάση τις παραδοχές αυτές, το παραπάνω δικαστήριο δέχθηκε τυπικά και κατ’ ουσία την από 07.11.2017 έφεση του αιτούντος – οφειλέτη και ήδη αναιρεσιβλήτου κατά της πρωτόδικης 388/2017 απόφασης του Ειρηνοδικείου Πατρών, μετ’ απόρριψη ως αβάσιμης κατ’ ουσία της ένστασης από τη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του ν. 3869/2010, ήτοι για δόλια περιέλευση του οφειλέτη αναιρεσιβλήτου σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του, που το εφεσίβλητο – αναιρεσείον, νόμιμα πρότεινε στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο.
[VI] Ήδη, το αναιρεσείον, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 560 αρ. 6 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το ως Εφετείο δικάσαν δικαστήριο παραβίασε και εκ πλαγίου την ουσιαστικού κανόνα δικαίου διάταξη του άρθρου 1 Ν. 3869/2010 με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, που συνίστανται, κατ' εκτίμηση όσων διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο, στο ότι η προσβαλλομένη απόφαση, στερείται νόμιμης βάσης και συγκεκριμένα αιτιολογίας επί ζητήματος που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, ήτοι εκείνου της χωρίς δόλο θέσεως του αναιρεσιβλήτου σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμών, αφού είναι ανεπαρκής αφενός, η παραδοχή για την μη κατάγνωση δόλου, στηριζόμενη στο γεγονός ότι «προφανώς οι υπάλληλοι του μετέχοντος (ΤΠΚΔ) έλεγξαν την πιστοληπτική του ικανότητα και ενέκριναν την χορήγηση του δανείου», αφετέρου δεν αναγράφονται τα εισοδήματα του αναιρεσιβλήτου κατά το έτος 2009, οπότε έλαβε το στεγαστικό δάνειο από το αναιρεσείον ΤΠΚΔ, ούτε το ύψος του χορηγηθέντος δανείου, αλλά μόνο το υπόλοιπο της οφειλής του, ώστε να κριθεί αν πράγματι αυτός ήταν σε θέση να αποπληρώσει το δάνειο με βάση το μισθό του.
Πλην όμως, από τις πιο πάνω παραδοχές, προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αιτιολόγησε πλήρως, χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις, το πραγματικό των εφαρμοστέων εδώ πιο πάνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 1 του Ν. 3869/2010, το οποίο η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες.
Το δε αποδεικτικό πόρισμα όσον αφορά την χωρίς δόλο θέση του αιτούντος –αναιρεσιβλήτου σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμών των ληξιπροθέσμων χρεών του, έχει νόμιμη βάση και την απαιτούμενη αιτιολογία. Ειδικότερα, εκτίθεται στο σκεπτικό της απόφασης ποία είναι η εργασία του αιτούντος (δημόσιος υπάλληλος), ποίες είναι οι καθαρές μηνιαίες αποδοχές του, ποίο είναι το οικογενειακό του εισόδημα και η περιουσία του (ακίνητα, αυτοκίνητο), επίσης εκτίθενται οι ληξιπρόθεσμες οφειλές του προς το αναιρεσείον, αναγράφεται η επίδικη δανειακή σύμβαση, η αρνητική σχέση μεταξύ των οφειλών και των εσόδων του και τέλος μετά από εκτίμηση των πασίδηλων πραγματικών γεγονότων και δη την απρόβλεπτη οικονομική κρίση που ενέσκηψε κατά το συγκεκριμένο χρονικό διάστημα στη χώρα μας και την άμεση αυτής συνέπεια που ήταν η μείωση των μισθών των δημοσίων υπαλλήλων, καταλήγει στην κρίση της χωρίς δόλο, ούτε αρχικού ούτε μεταγενέστερου, περιέλευσης του αιτούντος σε μόνιμη αδυναμία πληρωμών.
Τέλος, απορρίπτεται ως αβάσιμη κατ’ ουσία η ένσταση περί δολιότητος του αιτούντος, που πρότεινε το αναιρεσείον, όπου αν και δεν γίνεται ρητή αναγραφή του αρχικού ποσού του δανείου, όπως εκτιμάται από τις παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, αυτή έλαβε υπόψη της το ποσό αυτό, δεδομένου ότι επακριβώς αναγράφει στην αιτιολογία της περί απορρίψεως της ως άνω ενστάσεως (βλ. 4ο φύλλο α'όψη, 21ος στίχος) ότι:
«… Ειδικότερα, το τελευταίο (ΤΠΚΔ) ισχυρίζεται ότι ο αιτών έλαβε το προαναφερόμενο στεγαστικό δάνειο, παρόλο που γνώριζε πολύ καλά ότι το ποσό του μηνιαίου μισθού ως δημοσίου υπαλλήλου δεν θα επαρκούσε για να εξοφλήσει την δόση των 690,93 ευρώ που είχε συμφωνήσει να καταβάλει», ενώ εξάλλου το εφεσίβλητο και ήδη αναιρεσείον, με τις προτάσεις του στο ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών, ρητά ανέγραφε αναφορικά με την ως άνω ένσταση του ότι :
«ο εκκαλών δανειολήπτης, έλαβε μεγάλο δάνειο ύψους 120.000 ευρώ [...]». Επομένως, οι προαναφερόμενες αιτιάσεις που αποδίδει το αναιρεσείον με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεώς του, δεν απαιτείτο να αναφερθούν για να κριθεί ότι συντρέχει ή όχι ο δόλος στο πρόσωπο του αιτούντος, ούτε αποτελούν στοιχεία που πρέπει να διαλάβει η απόφαση για να αχθεί στο συμπέρασμα ότι υπάρχει ή όχι δόλος.
Η αναφορά τέλος, ότι «προφανώς κατά το χρόνο ανάληψης ο αιτών εκπλήρωνε, με βάση τα τότε υψηλότερα εισοδήματά του, τις προϋποθέσεις δανειοδότησης και τούτο ευχερώς προκύπτει από το ότι οι αρμόδιοι υπάλληλοι του μετέχοντος, αφού έλεγξαν την πιστοληπτική του ικανότητα ενέκριναν την χορήγηση του δανείου", αφορούν εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας αναφορικά με την οικονομική κατάσταση του αναιρεσίβλητου και επιχείρημα υπέρ της βασιμότητας της παραδοχής ότι ο αιτών δεν περιήλθε δολίως σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμής (και συνακόλουθης απορρίψεως κατ’ ουσία της σχετικής ενστάσεως του εφεσιβλήτου), που δεν ελέγχονται αναιρετικά.
Επομένως, όσα αντίθετα ισχυρίζεται το αναιρεσείον με τον πρώτο λόγο αναίρεσης με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αρ. 6 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ είναι αβάσιμα και πρέπει ν' απορριφθούν.
Περαιτέρω, με τον δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση αιτιάσεις, από τον αριθμό 1 εδάφ. α’ του άρθρου 560 ΚΠολΔ και συγκεκριμένα ότι παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1 παρ.1 του Ν. 3869/2010 και 330 του ΑΚ, με το να περιορίσει χρονικά την ύπαρξη του δόλου μόνο κατά το χρονικό σημείο ανάληψης των δανειακών υποχρεώσεων του οφειλέτη, επίσης με το να απαιτήσει για την συνδρομή δόλιας περιέλευσης του οφειλέτη σε αδυναμία πληρωμών άμεσο δόλο και, τέλος με το να απαιτήσει για τη στοιχειοθέτηση της έννοιας του δόλου του δανειολήπτη αναιρεσιβλήτου, πέραν του υποκειμενικού στοιχείου του δόλου και άλλο, πρόσθετο αντικειμενικό, στοιχείο και συγκεκριμένα τον έλεγχο της πιστοληπτικής ικανότητας αυτού εκ μέρους των αρμοδίων υπαλλήλων του ΤΠΚΔ και την έγκριση της χορήγησης του δανείου.
Ο λόγος αυτός είναι, προεχόντως, απαράδεκτος, ως αλυσιτελής. Συγκεκριμένα, το δικαστήριο της ουσίας με την πληττόμενη απόφασή του, κατά την κύρια αιτιολογία της, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη, αναιρετικά, κρίση του, ότι η μόνιμη και διαρκής αδυναμία πληρωμής των επίδικων ληξιπρόθεσμων χρεών του είναι ανυπαίτια και δεν οφείλεται σε δόλο του οφειλέτη - αναιρεσιβλήτου, αλλά στα γεγονότα που παραθέτει και δη σε, μη δυνάμενους να προβλεφθούν ούτε να αποτραπούν εκ μέρους του (οφειλέτη), παράγοντες που οδήγησαν στην μεταγενέστερη (του χρόνου λήψης του δανείου) μείωση των εισοδημάτων του και συγκεκριμένα στην απρόβλεπτη ακόμη και για τους ειδικούς οικονομική κρίση που ενέσκηψε στη χώρα, η οποία είχε ως άμεση συνέπεια καταρχήν την μείωση των μισθών των δημοσίων υπαλλήλων, όπως εν προκειμένω συνέβη με τον αιτούντα (4ο φύλλο, α' και β' όψη αυτού).
Η παραδοχή αυτή του δικαστηρίου, για έλλειψη δόλου του οφειλέτη, ως κρίση περί τα πράγματα (εκτίμηση των αποδείξεων), δεν επιτρέπεται να προσβληθεί (ούτε, βέβαια, προσβλήθηκε), κατ’ άρθρ. 560 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, με την επίκληση ότι παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, όπως εκτέθηκε στη μείζονα σκέψη της παρούσας απόφασης, διότι με την κατ' επίφαση επίκληση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσης του σχετικού λόγου στις προαναφερόμενες διατάξεις πλήττεται η, αναιρετικά ανέλεγκτη, ουσιαστική εκτίμηση, ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων από το δικαστήριο της ουσίας.
Η παράθεση της πλεοναστικής αιτιολογίας, για το λόγο ότι ο αναιρεσίβλητος προφανώς, κατά το χρόνο ανάληψης του χρέους εκπλήρωνε, με βάση τα τότε υψηλότερα εισοδήματά του, τις προϋποθέσεις δανειοδότησης του και ότι τούτο ευχερώς προκύπτει από το ότι οι αρμόδιοι υπάλληλοι του αναιρεσείοντος, αφού έλεγξαν την πιστοληπτική του ικανότητα ενέκριναν τη χρήση του δανείου (πριν από τη χορήγηση της πίστωσης), με την οποία (αιτιολογία) και απορρίφθηκε ο επίμαχος ισχυρισμός – ένσταση του αναιρεσείοντος για τη δόλια περιέλευση του υπερχρεωμένου αναιρεσίβλητου – οφειλέτη σε μόνιμη αδυναμία πληρωμών, ως αβάσιμος, δεν ήταν απαραίτητη για τη στήριξη του διατακτικού της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης και, άρα, δεν ιδρύεται ο παρών λόγος αναίρεσης (ΑΠ 156/2018, ΑΠ 65/2017, ΑΠ 675/2013).
Κατόπιν τούτου, αφού δεν πλήττεται αποτελεσματικά η προπαρατιθέμενη (κύρια) αιτιολογία που στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, ο ερευνώμενος λόγος αναίρεσης, καθίσταται πλέον αλυσιτελής, σύμφωνα και με όσα αναπτύχθηκαν στη μείζονα σκέψη της παρούσας.
[VII] Μετά από αυτά, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση, με την οποία ζητείται η αναίρεση της με αριθμό 514/2018 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, πρέπει να απορριφθεί, χωρίς να περιληφθεί διάταξη για δικαστικά έξοδα κατά το άρθρο 746 ΚΠολΔ, έστω και αν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρ.3 εδάφ.β' του ν. 3869/2010), γιατί η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου αυτού, καθώς επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση που προβλέπει το άρθρο 8 παρ.6 εδάφ.β' του πιο πάνω ν. 3869/2010, κατά το οποίο «Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται», που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (ΑΠ 1400/2019, ΑΠ 1379/2019, ΑΠ 426/2019).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 02.01.2019 και με αύξοντα αριθμό κατάθεσης 4/2019 αίτηση του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων για αναίρεση της 514/2018 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, που δίκασε ως Εφετείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Μαΐου 2021.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
και ταύτης
αποχωρησάσης από
την Υπηρεσία η
αρχαιότερη της
συνθέσεως Αρεοπαγίτης
και ήδη Αντιπρόεδρος ΑΠ
Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 26 Αυγούστου 2021.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ