Legislator Case Law & Legislation
1038/2020 AI generated

Supreme Court dismisses appeal as inadmissible due to vague grounds and lack of attorney representation.

Case Number 1038/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by the Greek Agricultural Insurance Organization against a lower court's decision on indefinite-term employment contracts. The appellant's grounds were rejected because they were vague, fragmented, and failed to specify the factual assumptions relied upon by the appellate court. Furthermore, the court noted that the appellant lacked proper legal representation during the hearing, rendering the proceedings irregular.

Legislator headnote

AI generated

Articles 94 § 1, 96 § 3, 104 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court must reject an appeal as inadmissible if the grounds are vague and do not fully state the material facts, and if the appellant fails to appear with a proper attorney of record.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal vague grounds legal representation labor contracts indeterminate term factual assumptions procedural defect

Cited Legislation

AI generated
Article 94 § 1 of the Code of Civil Procedure
Article 96 § 3 of the Code of Civil Procedure
Article 104 of the Code of Civil Procedure
Article 561 § 1 of the Code of Civil Procedure
Article 8 § 3 of Law 2112/1920
Articles 103 § 8, 20, 21 of Law 2190/1994

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1038 / 2020 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1038/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πιπιλίγκα, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Θεόδωρο Μαντούβαλο - Εισηγητή και Πελαγία Ακάσογλου, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 25 Φεβρουαρίου 2020, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΓΕΩΡΓΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ" (Ε.Λ.Γ.Α.), που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αναστασία Κουτσαύτη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1)Σ. Α. του Σ., κατοίκου ..., 2)Α. Τ. του Γ., κατοίκου ... και 3)Α. Φ. του Θ., κατοίκου .... Οι 1η και 2η εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παναγιώτη Καμπίτη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις και ο 3ος δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο. Κοινοποιούμενης της αίτησης αναίρεσης στο σωματείο με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29/11/2004 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και λοιπών προσώπων που δεν είναι διάδικοι στη δίκη αυτή, η οποία κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1762/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 2349/2012 του Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον νομικό πρόσωπο με την από 19/8/2014 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Θεόδωρος Μαντούβαλος ανέγνωσε την από 29/1/2016 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία Αρεοπαγίτη Παναγιώτη Κατσιρούμπα, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 94 § 1 ΚΠολΔ, στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν την υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο, κατά το άρθρο 96 § 3, κατά τη διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου η πληρεξουσιότητα δίνεται μόνο με συμβολαιογραφική πράξη ή με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση και ειδικά, για τις εργατικές διαφορές η πληρεξουσιότητα μπορεί να δίνεται με ιδιωτικό έγγραφο, το οποίο φέρει βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής του διαδίκου από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών ή οποιαδήποτε άλλη δημόσια ή δημοτική αρχή, κατά δε το άρθρο 104 ΚΠολΔ, για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και τις κλήσεις έως την συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα, και αν δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως.

Το δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης, την έλλειψη πληρεξουσιότητας, καθώς και την υπέρβασή της. Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων και εκείνων των άρθρων 105, 226 § 4, 576 § 1 & 577 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, εάν ο αναιρεσίβλητος είναι εκείνος που επισπεύδει τη συζήτηση και απουσιάζει ο ίδιος ή παρίσταται αλλά δεν αποδεικνύει την ύπαρξη ρητής πληρεξουσιότητας, και υπό την προϋπόθεση ότι είναι έγκυρη η συζήτηση της αναίρεσης, όπως όταν ο αναιρεσίβλητος παραστάθηκε κατά την αναβλητική δικάσιμο, οπότε, κατά το άρθρο 226 § 4 ΚΠολΔ, η αναγραφή από τον γραμματέα της υπόθεσης στο πινάκιο της μετ' αναβολή δικασίμου ισχύει ως κλήτευση για όλους τους διαδίκους, που παραστάθηκαν κατά την αναβλητική δικάσιμο και δεν εναντιώθηκαν ως προς τη νόμιμη παράστασή τους, αυτός θεωρείται δικονομικά απών και κηρύσσεται άκυρη η κλήση αυτού με την οποία εμφανίζεται ως επιμελούμενος τη συζήτηση, με αποτέλεσμα να μην χωρεί εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 576 § 1 ΚΠολΔ για συζήτηση της υπόθεσης από τον Άρειο Πάγο σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι (ΟλομΑΠ 39/2005, ΟλομΑΠ 9/2003, ΑΠ 119/2019, ΑΠ 334/2017).

Αν οι αναιρεσίβλητοι είναι περισσότεροι και ο δικηγόρος που επισπεύδει τη συζήτηση και εμφανίζεται γι' αυτούς δεν έχει την πληρεξουσιότητα μερικών, σε περίπτωση απλής ομοδικίας, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως, ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς (ΚΠολΔ 576 § 3).

Από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης και φωτοαντίγραφα των οικείων σελίδων του πινακίου προκύπτει ότι η συζήτηση της υπό κρίση από 19-8-2014 και με αριθμ. καταθ. 543/2014 αίτησης αναίρεσης του αναιρεσείοντος νπιδ ΕΛΓΑ κατά της 2349/2012 απόφασης του Εφετείου Αθηνών εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, επισπεύδεται από τις αναιρεσίβλητες (συν. 3) με την από 4-7-2018 κλήση τους, μετά από ματαίωση της συζήτησης της αίτησης αναίρεσης κατά τη δικάσιμο της 25-10-2016 και αναβολή εκ της αρχικώς ορισθείσης με την κλήση δικασίμου της 9-4-2019 με αίτηση των καλουσών -αναιρεσιβλήτων για την παρούσα δικάσιμο με εγγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο, την οποία ζήτησαν παριστάμενες και οι τρεις αναιρεσίβλητες δια του φερομένου κατά τη δικάσιμο εκείνη ως πληρεξουσίου δικηγόρου τους Δημητρίου Βαλαβάνη.

Από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου προκύπτει ότι κατά την παρούσα δικάσιμο (25-2-2020) παραστάθηκαν οι πρώτη και δεύτερη των καλουσών -αναιρεσιβλήτων, ενώ η τρίτη εξ αυτών Α. Φ. δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο. Επομένως, εφόσον τη συζήτηση της αναίρεσης επισπεύδει η απούσα καλούσα -αναιρεσίβλητη (ομού με τις δύο παρούσες), η οποία παραστάθηκε στη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση, η συζήτηση είναι έγκυρη.

Εφόσον, όμως, δεν αποδεικνύεται ότι ο φερόμενος κατά τη δικάσιμο της αναβολής ως εκπροσωπών αυτή δικηγόρος ήταν εφοδιασμένος με ρητή πληρεξουσιότητα για τη συζήτηση της από 4-7-2018 κλήσεως, με την οποία επισπεύδεται απ' αυτή η αίτηση αναίρεσης, πρέπει η συζήτηση αυτής να κηρυχθεί απαράδεκτη ως προς αυτή, η οποία είναι απλή ομόδικος των λοιπών, αφού έγινε χωρίς τη συνδρομή της κατά νόμο απαιτούμενης πληρεξουσιότητας.

Μεταξύ του αναιρεσείοντος νπιδ και των δύο πρώτων αναιρεσιβλήτων, η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (ΚΠολΔ 94, 96, 552, 553, 556, 558, 564 § 3, 566 § 1, 144). Είναι συνεπώς παραδεκτή (ΚΠολΔ 577 § 1) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων της (ΚΠολΔ 577 § 3). Σημειώνεται ότι έχει κληθεί στην παρούσα συζήτηση και το σωματείο που άσκησε πρόσθετη παρέμβαση υπέρ των εναγόντων ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου με την επωνυμία "..." (βλ. .../20-12-2019 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών Κ. Μ. που προσκομίζουν οι καλούσες αναιρεσίβλητες), το οποίο είναι απόν.

Όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων: Με την από 29-4-2004 αγωγή τους, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά τη διαδικασία των εργατικών διαφορών, οι ενάγοντες μεταξύ των οποίων οι 1η και 2η των αναιρεσιβλήτων, κατά του εναγομένου -αναιρεσείοντος νπιδ ΕΛΓΑ, ισχυρίστηκαν ότι απασχολήθηκαν στο εναγόμενο με διαδοχικές συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου.

Ότι στην πραγματικότητα απασχολούντο με συμβάσεις αορίστου χρόνου γιατί κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου. Και ότι με τη λήξη της τελευταίας συμβάσεώς τους το εναγόμενο τους απέλυσε παράνομα χωρίς καταγγελία. Ζήτησαν δε να αναγνωριστεί ότι συνδέονται με το εναγόμενο με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, να αναγνωριστεί η ακυρότητα της απολύσεώς τους και να υποχρεωθεί το εναγόμενο να αποδέχεται τις υπηρεσίες τους.

Η αγωγή έγινε πρωτοδίκως δεκτή και κατόπιν έφεσης του εναγομένου εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση 2349/2012 του Εφετείου Αθηνών, η οποία δέχθηκε την έφεση, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση και κατά το μέρος που ενδιαφέρει την παρούσα αναιρετική δίκη (βάλλεται με τους λόγους αναίρεσης), αναγνώρισε ότι οι 1η και 3η των εναγουσών (1η και 2η των αναιρεσιβλήτων) συνδέονται με το εναγόμενο με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου (προσλήφθηκαν πριν το 2001).

Από τις διατάξεις των άρθρων 118 § 4, 562 § 2, 566 § 1, 577 § 3 & 578 ΚΠολΔ συνάγεται ότι όταν η αγωγή κρίθηκε κατ' ουσίαν βάσιμη ή αβάσιμη, για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο λόγος αναιρέσεως με τον οποίο προσάπτεται στο δικαστήριο της ουσίας ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ δεν αρκεί να εκτίθεται στο αναιρετήριο το κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος πραγματικό μέρος της υποθέσεως, οι διατάξεις που φέρονται ότι παραβιάσθηκαν, η έννοια που αποδίδει σ' αυτές ο αναιρεσείων και το συμπέρασμα του δικαστηρίου που φέρεται ως προϊόν ερμηνευτικού ή υπαγωγικού σφάλματος, αλλά πρέπει πρωταρχικά να αναφέρονται με πληρότητα και σαφήνεια και όχι αποσπασματικά οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ως θεμελιωτικά της κρίσεώς του για το βάσιμο ή αβάσιμο της αγωγής (ή άλλης αυτοτελούς αιτήσεως ή ανταιτήσεως), αφού διαφορετικά δεν είναι δυνατή με βάση το περιεχόμενο του αναιρετηρίου, η στοιχειοθέτηση του σχετικού λόγου αναιρέσεως, διότι η τύχη της αναιρέσεως εξαρτάται σύμφωνα με το άρθρο 578 ΚΠολΔ όχι από την ορθότητα ή μη των νομικών αιτιολογιών αλλά του διατακτικού της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το οποίο συνάπτεται αιτιωδώς με τις ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου.

Επομένως, η έκθεση των παραδοχών αυτών στο αναιρετήριο είναι αναγκαία για να μπορεί να ελεγχθεί από το περιεχόμενό του αν η αποδιδόμενη στην απόφαση παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό (ΑΠ 644/2013, 1581/2012, 1265/2008). Επίσης για να είναι ορισμένος και, κατά συνέπεια, παραδεκτός ο λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας η νομική πλημμέλεια, ότι η απόφασή του στερείται νόμιμης βάσης (άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ), πρέπει να αναφέρονται, μεταξύ άλλων, έστω συνοπτικά αλλά με πληρότητα και σαφήνεια, οι κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου, υπό τις οποίες συντελέσθηκε η επικαλούμενη παράβαση, ήτοι να εκτίθενται σαφώς και τα πραγματικά γεγονότα, που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο της ουσίας με την ελάσσονα πρόταση του νομικού του συλλογισμού και να προσδιορίζεται σε τι συνίσταται η αποδιδόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια της έλλειψης νόμιμης βάσης (εξειδίκευση του σφάλματος), δηλαδή η αιτία, συνεπεία της οποίας τούτο συμβαίνει, ήτοι, ότι δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή, ότι έχει αντιφατικές αιτιολογίες, οπότε πρέπει να καθορίζεται σε τί συνίσταται η αντίφαση και από ποία αντιτιθέμενα μέρη τους προκύπτει ή, ότι έχει ανεπαρκείς αιτιολογίες, οπότε πρέπει περαιτέρω να καθορίζεται σε τί συνίσταται η ανεπάρκειά τους, ποίο δηλαδή το ελλείπον στοιχείο, που είναι αναγκαίο για την επάρκειά τους (ΑΠ 1778/2013).

Στην προκείμενη περίπτωση το αναιρεσείον με τους δύο λόγους αναιρέσεως αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση του Εφετείου τις από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες της ευθείας και εκ πλαγίου παραβιάσεως, με τον μεν πρώτο, των διατάξεων των άρθρων 21 του ν. 2190/1994, 4 § 1 και 103 §§ 2, 7 & 8 του Συντάγματος και της οδηγίας του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης 1999/70/ΕΚ, που ενσωματώθηκε στην ελληνική έννομη τάξη με το π.δ. 164/2004 και με τον δεύτερο, των διατάξεων του άρθρου 8 § 3 του ν. 2112/1920.

Στο αναιρετήριο εκτίθεται η κατά την άποψη του αναιρεσείοντος ερμηνεία των ανωτέρω διατάξεων και η μορφή, που, επίσης κατά την άποψη του αναιρεσείοντος, είχαν οι συμβάσεις των αναιρεσιβλήτων, ως προς τις ουσιαστικές δε παραδοχές του Εφετείου σε σχέση με τις αναιρεσίβλητες αναφέρονται τα εξής: "Η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, κατά πλήρη παραγνώριση της συνταγματικής απαγορεύσεως του άρθρου 103 παρ. 8, αλλά και της απαγορεύσεως του Ν. 2190/1994, εδέχθη στο πλαίσιο της δικαιοδοτικής λειτουργίας των δικαστηρίων και της εντεύθεν δυνατότητας ορθού χαρακτηρισμού εννόμων σχέσεων και υπό το πρόσχημα της τελευταίας αυτής δυνατότητας, περαιτέρω δε κατ' εσφαλμένη επίκληση του ρυθμιστικού πεδίου της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ και των διατάξεων του Ν. 2112/1920, ότι οι κρισιολογηθείσες συμβάσεις εργασίας των αναιρεσιβλήτων, εφόσον δεν αφορούσαν στην αντιμετώπιση πράγματι εποχιακών και εκτάκτων αναγκών του ΕΛ.ΓΑ είναι άκυρες, ως αντίστοιχες ορισμένου χρόνου και περαιτέρω ότι συνιστούν ενιαίες συμβάσεις εξαρτημένες εργασίας αορίστου χρόνου.

Η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση έκρινε ειδικότερα, ότι οι συμβάσεις των αναιρεσιβλήτων κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες και για το λόγο αυτό συνιστούν μία σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, δέχθηκε δηλαδή ότι, οι διατάξεις των αρθ. 103 παρ. 8 Σ., 20 και 21 Ν. 2190/1994 όπως τροποποιήθηκαν και ισχύουν, οι οποίες απαγορεύουν την μετατροπή των συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε αορίστου, δεν εφαρμόζονται στην επίδικη περίπτωση, αλλά αντίθετα εφαρμόζεται η διάταξη του άρθρου 8 παρ. 3 Ν. 2112/1920, διότι οι επίδικες συμβάσεις είχαν ήδη προσλάβει κατά την έναρξη ισχύος των αναθεωρημένων συνταγματικών διατάξεων του άρθρου 103 το χαρακτήρα της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου".

Με αυτό το περιεχόμενο οι λόγοι αναιρέσεως είναι αόριστοι και ως εκ τούτου απαράδεκτοι, γιατί διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο αποσπασματικά μόνον και όχι πλήρεις οι κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές του Εφετείου, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αυτό ως αποδειχθέντα για να στηρίξει τη φερόμενη ως λανθασμένη κρίση του.

Ειδικότερα δεν διαλαμβάνονται οι σχετικές παραδοχές του Εφετείου, ως προς το χρόνο καταρτίσεως της πρώτης, τη διάρκεια εκάστης των διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου, που κατάρτισε κάθε αναιρεσίβλητος με το αναιρεσείον, ο αριθμός αυτών και η διάρκεια των κενών μεταξύ των διαδοχικών συμβάσεων χρονικών διαστημάτων, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί αν σωστά ή όχι και με πλήρεις σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες το Εφετείο εφάρμοσε τις φερόμενες ως παραβιασθείσες ευθέως και εκ πλαγίου διατάξεις.

Οι περαιτέρω αιτιάσεις με τις οποίες το αναιρεσείον αποδίδει στο Εφετείο ότι με την προσβαλλομένη απόφασή του "όλως εσφαλμένα και αναιτιολόγητα και κατ' εσφαλμένη εκτίμηση των προσκομισθέντων αποδεικτικών εγγράφων και μαρτυρικών καταθέσεων δέχθηκε ότι οι ανανεώσεις των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου των αναιρεσίβλητων ήταν διαδοχικές, πλην όμως, όπως αποδείχθηκε από τα προσκομισθέντα πιστοποιητικά προϋπηρεσίας και αποφάσεις πρόσληψης και τα λοιπά μέσα απόδειξης, τα οποία νομίμως και προσηκόντως προσκομίσθηκαν και ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, τα διαστήματα μεταξύ των αποφάσεων πρόσληψης - συμβάσεων των αναιρεσίβλητων απέχουν μεταξύ τους αρκετούς μήνες, ακόμα και έτη και ως εκ τούτου η προσβαλλόμενη απόφαση δεχόμενη τα αντίθετα έσφαλε" είναι απαράδεκτες, καθ' όσον αναφέρονται στην εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας, η οποία σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 § 1 ΚΠολΔ δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.

Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση. Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται ελλείψει αιτήματος από τον πληρεξούσιο δικηγόρο των παρόντων αναιρεσιβλήτων.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 19-8-2014 αιτήσεως για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2349/2012 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, η οποία επισπεύδεται με την από 4-7-2018 κλήση των αναιρεσιβλήτων, ως προς την τρίτη αναιρεσίβλητη Φ. Α..

Και

Απορρίπτει την αίτηση αυτή μεταξύ του αναιρεσείοντος και των λοιπών αναιρεσιβλήτων (ήτοι της πρώτης και δεύτερης των αναιρεσιβλήτων).

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Ιουνίου 2020.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Οκτωβρίου 2020.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ